Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Κάνοντας τον αναρχισμό queer

Κάνοντας τον αναρχισμό queer

 

Κριτική της έκδοσης “Αναρχισμός και Σεξουαλικότητα: Ηθική, Σχέσεις και Εξουσία” των Jamie Heckert και Richard Cleminson, Routledge, 2011. 232 σελ.

του Michael Truscello

 

Σε μερικούς ανθρώπους έξω από το χώρο της μελέτης του αναρχισμού μπορεί να προκαλέσει έκπληξη το γεγονός ότι, μαζί με τη φυλή, η σεξουαλικότητα είναι ίσως το λιγότερο μελετημένο θέμα μέσα στα πλαίσια των αναρχικών σπουδών. Αυτή η απουσία στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία αντανακλάται συχνά και στην πράξη, και έτσι η πρόσφατη δημοσίευση του 'Αναρχισμός και Σεξουαλικότητα'  των Jamie Heckert και Richard Cleminson αποτελεί μία απαραίτητη παρέμβαση. Κρίνοντάς το με βάση την πρόθεση των εκδοτών να ''σκαρώσουν ένα queer βιβλίο, τόσο σε στιλ όσο και σε περιεχόμενο'' (1), το αποτέλεσμα είναι μία συντριπτική επιτυχία. Από πλευράς στιλ, η ανθολογία ορμά από την αυτοβιογραφία μέχρι την επιστημονική κοινωνική έρευνα και τη λογοτεχνική ανάλυση. Με αυτήν την έννοια, η ανθολογία κατορθώνει αυτό που τα περισσότερα διεπιστημονικά έργα απλά προσπαθούν να φτάσουν: μία συλλογή κειμένων (σκόπιμα αποφεύγω να πω δοκίμια σε αυτό το σημείο, ακτιβιστών και διανοούμενων, δημόσιες αγωνίες και ιδιωτικές καταχρήσεις, φιλοσοφικές εξορμήσεις και στρατηγικές αναμνήσεις. Αυτή μπορεί να είναι η πιο πολυφωνική συλλογή γραπτών που έχω διαβάσει ποτέ μέσα στον ίδιο τόμο;

 

Όπως παρατηρεί η Judy Greenway στον Πρόλογο, ''η σεξουαλική αναρχία, ή αλλιώς 'δυτική παρακμή' κατηγορείται για τα πάντα, από φυσικές καταστροφές μέχρι την 11/9, και ο μισογυνισμός και η ομοφοβία παίζουν σημαντικό ρόλο στην αναγέννηση της πολιτικής και θρησκευτικής δεξιάς'' (xiv). Για ''τους φονταμενταλιστές και τους φανατικούς όλων των πεποιθήσεων'', συνεχίζει, ''η σεξουαλική απελευθέρωση είναι μία παραλλαγή του αναρχισμού: μία επίθεση στα θεμέλια της κοινωνίας, μια μορφή τρομοκρατίας- η αναρχία σαν χάος'' (xiv). Για την ανθολογία τους, οι Heckert και Cleminson φαντάζονται τον αναρχισμό ''σαν ένα είδος ηθικής των σχέσεων, που υπερασπίζει και ασκεί πολύ διαφορετικές σχέσεις εξουσίας από αυτές που εμπλέκονται στο κράτος, τον καπιταλισμό, τη λευκή ανωτερότητα και την πατριαρχία'' (3). Στα πλαίσια της παρούσας συλλογής, η προσέγγιση στο δυναμικό δίπολο της σεξουαλικής απελευθέρωσης και του αναρχισμού είναι ''μετα-αναρχική'', ένας συνδυασμός αναρχικού ελευθεριακού σοσιαλισμού και πολιτισμικής θεωρίας επηρεασμένης από το μετα-δομισμό (βλ. για παράδειγμα, Rouselle και Evren, 2011). Η ''ριζοσπαστική αποκέντρωση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν τις ζωές του'' που χαρακτήριζε αυτές τις φιλοσοφίες ''αναγνωρίζει ότι η ελευθερία δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από το σεξ· καλύτερα, συνεπάγεται μια κριτική που διατρέχει όλες τις κοινωνικές σχέσεις και επιχειρεί να τις ανακατασκευάσει με μη-ιεραρχικούς όρους'' (9).

 

Η ποικιλία και η ποιότητα των αναλύσεων σε αυτήν την ανθολογία είναι μεταδοτική. Η Jenny Alexander, για παράδειγμα, ''ξανα-διαβάζει'' τα ημερολόγια φυλακής του Alexander Berkman ''στην υπηρεσία μιας δυναμικής αναρχο-συναισθηματικής πρακτικής'' (25). Ο Berkman, ο διάσημος σύντροφος της Emma Goldman, συζητιέται συχνά στην αναρχική βιβλιογραφία, αλλά όχι σε σύνδεση με τη σεξουαλικότητα (σε αντίθεση με τον τρόπο που συζητιέται η Goldman). Η οξυδερκής ανάλυση των “Ημερολογίων Φυλακής ενός Αναρχικού” από την Alexander επανατοποθετεί τον Berkman ως ''μία από τις πρώτες γνωστές πολιτικές μορφές της Αμερικής που υποστηρίζει τη σεξουαλική αγάπη ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου'' (31). Ισχυρίζεται ότι ''ο αυτοβιογράφος-Berkman θέλει να ξέρουμε ότι ο Alexander Berkman άλλαξε μέσα στη φυλακή, από ένα νέο άντρα που σοκάρονταν και αηδίαζε με τις ομοφυλοφιλικές πράξεις σε ένα μεγαλύτερο άντρα που αγάπησε και έχασε από το θάνατο δύο νεαρούς άντρες'' (31). Επομένως, υποστηρίζει η Alexander, ''μπορούμε πράγματι να διαβάσουμε τον Berkman με παραγωγικό τρόπο ως 'queer' με την ευρύτερη έννοια'', κάνοντας υπαινιγμό στον Sedgwick (34). Η Alexander πιστεύει ότι ''είναι καιρός, μέσα στο Δυτικό queer, αναρχο-queer και αναρχικά πολιτικά και ακαδημαϊκά πλαίσια, να επανεξετάσουμε την οικειότητα'' (39).

 

Στο επόμενο κεφάλαιο, ο Stevphen Shukaitis κάνει ακριβώς αυτό, υποστηρίζοντας '' μία συναισθηματική αντίσταση- δηλαδή, μία βιώσιμη βάση για τη διαρκή και συνεχιζόμενη πολιτική οργάνωση, μία πλατφόρμα δονούμενων εντάσεων, που έχει σαν προϋπόθεση την άρνηση να διαχωρίσει τα ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα μιας οποιασδήποτε στρατηγικής, ιδέας ή εκστρατείας, από το ερώτημα σχετικά με τη συναισθηματική τους επίδραση'' (46). Για τον Shukaitis, “η αποτελεσματικότητα της πολιτικής οργάνωσης” δεν μπορεί να διαχωρίζεται από “έγνοιες για το συναισθηματικό της αντίκτυπο”.  Για να διευκρινίσει αυτήν τη θεωρία, εξετάζει ''αγώνες σχετικά με ζητήματα φροντίδας και οικιακής εργασίας, των δουλειών της καθημερινότητας'' (50), ιδιαίτερα διάφορες εκστρατείες υπέρ του Μισθού για την Οικιακή Εργασία, ''μία στιγμή στον αγώνα των μισθών ενάντια στην οικιακή εργασία: μία στρατηγική σύνθεσης της ταξικής εξουσίας από τη θέση στην οποία έχουν βρεθεί οι γυναίκες, αλλά ακριβώς για να ξεφύγουν από αυτήν τη θέση'' (52-53). Βασισμένη στο ότι η παραδοσιακή αριστερά αποφεύγει τα ζητήματα της έμφυλης εργασίας, η Precarias a la Deriva, ''μία φεμινιστική κολεκτίβα έρευνας και οργάνωσης'', σχηματίστηκε στην Ισπανία το 2002 (53). Χρησιμοποίησαν τακτικές που άντλησαν από του καταστασιακούς για να εξερευνήσουν την ''οικεία και παράδοξη φύση της θηλυκοποιημένης (feminized) εργασίας'' (54)· η έννοια της περιπλάνησης (dérive) μετασχηματίστηκε από μία αρρενωπή αστική μορφή περιπλάνησης σε μία '' γρήγορη κίνηση ανάμεσα στα κυκλώματα και τους χώρους της θηλυκοποιημένης (feminized) εργασίας που αποτελούