Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Η συνεχής έλξη της θρησκείας

Η συνεχής έλξη της θρησκείας

 

Ποιο είναι το πρόβλημα με τη θρησκεία;

Δεν είναι κάθε πιστός κοινωνικός κομφορμιστής. Η ανεξαρτησία του μυαλού του, η αντίσταση του (στον πόλεμο, για παράδειγμα) ή η εξέγερση του μπορεί να υπερβεί τις αντίστοιχες πολλών άθεων. Ακόμα η θρησκεία είναι ισοδύναμη με την κοινωνική αποδοχή, επειδή η απόλυτη αρχή της διαχωρίζει ένα εδώ κάτω από ένα πέρα από εδώ το οποίο δημιούργησε το εδώ κάτω και είναι απαραίτητα ανώτερο αυτού. Η θρησκευτική σκέψη (και επομένως πράξη) είναι διφυής: βασίζεται στο διαχωρισμό σώματος και ψυχής, ύλης και πνεύματος, και αυτή η διαίρεση μπορεί μόνο να ευνοήσει το δεύτερο έναντι του πρώτου. Οτιδήποτε και αν κάνει ο πιστός για να αλλάξει τον κόσμο, για αυτόν πάντα θα υπάρχει ένας άλλος κόσμος ανώτερης τάξης. Η ιστορία, η ζωή όπως γίνεται καθημερινά αισθητή εδώ και τώρα έχει μικρότερη σημασία από αυτό που υπάρχει πέρα, έξω από τον καθημερινό κόσμο. Επομένως, όταν μάχεται την ανισότητα, την εκμετάλλευση και την καταπίεση, το θρησκευτικό άτομο ασχολείται με πραγματικότητες που ανήκουν σε ένα δευτερεύον επίπεδο της  πραγματικότητας. Μπορεί μόνο (και στην πραγματικότητα πρέπει) να επεξεργάζεται την ιστορία της ανθρωπότητας ως μια δευτερεύουσα πλοκή μέσα σε μια πολύ μεγαλύτερη ιστορία που ξεπερνάει τους άνδρες και τις γυναίκες, επειδή αυτή η ιστορία σχετίζεται και εξαρτάται από κάτι που βρίσκεται έξω από όλους τους άνδρες και τις γυναίκες όλων των εποχών. Ένας Χριστιανός δε μπορεί να δώσει την ίδια σημασία στην ιστορία, πχ του Ισπανικού Εμφυλίου πολέμου και στο Ευαγγέλιο. Θα πει ότι τα δύο είναι «διαφορετικά», αλλά αυτό που εν τέλει έχει σημασία για αυτόν είναι το Ευαγγέλιο. Τι είναι η μικρότητα της καθημερινής ζωής συγκρινόμενη με το άπειρο; Το απόλυτο σχετικοποιεί οτιδήποτε άλλο, αλλιώς θα έπαυε να είναι απόλυτο.

Έτσι, η ανισότητα, η εκμετάλλευση και η καταπίεση αποδίδονται σε ατομικές, ηθικές, φυσικές βαθιά ριζωμένες αιτίες: οποιαδήποτε αλλαγή μπορούμε να επιτύχουμε πρέπει να ξεκινήσει μέσα σε κάθε ανθρώπινη καρδιά. Πολλοί λίγοι Εβραίοι, Χριστιανοί ή Μουσουλμάνοι αντιλαμβάνονται την Πτώση του Αδάμ και της Εύας στην πραγματική της αξία, αλλά ένας τέτοιος μύθος ενισχύει την πίστη ότι «κάτι» έλκει τον καθένα μας στο να κάνει το κακό, να κυριαρχεί και να εκμεταλλεύεται τους συνανθρώπους μας, και ότι η ελικοειδής πορεία της ανθρωπότητας βασίζεται σε ένα θεμελιώδες ελάττωμα, το οποίο καμία εξέλιξη ή επανάσταση δε θα μπορούσε να διορθώσει.

Οι άνθρωποι δεν «πιστεύουν» στην Πτώση με τον ίδιο τρόπο που δεν έχουν αμφιβολία για την ύπαρξη των Πυραμίδων, αλλά το μυαλό τους δομείται από αυτό το μύθο. Αν πιστέψουμε ότι τα παραμύθια συνεισφέρουν στη δημιουργία ενός συνειδητού και ασυνείδητου συλλογικού νου που παίζει μεγάλο ρόλο στις ζωές μας, τότε πρέπει να παραδεχτούμε ότι ένας μύθος τόσο πλατειά διαδεδομένος και πασίγνωστος όπως αυτός της Γένεσης παίζει ένα πολύ μεγαλύτερο ρόλο, ακόμα και γι αυτούς που ποτέ δεν άνοιξαν μια Βίβλο. Τα ιστορικά παραδείγματα σφαγών και τρόμου απλά επιβεβαιώνουν τι συμβολίζει ο αυθεντικός μύθος.

Συνεπώς, ακόμα και όταν η θρησκεία τροφοδοτεί την ανταρσία, όπως συχνά κάνει, αυτό γίνεται πάντα με την υπόθεση ότι η εκμετάλλευση και η καταπίεση μπορούν να ελαφρυνθούν, αλλά όχι να καταργηθούν. Καμία Εκκλησία δε θα μπορούσε να είναι η Εκκλησία των φτωχών και εκμεταλλευόμενων, επειδή είναι Εκκλησία όλων, φτωχών και πλουσίων.

Φυσικά η ιστορία μας παρέχει αναρίθμητα θρησκευτικά δόγματα και πρακτικές που στόχευσαν στη συνολική ιστορική αλλαγή, από τους Ταοιστές στην Κίνα ως τους Αναβαπτιστές της Αναγέννησης. Αλλά αυτοί ήταν πάντα αιρετικοί, και το θρησκευτικό κατεστημένο τάχθηκε με τους πλούσιους και δυνατούς για να δυσφημίσει και να συντρίψει τους επαναστατημένους. Όταν στρατοί χωρικών απείλησαν την κυριαρχία των ιδιοκτητριών τάξεων, ο ιδρυτής του Προτεσταντισμού δεν είχε τύψεις συνείδησης και απαίτησε την ολοκληρωτική καταστολή της εξέγερσης τους.

Αυτοί που ιδρύουν μια θρησκεία δεν προσπαθούν να αλλάξουν ριζικά τον υπάρχοντα κόσμο, αλλά να ζήσουν σε αυτόν υπό το φως ενός άλλου κόσμου. Έτσι τα καταφέρνουν με τα υπάρχοντα μέσα της εποχής τους. Το 17ο αιώνα, σχεδόν καμία θρησκευτική ομάδα δεν αμφισβητούσε τη σκλαβιά, η οποία καταγγέλθηκε μόλις στις αρχές του 18ου αιώνα από τους Κουακέρους και λίγους Προτεστάντες σχισματικούς.

Γιατί ο ορθολογισμός δε δουλεύει

Ένα χαρακτηριστικό της θρησκευτικής συμπεριφοράς είναι το προνόμιο που δίνεται στην πίστη έναντι της λογικής σκέψης. Το θεϊκό μπορεί να συζητηθεί, αλλά κυρίως νοείται σαν αντικείμενο πίστης, και η παρουσία του γίνεται περισσότερο αισθητή από ότι κατανοητή. Κανένας Θεολόγος δεν πιστεύει στο Θεό επειδή έχει διαβάσει βιβλία για το Θεό: διαβάζει κι γράφει για το Θεό επειδή είναι πιστός. Έτσι η κριτική της θρησκείας ξεκινάει από την ιδέα ότι δεν είναι ανάγκη οι άνθρωποι να παραιτούνται μπροστά στο (αναπόφευκτο) άγνωστο και μη γνώσιμο, να τα διαχωρίζουν από τον κόσμο μας και να τα τοποθετούν σε μια άλλη διάσταση την οποία ποτέ δε θα μπορέσουμε να εξερευνήσουμε. Δεν υπάρχει ανάγκη διαχωρισμού της λογικής από το συναίσθημα.

Ο ορθολογισμός, ωστόσο, θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως όπλο μόνο σε μια δημοκρατική επανάσταση. Δε συνίσταται στην (απαραίτητη) χρήση της λογικής, αλλά στην πίστη ότι κάθε κακό και συμφορά προκύπτει από την έλλειψη γνώσης ή από ελαττωματική κρίση. Αντιτάσσει την ατομική σκέψη στην εξουσία: για να ξεπεράσουμε την καταπίεση, πρέπει να ξεκινήσουμε εκθρονίζοντας τις πνευματικές εξουσίες που υπάρχουν, και έχουμε τα μέσα να το κάνουμε αυτό: τη δική μας προσωπική διανοητική δύναμη, με την οποία όλοι έχουν εξοπλιστεί εξίσου. Το μυαλό έρχεται πρώτο: εξ ου και το προνόμιο που δίνεται στην εκπαίδευση ως απόλυτη κινητήρια δύναμη της ιστορίας.

Ο ορθολογισμός μπορεί να αντικρούει την «ψευδότητα» της θρησκείας, αλλά ποτέ δε θα μπορέσει να καταλάβει το κοινοτικό και κοινωνικό φαινόμενο που αποτελεί η θρησκεία.

Η επίκληση της λογικής προς το νου ξεχνάει ότι η ανθρώπινη συνθήκη είναι νους και φαντασία. Η αναζήτηση του υπερφυσικού δεν κατάγεται από μια υπερβολική αλλά από μια περιορισμένη φαντασία σχηματισμένη από χιλιετίες εκμετάλλευσης και καταπίεσης: η ανικανότητα της ελευθερίας στη Γη υποκινεί τους ανθρώπους να τοποθετήσουν την ελευθερία έξω από αυτό τον κόσμο. Τα όνειρα και οι επιθυμίες είναι εκτοπισμένα άτομα. Αυτό είναι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη η θρησκεία.

Από τη θρησκεία ως ολοκληρωτική κοινωνική πρακτική στη θρησκεία ως ατομική υπόθεση

Στο κατώτατο επίπεδο, η θρησκευτική συμπεριφορά συνίσταται στο διαχωρισμό δύο κόσμων. Εκτός  από τον (πάνω, ή κάτω) κόσμο όπως τον γνωρίζουμε, το φυσικό, ορατό, εφήμερο και καθημερινό κόσμο που μπορούν να νιώσουν οι αισθήσεις μας, η θρησκεία υποθέτει την ύπαρξη ενός άλλου, υπερφυσικού ή αφύσικου, αόρατου, μόνιμου κόσμου τον οποίον οι αισθήσεις μας δε μπορούν να αντιληφθούν, και ο οποίος βρίσκεται βαθύτερα από τις καθημερινά εμπειρικές πραγματικότητες. Ο πρώτος καθορίζεται από το δεύτερο και είναι εξαρτημένος από αυτόν. Το πρόβλημα είναι να βρεθούν οι δρόμοι και τα περάσματα μεταξύ των δύο, χωρίς να φυλακιστούμε σε κάποιον: όπως το βίωσε ο Ορφέας, επισκέπτεσαι τον κάτω κόσμο με δικό σου ρίσκο.

Αυτός ο ορισμός έχει το προσόν ότι παρουσιάζει τη θρησκεία στη γενικότητα της, και το ελάττωμα ότι υποσκελίζει όλες τις αποκλίσεις της.

Στις παραδοσιακές κοινωνίες των Ινδιάνων της Βόρειας Αμερικής, στην Αφρική, στα νησιά του Ειρηνικού, στην Ασία των σαμάνων, ο «άλλος» κόσμος φαίνεται σε συμφωνία με το δικό μας. Οι δύο τους δεν επικοινωνούν απλά: συμπίπτουν. Το «θεϊκό» είναι πανταχού παρόν, και ενεργό σε μια κοινότητα όπου άνθρωποι, ζώα, δέντρα, πηγές, βράχοι, το έδαφος και η Γη συνεργάζονται. Ο άνθρωπος συμμετέχει στη σύμπνοια των ζωτικών δυνάμεων, και δε βλέπει κανένα διαχωρισμό ανάμεσα στο έμψυχο και στο άψυχο: όλα έχουν ένα πνεύμα (anima), μια «ψυχή». Η θρησκεία δεν υπάρχει σαν τέτοια: είναι ένα πλήρες κοινωνικό φαινόμενο. Είναι δύσκολο να διακρίνεις ανάμεσα σε ένα επίπεδο πραγματικότητας το οποίο θα μπορούσε να περιγραφεί ως «υπερβατικότητα» (που είναι πέρα από τα πλάσματα και  τα πράγματα) και στο «έμφυτο» (που είναι μέσα τους), επειδή η υπερβατικότητα είναι τόσο παρούσα και ενεργή σε κάθε μεμονωμένο πλάσμα και πράγμα ώστε φαίνεται να κατοικεί σε κάθε ένα από αυτά.

Στο άλλο άκρο του θρησκευτικού φάσματος, ο μονοθεϊσμός περιέχει τη δυνατότητα ενός αποφασιστικού διαχωρισμού ανάμεσα στο υπερβατικό και στο έμφυτο, ανάμεσα στο ιερό και στο ανίερο. Το θεϊκό δεν είναι πλέον παρόν παντού: φτάνει στην αυτονομία αποκρυσταλλώνεται σε ένα θεό, ο οποίος είναι ένα ον, ένα πρόσωπο ξεχωριστό από όλες τις γήινες πραγματικότητες.

Στην Ευρώπη (και στη Βορειοαμερικάνικη επέκταση της), η οποία συμβαίνει επίσης να είναι το λίκνο του καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, και αντίθετα με τις παραδοσιακές κοινωνίες και το Μουσουλμανικό κόσμο, η ιστορική εξέλιξη έχει διαχωρίσει τη θρησκεία από το υπόλοιπο της κοινωνίας, τόσο ώστε έχει σε μεγάλο βαθμό αποσυνδέσει το άτομο από τα δεσμά της γέννησης. Σταδιακά και μέσω συγκρούσεων και αιματοχυσιών, η θρησκεία έχει διαχωριστεί από τις κοινωνικές και δημόσιες πρακτικές, για να γίνει ατομική πεποίθηση και ιδιωτική υπόθεση. Η αθεΐα δεν είχε κανένα νόημα στους αυτόχθονες Αμερικάνους των μεγάλων πεδιάδων, ήταν εκκεντρικότητα στην Αθήνα τον πέμπτο αιώνα πΧ, αναγκάζεται να παραμένει μυστική στην Τεχεράνη σήμερα και διακριτική σε μια μικρή πόλη των μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ, αλλά σε αυτή την πόλη η κατάσταση και η λειτουργία της είναι διαφορετικές από όλες τις άλλες εποχές και τα μέρη που αναφέραμε. Η θρησκεία μπορεί να διακόπτει κατά διαστήματα τη ζωή των κατοίκων της Bible Belt[1], που παρευρίσκονται στην εκκλησία για την κυριακάτικη θεία λειτουργία, τη βάπτιση, το μυστήριο του χρίσματος, τις κηδείες, το γάμο, αλλά δεν την οργανώνει. Για παράδειγμα, κανένα θρησκευτικό γεγονός δεν έχει την κοινωνική επίδραση που έχει το Ραμαζάνι.

Ταυτόχρονα, στη Δύση, η επιστήμη αναδύθηκε ως αφηρημένη γνώση διαχωρισμένη από την εγκόσμια πρακτική της προέλευση και τις πραγματικές της χρήσεις (ακόμα και αν οι δύο πτυχές συμφωνούσαν, και ο συνδυασμός τους ήταν ένα σημαντικό πλεονέκτημα στην κατάκτηση του κόσμου από την Ευρώπη).

Στο 18ο και 19ο αιώνα, ο δυτικοευρωπαϊκός νους σταδιακά διαχώρισε το τεκμηριωμένο (ή ατεκμηρίωτο) ιστορικό πρόσωπο του Ιησού, τόσο αμφισβητήσιμο όσο του Ιούλιο Καίσαρα ή της Ζαν ντ’ Αρκ, από τον Ιησού ως μια θεϊκή φιγούρα και ως τον προφήτη της αποκάλυψης. Οι Χριστιανοί και οι άθεοι ιστορικοί ερεύνησαν τη Βίβλο η οποία κατέληξε να θεωρείται γραμμένη από ανθρώπους (αν και, θεόπνευστη στα μάτια των πιστών). Οι μορφωμένοι Εβραίοι, πολλοί από αυτούς Γερμανοί, έκαναν το ίδιο για την Παλαιά Διαθήκη στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Φτάνουμε τώρα στο σημείο όπου μια μειοψηφία ανοιχτόμυαλων χριστιανών δε σοκάρεται από την πιθανότητα ο Ιησούς να είχε γυναίκα και παιδί, επειδή για αυτούς κάτι τέτοιο δε θα υποβάθμιζε τη θεϊκή του προέλευση και το μήνυμα του. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνο σε κοινωνίες όπου η θρησκεία έχει ακόμα επιρροή αλλά δε διαμορφώνει πια την κοινωνική ζωή, όπου η δημόσια και η ιδιωτική σφαίρα είναι διαχωρισμένες, όπου επομένως μπορεί να υπάρξει διαχωρισμός στο μυαλό του πιστού ανάμεσα στο ιερό και στο ανίερο, ανάμεσα στα γεγονότα και στην πίστη, στην ιστορία και στο μύθο.

«Είναι δυνατό, επομένως, για το κράτος να έχει απελευθερωθεί από τη θρησκεία ακόμα και αν η μεγάλη πλειοψηφία είναι ακόμα θρησκευόμενη. Και η μεγάλη πλειοψηφία δεν παύει να είναι θρησκευόμενη με το να είναι θρησκευόμενη ιδιωτικά (….) Ο άνθρωπος απελευθερώνεται πολιτικά από τη θρησκεία εξορίζοντας την από τη σφαίρα του δημόσιου νόμου σε αυτή του ιδιωτικού (…) Ο ατέλειωτος θρυμματισμός της θρησκείας στη Βόρεια Αμερική, για παράδειγμα, της δίνει ακόμα και εξωτερικά τη μορφή μιας καθαρά ατομικής υπόθεσης.» (Μαρξ, Το Εβραϊκό ζήτημα, 1844)

Το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολής δεν έχει βιώσει ακόμα κάτι τέτοιο, ειδικά σε αυτές που αποκαλούμε ακόμα Μουσουλμανικές χώρες, και αυτό δεν έχει καθόλου να κάνει με την εγγενή φύση του Ισλάμ: υπάρχουν τόσα πολλά «αντιδραστικά» στοιχεία στην Παλαιά Διαθήκη ή στον Απόστολο Παύλο όσα και στο Κοράνι, και το 1200 υπήρχαν πιθανότατα περισσότερα κριτικά μυαλά στη Δαμασκό και στην Κόρδοβα από ότι στη Μπολόνια και στην Οξφόρδη. Η ανωτερότητα της Δυτικής Ευρώπης επρόκειτο να μπορέσει να συγκεντρώσει στοιχεία που ήταν παρόντα σε άλλους πολιτισμούς, και να τα συγχωνεύσει με τον ορθολογισμό και την αξιοποίηση του χρήματος. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο όταν η βιομηχανία και το εμπόρευμα είναι αρκετά ισχυρά και ενοποιητικά ώστε να ενώσουν τα μέρη της κοινωνίας και να διαμορφώσουν ένα έθνος-κράτος που δε χρειάζεται τη θρησκεία ως δεσμευτική δύναμη.

«Το τέλειο Χριστιανικό κράτος είναι το άθεο κράτος, το δημοκρατικό κράτος.»

Αφού παρέθεσε τον G. De Beaumont ο οποίος έγραψε το 1835 ότι «στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν υπάρχει ούτε κρατική θρησκεία ούτε μια θρησκεία που να δηλώνεται ως αυτή της πλειοψηφίας, ούτε η επικράτηση μιας λατρείας έναντι άλλων. Το κράτος στέκεται μακριά από όλες τις λατρείες», ο Μαρξ σχολιάζει ότι «παρόλα αυτά, η Βόρεια Αμερική είναι κατεξοχήν η χώρα της θρησκοληψίας (…) [και] ακόμα και στη χώρα της πλήρους πολιτικής απελευθέρωσης, η θρησκεία όχι μόνο υπάρχει, αλλά επιδεικνύει μια ανανεωμένη και ζωηρή ζωτικότητα (…)» (Το Εβραϊκό ζήτημα, 1844)

Υπάρχει μια βαθιά συσχέτιση ανάμεσα στο Χριστιανισμό και τη δημοκρατία. Στη μορφή του ελεύθερου πολίτη, το α-θρησκευτικό κράτος πραγματώνει το Χριστιανικό ιδανικό της αυτονομίας της ψυχής. Το μήνυμα του Ιησού αφορά κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, Έλληνα, Εβραίο ή Ρωμαίο, σκλάβο ή πατρίκιο. Παρομοίως, πλούσιος ή φτωχός, κάθε πολίτης έχει τα ίδια δικαιώματα όπως ο γείτονας του. Η κοινωνική ανισότητα σταματάει στις πόρτες της πολιτικής συνέλευσης, η οποία είναι μια συντροφιά ίσων: «ένας άνθρωπος, μια ψήφος.» δε χρειάζεται κανείς να έχει ιδιοκτησία ή να πληρώνει ένα συγκεκριμένο ποσό φόρων για να έχει λόγο στη λειτουργία των δημόσιων θεμάτων. Η ατομική ιδιοκτησία υπάρχει κοινωνικά, όχι πολιτικά.

Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, κάθε άτομο αποκτά μια ψυχή από το Θεό που το θέτει σε ίση βάση με όλους τους άλλους, χωρίς καμιά ειδική διάκριση για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο όπως στον Ιουδαϊσμό. Μπορεί να γίνει Χριστιανός και να σωθεί όπως όλοι οι άλλοι. Ο Χριστιανισμός δημιουργεί την ισότητα έξω από τη σφαίρα επιρροής των κοινωνικών σχέσεων: έτσι κάνει και η δημοκρατία που παραχωρεί σε κάθε πολίτη τα ίδια δικαιώματα, αλλά μόνο ως πολίτη. Το πιο δημοκρατικό Κράτος δε θα καταργήσει τις ταξικές διακρίσεις, όχι περισσότερο από το πιο αδελφικό χριστιανικό εκκλησίασμα. Περιττό να πω, οι πιστοί υποχρεώνονται να βοηθούν ο ένας τον άλλο, αλλά αυτό δεν εξαφανίζει και δε μπορεί να το κάνει, τις ρίζες τις ανισότητας. Η χριστιανική κοινότητα εννοείται ότι μπορεί να βιωθεί κυρίως πνευματικά, η δημοκρατική αδελφότητα εννοείται ότι υπάρχει κυρίως στην πολιτική σφαίρα.

«Το ζήτημα της σχέσης της πολιτικής απελευθέρωσης με τη θρησκεία γίνεται για μας ζήτημα της σχέσης της πολιτικής απελευθέρωσης με την ανθρώπινη απελευθέρωση. (…) ελευθερώνοντας τον εαυτό του πολιτικά, ο άνθρωπος απελευθερώνεται με έμμεσο τρόπο, με κάποια μεσολάβηση, έστω αναγκαία μεσολάβηση. (…) ο άνθρωπος ακόμα και αν αυτοανακηρύσσεται άθεος με τη μεσολάβηση του κράτους- όταν δηλαδή ανακηρύσσει αυτός το κράτος άθεο- εξακολουθεί πάντα να είναι δέσμιος της θρησκείας, ακριβώς γιατί αναγνωρίζει τον εαυτό του με πλάγιο τρόπο, μόνο με τη βοήθεια κάποιας μεσολάβησης. Η θρησκεία είναι ακριβώς η αναγνώριση του ανθρώπου με πλάγιο τρόπο: μέσω ενός μεσάζοντα. Το κράτος είναι ο μεσάζων μεταξύ του ανθρώπου και της ελευθερίας του ανθρώπου. Όπως ο Χριστός είναι ο μεσάζων στον οποίο ο άνθρωπος αποθέτει όλη του τη θεικότητα, όλα του τα θρησκευτικά δεσμά, έτσι και το κράτος είναι ο μεσάζων, στον οποίο καταθέτει ολόκληρη την αθεΐα του, όλο τον ανθρώπινο εξαναγκασμό του. (…)

Εκεί όπου το πολιτικό κράτος έχει φτάσει την αληθινά αναπτυγμένη μορφή του, ο λανθρωπος διάγει όχι απλώς στη σκέψη, στη συνείδηση, αλλά στην πραγματικότητα, στη ζωή, μια διπλή- μια γήινη και μια επουράνια- ζωή, τη ζωή μέσα στην πολιτική κοινότητα, όπου εκδηλώνεται σαν κοινότητα, και τη ζωή μέσα στην κοινωνία των ιδιωτών, όπου δρα σαν ιδιώτης άνθρωπος, βλέπει τους άλλους ανθρώπους σα μέσο, υποβιβάζει τον εαυτό του σε μέσο και γίνεται πιόνι ξένων δυνάμεων. Το πολιτικό κράτος συμπεριφέρεται προς την κοινωνία των ιδιωτών εξίσου πνευματικά, όπως και ο ουρανός προς τη γη. Βρίσκεται στην ίδια αντίθεση με αυτήν και την υπερνικά με τον ίδιο τρόπο, όπως η θρησκεία υπερνικά τη στενότητα του γήινου κόσμου, δηλαδή είναι υποχρεωμένο και αυτό να αναγνωρίσει ξανά την κοινωνία των ιδιωτών, να την αποκαταστήσει και να υποταχθεί σε αυτήν. Ο άνθρωπος, στην πιο άμεση πραγματικότητα του, στην κοινωνία των ιδιωτών, είναι ένα γήινο ον. (…) Απεναντίας, μέσα στο κράτος, όπου ο άνθρωπος αναγνωρίζεται σαν ένα ον που ανήκει στο ανθρώπινο είδος, είναι το φανταστικό μέλος μιας πλασματικής ανεξέλεγκτης εξουσίας, του έχουν αρπάξει την πραγματική του ατομική ζωή και τον γέμισαν με μια εξωπραγματική οικουμενικότητα. (…)

Βέβαια, σε εποχές όπου το πολιτικό κράτος γεννιέται βίαια από την κοινωνία των ιδιωτών ως  πολιτικό κράτος, όπου η ανθρώπινη αυτοαπελευθέρωση τείνει να πραγματωθεί με τη μορφή της πολιτικής αυτοαπελευθέρωσης, το κράτος μπορεί και οφείλει να προχωρήσει μέχρι την κατάργηση της θρησκείας, μέχρι την εκμηδένιση της θρησκείας, αλλά μόνο με τον ίδιο τρόπο που προχωρεί στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, στον καθορισμό ανώτατου ορίου τιμών, στη δήμευση, στην προοδευτική φορολογία, με τον ίδιο τρόπο που προχωρεί στην κατάργηση της ζωής με τη λαιμητόμο. Σε στιγμές εξαιρετικής αυτοπεποίθησης της, η πολιτική ζωή επιζητεί να καταπνίξει την προϋπόθεση της, την κοινωνία των ιδιωτών και τα στοιχεία της, και να συγκροτηθεί σαν η πραγματική- δίχως αντιφάσεις- ζωή του ανθρώπου ως είδους. Αυτό όμως μπορεί να το πετύχει μόνο μέσω μιας βίαιης αντίθεσης προς τις ίδιες της βιοτικές συνθήκες, μόνο κηρύσσοντας την επανάσταση διαρκή. Και γι αυτό, το πολιτικό δράμα τελειώνει με την παλινόρθωση της θρησκείας, της ατομικής ιδιοκτησίας, όλων των στοιχείων της κοινωνίας των ιδιωτών, με την ίδια αναγκαιότητα που ο πόλεμος τελειώνει με την ειρήνη.

Φυσικά, το τέλειο χριστιανικό κράτος δεν είναι το λεγόμενο χριστιανικό κράτος, που αναγνωρίζει το χριστιανισμό σα βάση του, σαν κρατική θρησκεία και γι αυτό αποκλείει τις άλλες θρησκείες, αλλά είναι μάλλον το αθεϊστικό κράτος, το δημοκρατικό κράτος, το κράτος που εκτοπίζει τη θρησκεία ανάμεσα στα άλλα στοιχεία της κοινωνίας των ιδιωτών. (…)

Το δημοκρατικό κράτος, το πραγματικό κράτος, δε χρειάζεται τη θρησκεία για την πολιτική του τελειοποίηση. Μπορεί, μάλιστα, να αποσπαστεί από τη θρησκεία γιατί μέσα σε αυτό το κράτος η ανθρώπινη βάση της θρησκείας πραγματώνεται με εγκόσμιο τρόπο. (…) Όχι ο χριστιανισμός, αλλά η ανθρώπινη βάση του χριστιανισμού είναι η βάση αυτού του κράτους. (…)

Η πολιτική δημοκρατία είναι χριστιανική, γιατί σ’ αυτήν ο άνθρωπος- όχι μόνο ένας άνθρωπος, αλλά ο κάθε άνθρωπος- έχει αξία σαν κυρίαρχο, σαν το ύψιστο ον ˙ πρόκειται όμως για τον άνθρωπο στην ακαλλιέργητη μορφή του, για τον άνθρωπο στην τυχαία του ύπαρξη, για τον άνθρωπο όπως βαδίζει και στέκεται, για τον άνθρωπο όπως τον έχει χαλάσει ολόκληρη η οργάνωση της κοινωνίας μας, που έχει χάσει τον εαυτό του κι έχει αποξενωθεί από τον εαυτό του, που έχει παραδοθεί στην κυριαρχία απάνθρωπων σχέσεων και στοιχείων, κοντολογίς για τον άνθρωπο που δεν είναι ακόμα πραγματικό ον του ανθρώπινου είδους. Αυτό που για το χριστιανισμό είναι φανταστική εικόνα, όνειρο, αίτημα του λόγου- η κυριαρχία του ανθρώπου, όμως του ανθρώπου σαν ξένου όντος, διαφορετικού από τον πραγματικό άνθρωπο- είναι μέσα στη δημοκρατία αισθητή πραγματικότητα, παρόν, εγκόσμια αρχή. (…) Η θρησκευτική συνείδηση κολυμπά στον πλούτο της θρησκευτικής αντίθεσης και της θρησκευτικής ποικιλομορφίας.

Έχουμε δείξει, επομένως, ότι η πολιτική απελευθέρωση από τη θρησκεία αφήνει τη θρησκεία να υφίσταται, έστω και αν δεν είναι προνομιούχα θρησκεία. Η αντίφαση στην οποία βρίσκεται ο οπαδός μιας ορισμένης θρησκείας με την ιδιότητα του ως πολίτη είναι μόνο ένα μέρος της καθολικής εγκόσμιας αντίφασης μεταξύ του πολιτικού κράτους και της κοινωνίας των ιδιωτών. Η τελείωση του χριστιανικού κράτους είναι το κράτος εκείνο που αναγνωρίζει τον εαυτό του ως κράτος και που δεν παίρνει υπόψη τη θρησκεία των μελών του. Η χειραφέτηση του κράτους από τη θρησκεία δεν είναι η χειραφέτηση του πραγματικού ανθρώπου από τη θρησκεία.

Μόνο όταν ο πραγματικός, ατομικός άνθρωπος ξανά απορροφήσει τον αφηρημένο πολίτη, και σαν ατομική ανθρώπινη ύπαρξη γίνει ον του είδους στην καθημερινή του ζωή, στην ιδιαίτερη εργασία του, και στην ιδιαίτερη κατάσταση του, μόνο όταν ο άνθρωπος αναγνωρίσει και οργανώσει τις «δικές του δυνάμεις» ως κοινωνικές δυνάμεις, και συνεπώς, δε διαχωρίζει πλέον την κοινωνική δύναμη από τον ίδιο με τη μορφή της πολιτικής εξουσίας, μόνο τότε θα έχει εκπληρωθεί η ανθρώπινη χειραφέτηση. (…)»

Ο Βολταίρος ακολουθεί τη Νέα Εποχή

Ούτε η αστική τάξη ως τάξη ούτε ο καπιταλισμός ως σύστημα είναι εχθρικός απέναντι στη θρησκεία, ή ακόμα και απέναντι στην Εκκλησία. Η αστική τάξη αντιτάχτηκε στη θρησκεία στο βαθμό που η θρησκεία βρέθηκε στο δρόμο της. Σε αντίθεση με προηγούμενα συστήματα, ο καπιταλισμός δεν αγκαλιάζει καμία ομάδα αξιών από την οποία θα εξαρτιόταν και την οποία θα υπερασπιζόταν. Ενδιαφέρεται μόνο για την ελευθερία αγοράς, πώλησης και της βιομηχανίας, η οποία απαιτεί ένα ελάχιστο δημόσιας ελευθερίας, αλλιώς το σύστημα δυσλειτουργεί (ας θυμηθούμε ότι η ΕΣΣΔ δυσλειτουργούσε για δεκαετίες πριν διαλυθεί). Η τεχνική και παραγωγική αποδοτικότητα απαιτεί κάποια ελεύθερη διακίνηση ιδεών: οι ρατσιστικές προκαταλήψεις των Ναζί ανάγκασαν διαπρεπείς επιστήμονες να μεταναστεύσουν στη Βρετανία και στις ΗΠΑ, όπου ενίσχυαν τους στρατιωτικούς και οικονομικούς αντιπάλους της Γερμανίας. Η σπουδαιότερη καπιταλιστική ιδεολογία, την οποία συμμερίζεται τόσο η ελίτ όσο και η εργασία, είναι ο πραγματισμός.

Στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Ισπανία, καθώς ο Καθολικισμός ήταν επί μακρόν πιστός αντίπαλος του εμπορικού και βιομηχανικού νεοτερισμού, οι ανερχόμενοι αστοί αναγκάστηκαν να παλέψουν ενάντια στην Εκκλησία. Στη Βόρεια Ευρώπη και στις ΗΠΑ, ο Προτεσταντισμός ασκούσε και ασκεί ακόμα επιρροή χωρίς να ανέρχεται σε εγκόσμια εξουσία.

Η διαφορά δε βρίσκεται στην «αστική» φύση των δογμάτων του Λούθηρου και του Καλβίνου, τα οποία ευνοούν τον έντοκο δανεισμό, την αποταμίευση, την εργασιακή ηθική, την ατομική πρωτοβουλία και ελεύθερη βούληση, και αντιτίθενται στη σπατάλη, στην πολυτέλεια και στην ασωτία των διακοπών που χαρακτήριζε την καθημερινή ζωή πριν τη βιομηχανική επανάσταση. Η βασική διαφορά είναι ιστορική. Η Αγγλική δημοκρατική επανάσταση του 17ου αιώνα έγινε εκ μέρους μιας Προτεσταντικής εκδοχής (του Πουριτανισμού) έναντι μιας άλλης (του Αγγλικανισμού), και τελείωσε με ένα συμβιβασμό ανάμεσα στην ανερχόμενη εμπορική τάξη και στην αριστοκρατία της γης. Παρά την ισχυρή ανάμειξη από τη μεριά των μαζών, και παρά τις ενεργητικές προσπάθειες των Εξισωτών και των Diggers, ο Κρόμγουελ κράτησε τον έλεγχο ολόκληρης της διαδικασίας.

Αντίθετα, η αποφασιστική πίεση και τα ξεσπάσματα του απλού λαού περιοδικά μετά το 1789 έσπρωξαν τους υποκινητές της Γαλλικής Επανάστασης πέρα από τους αρχικούς στόχους και τα όρια τους, και τους οδήγησαν σε μια αντιθρησκευτική και αντικληρική κατεύθυνση. Δύο φορές η αστική τάξη έχασε την πολιτική ηγεσία, στην αρχή από μια δικτατορία των ξεβράκωτων της μεσαίας τάξης το 1793-94, μετά από ένα απολυταρχικό καθεστώς μετά το 1799. Σε όλο το 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα, ο πολιτικός αγώνας είχε τη μορφή και τη μάσκα μιας διαμάχης ανάμεσα στη δημοκρατία που υποστηριζόταν από την αστική τάξη και τις κατώτερες τάξεις, και σε προ- ή αντί-καπιταλιστικές τάξεις που συμμαχούσαν με τον κλήρο. Χρειάστηκε ένας αιώνας ώστε ο Καθολικισμός να συμβιβαστεί με την αστική κοινωνία και με την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Όπως φαίνεται από το διάλλειμα του Vichy, η διαμάχη δεν είχε επιλυθεί ακόμα και το 1940.

Επίσης, στη Γαλλία, ο Διαφωτισμός απείχε από το να είναι α-θρησκευτικός, πόσο μάλλον αντί-θρησκευτικός. Ο Ρουσώ και ο Βολταίρος ήταν θεϊστές, ο Ντιντερό ήταν υλιστής μόνο σε μερικά από τα γραπτά του (στο Γράμμα για τους τυφλούς το 1749, το οποίο τον οδήγησε στη φυλακή για τέσσερις μήνες), μόνο μια μικρή μειοψηφία των πιο γνωστών φιλοσόφων (Ελβέτιος, Χόλμπαχ) απέρριψαν όλη τη θεολογία, και ο Ροβεσπιέρος δήλωσε αργότερα ότι η αθεΐα είναι «αριστοκρατική». Η Γιακωβίνικη Τρομοκρατία κυνήγησε και αποκεφάλισε εκείνους τους παπάδες που αρνούνταν να ορκιστούν υποταγή στο νέο καθεστώς, αλλά καθιέρωσε μια μικρής διάρκειας επίσημη λατρεία του Υπέρτατου Όντος.

Η αποφασιστικά αντί-θεϊκή συμπεριφορά του ντε Σαντ ήταν εξαίρεση. Τέτοια ήταν και η περίπτωση του Jean Meslier, ενός ενοριακού παπά στην Αρντέν (λίγα μίλια από όπου γεννήθηκε ο Ρεμπώ αργότερα), ο οποίος μέχρι το θάνατο του ήταν γνωστός μόνο για την ασέβεια του προς την τοπική αριστοκρατία. Όταν πέθανε το 1729, άφησε μια «Διαθήκη» η οποία παραμένει μια από τις πιο ισχυρές αθεϊστικές και κομμουνιστικές δηλώσεις που γράφτηκαν ποτέ, με τη συχνά υιοθετημένη φράση ότι η ανθρωπότητα θα είναι ελεύθερη μόνο όταν «όλοι οι αριστοκράτες της γης, όλοι οι ευγενείς, θα κρεμαστούν και θα στραγγαλιστούν με τα άντερα των παπάδων». Ο κακόφημος μαρκήσιος και ο μοναχικός παπάς ήταν παρόμοιοι στο θυμό και στην προσβολή, μοναχικοί συγγραφείς αποκομμένοι από την κυρίαρχη τάση της κοινωνίας. Ο ντε Σαντ πέρασε το ένα τρίτο της ζωής του στη φυλακή. Ο Meslier πέρασε μια κρυφή ζωή, φυλακισμένος μιας κοινωνικής λειτουργίας στην οποία είχε πάψει να πιστεύει από καιρό.

Σε αντίθεση με τους αδέσποτους Σαντ και Meslier, σχεδόν όλοι οι φιλόσοφοι και πολιτικοί ηγέτες που μάχονταν τις προλήψεις και την κοσμική εξουσία της Ρώμης πίστευαν ότι κάποια μέτρια ποσότητα ευπιστίας δεν ήταν και τόσο κακή για το λαό: η πίστη σε ένα υπεράνθρωπο ον θα προέτρεπε τις μάζες να υπακούουν στα ανθρώπινα αφεντικά και στους κυβερνήτες. Η Δημοκρατία πάλεψε ενάντια στην Εκκλησία ως εμπόδιο στην αστική δημοκρατία, αλλά αργότερα μετά χαράς την προώθησε ως σταθεροποιητικό παράγοντα. Οι μασόνοι πολιτικοί κατέταξαν τον Άγιο Μιχαήλ ως προστάτη των Γάλλων στρατιωτών (ανάλογα με τον Άγιο Γεώργιο στην Αγγλία).

Ο ρόλος που παίζει σήμερα ο μουσουλμανικός φονταμενταλισμός στις διεθνείς σχέσεις μας οδηγεί στο να ξεχάσουμε ότι πολλές χώρες υποφέρουν από τη θρησκεία τόσο στην πολιτική όσο και στην καθημερινή ζωή. Ένας ελεύθερος διανοούμενος θα είχε πρόβλημα να φτάσει ως την κορυφή στην Πολωνία, στη Βοσνία, στην Κροατία ή στη Σερβία. Η παραδοσιακή συμμαχία ανάμεσα στο κράτος και στον κλήρο λειτουργεί ακόμα στην Ελλάδα και στη Ρωσία. Μια περιοχή τόσο πλούσια και σύγχρονη σαν τη Βομβάη διοικείται επί του παρόντος από τους φονταμενταλιστές Χίντου. Στις γενικές εκλογές του Ισραήλ το 1999, το Εργατικό Κόμμα (μετονομάστηκε σε Israel One για να ξεμπερδεύει με οποιοδήποτε σοσιαλιστικό συνειρμό) έβγαλε 26 βουλευτές, το Likud 19 και τα τρία θρησκευτικά κόμματα 27 (17 για το μεγαλύτερο από τα τρία). Στις περισσότερες πολιτείες των ΗΠΑ, ένας αθεϊστής έχει τα ίδια δικαιώματα με όλους δεδομένου ότι κρατάει το στόμα του κλειστό, και ένας φανερά άπιστος θα είχε λίγες πιθανότητες να μπει στο Κογκρέσο, και καμία να εκλεγεί Πρόεδρος. Οι Ιταλοί έπρεπε να περιμένουν ως το 1974 ώστε να μπορούν νόμιμα να πάρουν διαζύγιο. Στη Δανία, ο Λουθηρανισμός έχει επίσημο κύρος, οι παπάδες του πληρώνονται από το κράτος και οι θρησκευτικές τάξεις είναι υποχρεωτικές στα σχολεία: το ίδιο περιοδικό που προκάλεσε σκάνδαλο δημοσιεύοντας γελοιογραφίες του Ισλάμ είχε αρνηθεί λίγα χρόνια πριν ένα σχέδιο/καρτούν όπου τα αγκάθια του στεφανιού του Ιησού γίνονταν βόμβες έτοιμες να πέσουν σε μια κλινική αμβλώσεων.

Σύμφωνα με τον κοινό νου, στις μορφωμένες ανοιχτόμυαλες χώρες (το αντίθετο, για παράδειγμα, από τη Σαουδική Αραβία), οι Εκκλησίες διατηρούν κάποια πνευματική εξουσία αλλά αφήνουν την κοσμική εξουσία σε εκλεγμένες  κυβερνήσεις. Τα τελευταία πενήντα χρόνια δεν επιβεβαιώνουν αυτή την αισιόδοξη εικόνα. Στην Ιαπωνία, η Βουδιστική ομάδα Soka Gakkai δημιούργησε ένα κόμμα το 1964, το Komeito, το οποίο τα πηγαίνει καλά στις γενικές εκλογές και είναι εταίρος σε κυβερνητικούς συνασπισμούς, μέχρι πρόσφατα. Τα χριστιανικά λόμπι είχαν ήδη μεγάλη σημασία για τον Άιζενχάουερ και τον Κένεντι, ο οποίος έκρινε σοφό να εξηγήσει στην τηλεόραση για τον Καθολικισμό του στην προεδρική καμπάνια του 1960. Σε μερικές πολιτείες των ΗΠΑ είναι υποχρεωτική η διδασκαλία του εξελικτικισμού και του δημιουργισμού (στην πιο αποδεκτή μορφή της θεωρίας της έξυπνης σχεδίασης). Το 1988, όχι μόνο οι εμπνεόμενες από το Ισλάμ κυβερνήσεις απαγόρευσαν το Σατανικοί Στίχοι, αλλά και αυτές της Ινδίας και της Νότιας Αφρικής. Κάθε μέρα, χιλιάδες Πολωνοί ακούν το Ράδιο Marya, ένα κληρικό σταθμό που εκπέμπει αντί-μασονικά και αντί-σημιτικά προγράμματα τα οποία μας έχουν πει ότι εξαφανίστηκαν το 1945, και ένας στενός φίλος αυτού του σταθμού είναι τώρα Υπουργός Εκπαίδευσης. Το Βατικανό ακόμα μπορεί να κινητοποιεί πλήθη στους δρόμους της Ιταλίας ώστε να διαμαρτυρηθούν ενάντια στον ομοφυλοφιλικό γάμο και της Ισπανίας ενάντια στην κοσμικοποίηση των σχολείων (με το να γίνουν τα θρησκευτικά προαιρετικά). Στο όνομα του αντιρατσισμού και της ενσωμάτωσης ανθρώπων από τη Βόρεια και τη Μαύρη Αφρική (όλοι εκ των οποίων απέχουν από το να είναι ή να θέλουν να είναι μουσουλμάνοι), τα Γαλλικά σχολεία είναι εντελώς ανοιχτά στο Ραμαζάνι: το μεταχειρίζονται απλά σαν μια ευκαιρία διασκέδασης, και όχι σαν μια παράδοση που ενισχύει τη θρησκεία και όλες της τις συνέπειες. Ο καλοπροαίρετος δάσκαλος αγαπάει τα χειροποίητα γλυκά του Ραμαζανιού που ψήνονται για αυτόν από τις Αλγερινές μαθήτριες, και θρηνεί την κατώτερη θέση τους, χωρίς να βλέπει κάποια σχέση μεταξύ των δύο.

Ο Βολταίρος αντέταξε την ανεξιθρησκία στο χριστιανισμό. Σήμερα, στο όνομα της ανεξιθρησκίας η θρησκεία γίνεται αποδεκτή, και είναι της μόδας να περιγράφεται ο Ιησούς ως υπέρμαχου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ή να δίνεται έμφαση στις οικολογικές αξίες του Βουδισμού, στην πνευματικότητα του Σουφισμού και στις ουτοπικές αξίες της Ιουδαϊκής μυστικιστικής πίστης. Οι περισσότεροι ελεύθεροι διανοούμενοι του 21ου αιώνα δεν πιστεύουν πια στην ανωτερότητα της επιστήμης έναντι της πίστης. Αντί να εμμένουν στο λογικό νου, τονίζουν την (πολύ πραγματική) αδυναμία της λογικής. Όταν έρχονται αντιμέτωποι με τη δήλωση ότι ο θάνατος είναι αιώνιος χωρίς όνειρα ύπνος, δε σκοτίζονται να την αντικρούσουν, απλά παραθέτουν μισή ντουζίνα κατόχους βραβείου Νόμπελ που δεν είναι τόσο σίγουροι γι αυτό. Δύο αιώνες πριν, τα μαθήματα πάνω στη θεωρία της σχετικότητας (όπως στα Ταξίδια του Γκιούλιβερ) υπέσκαπταν την προκατάληψη και την εξουσία: τώρα βοηθούν στο να δυσφημούν την πραγματικότητα. Η λογική ξεδιάλεξε τα αποδεδειγμένα γεγονότα από την πλάνη: σήμερα η λογική και η πλάνη συγχωνεύονται, και η (εντελώς βάσιμη) ιδέα ότι δεν υπάρχει απόλυτη αλήθεια βοηθάει στην αποδόμηση της ίδιας της αντίληψης περί αλήθειας. Οι θεωρίες της Νέας Εποχής έχουν το πλεονέκτημα ότι ενοποιούν κάθε δόγμα, δεδομένο ή ιδέα και δεν απορρίπτουν τίποτα, κάτι που κάνει την αμφισβήτηση μάταιη και ανώδυνη.

Θρησκεία ΚΑΝΤΟ ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ

Η σύγχρονη λατρευτική κατανάλωση έχει πολλά κοινά με την πολιτιστική κατανάλωση. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν κολλάει σε μια μάρκα: έτσι, κάτω τα άκαμπτα δόγματα. Ποιος νοιάζεται αν δεν είναι πραγματικά παρόντα το αίμα και η σάρκα του Ιησού στην κυριακάτικη λειτουργία, εφόσον αυτό δημιουργεί ένα κοινοτικό αίσθημα; Ο σύγχρονος άνθρωπος αγαπάει το συνδυασμό: ο Purcell είναι πολύ καλύτερος ως πανκ ροκ όπερα,- γιατί λοιπόν να μην ανακατέψουμε το χριστιανισμό με μερικά ινδικά μπαχαρικά; Ακριβώς όπως ακούει «παγκόσμια μουσική», αποδέχεται την πολυπολιτισμικότητα, και αναδιατάσσει το σπίτι του σύμφωνα με τις κοσμικές ροές και τις γήινες δυνάμεις του φενγκ σούι. Στην πραγματικότητα δεν τρέφει καμία αληθινή πίστη σε ένα χριστιανικό θεό, στην ινδική γραφή ή στο φενγκ σουι: θέλει να ξεχωρίσει οτιδήποτε με το οποίο νιώθει άνετα, οτιδήποτε είναι ανακουφιστικό και καθησυχαστικό. Δε νοιάζεται αν οι «βιορυθμοί» είναι μια επιστημονική (επομένως αποδεκτή) μορφή δεισιδαιμονίας. Δεν τον πειράζει στο βαθμό που μπορεί να μεταχειρίζεται τη θρησκεία ως αυτοεξυπηρέτηση. Έχει μετακινηθεί από το νόμο της Βίβλου σε μια Βαβέλ ανάμεικτων θεών.

Έτσι προκύπτει και η δημοτικότητα του Ζεν, το οποίο εμφανίζεται απαλλαγμένο από κάθε θετικό δόγμα και βασιζόμενο στην αρχή της μη αντίφασης: η ύλη είναι μηδαμινότητα, το αφεντικό είναι υπηρέτης, η πίστη είναι απιστία, η γνώση είναι άγνοια, ο πλούτος είναι φτώχεια… Δε μπορείς να αντιπατεθείς μετατοπίζοντας τις αντιφάσεις. Δεν υπάρχει η ανάγκη να συζητήσεις την ιστορία με ένα δόγμα που αρνείται την ιστορία.

Μαλακή και σκληρή θρησκεία

Τα ανθρώπινα όντα μοιράζονται μόνο ότι βιώνεται από αυτά αλλά και ότι βρίσκεται πέρα από την άμεση εμπειρία τους. Σήμερα φαίνεται να δείχνουν ενδιαφέρον μόνο για μια κοινότητα του άμεσου όπου η ταχύτητα είναι υποκατάστατο του περιεχομένου. Ο αγώνας ενάντια στο χρόνο ήταν πάντα στην καρδιά του καπιταλισμού, ο οποίος προσπαθεί να παράγει, να κυκλοφορεί και να πουλάει εμπορεύματα- δηλαδή να έχει εργάτες να δουλεύουν και καταναλωτές να καταναλώνουν- στο μικρότερο δυνατό χρόνο. Αλλά αυτή η τάση προβοκάρεται όταν η έλλειψη κέρδους αναγκάζει το κεφάλαιο να επιταχύνει την περιστροφή του. Η όλο και γρηγορότερη κυκλοφορία των πάντων (προϊόντα, χρήματα, εργασία, πληροφορία, ιδέες, δοξασίες, πολιτικές πλατφόρμες, κτλ.) προκαλεί τη βαθμιαία αχρήστευση των πάντων. «Ο πραγματικός χρόνος» σκοτώνει το χρόνο που είναι απαραίτητος για διάλλειμα και σκέψη. Το τηλεχειριστήριο και το κλικ του ποντικιού πάνε μαζί με μια ατέλειωτη ροή που κάνει αόριστα τα ορόσημα και τα σημεία αναφοράς. Η ακαταμάχητη επιθυμία για γρήγορη πληροφορία ήδη οδήγησε τους ανθρώπους στο να αγοράζουν μια καθημερινή εφημερίδα, η πληροφόρηση της οποίας έγινε άχρηστη ως τα μεσάνυχτα και οδήγησε στο να αγοράζουν αυτή την εφημερίδα έξι μέρες τη βδομάδα, συν μια κυριακάτικη εφημερίδα. Όταν οι ιδέες και τα δεδομένα κατασκευάζονται όπως οτιδήποτε άλλο, η υπερπαραγωγή και η αχρήστευση εφαρμόζονται επίσης στις ιδέες και στα δεδομένα. Αλλά η διαδικασία πάει πολύ βαθύτερα με την ψηφιοποιημένη πληροφορία, την αμεσότητα του κινητού τηλεφώνου, κτλ., που δημιουργούν ένα αέναο παρόν. Τι είδους παρελθόν, παρόν ή μέλλον μπορεί να υπάρχει, όταν κάθε αντικείμενο, δεδομένο ή άτομο μπορεί να ξεπεταχτεί οποιαδήποτε στιγμή και να διακόψει τη ζωή μου πριν να εξαφανιστεί το ίδιο γρήγορα; Μας δίνονται κομμάτια χρόνου τόσο μικρά που δύσκολα μπορούμε να τα ζήσουμε, και καταλαμβάνουμε όλο και πιο στενές χαραμάδες του χωροχρόνου. Στο Τόκιο, οι ταξιδιώτες που έχουν χάσει το τελευταίο τρένο μπορούν να πάνε σε ένα ξενοδοχείο και να κοιμηθούν σε μια κλειστή κουκέτα σε μια σαν φέρετρο εσοχή του τοίχου, χωρίς αμφιβολία ότι θα είναι χωρίς μικρόβια και σύντομα συνδεδεμένη με WI-FI.

Έτσι, μετά από μια υπερφόρτωση από κατεβασμένα CD και DVD, ο σύγχρονος μας λαχταράει να μεσολαβήσει μια στιγμή ώστε να καθαρίσει το μυαλό του πριν το ξαναγεμίσει. «Όταν το χρήμα υποβαθμίζει όλους τους θεούς του ανθρώπου- και τους μετατρέπει σε εμπορεύματα» (Μαρξ), ο άνθρωπος ή προσπαθεί να ανατρέψει τον κόσμο των εμπορευμάτων… ή ψάχνει θεούς πιο εύκαμπτους από τον παλιομοδίτικο άσπλαχνο μπαμπούλα της Παλαιάς Διαθήκης. Το παιδί του pixel είναι ο ιδανικός υποψήφιος για το Ζεν.

Στα απότομα αποδομημένα μέρη του πλανήτη, στη Μέση Ανατολή για παράδειγμα, άλλοι καταφεύγουν στη σκληρή θρησκεία, την οποία η Ευρώπη και οι ΗΠΑ αδυνατούν να κατανοήσουν. Ο «πολιτισμένος» άνθρωπος δεν αναγνωρίζει πραγματικότητες που ήταν κρίσιμες για το χριστιανισμό λίγους αιώνες πριν, όπως η μαρτυρία και η θυσία. Οι επιτεθέντες αυτοκτονίας της 11ης Σεπτέμβρη έπρεπε να πάρουν αθώες ζωές στους Δίδυμους Πύργους. Γιατί για να διορθωθεί ένα βασικό λάθος, έπρεπε να χύσουν αίμα, το δικό τους, αλλά επίσης το αίμα ανθρώπων που δε θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την αμερικάνικη πολιτική, αλλά που λειτούργησαν σαν οι αμνοί αυτής της μακάβριας τελετής. Υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στην ιεροτελεστία της σφαγής χιλιάδων προβάτων μέσα σε δύο ώρες από προσκυνητές στους λόφους γύρω από τη Μέκκα, και της έκρηξης που προκλήθηκε στη Νέα Υόρκη. Οι 3000 νεκροί ήταν μια σκληρή τομή στην αμερικάνικη κοινωνία, από τους WASP τραπεζίτες ως τους παράνομους μετανάστες λαντζέρηδες (κάποιοι από αυτούς σίγουρα Μουσουλμάνοι), ένοχοι ή αθώοι όλοι έπρεπε να πεθάνουν για να εκτελεστεί η θυσία. Μια γρήγορη ανάγνωση λίγων εδαφίων της Παλαιάς Διαθήκης είναι αρκετή για να μας υπενθυμίσει το πόσο βαθιά ριζωμένοι στη θυσία είναι οι τρεις μονοθεϊσμοί: δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι στη γη είναι παιδιά του Αβραάμ. Ο Εβραίος γενάρχης δεν απέφυγε να σκοτώσει το γιο του επειδή συνειδητοποίησε ότι ήταν λάθος, αλλά επειδή ο Θεός του παρείχε ένα άλλο θύμα. Η ηθική του μύθου είναι πολύ διφορούμενη: ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα αν ένας πιστός νομίζει ότι ο Θεός επιμένει στην ανθρωποθυσία;

Η θρησκεία ως εμπόρευμα

Το ότι η θρησκεία έχασε τον πρώην ηγετικό πνευματικό της ρόλο στο σύγχρονο κόσμο δεν έχει προκαλέσει την εξαφάνιση της. Αντίθετα: ο καπιταλισμός δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες για τη θρησκεία.

«Η θρησκευτική δυστυχία, είναι συγχρόνως η έκφραση της πραγματικής δυστυχίας και η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική δυστυχία.» (Μαρξ, Συμβολή στην κριτική της Εγελιανής φιλοσοφίας του Δικαίου, 1844)

Ούτε η φτώχεια ούτε η πτώχευση στέλνει αυτόματα τους ανθρώπους να γονατίζουν στα στασίδια των εκκλησιών. Στα μέσα του 19ου αιώνα στη Γαλλία, η αποχριστιανοποίηση κυριάρχησε στις αυξανόμενες αστικές φτωχογειτονιές, και μόνο αργότερα ο «κοινωνικός Καθολικισμός» κέρδισε το χαμένο έδαφος και ξεκίνησε να χτίζει εκκλησίες στις εργατικές περιφέρειες. Οι άνθρωποι μπορούν να ζουν στη δυστυχία αλλά χωρίς να μαζοποιούνται, και πολλοί από αυτούς που πηγαίνουν με τη μάζα είναι ευκατάστατοι. Είναι η αβεβαιότητα, το αίσθημα της ιστορικής αποσύνθεσης, το μεταίχμιο, η καταστροφή μιας κάποιας σταθερότητας (όσο καταπιεστική και αν ήταν) χωρίς τον ερχομό μιας νέας, που είναι ευνοϊκά στην αναβίωση της θρησκείας, όπως στη Ρωσία μετά το θάνατο του γραφειοκρατικού συστήματος.

Η θρησκεία ήταν εξίσου μακαρίτης το 19ο και 20ο αιώνα όσο το έθνος ή η δημοκρατία το 1914. Η ιστορία πέφτει σε μη φανερά μονοπάτια, και τίποτα δεν είναι σίγουρο και παντοτινό στην καπιταλιστική εξέλιξη. Οι επονομαζόμενες δευτερεύουσες αντιφάσεις δεν εξαφανίζονται σταδιακά για να προετοιμάσουν το δρόμο για την τελική αποφασιστική αναμέτρηση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στο προλεταριάτο. Ο Otto Rühle παρατήρησε ότι οι άνθρωποι γενικά και οι προλετάριοι ειδικά δεν κρατούν κοινωνική μνήμη των πράξεων τους ˙ σε μη επαναστατικές εποχές (δηλ. στις περισσότερες), αυτή η μνήμη αποσυντίθεται και γίνεται ατομική. Οι προλετάριοι ξαναβρίσκουν τη μνήμη τους μόνο όταν ξανακάνουν συλλογικές πράξεις που παράγουν μια νέα περίοδο που κάνει το παρελθόν τους σημαντικό ξανά και τους βοηθάει να αμφισβητήσουν συντηρητικούς θεσμούς και αξίες, συμπεριλαμβανομένης της θρησκείας.

Το 2006 όπως το 1848, η θρησκευτική έλξη δεν προέρχεται από τη δυστυχία, αλλά από την ικανότητα της να προσφέρει μια κοινότητα. Καμιά Εκκλησία δε δημιουργείται χωρίς μια κοινωνική λειτουργία.

Ο M. Davies έχει περιγράψει τον Πεντηκοστιανισμό στις τελευταίες σελίδες του Πλανήτης φτωχογειτονιών. Πολλές διαφορετικές εκδοχές του χριστιανισμού παίζουν ένα κοινωνικοποιητικό ρόλο στη Λατινική Αμερική, και οι Μουσουλμανικές αδελφότητες ανταγωνίζονται με τις Καθολικές και Προτεσταντικές αποστολές στην Αφρική. Στις αποκαλούμενες πλούσιες χώρες, οι χριστιανικές μεσαίες τάξεις είναι ενεργές σε πολυάριθμους συνδέσμους. Η αμερικάνικη κοινωνική ζωή παραμένει ακατανόητη αν ξεχάσει κανείς την τοπική κοινότητα, που συχνά βασίζεται σε διαφωνούσες εκκλησίες, ιδιαίτερα αλλά όχι μόνο ανάμεσα στους (μικροαστούς ή φτωχούς) Μαύρους. Αυτή η κοινωνικότητα συχνά επεκτείνεται ως την πολιτική, όπως αποδεικνύεται από τα Καθολικά πάρτι στο Βέλγιο, στη Γερμανία, στην Ιταλία και στη Γαλλία, την επιρροή των Εκκλησιών στο αμερικάνικο κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τους χριστιανικούς συνδέσμους μέσα στη Γαλλική «Δεύτερη Αριστερά», κτλ.

Τα χριστιανικά συνδικάτα δε θα είχαν αναπτυχθεί αν είχαν την υποστήριξη μόνο των αφεντικών που είναι πολύ χαρούμενα να συζητάνε με εταίρους που ανοιχτά εξασκούν την ταξική συνεργασία. Το ερώτημα είναι γιατί οι Καθολικές οργανώσεις έχουν ρίζες στους χώρους δουλειάς. Η ανάπτυξη τους ήρθε σε μια εποχή όπου η σοσιαλιστική εργατική γραφειοκρατία μπορούσε ακόμα να βελτιώνει τη ζωή της πολλής μάζας, αλλά παρέδιδε την υπόσχεση μιας κοινότητας που θα υπερέβαινε το άμεσο.

Η θρησκεία είναι απ αυτό τον κόσμο και έξω από αυτό τον κόσμο, κατεστημένο και ανυποταξία. Κοινωνικοποιεί τους πλούσιους όπως και επίσης και τους μη έχοντες. Παρόλο που ποτέ δεν είναι η Εκκλησία των φτωχών, λειτουργεί σαν ένα ζωντανό κοινωνικό σώμα επειδή συνενώνει τους καταπιεσμένους και σχηματοποιεί (μερικές από) τις ελπίδες τους με το δικό της τρόπο. Η θρησκεία δεν αγνοεί τις κοινωνικές συγκρούσεις και φιλοδοξίες: τις επανερμηνεύει και τις επαναδομεί.

Ο Ισπανικός κλήρος τάχθηκε με τα πιο αντιδραστικά τμήματα της κοινωνίας και ανοιχτά υποστήριξε την αναμφισβήτητη καταστολή στοιχειωδών αιτημάτων των εργατών και των χωρικών. Αυτή η συμπεριφορά ήταν λογική καθώς η Εκκλησία ήταν ένας από τους μεγαλύτερους ιδιοκτήτες γης, και σταδιακά αλλά αποφασιστικά άλλαξε με τις αλλαγές στην ιδιοκτησία της γης από το 1950 και μετά. Στη Λατινική Αμερική, μέρος της Καθολικής ιεραρχίας συμμάχησε με δικτάτορες όπως ο Πινοσέτ, αλλά άλλα μέρη προσαρμόστηκαν στις αναταραχές από το 1960 ως το 1980 και ανέπτυξαν τη θεολογία της απελευθέρωσης, πριν στραφούν (σε αρμονία με την υπόλοιπη κοινωνία) σε πιο συμβιβαστικές απόψεις και στην πολιτική: προσδεμένοι στον αέρα της αλλαγής, είναι σήμερα ενεργοί σε μικροπιστώσεις, σε πρότζεκτ της τοπικής κοινότητας, στο τίμιο εμπόριο και σε κοινωνικά φόρα.

Η (περισσότερη) Ανατολή είναι πράσινη

Η θρησκεία έρχεται ή έρχεται ξανά στο προσκήνιο όταν το χρήμα και το εμπόρευμα αποδομούν τις παραδοσιακές σχέσεις χωρίς να τις ξαναφτιάχνουν. Παρόλο που η προσοχή εστιάζεται σήμερα στη Μέση Ανατολή, αυτή η τάση λειτουργεί επίσης στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική και στην Ασία. Αν οι οπαδοί του Falun Gong υπερείχαν κάποτε αριθμητικά των μελών του Κινέζικου ΚΚ, είναι επειδή προσθέτουν το Βούδα στον Κομφούκιο, και συνηγορούν υπέρ της επιστροφής σε μια ισορροπημένη προγονική κοινωνία, υποτίθεται με περισσότερο σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια από τον πραγματικό ή ψεύτικο νεωτερισμό που προκαλεί θόρυβο σήμερα στην Κίνα.

Ο Παναραβισμός, ο Ινδονησιακός εθνικός σοσιαλισμός, αλλά επίσης ο Περονιστικός λαϊκισμός, χτίστηκαν σε κοινωνικούς αγώνες όπου η εργασία (συχνά μέσω γραφειοκρατικών συνδικάτων) ήταν κεντρική φιγούρα, και ήταν αξεχώριστα με τη βαριά βιομηχανία, τις μεγάλες αγροτικές ή εξορυκτικές επιχειρήσεις, και έναν εξαπλωμένο δημόσιο τομέα, ο οποίος ήλεγχε τον πληθυσμό και παρείχε σε εκπαιδευμένους και μη γραφειοκρατικές δουλειές. Από τη Γουινέα ως την Τυνησία και την Ινδία, τα εθνικοαπελευθερωτικά μέτωπα τράφηκαν με τις προλεταριακές απαιτήσεις και πράξεις τις οποίες ακύρωσαν… και κατέστειλαν αφού πήραν την εξουσία. Αφού ανέλαβαν το έργο της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου που δε μπορούσε να αναλάβει η αποτυχημένη αστική τάξη, προσπάθησαν να αναπαράγουν ένα εθνικό συναίσθημα και μια πραγματικότητα, συνήθως πιο μυθική απ’ ότι αποτελεσματική, και μερικές φορές συνορεύοντας με τη γελοιότητα, αλλά με το γενικό αποτέλεσμα ότι έβαλαν τη θρησκεία στην άκρη. Χωρίς να ανταγωνίζονται το Ισλάμ, ο Μοσαντέγκ στο Ιράν (1951-53), τα κόμματα Μπάαθ στο Ιράκ και στη Συρία, ο Νάσερ και το Αλγερινό ΕΑΜ εμφανίστηκαν σαν κοσμικοί.

Το 1979 συμπίπτει με ένα χρονικό ορόσημο. Η Ρωσική εισβολή στο Αφγανιστάν δημιούργησε μια αντίσταση η οποία μαζικά (αυτό ήταν καινοτομία για την εποχή) απαίτησε τη μάχη για το Ισλάμ και είχε την πρόθεση να επανεγκαταστήσει τη σαρία και να καταστρέψει τα εκσυγχρονιστικά μέτρα του καθεστώτος μαριονέτα. (Ως παράδειγμα της προοδευτικής της φύσης, η προ-Ρωσική κυβέρνηση υπερηφανευόταν για την απελευθέρωση των γυναικών, για παράδειγμα για την κατάργηση του δικαιώματος του άρχοντα, το οποίο παραχωρούσε στο φεουδάρχη αφέντη σεξουαλικά δικαιώματα πάνω στη νύφη του χωρικού του). Το 1979 ήταν επίσης η χρονιά όπου ο Σάχης ανατράπηκε από ένα λαϊκό σεισμό που αναμφισβήτητα είχε προλεταριακές ρίζες και στοιχεία, αλλά ελεγχόταν από τους κληρικούς.

Οι καταστάσεις στο Αφγανιστάν και στο Ιράν ήταν μέρος ενός γενικότερου περιβάλλοντος. Η αποτυχία της σταλινικού τύπου κρατικής οργάνωσης της βιομηχανικής κοινωνίας (που καθοδηγούνταν από εθνικά σοσιαλιστικά καθεστώτα) και η αποτυχία της εισαγόμενης από τον πετρελαϊκό πλούτο εκβιομηχάνισης (όπως στη «Λευκή Επανάσταση» του Σάχη), οι ήττες των εργατικών αγώνων σε όλο τον κόσμο, η εξάντληση του φορντιστικού συμβιβασμού, όλα συνέτειναν στην κρίση των μέσω της δεκαετίας του 1970 και ερείπωσαν τα αναπτυξιακά μοντέλα. Η κατάρρευση αυτών των μοντέλων έριξε και τα κοσμικά φαντάσματα που κουβαλούσαν.

Καθώς ο σοσιαλιστικός και παναραβικός παράδεισος αποδείχτηκαν απάτες, και τα πολιτικά και πνευματικά τους πλαίσια αποδείχτηκαν ανίκανα να εξηγήσουν την ιστορία και να δώσουν λόγους ελπίδας, οι μάζες στράφηκαν προς την έξω από αυτό τον κόσμο μέλλουσα ζωή. Οι Ιρανοί μη έχοντες δεν ταυτίστηκαν με μια σοσιαλιστική ιδεολογία: ερμήνευσαν την κατάσταση τους και την πράξη τους με θρησκευτικούς όρους και απέκτησαν μια κληρική ηγεσία. Στράφηκαν προς τους Αγιατολάχ, όχι στο Tudeh, στο κάποτε πανίσχυρο τοπικό ΚΚ. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, το Ιράκ (προηγούμενα μια από τις πιο κοσμικές χώρες στην περιοχή) μαστίζεται από ένα συνδυασμό εθνικής απελευθέρωσης και εμφυλίου πολέμου (περίπου χίλια πτώματα το μήνα) και ρωγμές στις θρησκευτικές γραμμές. Η πτώση της δικτατορίας του Σαντάμ το 2003 συνδυάστηκε με αγώνες στους χώρους δουλειάς και προσπάθειες για εργατική αυτοοργάνωση: η επακόλουθη αποτυχία τους προκάλεσε την αποσύνθεση τους, ή την ανασύνθεση με τη μορφή της αντίθεση ανάμεσα στους Σιίτες και τους Σουνίτες, με τους Κούρδους ως τρίτο εταίρο. Στο σημερινό Ιράκ, η εκβιομηχάνιση από τα πάνω έχει αποτύχει, η όποια ανάπτυξη υπάρχει προέρχεται από ιδιωτικούς εμπορικούς οίκους, και η οικονομία των εισοδηματιών που χρηματοδοτούνταν από τα πετρελαϊκά εισοδήματα έχει αντικατασταθεί από το νέο-αποικισμό, ή ακόμα καλύτερα από την εμπορική ανταλλαγή. Εξαιτίας της εξαφάνισης της συλλογικότητας που κατασκευάστηκε βίαια από το καταπιεστικό κράτος, η μόνη υλική συλλογική πραγματικότητα παρέχεται από τις (επίσης καταπιεστικές, αλλά σε μικρότερο βαθμό) «εθνικές» και θρησκευτικές ταυτότητες. Αλλά εδώ τα εθνικά και θρησκευτικά δεσμά καταλήγουν στο ίδιο πράγμα: το να είσαι Σιίτης ή Σουνίτης είναι ζήτημα γέννησης, όχι επιλογής.

Οι Αραβικές και Μουσουλμανικές περιοχές παίζουν κυρίαρχο ρόλο στη θρησκευτική αναγέννηση επειδή έχουν δεχτεί το φορτίο του Δυτικού αντικληρικαλισμού περισσότερο από άλλα μέρη του πλανήτη. Ο νεωτερισμός τους έχει διαλύσει χωρίς να εκπληρώσει πολλές από τις ιστορικές του υποσχέσεις. Αυτές οι χώρες βρίσκονται ανάμεσα σε μια εμπορική τάξη που κάνει εμπόριο για χιλιάδες χρόνια αλλά είναι ανίκανη να προωθήσει μια βιομηχανία που θα μπορούσε να είναι ανταγωνιστική στην παγκόσμια αγορά, και σε φτωχές μάζες με μικρή προοπτική να μπουν στη σύγχρονη μισθωτή σκλαβιά. Είναι νοσταλγικοί για το περασμένο τους μεγαλείο, που κυριαρχούνταν από διεφθαρμένους δεσπότες που ενδιαφέρονταν περισσότερο για την οικογένεια τους παρά για το εθνικό συμφέρον, ήταν λεία μιας στρατιωτικής ελίτ πιο οικείας με την ήττα παρά με τη νίκη, κρατούνταν υπό έλεγχο από το Ισραήλ και οπλίζονταν και αποσταθεροποιούνταν από τις μεγάλες δυνάμεις, τις ΗΠΑ και την ΕΣΣΔ στο παρελθόν, μόνο από τις ΗΠΑ σήμερα. Η συνεχής καταστολή των εργατικών αιτημάτων και της συνδικαλιστικής ζωής, και η επισφάλεια ή η ανυπαρξία των πολιτικών κομμάτων και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, γεννούν ένα δικαιολογημένο αίσθημα περιφρόνησης από τον υπόλοιπο κόσμο, και (κακό)μεταχείρισης σύμφωνα με δύο μέτρα.

Για παράδειγμα, το Ιράν κατηγορείται διεθνώς για την πυρηνική του πολιτική, παρόλο που έχει υπογράψει τη Συνθήκη Μη Διάδοσης, και τουλάχιστον επισήμως υπακούει στους κανόνες της. Αντίθετα, η Ινδία δεν την έχει υπογράψει, έχει τη βόμβα συν τους απαραίτητους πυραύλους (και πιθανά τα κίνητρα και το στόχο, εξαιτίας της βεντέτας Ινδίας-Πακιστάν), και αναβαθμίζει την πυρηνική της βιομηχανία: αλλά η Δύση βλέπει με φιλάνθρωπο μάτι την Ινδία, και η Γαλλία ανταγωνίζεται με τις ΗΠΑ για να εκσυγχρονίσει τους πυρηνικούς ενεργειακούς σταθμούς της Ινδίας. Στην πραγματικότητα, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη στηρίζονται στο πιθανή μελλοντική συμμαχία της Ινδίας εναντίον της Κίνας. Επιπλέον, αντίθετα με την Ινδία, το Ιράν συμβαίνει να είναι στην καρδιά της περιοχής με τα μισά αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως. Η Δυτική εχθρότητα προς το να γίνει το Ιράν πυρηνική δύναμη δεν προέρχεται από το φόβο μήπως κάποιοι φανατικοί μουλάδες της Τεχεράνης αφανίσουν το Ισραήλ από προσώπου γης, από το ότι η απλή κατοχή ενός τέτοιου όπλου θα ήταν καταστροφική για την ενός αιώνα κυριαρχία της Δύσης (παλιά της Βρετανίας, σήμερα κυρίως των ΗΠΑ) πάνω σε μια ζωτική στρατηγική ζώνη.

Επομένως, όλες οι συνθήκες συνδυάζονται για να στρέψουν τους πληθυσμούς της Μουσουλμανικής παράδοσης στο Ισλάμ ως πηγή αυτοκατανόησης και κοινότητας: η μακρόχρονη εμφύτευση της Χεζμπολάχ στο Νότιο Λίβανο, η επιτυχία της Χαμάς στις Παλαιστινιακές γενικές εκλογές, η διαίρεση των Ιρακινών με θρησκευτικές γραμμές, η εκλογική υπέρβαση των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο, η φονταμενταλιστική άνοδος στην Αλγερία, στο Μαρόκο, στα νησιά Κομόρο, στη Σομαλία… και οι Ταλιμπάν ξανακερδίζουν έδαφος.

Το Σουδάν μελετάται εδώ και είκοσι χρόνια με εθνικό-θρησκευτικούς όρους: ο Μουσουλμανικός Βορράς εναντίον του Χριστιανικού ή ανιμιστικού Νότου, Άραβες κτηνοτρόφοι εναντίον Μαύρων Αφρικανών αγροτών. Ακόμα και με την προσθήκη του γεωπολιτικού αγγίγματος του πετρελαϊκού παράγοντα, αυτό μετατρέπει τις ιστορικές πραγματικότητες σε αιώνιες αντιλήψεις. Λίγες δεκαετίες πριν, στο Σουδάν υπήρχαν άφθονες «σύγχρονες» συγκρούσεις, όπως η γενική απεργία του 1964. Ένα μεγάλο σταλινικό ΚΚ έλεγχε ένα συνδικαλιστικό κίνημα με ρίζες στους σιδηροδρομικούς εργάτες και στους μισθωτές αγρότες, έπαιζε κυρίαρχο πολιτικό ρόλο, πήρε μέρος (όπως άλλα ΚΚ σε άλλες τριτοκοσμικές χώρες) στη δικτατορία του στρατηγού Neimery από το 1966, και υποστήριξε το πραξικόπημα του το 1969. Ο Niemery ανέτρεψε τους επηρεασμένους από το Ισλάμ κυρίαρχους και ακολούθησε μια «αριστερή» πολιτική: εθνικοποιήσεις, βιομηχανοποίηση, και εξάρτηση από το ανατολικό μπλοκ. Μετά από ένα αποτυχημένο πραξικόπημα του ΚΚ το 1971, οι στρατιωτικοί καρατόμησαν ανηλεώς την εργατική γραφειοκρατία, έγιναν φιλελεύθεροι και συμμάχησαν με τη Δύση, την ίδια ώρα που το Σουδάν γινόταν παραγωγός αερίου και πετρελαίου. Η απογοήτευση των μαζών με το «σοσιαλισμό» βοήθησε τη Μουσουλμανική επανεμφάνιση, και ο Neimery στηριζόταν όλο και περισσότερο στην υποστήριξη μαχητικών Ισλαμιστών, εισήγαγε τη σαρία το 1983, για να απομακρυνθεί από την εξουσία μόλις το 1985.

Φυσικά, εθνικές και θρησκευτικές ρήξεις υπήρχαν το 1966 όπως και το 2006. Ο Χασάν αλ-Τουρανί, η κύρια Ισλαμική φιγούρα, έκανε την πρώτη του δημόσια εμφάνιση ως φοιτητικός ηγέτης στις διαμαρτυρίες του 1964. Ένας πόλεμος «Βορρά εναντίον Νότου» είχε ήδη ξεσπάσει το 1955 και διήρκεσε ως το 1972. Αλλά τη δεκαετία του 1960, οι κοινωνικές συγκρούσεις, ειδικά εκείνες που σχετίζονταν με την εργασία και προέρχονταν από την εργατική τάξη, έδωσαν αυτές τις ξεχωριστές συνδικαλιστικές και κομματικές μορφές. Στη συνέχεια, η αποτυχία του εθνικού δρόμου προς την ανάπτυξη και η αδυναμία μιας εργατικής γραφειοκρατίας ανίκανης να την καθοδηγήσει, ξανάδωσε ένα δομικό ρόλο στους παραδοσιακούς διαχωρισμούς. Αυτή η αποτυχία και αυτή η αδυναμία αποκάλυψη τη διαίρεση της χώρας, την έκοψε στα δύο, και προκάλεσε έναν εμφύλιο πόλεμο σαράντα χρόνων και βοήθησε τις θρησκευτικές ταυτότητες. Οι πολιτικοί ηγέτες παραχώρησαν όλο και περισσότερα στο Ισλάμ, μέχρι που ένα ανοιχτά Ισλαμικό καθεστώς ήρθε στην εξουσία του 1985. Οι κοινωνικές αντιφάσεις είναι κυρίαρχες όπως πάντα, αλλά δε μπορούν να περικλείσουν τις άλλες αντιφάσεις και να προτείνουν λύσεις για όλο το Σουδάν και όλους τους Σουδανούς, έτσι αυτοί δομούνται (σακατεύονται, μάλλον) γύρω από τις πιο περιορισμένες πνευματικές και πολιτικές μορφές που υπάρχουν: η οικογένεια, η φυλετική ομάδα, η περιοχή, η θρησκεία…

Το χριστιανικό εκκλησιαστικό δίκαιο ασχολείται μόνο με τη δογματική και θρησκευτική λειτουργία. Η σαρία ασχολείται με ολόκληρη την καθημερινή ζωή στην πατριαρχική κοινωνία που κυριάρχησε στους Άραβες για αιώνες. Δεν υπάρχει στην ευρωπαϊκή ιστορία τίποτα συγκρίσιμο με τις τέσσερις νομικές σχολές οι οποίες διαμόρφωναν το Μουσουλμανικό κόσμο, και εν μέρει το κάνουν ακόμα. Μια από τις τέσσερις συνήθως επικρατούσε σε κάθε χώρα (η hanafi στην Τουρκία, κτλ.), και πολλοί θρησκευτικοί κανόνες επιβάλλονταν ως δημόσιοι νόμοι. Παρόλο που τα θεμέλια της πατριαρχικής τάξης έχουν εξαφανιστεί, ακόμα και στην Αραβική χερσόνησο, είναι δελεαστικό να προσπαθήσουμε να βρούμε στις θρησκευτικές κατευθυντήριες γραμμές ένα αντίδοτο σε αυτή την εξαφάνιση, όταν δεν εμφανίζεται καλύτερη λύση εν όψει.

Το Ισλάμ έχει το τεράστιο πλεονέκτημα ότι προσφέρει μια άμεση κοινότητα, ορατή στην ενδό-Μουσουλμανική αλληλεγγύη που οργανώνει, και ότι αυτοπαρουσιάζεται ως εχθρός του χρήματος και των συνόρων. Η τελευταία πτυχή είναι πολύ πιο σημαντική στο Χαρτούμ από ότι στη Ρώμη. Για έναν (Μουσουλμάνο, χριστιανό ή άθεο) Ιταλό πολίτη, τα σύνορα δεν έχουν τόση σημασία: είναι ελεύθερος να ζήσει, να δουλέψει και να ταξιδέψει μέσα στα όρια ενός εθνικού εδάφους όπου, εφόσον υπακούει στο νόμο, τυγχάνει μιας ελάχιστης ασφάλειας και ευημερίας: ανήκει, έχε ένα Κράτος. Οι μισοί Αφρικανοί και πολλοί Ασιάτες δεν ευεργετούνται από αυτή την «τεράστια άνετη φυλακή» (Μαξ Βέμπερ). Το έδαφος όπου ζουν είναι πιθανό να καταπατηθεί από ανεξέλεγκτους άνδρες με όπλα, τα ταπεινά υπάρχοντα τους να λεηλατηθούν, και η οικογένεια τους να εκτοπιστεί ή να αποδεκατιστεί. Σε πολλές αφρικανικές χώρες, υπάρχει μικρή διαφορά ανάμεσα στις ένοπλες συμμορίες και στα κυβερνητικά στρατεύματα, ειδικά όταν η κυβέρνηση αποδεικνύεται ανίκανη να πληρώσει τους στρατιώτες της. Ο τοπικός λαός υποφέρει από τη δικτατορία αλλά και από τη διάλυση της. Αν το εθνικό Κράτος είναι μια αιματηρή φάρσα, τείνει κανείς να βρει καταφύγιο σε μια υπερεθνική κοινότητα: η ούμμα των πιστών. Το Ισλάμ παραμένει η μόνη δύναμη που μπορεί να προσφέρει κάποιο παράδεισο και να ισχυριστεί ότι τον πραγματώνει στη Γη. Αν η «επανάσταση» σημαίνει τη διάσπαση της υπάρχουσας τάξης για να αποκατασταθεί μια πιο τακτική τάξη (όχι, όπως θα λέγαμε εμείς, η ανθρώπινη χειραφέτηση), τότε το Ισλάμ είναι πράγματι μια επαναστατική υπόσχεση, ο ερχομός μιας επανάστασης η οποία δεν αναβάλλεται ως έναν αόριστο χρόνο, όπως στη σοσιαλδημοκρατία και στο σταλινισμό.

Το παράδοξο είναι, ότι οι φονταμενταλιστές του Ισλάμ στερούνται ενός φαινομενικά αποτελεσματικού προγράμματος σε σύγκριση με τον εκβιομηχανισμό και τη μεταρρύθμιση της γης των προοδευτικών το 1950 ή το 1970. Αυτό που είναι τυπικό στην παρούσα κατάσταση είναι η ικανότητα τους να οργανώνουν τις μάζες χωρίς να προσφέρουν πραγματοποιήσιμες ιστορικές λύσεις. Ο Boumedienne ισχυρίστηκε ότι θα εκβιομηχανίσει την Αλγερία: ο Ali Benhadji υπόσχεται να εξαγνίσει τους τρόπους και τα ήθη. Ο πρώτος βασιζόταν στους οικονομικούς ειδικούς της Comecon,  ο δεύτερος θα έβαζε το τμήμα ηθών να αστυνομεύει τους δρόμους. Αυτό δε σημαίνει ότι η θρησκευτική ιδεολογία και οι ηγέτες θα είναι βραχύβιοι. Το ότι οι μουλάδες διοικούν το Ιράν για πάνω από είκοσι πέντε χρόνια, δεν οφείλεται μόνο στο ότι κάθονται σε βαρέλια πετρελαίου: έχουν ζήσει πολλές αποτυχίες και ένα μεγάλο δαπανηρό πόλεμο επειδή η βία του λαϊκού κινήματος του 1979 πήγε βαθύτερα από την πολιτική και από μια λογική «ανταπόδοσης της εξυπηρέτησης»: ανακλούσε μια κοινότητα η οποία ήταν περισσότερο από υλική.

Να γιατί ακριβώς αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία συχνά προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τις θρησκευτικές μορφές των κοινωνικών και πολιτικών απογοητεύσεων. Ο νεωτερισμός και ο αρχαϊσμός λειτουργούν σαν ένα συνεχώς απωθούμενο απρόθυμα ζευγάρι το οποίο ποτέ δε χωρίζεται. Το Ισραήλ κάποτε προωθούσε τη Χαμάς ως αντίδοτο στη Φατάχ, οι ΗΠΑ έδιναν πυραύλους και χρήματα στους Μουσουλμάνους Αφγανούς ενάντια στο κοσμικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε από τη Ρωσία, και ο Μπιν Λάντεν ήταν σύμμαχος της Ουάσινγκτον. Σχεδόν παντού στο λεγόμενο τρίτο κόσμο, η Δύση έπαιξε το μαθητευόμενο μάγο…

… ενώ οι Μουσουλμάνοι κυβερνήτες έκαναν το ίδιο και θεώρησαν σοφό να χρησιμοποιήσουν τα θρησκευτικά πάθη ως διέξοδο. Η Αίγυπτος δεν ήταν η μόνη χώρα που συνεισέφερε στην άνοδο των μαχητικών Μουσουλμάνων ώστε να αντισταθμίσουν τους εθνικιστές και τους άθεους «κομμουνιστές». Μετά την κατακραυγή από τις αντί-Ισλαμικές καρικατούρες, τα ίδια καθεστώτα που δε διστάζουν να πνίξουν στο αίμα απεργίες επέτρεψαν σε πλήθη διαδηλωτών να καταλάβουν το κέντρο του κεφαλαίου και να βάλουν φωτιά σε ξένες πρεσβείες και προξενεία. Στην Υεμένη, περισσότερες από 100.000 γυναίκες έκαψαν πολλές σημαίες της Δανίας. Καθώς είναι αμφίβολο εάν ένα τέτοιο αντικείμενο πουλιόταν στα ψιλικατζίδικα της Σανάα, εκτός εάν οι διαμαρτυρόμενοι τις έραψαν την προηγούμενη νύχτα, είναι πιθανό κάποιοι άνθρωποι σε θέση εξουσίας να έδωσαν στους προσβεβλημένους Μουσουλμάνους εκατοντάδες κόκκινες σημαίες με το λευκό σταυρό.

Η θρησκεία συνηγορεί την τάξη και την αταξία. Απαιτεί ηρεμία και καλεί στα όπλα. Εκθειάζει ένα απόλυτο το οποίο είναι δύσκολα συμβατό με ημίμετρα και με το σεβασμό στις εξουσίες που υπάρχουν, ενώ συγχρόνως απαιτεί οι άνθρωποι να κάνουν ειρήνη, και οι φτωχοί να συμφιλιώνονται με τους πλούσιους και να υπακούουν στο νόμο. Όπως ο χριστιανισμός, το Ισλάμ είναι ένας κατακτητής που έχει μετατραπεί σε κατεστημένο. Ευδοκιμεί στον πόλεμο και στον κατευνασμό, κλονίζει και σταθεροποιεί. Το Ιράν περιγράφεται ως θεοκρατία: αλλά η κύρια ανησυχία της ηγεσίας του δεν είναι να βάλει τη Μέση Ανατολή στη φωτιά και στο σπαθί, αλλά να διαιωνιστεί η ίδια. Οι αγιατολάχ διαχειρίζονται τα πετρελαϊκά τους έσοδα με σοβαρή καπιταλιστική λογική, και ο αρχαϊσμός που θέλουν να επιβάλλουν στους δρόμους της Τεχεράνης δεν ταιριάζει στα φύλλα ισολογισμού. Η λεγόμενη μετριοπαθής Ισλαμική κυβέρνηση της Τουρκίας είναι σκληρή στον ενδυματολογικό κώδικα, αλλά δε μεταφέρει τον αρχαϊσμό στη διοίκηση της βιομηχανίας, και δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην οικονομική πολιτική της και σε εκείνη των προκατόχων της.

Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός πετυχαίνει απαιτώντας την ύψιστη λεπτολόγο παραξενιά στο όνομα του καθολικού. Ο μέσος Λονδρέζος ή Μιλανέζος δεν πρέπει να αναρωτιέται πως θα οργανώσει μια καθημερινή ζωή που καθορίζεται από τους πολλαπλούς περιορισμούς της δουλειάς (ακόμα και αν είναι άνεργος), της καταναλωτικής κοινωνίας, του ελεύθερου χρόνου. Ο μισός πληθυσμός του κόσμου σύντομα θα ζει σε (συχνά τεράστιες) πόλεις, και περίπου ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι χωρίς τις ελάχιστες δημόσιες παροχές που απαιτεί η αστική ζωή. Ο κάτοικος μιας φτωχής περιφέρειας (δηλαδή, των περισσότερων περιφερειών του Καίρου και της Βυρηττού) του Κάιρου ή της Βυρηττού, στερείται τις κοινωνικές και πνευματικές δομές που ήταν οικείες στο αγροτικό περιβάλλον των γονιών και των παππούδων του. Οδηγείται στο να ξαναδημιουργήσει αυτές τις δομές με την επιβολή σ’ αυτόν (και στην οικογένεια του) ενός σύνθετου πακέτου κανόνων που θεσπίζουν πως θα τρώει, θα κοιμάται, θα φυσάει τη μύτη του, τις θα φοράει, τι θα λέει, που θα πίνει, ποιον θα έχει φίλο, ποιον θα παντρευτεί, κτλ. Ο συχνός πελάτης στα Virgin Megastore βρίσκεται σε ένα δίκτυο υποχρεώσεων (στην καρδιά των οποίων είναι το χρήμα, ο καθολικός μεσολαβητής) οι οποίες φαίνονται αυτονόητες, αλλά έχει πρόβλημα στο να κατανοήσει πως ο Μουσουλμάνος φονταμενταλιστής μπορεί να ακολουθεί ανόητους κανόνες: είναι ακριβώς η ανοησία τους που τους κάνει τόσο απλούς και πλήρεις. Ενάντια στο φανατικό, η επίκληση του ανθρωπιστή στη λογική είναι εντελώς λάθος: ο φανατισμός αντλεί τη δύναμη του από την ικανότητα του να ελευθερώνει τους οπαδούς του από τη λογική, και στην πραγματικότητα να τους ελευθερώνει από την ελευθερία όταν η ελευθερία έχει ασήμαντο περιεχόμενο. Ο επισκέπτης των Δυτικών εμπορικών κέντρων διαλέγει ανάμεσα σε δεκάδες τσιπς και χιλιάδες ταινίες. Στις περισσότερες χώρες της Αφρικής ή της Μέσης Ανατολής, οι αγορές σε εμπορικά κέντρα είναι μια πολυτέλεια που αρμόζει στην πλούσια μειοψηφία. Δεν είναι επομένως παράλογο ένα μέλος της μη προνομιούχας πλειοψηφίας να διαλέγει να μην πρέπει να διαλέγει πια. Ισλάμ κυριολεκτικά σημαίνει «υποταγή». Αλλά δεν υποτίθεται ότι όλοι οι πιστοί υποτάσσονται στη θέληση του Θεού;

Η Δύση είναι χλωμή

Οι «πλούσιες» χώρες όχι μόνο υφίστανται μια αναγέννηση της θρησκείας, αλλά βιώνουν μια θρησκευτικότητα αποκομμένη από ή αόριστα συνδεδεμένη με τα κατεστημένα δόγματα ή Εκκλησίες. Ακριβώς όπως μερικοί αποκαλούνται σήμερα μη μαρξιστές Τροτσκιστές, είναι πολύ σύνηθες να είσαι χριστιανός χωρίς να πιστεύεις πλήρως στην ύπαρξη του Θεού με τη Βιβλική έννοια, ή στη θειότητα του Ιησού. Η πίστη μετράει περισσότερο από το τι πιστεύει κάποιος: Θέλω να πιστεύω, όπως είπε η τηλεοπτική σειρά X-Files.

Η Δυτική δημοκρατία συνήθιζε να είναι απλά ανεκτική προς τη θρησκεία: τώρα την εκτιμάει και τη μεταχειρίζεται ευνοϊκά, όπως φαίνεται από την αναστάτωση που προκλήθηκε από λίγες γελοιογραφίες που κορόιδευαν το Ισλάμ. Η ελεύθερη κριτική θεωρούνταν ως απαραίτητη αναγκαία προϋπόθεση και συνιστώσα της δημοκρατίας: σήμερα υποτίθεται ότι σταματάει εκεί που αρχίζει η βλασφημία. Αν οι συκοφαντίες και οι δυσφημίσεις αντιμετωπίζονται από τους νόμους και τα δικαστήρια που είναι τουλάχιστον ανοιχτά στη λογική και στη συζήτηση, η «βλασφημία» μπορεί να έχει μόνο θρησκευτική σημασία, και ο ορισμός της αφήνεται στους παπάδες και στους πιστούς. Με απλά λόγια, στη θρησκεία έχει παραχωρηθεί το ασυνήθιστο (εξώδικο) δικαίωμα να κρίνεται και να κρίνει τους άλλους με τους δικούς της όρους. Φανταστείτε απλά το Μαρξισμό- Λενινισμό (στην εκδοχή του Στάλιν και του Ζντάνοφ) να γίνεται νόμιμο πρότυπο το 1950 κάθε φορά που του Γαλλικό ή Ιταλικό ΚΚ μήνυαν κάποιον για συκοφαντία.

Όταν η ζωή του Rushdie απειλήθηκε από έναν Σιίτη φετβά για το Σατανικοί στίχοι, προστατεύθηκε από τη βρετανική μυστική υπηρεσία επειδή η Βρετανία ήταν σε σύγκρουση με το Ιράν, και πολύ ευτυχής να χρησιμοποιήσει αυτή την περίφημη αφορμή ως εργαλείο προπαγάνδας. Αλλά, παρόλο που κατηγόρησαν το φανατισμό των αγιατολάχ, οι περισσότεροι Δυτικοί θρησκευτικοί αντιπρόσωποι έδωσαν προσοχή στο να σημειώσουν ότι το βιβλίο του Rushdie ήταν προσβλητικό προς τους Μουσουλμάνους: ήταν λάθος η απαίτηση της δολοφονίας του, αλλά τίποτα δε θα είχε συμβεί αν δεν είχε φτάσει τόσο μακριά.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο στρατηγός που είναι υπεύθυνος του κέντρου κράτησης και βασανισμού του Γκουαντάναμο δε μιλάει για το Κοράνι, παρά για το άγιο Κοράνι. Η αμερικάνικη κυβέρνηση καταλαμβάνει και καταπιέζει τους Ιρακινούς, αλλά τους παραχωρεί το δικαίωμα να οργίζονται με τις γελοιογραφίες για το Ισλάμ. Η Ουάσινγκτον κράτησε αποστάσεις από την Κοπεγχάγη, η οποία είναι μια από τις λίγες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που υποστήριξαν την Αμερικανική μεσολάβηση στο Ιράκ. Καθώς επισκεπτόταν τη Σαουδική Αραβία, ο Ευρωπαίος «υπουργός Εξωτερικών Υποθέσεων», αισθάνθηκε υποχρεωμένος να δώσει εξηγήσεις στους οικοδεσπότες του για την υποτιθέμενα απαράδεκτη συμπεριφορά του Δανέζικου περιοδικού.

Υπάρχει σήμερα μια ομοφωνία πάνω στην αναγκαιότητα να αποφεύγονται οι προκλήσεις και να υπάρχει σεβασμός στην πίστη του λαού- όπου «σεβασμός» σημαίνει μη κριτική προσέγγιση. Όπως θα περιμέναμε, η δεξιά αντιπροσωπεύει τις παραδοσιακές αξίες που περιλαμβάνουν τη θρησκεία. Αλλά η αριστερά αντιτίθεται σε οτιδήποτε αισθάνεται ότι θα προκαλούσε την εχθρότητα προς τους μετανάστες, Άραβες, Πακιστανούς, Ινδούς, Μουσουλμάνους, Μαύρους ή «μη-λευκές» μειοψηφίες γενικά, σαν όλοι αυτοί να όριζαν τον εαυτό τους μέσω του να ανήκουν σε μια θρησκεία. Κάθε ριζοσπαστική κριτική του Ιουδαϊσμού αντιμετωπίζεται σήμερα σαν αντί-σημιτική πράξη, και κάθε πλήρης απόρριψη του Ισλάμ σαν σύμπτωμα της αλαζονείας και της υπεροχής των λευκών. Η πραγματική, υποτιθέμενη ή επιβαλλόμενη θρησκευτική πίστη εξισώνεται με την ταυτότητα. Το άτομο δεν παρατηρείται πλέον στο φως των προσωπικών του επιλογών, της ελεύθερης του θέλησης (η οποία συγχρόνως επιδοκιμάζεται ως η δημοκρατική αρχή): ξεχωρίζεται και μαντρώνεται σε μια ομάδα.

Όλες οι πολιτικές δυνάμεις στις μέρες μας, συμπεριλαμβανομένων αυτών στην άκρα αριστερά, συμφωνούν ότι η ελευθερία του λόγου είναι απολύτως απαραίτητη αλλά υπονοεί την υποχρέωση να μην εφαρμόζεται λαθεμένα. Όπως το αλκοόλ, πρέπει να καταναλώνεται με μέτρο. Αλλιώς, όπως ο καπνός, μπορεί να σκοτώσει. Στην πραγματικότητα, είναι αυτό που έλεγε πάντα η αστική δημοκρατία. Αλλά στο παρελθόν, υπήρχαν αναρχικοί, ελεύθερα ή σατιρικά φυλλάδια και εφημερίδες που έκαναν το ακριβώς αντίθετο, και έδειχναν ασέβεια προς τις πιο αξιοσέβαστες αξίες, θεσμούς και άτομα, συνήθως με την υποστήριξη της αριστεράς της αριστεράς. Σήμερα, στη Δύση, μόνο μια χούφτα εξτρεμιστών επιτίθεται ανοιχτά στη θρησκεία. Τα αντιθρησκευτικά σκίτσα και άρθρα που κυκλοφορούσαν ευρέως το 1900 ούτε καν θα απαγορεύονταν σήμερα, γιατί κανένας δε θα σκεφτόταν να τα σχεδιάσει ή να τα γράψει. Υπήρχαν δεξιές και αριστερές γελοιογραφίες: είναι όλα στη μέση του δρόμου τώρα. Δε θέλουμε να πούμε ότι ο τύπος ήταν ελεύθερος: ποτέ δεν ήταν, και δε μπορεί να είναι. Οι εφημερίδες του 1900 και τα σημερινά μέσα είναι ένας κοινωνικός θάλαμος συντονισμού που αντανακλά τις αντιφάσεις και τα συναισθήματα της κοινωνίας. Αλλά το 1900 η λογοκρισία, που έβαζε φίμωτρο στις κριτικές της αστικής ηθικής, του στρατού και της πατρίδας, προκαλούσε διαφωνίες και αναστάτωση. Σήμερα κυριαρχεί η αυτολογοκρισία. Η επικρατούσα αξία δεν είναι αξία πια, μόνο η ανεκτικότητα των αξιών οι οποίες είναι ανεκτικές. Τίποτα δε δείχνει να τρομάζει, και τα όρια της ιδιωτικότητας έχουν σαρωθεί: χιλιάδες τηλεθεατές μοιράζονται οικογενειακά και σεξουαλικά μυστικά που παλιά ψιθυρίζονταν ή λέγονταν σε εξομολόγηση. Αλλά η θρησκεία είναι απαλλαγμένη από τη βεβήλωση. Μπαίνει στην άκρη, προστατεύεται από την κριτική και τη γελοιοποίηση, αντιμετωπίζεται όπως θέλει να είναι: όχι ως ένα δόγμα και μια συμπεριφορά εξίσου αμφισβητήσιμη με άλλες, αλλά ως μια πραγματικότητα διαφορετικής φύσης, πάνω από την κοσμική.

Η ανεκτικότητα συνήθιζε να είναι αντιθρησκευτικό όπλο και προστασία. Σήμερα μετατρέπεται σε εργαλείο των παπάδων ενάντια σε αυτούς που απορρίπτουν την ηθική τους εξουσία. Το μη θρησκευτικό άτομο θεωρείται στενόμυαλο. Τα πολυάριθμα τοκ σόου σχετικά με τις κακόφημες γελοιογραφίες άφησαν ένα μεγάλο πλήθος παπάδων να γνωστοποιήσουν στο κοινό/ εκφράσουν τις απόψεις τους, αλλά ακούσαμε λίγους μη πιστούς. Είναι ο άθεος που πρέπει να εξηγηθεί και να δικαιολογηθεί.

Μερικοί αναγνώστες μπορεί να σκεφτούν ότι μεγαλοποιούμε την κατάσταση. Λοιπόν, κανένας δε θα θεωρούσε τον Καναδά εστία σκοταδισμού, αλλά χρειάστηκε διεθνής πίεση να σταματήσει το Οντάριο από το να κάνει τη σαρία νόμιμη σχέση στα οικογενειακά (και επιχειρησιακά, σε κάποιο βαθμό) θέματα για τους κατοίκους του Οντάριο που ορίζονται ως Μουσουλμάνοι. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι οι άνθρωποι που προσπάθησαν να εισάγουν ένα τέτοιο μέτρο δεν εμπνέονταν από σκοταδισμό, απλά από την επιθυμία να προστατεύσουν μια μειοψηφία. Οι Σαουδάραβες που επιβάλλουν τη σαρία στις γυναίκες θεωρούνται καταπιεστές, και πράγματι είναι. Οι Καναδοί που ήθελαν να την επιβάλλουν σε (μερικές) γυναίκες θεωρήθηκαν (και θεωρούνται από τους περισσότερους παρατηρητές) ως ελευθερωτές.

Η ανεκτικότητα αγαπάει να αυτοπαρουσιάζεται ως προστάτης των αδυνάτων, και συνήθως υπερασπίζεται τα κατεστημένα συμφέροντα των δυνατών. Εφόσον έχει την πολιτική εξουσία με το μέρος της, όπως στη Γαλλία πριν το 1789, ή έχει στήριγμα στους διαδρόμους της εξουσίας, όπως στις ΗΠΑ ή (διαφορετικά) στη Ρωσία σήμερα, η θρησκεία δε νοιάζεται και πολύ για την ανεκτικότητα. Όταν αμφισβητείται από ισχυρούς αντιπάλους ή από άθεους, απαιτεί ελευθερία συνείδησης.

Όπως η δημοκρατία, οι διάφορες Εκκλησίες αξιώνουν τον κανόνα της πλειοψηφίας ή τα δικαιώματα της μειοψηφίας, σύμφωνα με τι τους ταιριάζει. Κάθε φορά που υπάρχουν λίγοι Μουσουλμάνοι ή Χριστιανοί, ζητούν ελευθερία για τη λατρεία τους. Όπου υπάρχουν εκατομμύρια, το βρίσκουν πολύ φυσιολογικό καμία συμπεριφορά, ομιλία, βιβλίο, ή ταινία να μην προσβάλλει την πίστη τους. Είναι περιττό να πούμε, ότι ούτε οι μεγάλοι ούτε οι μικροί αριθμοί είναι απόδειξη για κάτι: εκατομμύρια έκλαψαν τη μέρα που πέθανε ο Στάλιν. Δε θα θρηνήσουμε την επιλεκτικότητα σεβασμού που «φυσικά» παραχωρείται στη θρησκεία και όχι στην επανάσταση: κάθε μέρα, εκατοντάδες χιλιάδες άρθρα, δηλώσεις, και σχολικά μαθήματα συνεχίζουν να ταξινομούν μαζί τον κομμουνισμό και το φασισμό κάτω από τη συνήθη ονομασία του «ολοκληρωτισμού», και περιγράφουν το έργο της ανθρώπινης απελευθέρωσης ως ένα απατηλό όνειρο ή ένα φονικό εφιάλτη. Θα ήμασταν αφελείς αν περιμέναμε κάτι καλύτερο. Οι ιδέες των καταπιεσμένων είναι καταπιεσμένες ιδέες.

Η Ενωμένη Εκκλησία

Ο Μωυσής ήταν πολιτικός καθώς επίσης και πνευματικός ηγέτης, και όχι ενάντιος στα να χύνει το αίμα των αξιοπεριφρόνητων. Ο Μωάμεθ κέρδισε την Αραβία με το Κοράνι μέσω ενός συνδυασμού ηθικής διδασκαλίας, διπλωματίας, πολέμου και δολοφονίας. Οι χριστιανοί ιεραπόστολοι συνόδευσαν τους Ευρωπαϊκούς στρατούς που κατέκτησαν το μισό κόσμο. Η φήμη του Βουδισμού σχετικά με την ειρήνη ποτέ δεν εμπόδισε τις βουδιστικές κοινωνίες να αρχίζουν πόλεμο ή να κυριαρχούνται από τυράννους. Ποια μεγάλη θρησκεία εξαπλώθηκε ποτέ με την ειρήνη;

Κάθε θρησκεία αντλεί τον πραγματικό της εαυτό από το γεγονός ότι αυτοπαρουσιάζεται ως η προνομιούχα σχέση με ένα κόσμο πέρα από το εδώ και τώρα, έναν κόσμο που μόνο το δόγμα της μπορεί να κατανοήσει πλήρως, και στον οποίο δίνουν πρόσβαση οι δικές της ιεροτελεστίες. Μόνη αυτή κρατάει το κλειδί της πόρτας ανάμεσα στους δυο κόσμους. Είναι ο μοναδικός μεσολαβητής: συγκρινόμενες με μια αποκαλυμμένη αλήθεια, οι άλλες αλήθειες είναι μερικές αλήθειες, δηλ. λάθη ή ακόμα και απάτες. Τα απόλυτα είναι αμοιβαία αποκλειστικά. Όταν οι θρησκευτικοί ηγέτες λένε ότι μοιράζονται την ίδια βασική πίστη επειδή όλοι πιστεύουν στο «Θεό», και ότι αυτή η κοινή πίστη υπερέχει του συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο πιστεύει ο καθένας από αυτούς, αυτός ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής δεν είναι παρά μια αμυντική θέση ενάντια στις πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις, και ενάντια στην αντίθεση των αιρετικών και των άθεων. Δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητήσουμε την ειλικρίνεια αυτών που υιοθετούν τον οικουμενισμό. Αλλά ένας Εβραίος δε θα παραδεχτεί τη θειότητα του Ιησού όπως και ένας χριστιανός δε θα δεχθεί τον Ιουδαϊσμό ως τη θρησκεία ενός εκλεκτού λαού που επιλέχθηκε από το Θεό. Χωρίς τη θεία φύση του Ιησού, ο χριστιανισμός είναι χωρίς νόημα, όπως και ο Ιουδαϊσμός χωρίς τη θεϊκή επιλογή ενός λαού έναντι άλλων. Για ένα Μουσουλμάνο, ο Μωάμεθ δεν είναι ένας προφήτης, είναι ο προφήτης. Αυτό που μετράει είναι το πώς πιστεύει κάποιος στο Θεό…

…και ακόμα περισσότερο το πώς τον λατρεύει. Το να αφήνεις τις ιεροτελεστίες στην άκρη, το να έχεις μια δημόσια διαδογματική λειτουργία, το να ξεχνάς ότι χωρίζει κρατώντας μόνο ότι ενώνει, ισοδυναμεί με την αφαίρεση της ουσίας κάθε θρησκείας. Οι εκτελεστές αυτών των χειρονομιών και οι λάτρεις δε μοιράζονται μια πίστη, μόνο μια θέληση να μοιραστούν, μια καλή πρόθεση και, όταν η λειτουργία τελειώσει, ο καθένας επιστρέφει στην πραγματικότητα: την Παρασκευή στο μουσουλμανικό ναό, το Σάββατο στη συναγωγή, την Κυριακή θεία λειτουργία, απαγγελία του μάντρα… Για τον Ταοιστή όπως και για το Λουθηρανό, είναι το τελετουργικό, οι θρησκευτικές ιδιαιτερότητες που συνθέτουν τη δική του θρησκεία καθώς τη διαφοροποιούν από όλες τις άλλες. Σίγουρα η ιεροτελεστία που βασίζεται στο διαχωρισμό ανάμεσα στο καθαρό και στο ακάθαρτο πάει πολύ μακρύτερα, αλλά ακόμα και ο μασόνος θεϊστής θέλει τη «μύηση» του, και χρειάζεται την ακριβή τήρηση ειδικών τελετουργιών για να γιορτάσει το Μεγάλο Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος.

Δεν είναι ο Διάβολος που «κρύβεται στις λεπτομέρειες», αλλά ο Θεός. Καμία θρησκεία δεν υπάρχει χωρίς ένα απόλυτο το οποίο καθαυτό δεν υπάρχει στο κενό, αλλά μόνο μέσω μιας ομάδας συχνά λεπτών πράξεων που πρέπει να εκτελεστούν ή να αποφευχθούν, και λογικά υπάρχει επίσης κάτι απόλυτο σε αυτές τις πράξεις. Το να ενεργείς σα να μπορούσες να κάνεις χωρίς αυτά σημαίνει την κατάργηση των βασικών. Το να μη σερβίρεις χοιρινό σε έναν πρακτικό μουσουλμάνο υπονοεί μια τάξη πραγμάτων που είναι εντελώς διαφορετική από το να μη σερβίρεις ψητό κοτόπουλο σε ένα χορτοφάγο. Αντίθετα με την αμφισβητήσιμη και συζητήσιμη επιλογή του χορτοφάγου, μια απαγόρευση φαγητού αντλεί τη σημασία της από το γεγονός ότι πάει πέρα από τη λογική, δείχνει την ανωτερότητα του ιερού έναντι του κοσμικού, επιβεβαιώνει την υπακοή στο Θεό, δηλαδή την ύπαρξη του Θεού. Ένας χορτοφάγος μπορεί να διαφωνήσει με ένα μη χορτοφάγο. Η άρνηση του Μουσουλμάνου να φάει χοιρινό δεν αμφισβητείται. Έτσι, αν αντιμετωπίσουμε την άρνηση του ως έκφραση προσωπικής ελευθερίας, αρνούμαστε τη σημασία της πράξης του, η οποία δεν κατάγεται από κάποια (μεταβλητή) προσωπική επιλογή, αλλά από μια θεμελιώδη πραγματικότητα που είναι πάνω από τον πιστό.

Η Ενωμένη Εκκλησία είναι υποχρεωμένη να παραμένει τόσο διαιρεμένη όσο τα Ηνωμένα Έθνη. Ακόμα, είμαστε μάρτυρες από κοινού προσπαθειών χριστιανών, εβραίων και μουσουλμάνων ηγετών να συναθροίζονται και να συμπράττουν, ειδικά στη Μέση Ανατολή. Αυτό δε συμβαίνει επειδή νέες θεολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι τρεις μονοθεϊσμοί έχουν περισσότερα κοινά από ότι πιστευόταν πριν. Ούτε οδηγούνται από την ευημερία του κοπαδιού τους. η διστακτική τους συνεργασία έχει να κάνει με κοσμικά συμφέροντα: με την γήινη ανάγκη να διατηρήσουν μια κοινωνική ειρήνη που είναι απαραίτητη για αυτούς ως κατεστημένα. Το Ισραήλ μπορεί να κερδίζει πολέμους, και το διεθνές χρήμα μπορεί (υπό προϋποθέσεις) να ρέει άφθονο για την επιχορήγηση ενός μετά βίας υπαρκτού Παλαιστινιακού μικρού κράτους, αλλά η κατάσταση παραμένει πολύ ασταθής εξαιτίας της συνεχούς πίεσης των πτωχυμένων μαζών. Οι προλετάριοι της περιοχής είναι τώρα (και πιθανά, για κάποιο διάστημα) αδύναμοι να προωθήσουν ένα προλεταριακό πρόγραμμα, αλλά μπορούν να δημιουργήσουν αρκετή αναταραχή απειλώντας κατεστημένες πολιτικές και θρησκευτικές θέσεις. Μέρος της Μουσουλμανικής θρησκευτικής ελίτ επιλέγει τη σκληρή αντιπαράθεση, με πολύ μεγάλη λαϊκή υποστήριξη. Αλλά άλλοι Μουσουλμάνοι ηγέτες ξέρουν ότι έχουν πολλά να χάσουν από τη σύγκρουση με το Ισραήλ και τη Δύση, και από τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των Αράβων, έτσι ψάχνουν κάποιο συμβιβασμό με το Ισραήλ, τις γειτονικές χώρες, τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, και συνειδητοποιούν ότι η θρησκευτική ειρήνη είναι συνθήκη της κοινωνικής ειρήνης.

Τα νέα ρούχα του παπά

Στις περισσότερες παλιές καπιταλιστικές χώρες, η θρησκεία έχει προφανώς εξασθενίσει ως θεσμός και κοινωνική συνήθεια: λιγότεροι σπουδαστές στο ιεροδιδασκαλείο, μικρότερο κοινό στην κυριακάτικη θεία λειτουργία. Αλλά ευημερεί σα συμπεριφορά και σα θέαση του κόσμου. Ο σταλινισμός και ο φασισμός (και οι δυο κοσμικοποιημένοι χιλιασμοί) υποσχέθηκαν τον παράδεισο επί γης για αργότερα. Μετά το τέλος των «μεγάλων ιδεολογιών», είναι η δημοκρατία που διαποτίζεται από τη θρησκευτικότητα. Μας είπαν να ξεχάσουμε μια απίθανη επανάσταση: ο μόνος δρόμος για ένα καλύτερο κόσμο είναι να δώσουμε σε όλους ένα δίκαιο μέρος από τον υπάρχοντα. Ο κομμουνισμός δε μπορεί να αναγκαστεί να έχει ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά ο καπιταλισμός μπορεί, δεδομένου ότι θα έχουμε μεταρρυθμίσεις για πάντα.

Η σύγκρουση δε δούλεψε: η ευσπλαχνία θα δουλέψει. Αυτή είναι η εποχή των έντιμων. Αν δε μπορούμε να αποτρέψουμε τις γενοκτονίες, τουλάχιστον θα φέρουμε αυτούς που τις διαπράττουν στο δικαστήριο, δηλαδή, αυτούς τους οποίους οι μεγάλες δυνάμεις ορίζουν και αντιμετωπίζουν σαν τέτοιους. Η ηθικοποιημένη πολιτική προσθέτει υποκρισία στον κυνισμό. Το 1996, όταν ο Ρ. Πρόντι (κεντροαριστερός) και ο Βελτρόνι (Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς, πρώην ΚΚ) ήταν στην εξουσία, ο λαός επινόησε τη φράση buonista για την πολιτική που βασίζεται στην εικόνα της καλοσύνης, όπως αντιτιθόταν στη χυδαία απονιά του Μπερλουσκόνι. Αυτή η πολιτική του Κυρίου Καλού μεθούσε το Κολοσσαίο κάθε φορά που αιρόταν κάποια θανατική καταδίκη στον κόσμο. Στο μεταξύ, οι Ιταλικές φυλακές στέγαζαν (όπως φυσικά κάνουν ακόμα) πολιτικούς κρατούμενους και αντιμετώπιζαν τις κατώτερες τάξεις ανηλεώς, συμπεριλαμβανομένων των παράνομων μεταναστών που είχαν την ατυχία να πιαστούν.

Στο παρελθόν, η διαφορά μεταξύ της θρησκευτικής αριστεράς και της κοινωνικής αριστεράς ήταν ότι η πρώτη απλά θα υπερασπιζόταν τους φτωχούς, και η δεύτερη θα υποκινούσε (λεκτικά) τους φτωχούς να επιτεθούν ενάντια σε αυτό τον κόσμο. Η επίθεση δεν είναι πια στην ατζέντα, ούτε και η προσπάθεια να «αναποδογυρίσει ο κόσμος»: η αυτοάμυνα είναι ο κανόνας της εποχής. Αυτό δεν αποκλείει την επιθετική πράξη… αν στοχεύει στην προστασία των αδυνάτων ενάντια σε δυνάμεις που δε μπορούν να ηττηθούν αλλά μόνο να τεθούν υπό έλεγχο. Ακόμα μιλούν για πάλη, αλλά η λέξη χάνει την ανταγωνιστική σημασία που είχε στην «ταξική πάλη», και απλά σημαίνει τη συγκέντρωση ενός πλήθους τόσο μεγάλου που θα θριαμβεύσει του καθαρού πλεονεκτήματος του αριθμού και θα νομιμοποιήσει το δικαίωμα, σίγουρα όχι μέσω της βίας. Ο Υπό-διοικητής Μάρκος θέλει «μια αστική και ειρηνική εξέγερση», δηλ. μη βίαιη βία.

Οι άνθρωποι ονειρεύτηκαν την αλλαγή του κόσμου. Τώρα προσπαθούν να τον σώσουν, με προφανείς ισχυρές θρησκευτικές τάσεις: ο άνθρωπος βασικά διαφθείρεται από την τάση να ανέβει ψηλά και καταστρέφει τον εαυτό όπως και την υπόλοιπη δημιουργία, έτσι ώστε οι υπερβολές του πρέπει να ελεγχθούν. Η αρχέτυπη αμαρτία έχει κοσμικοποιηθεί. Μετανοείτε!

Ο αντικειμενικός στόχος δεν πια η δημιουργία μιας άλλης κοινωνίας, αλλά να δοθεί η δυνατότητα σε όλους να ζήσουν στην υπάρχουσα. Το πρόβλημα είναι να συγκεντρωθούν όλοι οι μη-έχοντες: οι άστεγοι, οι απένταροι, αυτοί χωρίς νόμιμη ταυτότητα, χωρίς πρόσβαση στην ανώτερη εκπαίδευση, χωρίς ψήφο, χωρίς κοινωνική αναγνώριση, οι δεχόμενοι σεξουαλικές ή εθνικές διακρίσεις, και να μετατραπούν αυτοί σε έχοντες, να τους παρασχεθεί ένα διαμέρισμα, ένα ελάχιστο κοινωνικό εισόδημα, μια δουλεία, μια κάρτα ψηφοφόρου, λίγα χρόνια στο κολλέγιο, μια κοινωνική ορατότητα και η αποδοχή της σεξουαλικής τους προδιάθεσης ή της εθνικής τους προέλευσης. Τίποτα περίεργο με (μέρος από) αυτό: στην πραγματικότητα, το 1930, εκτός από τα σεξουαλικά θέματα για τα οποία σχεδόν κανένα κόμμα δεν ενδιαφερόταν, αυτή θα ήταν μια πρότυπη σοσιαλδημοκρατική εκλογική πλατφόρμα, που λογικά θα καταγγελλόταν ως «ρεφορμιστική» από την άκρα αριστερά, ακόμα και από μερικά μέλη του Εργατικού κόμματος ή αφοσιωμένους σοσιαλιστές στις ΗΠΑ. Σήμερα είναι το πρόγραμμα σχεδόν όλων των αριστεριστών και πολλών αναρχικών. Το ελάχιστο του χθες είναι το μέγιστο του σήμερα.

Το κριτήριο είναι ότι κανένας δε θα έπρεπε να απορριφθεί, εκτός από μια χούφτα χρηματιστές και πολεμοκάπηλους των οποίων η απληστία και το μίσος (ηθικές αμαρτίες, όπως ξέρουμε) υποτίθεται πως είναι η αιτία της δυστυχίας μας. Δεδομένου ότι πηγαίνει για ψώνια με ποδήλατο, δεν ανάβει τον κλιματισμό στο αυτοκίνητο του ή δεν αγοράζει φράουλες το χειμώνα, και δεν έχει ρατσιστικές ή ομοφοβικές προκαταλήψεις, το στέλεχος εταιρείας έχει τη θέση του στην κοινωνία όπως ο εργαζόμενος (κανένας δεν είναι εργάτης πια) τον οποίο μπορεί να θέλει να κάνει περιττό. «Ας ζήσουμε μαζί…» Το θρησκευτικό θέμα του μοιράσματος έχει γίνει κοσμικό. Τίποτα δε διαφοροποιεί το κοινωνικό πρόγραμμα ενός σοσιαλιστή διανοούμενου από αυτό ενός αριστερού επισκόπου. Ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, ο Μπιλ Γκέιτς, είναι επίσης αυτός που δίνει τα περισσότερα για φιλανθρωπίες, ιδρύματα, εμβολιασμό στις φτωχές χώρες, κτλ.: αν όλοι οι πλούσιοι ήταν τόσο γενναιόδωροι…

Λογικά, αν πρέπει να μοιραστούμε, και λαμβάνοντας υπόψη τη φτώχεια των περισσότερων ανθρώπων, ο ελάχιστος μισθός και το επίδομα ανεργίας Ευρωπαϊκού ή Αμερικάνικου στυλ είναι ένας δίκαιος μισθός και ένα αξιοπρεπές εισόδημα για τους Ευρωπαίους και τους Βορειοαμερικανούς, ώστε να αυξηθούν οι μισθοί και τα εισοδήματα στη Λα Παζ ή στο Πεκίνο. Από την τιμή μιας μπανάνας από το Εκουαδόρ σε ένα Ευρωπαϊκό σουπερμάρκετ, 1,5 με 2% πηγαίνει στον εργάτη των φυτειών, 10 με 15% στον ιδιοκτήτη των φυτειών, και 40% στο σουπερμάρκετ. Αν μειώσουμε την οικονομία σε ένα σύστημα συγκοινωνούντων δοχείων, ο μόνος τρόπος για να αυξηθεί ο μισθός του εργάτη από το Εκουαδόρ είναι να μειωθεί δραστικά το κέρδος των μετόχων του σουπερμάρκετ και οι μισθοί του προσωπικού του, που καταπίνουν ένα υπερβολικό κομμάτι του παγκόσμιου διαθέσιμου πλούτου. Οι Σουηδοί ταμίες προφανώς καλοπληρώνονται. Με την ίδια λογική, η ανεργία δεν προκαλείται επειδή το κεφάλαιο αγοράζει μόνο την εργασία που είναι κερδοφόρα για αυτό, αλλά από τις υπερβολικές προστασίες της δουλειάς που μπλοκάρουν τη ροή της εργασίας και αποθαρρύνουν τα αφεντικά να προσλαμβάνουν περισσότερους εργάτες. Επομένως ο μόνος τρόπος να δοθούν δουλειές σε νέους ανθρώπους είναι η αποσύνθεση αυτών των προστασιών. Καλύτερα να είμαστε όλοι λίγο επισφαλείς παρά 10% από μας να είναι άνεργοι… Οι ταξικές συγκρούσεις επανερμηνεύονται με όρους σύγκρουσης των γενεών: οι νέοι δε μπορούν να βρουν δουλειές επειδή οι παλιοί είναι εγωιστικά οχυρωμένοι σε ασφαλείς θέσεις. Αν όλοι συμφωνούσαμε να κερδίζουμε λιγότερα και να είμαστε πιο κινητικοί, θα υπήρχαν ευκαιρίες δουλειάς για όλους…

Η μετατροπή της ανισότητας στο Νούμερο Ένα εχθρό σημαίνει ότι θα υπάρξει μόνο μια διαδικασία αναδιανομής. Στο παρελθόν, η δεξιά περιέγραφε την οικονομία σα μια πίτα η οποία (δυστυχώς) δε θα γινόταν μεγαλύτερη αν οι φτωχοί έπαιρναν μεγαλύτερα κομμάτια, και η αριστερά υποσχόταν να ψήνει περισσότερες πίτες σε μια πλήρως αναδιαρθρωμένη κουζίνα. Τώρα η μοιρασιά είναι το τσιτάτο, και η άκρα αριστερά απλά ζητάει μια πιο ριζοσπαστική μοιρασιά.

Καθώς στοχεύει στην απάλυνση του υπάρχοντος, η μεταρρύθμιση είναι σε συμφωνία με ένα Χριστιανισμό που δεν κηρύσσει πια μια μέλλουσα ζωή, αλλά απλά μια ηθικοποιημένη ζωή εδώ κάτω. Λίγοι Χριστιανοί σήμερα πιστεύουν σοβαρά στις ηδονές του Παραδείσου και στα μαρτύρια της Κόλασης. Λίγοι αριστεροί πιστεύουν σε μια αποφασιστική υπέρβαση αυτού του κόσμου.

Ειρήνη!

Μόνο οι τζιχαντιστές ισχυρίζονται σήμερα ότι έχουν «το Θεό με το μέρος τους». Οι Δυτικές Εκκλησίες είναι απρόθυμες να ρισκάρουν πολλά με μια συγκεκριμένη εμπόλεμη κατάσταση, και προτιμούν να κάνουν εκστρατείες ειρήνης. Στη δεκαετία του 1960, η δυνατή υποστήριξη του Καρδινάλιου Σπέλμαν της Νέας Υόρκης προς τους GI στο Βιετνάμ ήταν ήδη λίγο απαρχαιωμένη. Ο Πάπας ήξερε καλύτερα. Το ίδιο και οι περισσότερες αμερικάνικες Εκκλησίες: εξυπηρέτησαν καλύτερα τα συμφέροντα τους, όπως επίσης και τα μακροχρόνια συμφέροντα της χώρας τους, διοχετεύοντας τους διαμαρτυρόμενους προς ένα απλά αντιπολεμικό ζήτημα. Αυτό βοήθησε στο να εκτρέψει το κίνημα από τη συνολική δράση ενάντια στο Κράτος και στην κοινωνία, και συνεισέφερε στην εξασθένιση του με την έναρξη διαπραγματεύσεων.

Η αριστερά, και οι περισσότεροι ενάντια στην παγκοσμιοποίηση δρουν σήμερα κατά μήκος των γραμμών του εμπνεόμενου από τη θρησκεία πασιφισμού. Η ιδέα ότι κάθε κράτος, όσο δημοκρατικό και αν είναι, οδηγείται στον πόλεμο, αυτή η βασική ιδέα έχει θαφτεί μαζί με ότι άλλο θεωρείται ότι ανήκει στον ακατέργαστο Μαρξισμό. Οι ριζοσπάστες σήμερα ασκούν πίεση στο κράτος ώστε να μην πάει σε πόλεμο, ή να κάνει ειρήνη. Ο πασιφισμός αναμετράται μόνο με Κράτη που επιτίθενται, αλλά παραδέχεται το δικαίωμα τους να αμυνθούν, ή να επιτεθούν για μια τέτοια αιτία. Δικαιολόγησε το βομβαρδισμό της Σερβίας σε εδάφη όπου εμπόδισε ή σταμάτησε μια γενοκτονία. Θα είχε δικαιολογήσει την εισβολή στο Ιράκ αν ο Σαντάμ πράγματι είχε «όπλα μαζικής καταστροφής» (τα οποία αφθονούν στο οπλοστάσιο των δύο κύριων εισβολέων). Αύριο, μπορεί να δικαιολογήσει τη στρατιωτική δράση που θα αντιμετωπίζει μια Ιρανική πυρηνική απειλή, το καθεστώς της Βόρειας Κορέας, ή αλλού, δεδομένου ότι ο επιτιθέμενος θα μπορεί να απεικονίσει το δεχόμενο την επίθεση ως μια πιστευτή κακή φιγούρα. Ο πασιφισμός δεν κάνει κριτική στο κράτος για αυτό που είναι το κράτος: επικρίνει το κράτος που επιτίθεται στο λάθος στόχο.

Η σύγχρονη Εκκλησία είναι πασιφιστική. Είναι αλήθεια, ότι υπάρχουν εθνικές Εκκλησίες, όπως η Ρωσική ή η Ελληνική ιεραρχία, που ταυτίζονται με μια συγκεκριμένη χώρα. Αλλά οι περισσότερες Εκκλησίες είναι υπέρ- ή πολύ-εθνικές. Η διαιώνιση τους δε σημαίνει την κυριαρχία μιας χώρας πάνω σε άλλες, αλλά μια διεθνή κατάσταση που τους επιτρέπει να αναπτύσσονται παγκοσμίως. Ο αντικειμενικός τους στόχος και το δηλωμένο ιδανικό είναι η ισορροπία των δυνάμεων. Είναι ενάντια στο συμφέρον του Βατικανού μια χώρα να έχει (ακόμα και μια φιλική χριστιανική χώρα όπως οι ΗΠΑ) ηγεμονία. Ο Πίος ο 12ος δεν είχε συμπάθεια ούτε για το Χίτλερ ούτε για το Στάλιν, αλλά ήξερε ότι είχε πολλά περισσότερα να χάσει από μια κατάκτηση της Ευρώπης από τον Κόκκινο Στρατό παρά από τη Βέρμαχτ: έτσι αφόρισε χοντρικά όλους τους κομμουνιστές, και ποτέ δε σκέφτηκε να κάνει το ίδιο και στους Ναζί. Η ισορροπία των δυνάμεων έχει γίνει η εξωτερική πολιτική των περισσότερων Δυτικών πολιτικών κομμάτων, και όλων των κομμάτων στην Ευρώπη, καθώς η Ευρώπη στερείται πολιτικής ενότητας και είναι επομένως ανίκανη για οποιαδήποτε ηγεμονία.

Η αρχή της μη βίας εφαρμόζεται επίσης μέσα σε κάθε χώρα, και συνδυάζεται με καθαρή καταστολή ώστε να εξουδετερωθούν οι εξεγέρσεις. Η απαίτηση να ηρεμήσουν οι άνθρωποι όποτε υπάρχει μια βίαιη διαδήλωση εξισώνει αυτούς που ρίχνουν πέτρες με τα οπλισμένα σαν αστακούς ματ. Όταν οι απεργοί οργανώνουν μια αναπόφευκτα παράνομη κατάληψη, με το προφανές ρίσκο της σύγκρουσης με την αστυνομία (για το οποίο οι απεργοί είναι ενήμεροι), η απαίτηση να επιστρέψουν στην ειρηνική αβλαβή «βιομηχανική συζήτηση» τους προσκαλεί να καταργήσουν ένα από τα πιο αποτελεσματικά τους όπλα: την κατάληψη του χώρου εργασίας. Πολλά πράγματα μπορούν να γίνουν με καθόλου ή λίγη βία, αλλά η μη βία ως αρχή μπλοκάρει το δρόμο προς την αυτονομία και τη χειραφέτηση. Το 1955, όταν ο Γαλλικός στρατός κατελάμβανε την Αλγερία και η Γαλλική κυβέρνηση δεν είχε καμία πρόθεση να παραχωρήσει κάποια δημοκρατία ή αυτονομία στους μη Ευρωπαίους αυτής της αποικίας, το «Ειρήνη στην Αλγερία» μπορούσε να έχει μόνο μια σημασία: τη διατήρηση της αποικιακής κατάστασης. Σήμερα, «το τέλος της βίας» στην Παλαιστίνη σηματοδοτεί τη συνέχιση της έξωσης των Παλαιστινίων. Η αστική ειρήνη όπως και η κοινωνική ειρήνη αναπόφευκτα ευνοεί τον ισχυρότερο. Η συστηματική αποφυγή της σύγκρουσης οδηγεί στην κοινωνική αποδοχή. Το πραγματικό ζήτημα είναι η φύση της βίας: η δολοφονία Ισραηλινών ως Ισραηλινών, ή Εβραίων ως Εβραίων, απομακρύνει τους Παλαιστίνιους και τους Ισραηλινούς από μια ανθρώπινη (επαναστατική) έκβαση της σύγκρουσης.

Είναι σημαντικό ότι η γελοιογραφία που εξόργισε περισσότερο τους φονταμενταλιστές και έφερε σύγχυση στη Δυτική συνείδηση του δίπολου καλό-κακό, ήταν αυτή που υπαινίχθηκε τη γυμνή βία και τα όπλα, καθώς το σαρίκι του Μωάμεθ γινόταν βόμβα. Υπήρξαν λιγότερα σχόλια στη γελοιογραφία που εξέθετε τους ρόλους του άνδρα και της γυναίκας: ο προφήτης ζητάει από νεκρούς μάρτυρες να περιμένουν στην πύλη του παραδείσου, επειδή του λείπουν παρθένες. Αυτό αναπαριστά το Μουσουλμανικό παράδεισο σαν ένα οίκο ανοχής, τον Αλλάχ ως ιδιοκτήτη του, το Μωάμεθ ως το διαχειριστή, τις γυναίκες σα σεξουαλικά αντικείμενα και τους άνδρες σαν την πελατεία. Μια πραγματικότητα πιθανόν τόσο κοινή που πέρασε απαρατήρητη. Είναι η βία που τρομάζει και εντυπωσιάζει.

Η θρησκεία ως κριτική του καπιταλισμού

Δε ζούμε στις ομολογουμένως αντιδραστικές εποχές όταν το 1864 (το έτος που ιδρύθηκε η Πρώτη Διεθνής) το Syllabus του Πίου του 4ου κατήγγειλε το σοσιαλισμό, τον ορθολογισμό και το φιλελευθερισμό. Ενάμιση αιώνα αργότερα, στη Μαδρίτη όπως και στο Σικάγο (αλλά όχι στο Κουβέιτ ή στη Σιγκαπούρη), οι κυρίαρχες ιδεολογίες διδάσκουν την αυτονομία αλλά και την υποταγή. Από τη μια πλευρά, το όπιο των καταναλωτικών ναών είναι τόσο διαπεραστικό όσο και αυτό της εκκλησίας. Από την άλλη πλευρά, η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία (δε λέμε: πραγματικότητα) απαιτεί λαϊκή ενδυνάμωση, αυτοπεριορισμό, υποφερτή ανάπτυξη, ανανεώσιμε ενέργειες, την προειδοποιητική αρχή, ελεύθερο εμπόριο, δηλ. δημοκρατία.

Στη Δύση, η θρησκεία συνεχίζει να είναι κοινωνική, όχι με την έννοια του παλιού «κοινωνικού Καθολικισμού», αλλά παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως αντίδοτο ενάντια στην εμπορική ατέλεια και αλλοτρίωση. Στρέφει ενάντια στο σύγχρονο κόσμο το επιχείρημα που παλιά χρησιμοποιούνταν εναντίον της. Οι υλιστές θα έλεγαν ότι δημιουργώντας το Θεό ο άνθρωπος είχε χάσει τον εαυτό του. Η θρησκεία τώρα δηλώνει ότι χωρίς το Θεό ο άνθρωπος χάνει τον εαυτό του στον ανεμοστρόβιλο των αντικειμένων με τα οποία νόμισε ότι θα απελευθερωθεί. Μόνο μέσω του Θεού μπορεί ο μαμμωνάς να κρατιέται υπό έλεγχο. Η πίστη κατηγορήθηκε για το χωρισμό της ψυχής από το σώμα: ανταπαντά ότι ο νεωτερισμός διαιρεί το πνευματικό από το υλικό, αποκόβει τον άνθρωπο από τους συνανθρώπους του, και ότι μόνο μια πνευματική προσέγγιση μπορεί να φέρει το άτομο πίσω στη συλλογική του διάσταση. Η κατάρρευση των προσπαθειών χειραφέτησης καθιστά ικανή τη θρησκεία να κάνει κριτική στην καπιταλιστική ελευθερία. Στη Δύση, η εποχή του ενοριακού παπά που κήρυττε υποταγή στον αφέντη και στον ιδιοκτήτη του εργοστασίου έχουν περάσει. Η θρησκευτική ευκαμψία θα ήταν αδύνατη χωρίς την αξίωση και μια κάποια αξιοπιστία να συστηματοποιήσει μια κοινότητα, σε ένα πολύ βαθύτερο επίπεδο από αυτό που παρέχεται από την οικογένεια, τη δουλειά, τη γειτονιά, την κουλτούρα, στα σπορ ή ακόμα και την πολιτική. Καμία Εκκλησία δεν αναπτύσσεται χωρίς να εκμεταλλευτεί μια έλλειψη του έχειν και μια έλλειψη του είναι. Η θρησκεία είναι ο ιδεαλισμός μιας υλιστικής κοινωνίας.

Όταν ο καπιταλισμός δεν ξέρει πια τι είναι

Όσο περισσότερο ο καπιταλιστικός πολιτισμός βαθαίνει τις ρίζες στον παλιό βιομηχανικό κόσμο και εξαπλώνεται παγκοσμίως χωρίς τα θεμέλια του να δέχονται επίθεση, τόσο λιγότερο επικαλείται το πνεύμα των αρχών που τον βοήθησαν να επικρατήσει. Όταν ο Βασιλιάς και η Εκκλησία στέκονταν εμπόδια στο δρόμο των τραπεζιτών και των επιχειρηματιών, οι πρίγκιπες αποκεφαλίζονταν και οι παπάδες πήγαιναν στη φυλακή στο όνομα στο όνομα της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Σήμερα που μέρη του κόσμου αντιτίθενται στην καπιταλιστική πρόοδο με θρησκευτικές παραδόσεις, οι μεγάλες αστικές δυνάμεις έρχονται στους ιμάμηδες κρατώντας ένα κλαδί ελιάς.

Αυτή η μη εχθρική προσέγγιση δε μπορεί να εξηγηθεί απλά από την ανάγκη να καθησυχαστούν οι «μετριοπαθείς» μουσουλμάνοι και να εξουδετερωθεί η αντίθεση των εξτρεμιστών. Η Γερμανία του Μπίσμαρκ, η Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία στα πρώτα της χρόνια και η Ιταλική μοναρχία μετά την ενοποίηση της χώρας χρειάζονταν επίσης συμμάχους: αυτό δεν τους εμπόδισε από το να έρθουν σε μακροχρόνιες συγκρούσεις με την Εκκλησία, με τον κίνδυνο να αποξενώσουν τους Καθολικούς για λίγο. Όταν η θρησκευτική ελευθερία συγκρούστηκε με την πολιτική ελευθερία που ήταν απαραίτητη στην οικονομική ελευθερία, οι αστοί πολιτικοί έκοψαν τη σάρκα και έβαλαν ένα τέλος στις καταπατήσεις του κλήρου.

Αν οι παρούσες Δυτικές ελίτ, ειδικά στην Αμερική, θεωρούν τον Ιουδαίο-Χριστιανισμό πιο συμβατό από ότι το Ισλάμ με τον οικονομικό φιλελευθερισμό και τις δυνάμεις της αγοράς, γιατί να μην προσπαθούν να προωθούν ή τουλάχιστον να υπερασπίζονται τον Ιουδαίο-Χριστιανισμό εις βάρος μιας θρησκείας που υποτίθεται ότι είναι τόσο αταίριαστη με τις σύγχρονες εποχές; Στο Αφγανιστάν, στην Παλαιστίνη, στο Ιράκ γιατί να ανέχονται οπισθοδρομικά δόγματα που περιγράφονται ως εμπόδια στον κοινοβουλευτισμό και σε μια ζωτική για τα Δυτικά συμφέροντα σταθεροποίηση; Είναι αντιφατικό να εγκαθίστανται με οδυνηρό τρόπο εκλογικές διαδικασίες βασισμένες στην αρχή της ατομικής ελευθερίας, και να γίνονται ανεκτές αντιλήψεις και θεσμοί που ανοιχτά αρνούνται την ελεύθερη βούληση. Ο Ιμπεριαλισμός δεν προωθεί πια τον αστικό ή «σοσιαλιστικό» προοδευτισμό από τον οποίο συνοδευόταν στο παρελθόν.

Μια βασική αιτία της παρούσας μετριοπάθειας προς «αρχαϊκές» πιέσεις είναι ότι αυτή η κοινωνία ζει στην αμφιβολία για τον εαυτό της. Παρασύρεται από τη δίνη τεχνολογικών επιτευγμάτων χωρίς να πιστεύει σε τίποτα άλλο παρά στο αναπόφευκτο της δικής της κίνησης. Η μεγαμηχανή βγαίνει εκτός ελέγχου και κανένας δεν ξέρει πώς να την επιβραδύνει. Ο καπιταλισμός θεωρούνταν ευεργετικός: σήμερα λέγεται ότι είναι μη αντιστρέψιμος. Η σύγκρουση ανάμεσα στην πίστη και στη λογική, η οποία συνέβαλε στην άνοδο της αστικής τάξης και στο δυναμισμό της Ευρώπης από την Αναγέννηση μέχρι το 19ο αιώνα, έχει υποβαθμιστεί σε μια εξασθενητικό μείγμα όπου η λογική αναγνωρίζει την πίστη χωρίς πρώτα να ορίζει τον εαυτό της. Βιώνουμε αυτό που προέβλεπε ο Karl Krauss το 1930: την εποχή του τετελεσμένου γεγονότος, ενός συστήματος που δε δικαιολογεί τον εαυτό του λέγοντας «Αυτό που κάνω είναι καλό» αλλά «Είμαι». Αλλά δεν είναι αρκετό για ένα κοινωνικό σύστημα (όσο εκτεταμένο και εντατικό και αν μπορεί να γίνει) απλά να υπάρχει. Η αυτοδιαιώνιση δεν είναι ιστορική προοπτική. Ο εγκωμιασμός του άμεσου δε δημιουργεί μια κοινωνία, ακόμα και αν το άμεσο έχει σαν επακόλουθο ένα λαμπρό τεχνολογικό μέλλον.

Στην πραγματικότητα, ο απολογητής της γενετικής ή της εξερεύνησης του διαστήματος δεν περιμένει αυτά τα θαύματα να καλυτερέψουν τις κοινωνικές συνθήκες για τις οποίες είναι σκεπτικός ή απαισιόδοξος. Ο πιο ενθουσιώδης πιστός των ιατρικών επιτευγμάτων δε μπορεί να αγνοήσει το πόσο η εξάπλωση του AIDS, στην Αφρική ειδικά, εξαρτάται από κοινωνικές αιτίες οι οποίες κάνουν τις καλύτερες θεραπείες αναποτελεσματικές. Επίσης γνωρίζει το ρόλο που έπαιξε η βελτίωση των υγειονομικών συνθηκών στο ξερίζωμα της φυματίωσης, και ότι η παρούσα αποσύνθεση της αστικής ζωής συμβάλει στην επανεμφάνιση αυτής της ασθένειας μεταξύ των φτωχών δυτικοευρωπαίων.

Ο εθισμός απόδρασης στις νέες τεχνολογίες και στην ψηφιοποιημένη εικονικότητα συνθέτει την ανικανότητα μας να καταλάβουμε και να ενεργήσουμε πάνω στις ζωές μας. Αντίθετα με το 1850 ή το 1900 (ή το 1950), υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στις τεχνολογικές-επιστημονικές προσδοκίες και στις ιστορικές ελπίδες. Ο καπιταλισμός δεν έχει πια μια ενοποιητική ιδεολογία.

Η σημερινή μετριοπάθεια της πολιτικής ενάντια στο θρησκευτικό ριζοσπαστισμό αποκαλύπτει το πώς αυτή η κοινωνία που είναι τόσο δυνατή, τόσο κατεστημένη τόσο λίγο αμφισβητήσιμη, αισθάνεται αβοήθητη απέναντι σε ομάδες για τις οποίες το ιερό δεν είναι ένας άδειος κόσμος. Αυτό το σύστημα είναι υπέρ-ισχυρό, ο οπλισμός του ασυναγώνιστος, η «κρατικοκαπιταλιστική» εκδοχή του ηττημένη: θεωρεί τον εαυτό του ειρηνικό και ότι δέχεται άδικα επιθέσεις από φανατικούς, αλλά συρρικνώνεται από μια παγκόσμια αυτογνωσία και προοπτική. Μια δυνατά δηλωμένη Χριστιανική αμερικανική κυβέρνηση μάχεται τους Ιρακινούς στασιαστές με πυραύλους και δολάρια, και αφήνει την πίστη τους ήσυχη, σαν ο αντιαμερικανισμός να μην είχε σε τίποτα να κάνει με τα θεμελιώδη του Ισλάμ όπως ερμηνεύεται σήμερα από πολλούς Μουσουλμάνους. Ο Μπους μιλάει πολύ για το Θεό, και σέβεται το Θεό που εμπνέει τους δολοφόνους των στρατιωτών του. Οι εισβολείς στο Ιράκ επιμένουν στην επιβολή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και της οικονομίας της αγοράς, τα οποία και τα δύο έχουν μικρή ή καθόλου σημασία στη Βαγδάτη αυτή τη στιγμή, αλλά πέρα για πέρα μετριοπαθείς όσον αφορά μια συνολική ιδεολογία. Δημοσιεύουν χιλιάδες βιβλία που επαινούν την ελεύθερη επιχείρηση, και σταματούν λίγο πριν αμφισβητήσουν την εγκυρότητα των Ισλαμικών παραδόσεων.

Η παγκοσμιοποίηση δεν παράγει αυτόματα την ιδεολογία της. Οι τάξεις και τα άτομα χρειάζονται χρόνο για να βρουν τις συνήθειες τους. Η εκβιομηχάνιση του 19ου αιώνα δεν ήταν η συγκέντρωση απομονωμένων ατόμων: η αποχώρηση από τη γη ακολουθήθηκε από μια αφθονία συλλόγων, αδελφοτήτων, συνεταιρισμών και ταμείων αλληλοβοήθειας. Χρειάστηκαν δεκαετίας ώστε οι Βρετόνοι να θεωρήσουν τους εαυτούς τους Γάλλους. Η καταστροφή των προγονικών συνθηκών χωρίς την αντικατάσταση τους με θετικές αλλαγές προκαλεί κοινωνική διάρρηξη, και είναι επίσης επιζήμια στην κυρίαρχη τάξη. Η αποδόμηση παλιών ιδεολογιών και η απλή αντικατάσταση τους από τη λατρεία του νεωτερισμού δύσκολα ενισχύει μια κοινωνία.

Αυτή η αδυναμία έδωσε τόσο μεγάλο αντίκτυπο στο (υπό άλλες συνθήκες ασήμαντο) σοκ της 11ης Σεπτέμβρη του 2001. οι ΗΠΑ ελέγχουν τον κόσμο, επιτίθεται χωρίς να συνειδητοποιεί γιατί, και νομίζει ότι θα ξεφορτωθεί τον εχθρό κυνηγώντας τον στο κρησφύγετο του, αλλά το κρησφύγετο αλλάζει, έτσι ο στόχος μετακινείται, χθες η Καμπούλ, σήμερα η Βαγδάτη, κάποια Τεχεράνη ή άλλη αύριο: όταν αποδειχθεί λάθος, αλλαγή εδάφους.

 

Ούτε Ιησούς ούτε Προμηθέας

Όταν ανήγγειλε «Ο Θεός πέθανε», ο Νίτσε είχε την ελπίδα ενός ανθρώπου που θα πίστευε στον εαυτό του, -υποθέτοντας ότι «ο εαυτός του» θα ήταν πάνω από το δικό του μερικό εαυτό. Αλλά ο φιλόσοφος γνώριζε την πιθανότητα ερχομού μιας κοινωνίας που δε θα πίστευε σε τίποτα και δεν προσκολλούνταν σε τίποτα. Παρότι είχε μια ιστορική άποψη η οποία ήταν ηθική και ποιητική, και πολύ λίγο πολιτική ή κοινωνική, ο συγγραφέας του Ζαρατούστρα είχε ίσως πιο καθαρή άποψη για το θέμα από ότι οι περισσότεροι Μαρξιστές με τη διπλή τους εξίσωση:

Καπιταλιστική ανάπτυξη

=

Εξασθένιση της θρησκείας

=

εμφάνιση μιας προλεταριακής (δηλαδή ανθρώπινης) κοινότητας.

 

Η αστική τάξη έκανε κριτική στη θρησκεία στο όνομα της προόδου, και το εργατικό κίνημα ακολούθησε το παράδειγμα της. Ακόμα και όταν αντιπροσώπευαν μια ριζική ρήξη και όχι μια σταδιακή εξέλιξη, σχεδόν όλοι οι σοσιαλιστές και η πλειοψηφία των αναρχικών οραματίζονταν μια επανάσταση που θα επέκτεινε τη βιομηχανία, θα κυριαρχούσε στη φύση και θα παρήγε περισσότερα σε ποσότητα και ποιότητα για την ευημερία όλων. Όχι πια παλάτια και πολυτέλεια για λίγους, αλλά αφθονία για τις μάζες. Ενάντια στον Ιησού ως τον προφήτη της παγκόσμιας που θα μπορούσε να βιωθεί πλήρως μόνο πνευματικά ή έξω από αυτό τον κόσμο, ο Προμηθέας στάθηκε ως ο αληθινός σοσιαλιστικός ήρωας: νίκησε τους θεούς, έκλεψε τη φωτιά από το άρμα του ήλιου και την έφερε στη Γη. Η ανθρωπότητα είναι επίσης υποχρεωμένη σε αυτόν για την ανακάλυψη πολλών τεχνών: τη χρήση των φυτών, την εξημέρωση των ζώων, την καλλιέργεια του εδάφους… Ως τις μέρες μας, πολλές σοσιαλιστικές και αναρχικές εφημερίδες και εκδότες έχουν πάρει το όνομα του, για να υμνήσουν τη φιγούρα που αντιπροσωπεύει την πιθανότητα ο άνθρωπος να γίνει πλήρως ανθρώπινος, μετατρέποντας το περιβάλλον μας σε κάτι που θα μπορούσαμε να επεξεργαστούμε.

Το κεφάλαιο σήμερα δεν αντέχει οικονομικά να αντιμετωπίζει τη φύση σα μια άπειρα εκμεταλλεύσιμη αδρανή μάζα. Οι επιχειρήσεις πρέπει να νοιαστούν για την ανανεώσιμη ενέργεια, για τη βιοποικιλότητα, την κλιματική αλλαγή και την εξοικονόμηση πόρων. Η φύση δε θεωρείται πλέον ένα ανεξάντλητο απόθεμα, αλλά ως ένα κοινό αγαθό που πρέπει να το χειριζόμαστε με φροντίδα. Ότι μπορούσε να μείνει έξω από τον ισολογισμό το 1900 (η εξάντληση των πόρων, η εξάντληση των εργατών, οι ελλείψεις φρέσκου νερού, η καταστροφή που προκαλείται από τις την άναρχη εξάπλωση των πόλεων, οι ασθένειες λόγω ρύπανσης, το στέρεμα ποταμών και θαλασσών, η μετατροπή γόνιμης γης σε μπολ σκόνη…) πρέπει τώρα να ενταχθεί στα κόστη, να μετρηθεί, να διευθυνθεί και να μειωθεί, αλλιώς το κεφάλαιο θα σκοτώσει τη χήνα με τα χρυσά αυγά και θα μπλοκάρει την αξιοποίηση του. Κανένας πλέον δε λατρεύει την πρόοδο όπως το 19ο αιώνα.

Οι αμείλικτες τεχνολογικές επιδιώξεις, όπως στη γενετική, στη νανοτεχνολογία, στην καθολική ψηφιοποίηση, κτλ., συνδυάζονται με μια απαίτηση για όρια: Ας είμαστε λογικοί, ας διαλέγουμε τα σκουπίδια, ας πηγαίνουμε με το ποδήλατο στη δουλειά, ας τρώμε οργανικά δημητριακά αντί για μοσχαρίσια μπιφτέκια, επειδή ο ένοχος, ο απόλυτος υπεύθυνος για την καταστροφή, δεν είναι άλλος από εσύ και εγώ. Το Τέλος πλησιάζει: Μετανοείτε!

Για να είμαστε ακριβείς, σε μια τέτοια ανάλυση, κάποιοι είναι περισσότερο ίσοι από τους άλλους, και δύο κατηγορίες δε μπορούν να χωρέσουν σε αυτό το εσύ και εγώ. Στην κορυφή, οι πολύ πλούσιοι, η εγωιστική μειοψηφία που οδηγεί Rolls Royce και δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τη δυστυχία των πολλών, ούτε για το μέλλον όλων μας. Και στη βάση, δυστυχώς αρκετοί, η μεγάλη αναλογία της Δυτικής εργατικής τάξης που παραμένει εθισμένη στην τηλεόραση, στο βαρύ κάπνισμα, στο κόκκινο κρέας, στα αυτοκίνητα και στα άλλα σύμβολα της καταναλωτικής κοινωνίας, όπως πολύ συχνά εμμένει σε σεξιστικές, ομοφοβικές και ρατσιστικές προκαταλήψεις. Το καλύτερο θα ήταν να κυριαρχείται η κοινωνία από τη διαφωτισμένη εκπαιδευμένη μεσαία τάξη, τους δασκάλους, τους κοινωνικούς λειτουργούς, τους καλλιτέχνες, κτλ., που περιγράφονται κατάλληλα από το Philip Roth ως «η τάξη που αγαπάει τα όρια». Δυστυχώς, και παρά τις χιλιάδες δηλώσεις ότι μια τέτοια μεσαία τάξη θα ήταν σήμερα πλειοψηφία στην Ευρώπη, στη Βόρεια Αμερική και στην Ιαπωνία, η μεσαία τάξη παραμένει απεγνωσμένα κεντριστική, πολύ μικρή σε αριθμό και κοινωνική ισχύ.

Έτσι η μεγάλη επιχείρηση κυριαρχεί και, όπως συμβαίνει, η καπιταλιστική λογική είναι απεριόριστη. Δεν είναι επειδή κάποιο κορυφαίο στέλεχος θέλει ιδιωτικό νησί στο Ντουμπάι που αυτό το σύστημα υπερπαράγει και υπερκαταναλώνει. Η υπερεπένδυση, η υπερσυσσώρευση, η υπερπαραγωγή με την αγοραστική μανία στο τέλος της γραμμής, προκύπτουν από την αναγκαιότητα κάθε επιχείρησης να κατασκευάζει και να πουλάει σε χαμηλότερο κόστος από τους ανταγωνιστές της. Κάθε κεφάλαιο τείνει να καθορίζεται από τα συμφέροντα του ενάντια όλων των άλλων και δε μπορεί να αποφύγει την υπερπαραγωγή ούτε τα απούλητα αποθέματα. Ο καπιταλισμός ως σύνολο μπορεί τελικά να αυτορυθμίζεται, αλλά μέσω μιας καταστροφικής κρίσης, μιας «δημιουργικής καταστροφής» σύμφωνα με τη διάσημη φράση του Σούμπετερ. Το σύστημα μεθοδικά παράγει με μηχανικά μέσα πάρα πολλά εργοστάσια, αντικείμενα, οικονομικά προϊόντα, πάρα πολλούς εργάτες επίσης, σε σχέση με την πιθανή τους ρευστοποίηση στην αγορά, με τη φερέγγυα ζήτηση, με τα κοινωνικά αναμενόμενα κέρδη. Αυτή η λογική ίσχυε όταν εκατομμύρια μοντέλα Τ παράχθηκαν από τα εργοστάσια της Ford, και ισχύει ακόμα στην εποχή των εκατομμυρίων laptop. Το κεφάλαιο το παρακάνει, και μόνο οι κρίσεις και οι πόλεμοι το εξαναγκάζουν να έρθει σε ισορροπία.

Ενάντια σε μια τέτοια βιομηχανική και καταναλωτική υπερβολή, και ενάντια στις συχνά απατηλές προσδοκίες των επιστημονικών επιτευγμάτων, είναι πολύ εύκολο η θρησκεία να τονίζει την αλαζονεία της ανθρώπινης υπερηφάνειας. Δεν ήταν η Πανδώρα (η πρώτη θνητή γυναίκα, σύμφωνα με τον Ησίοδο), η νύφη του Προμηθέα, που άνοιξε το όμορφο κουτί που περιείχε ένα πλήθος κακών και δεινών τα οποία από τότε δεν έχουν σταματήσει να μας λυπούν; (Η Πτώση δεν είναι ο μοναδικός μύθος που ρίχνει το κύριο φταίξιμο στις γυναίκες)

Όταν υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη κοινότητα είναι αδύνατη στη Γη, η θρησκεία αναμφισβήτητα αντιτίθεται στη χειραφέτηση μας. Αλλά ο θρησκευτικός νους είναι επίσης παρών στην ιδέα μιας άπειρης επέκτασης των ανθρωπίνων πράξεων και δυνατοτήτων, ο οποίος είναι ένας άλλος τρόπος πίστης στα θαύματα, αν και επιστημονικά. Η ανικανότητα να αλλάξουμε την κατάσταση μας πραγματικά έχει οδηγήσει στο όνειρο της αποφυγής της κατάστασης μας, να ξεφύγουμε με ένα θαύμα. Σε αυτή την περίπτωση το θαύμα θα ήταν τεχνικό αντί για θεϊκό, ανθρώπινο αντί για θεϊκό, αλλά θα εξακολουθούσε να είναι θαύμα, επειδή θα προερχόταν έξω από τις πραγματικές κοινωνικές μας σχέσεις, και μόνο μέσω της επιστήμης και των δημιουργημένων από τη γνώση τεχνουργημάτων. Η βασική ιδέα είναι η ανωτερότητα της τεχνικής λογικής έναντι των αναπόφευκτα προκατειλημμένων και ελαττωματικών σχέσεων που έχουν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Όταν η ιστορία φαίνεται αδύνατο να δημιουργηθεί, είναι δελεαστικό το να ευχηθούμε να υπάρξει μια έξοδος από την ιστορία. Ο θρησκευτικός νους φαντάζεται μια μέλλουσα ζωή πλήρως έξω από αυτό τον κόσμο. Ο πιστός της επιστήμης φαντάζεται μια βιομηχανική, μηχανική, βιολογική ή ψηφιακή επανάσταση που θα μπορούσε να αντικαταστήσει την κοινωνική επανάσταση η οποία πιστεύει ότι είναι αδύνατη, ή, με μια πιο μαρξιστική ερμηνεία, που θα δημιουργούσε τις συνθήκες που θα κάνουν αυτή την επανάσταση δυνατή (ή αναπόφευκτη).

Η κοινωνική κριτική αξίζει μόνο όταν απευθύνεται συγχρόνως στα πιο αντιδραστικά και πιο προωθημένα μέρη της κοινωνίας.

Δε μπορούμε να αντλήσουμε την έμπνευση μας από τον Προμηθέα ενάντια στον Ιησού. Η κλοπή της φωτιάς δεν είναι το πρόγραμμα μας αν οι φλόγες κρατούν τον κόσμο καιόμενο. Χωρίς μια αυθόρμητη κριτική της προόδου και της σύγχρονης καπιταλιστικής κριτικής της, κάθε επαναστατική προοπτική στερείται νοήματος.

Η απομυθοποίηση του «Θεού» είναι κατάλληλη μόνο αν περιλαμβάνει την απομυθοποίηση κάθε θεού, του ανθρώπου ως θεϊκής φιγούρας που εξελίσσει τη φύση, και της φύσης ως νέου θεού, είτε ο άνθρωπος είναι αφέντης είτε υπηρέτης της.

Ποια καθολικότητα;

Επειδή δημοσίευσε αντί-Εκκλησιαστικά φυλλάδια και εκφώνησε αθεϊστικούς λόγους, το εργατικό κίνημα θεώρησε ότι είχε απελευθερωθεί από τη θρησκεία, ενώ ακόμα η συμπεριφορά του ήταν βαθιά θρησκευτική. Οι σοσιαλδημοκράτες δρούσαν ως αποκαλυπτές οι οποίοι σταδιακά θα οδηγούσαν το κοπάδι τους σε μια υποσχόμενη χώρα αφθονίας βασισμένη στην εργασία (δηλ. καπιταλιστική). Ο σταλινισμός πιο δραστικά ανάγκασε τις μάζες να θυσιάσουν το παρόν τους για ένα μελλοντικό παράδεισο στη Γη. Η συμπεριφορά του αφοσιωμένου στρατευμένου απαιτούσε το κομματικό μέλος, ο στρατιώτης καλόγερος, να αλλοτριώσει τον εαυτό σε αντάλλαγμα μια θέση στην προλεταριακή κοινότητα. Όσο για τους επαναστάτες, αρκετοί μάντευαν την αποκάλυψη της τελικής εσχατολογικής πτώσης του καπιταλισμού. Οι σοσιαλιστές (και αργότερα, κομμουνιστές) και (σε μικρότερο βαθμό) οι αναρχικοί συχνά ήταν «πρακτικά» τόσο θρησκευόμενοι όσο ο υπόλοιπος πληθυσμός.

Η καπιταλιστική εξέλιξη δε διαλύει τις προκαπιταλιστικές πραγματικότητες όπως η οικογένεια, η θρησκεία, η πατρίδα, οι ρόλοι των φύλων, κτλ. Ο ανθρωπιστής του 19ου αιώνα συχνά πίστευε ότι η πνευματική και οικονομική πρόοδος θα έκανε τους παπάδες περιττούς. Παρανόησε το γεγονός ότι η πρόοδος περιέχει τόσες πολλές αντιφάσεις που την εμποδίζουν να εκπληρώσει τη βασική ανάγκη για αδελφοσύνη, για το ξεπέρασμα του εαυτού μας, για κάτι απόλυτο. Η θρησκεία εκφράζει την άρνηση του ατόμου να είναι μόνο εγωκεντρικό και να τερματίζεται η ύπαρξη του την ημέρα του θανάτου του: «Δε μπορεί να είμαστε μόνο αυτό…» Ο ντε Σαντ ήθελε το σώμα του ανώνυμα να επαναπορροφηθεί από τη γη και όλη η ανάμνηση από αυτόν να εξαφανιστεί από την ανθρώπινη μνήμη, αλλά συσσώρευε δημοσιευμένα έργα και χειρόγραφα τα οποία μπορούσε λογικά να περιμένει ότι θα τον κρατήσουν ζωντανό, είτε οι απόγονοι θα θυμούνταν το όνομα του συγγραφέα είτε όχι. Η πίστη βασίζεται σε μια επιθυμία για το καθολικό.

Είναι η ανικανότητα των ανθρώπων, ή πιο συγκεκριμένα των σύγχρονων προλετάριων να ξεφορτωθούν την εκμετάλλευση και τη δυστυχία, να αποτρέψουν τη σφαγή στο Βερντέν ή στα χαρακώματα του Somme, το Άουσβιτς και τη Χιροσίμα, να κατανοήσουν πως έφτασαν ως εκεί, που τροφοδοτεί τις ερμηνείες της ιστορίας σαν κάτι αναπόφευκτο και απρόσιτο. Και η θρησκεία είναι πιθανά το καλύτερο όχημα για τέτοιες ερμηνείες. Όσο λαμπρή και αν μπορεί να γίνει, η κοινωνική ή φυσική επιστήμη προτείνουν μόνο αναλύσεις που περιορίζονται στο αντικείμενο που μελετούν: η επιστήμη μας παρέχει μια απειρία από πως. Η παρέχει ένα οριστικό γιατί, το οποίο στη σύγχρονη θρησκεία ούτε καν αντιφάσκει με τα πως και απλά συνυπάρχει με τις λογικές εξηγήσεις. Η θρησκεία σχετίζει το αντικείμενο (τις ζωές μας, τις κακοτυχίες της ανθρωπότητας) με μια αιτία που είναι πέρα από την αντίληψη μας. Εκεί βρίσκεται η δύναμη και ο στόχος της: μας τραβάει έξω από τον αισθητό κόσμο και αποφεύγει με επιδεξιότητα την ανασκευή του. Ο θρησκευτικός μύθος τρέφεται με την ιστορική αποτυχία.

Η επιμονή ή η ανάκαμψη των θρησκευτικών διαφορών, όπως επίσης η υποχρέωση σεβασμού προς περιτοιχισμένες ταυτότητες στις Δυτικές δημοκρατίες, είναι εκφράσεις ενός βαθιού φαινομένου. Στην εποχή όπου φαίνεται πιο ενοποιημένος από ποτέ, ο καπιταλιστικός πολιτισμός είναι κομματιασμένος. Ένα άλλο σημάδι θα ήταν η παράδοξη συνύπαρξη του έκδηλου ατομικισμού με την έμμονη ιδέα της συνεχούς επικοινωνίας: ο καθένας θέλει να είναι αυτόνομος και να τα αποφασίζει όλα μόνος του, αλλά χρειάζεται πάντα να συνδέεται και να είναι άμεσα συνδέσιμος με τους πάντες και τα πάντα. Η παράλληλη ανάπτυξη των παγκοσμιοποιημένων οικονομιών και των εθνικών-θρησκευτικών διαχωρισμών δηλώνουν μια σκλήρυνση της κοινωνίας. Η κοινωνική τάξη δεν αμφισβητείται, αλλά αποσυντίθεται από διαταραχές και διαχωρισμούς. Στις παλιές καπιταλιστικές μητροπόλεις, είναι τα παιδιά των μεταναστών που δελεάζονται από ένα φονταμενταλισμό από τον οποίο οι γονείς τους απείχαν. Είναι εξίσου σημαντικό ότι μια κοινωνία δε θα έπρεπε να αποφεύγει την κριτική αρχαϊκών προτύπων που την κριτικάρουν. Από τότε που αρχίσαμε να γράφουμε αυτό το δοκίμιο, υπάρχει ένα ακόμα Κράτος στην Ευρώπη: το Μαυροβούνιο, αλλά τα Βαλκάνια δεν είναι η μόνη περιοχή όπου η κοινωνικό-οικονομική παγκοσμιοποίηση συνοδεύεται από πολιτικό-πολιτισμική βαλκανιοποίηση. Το «παγκόσμιο χωριό» μοιάζει με μια πολυκατοικία όπου γλώσσες και συνήθειες συνυπάρχουν και συνεχίζουν να επικοινωνούν ενώ παραμένουν αυτόνομες. Τι βιώνουν μαζί σήμερα στο Βέλγιο ένας Φλαμανδός και ένας Βαλλόνος προλετάριος; Για να ξεκινήσει να χτίζεται μια κοινότητα, το μοίρασμα μιας συνθήκης δεν είναι αρκετό: το μοίρασμα πρέπει να υλοποιηθεί και να πάρει μορφή μέσω κοινής δράσης και αγώνα. Ανάμεσα στο ατομικό (και οικογενειακό) πραγματικό επίπεδο και στο γενικό πολιτικό ή θρησκευτικό αφηρημένο επίπεδο, πολύ λίγα εμφανίζονται επί του παρόντος στο προσκήνιο με την απουσία της κομμουνιστικής κριτικής. Η αναζήτηση του ιερού είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της εμπορευματικής βεβήλωσης. Η καπιταλιστική μη διαφοροποίηση γεννά κλειστές ταυτότητες, τις υπερβολές των οποίων έρχεται να διορθώσει η δημοκρατία.

Μέχρι τώρα, ο κομμουνισμός δεν έχει καταφέρει να υπάρξει κοινωνικά ως μια καθολική προοπτική που θα αντικαθιστούσε και το καταναλωτικό έμφυτο και τη θρησκευτική υπερβατικότητα. Δε θα υπάρξει επανάσταση χωρίς να ασχοληθούμε με αυτά τα ζητήματα, και η οποία δε θα εξαρτάται μόνο από την παγκόσμια επέκταση του καπιταλισμού, που απλά παρέχει το πλαίσιο για λάβει χώρα η πάλη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Ανεπίσημος όρος για μια περιοχή των νοτιοανατολικών ΗΠΑ στην οποία ο κοινωνικά συντηρητικός    Προτεσταντισμός παίζει ακόμα σημαντικό ρόλο στην κουλτούρα του πληθυσμού.

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης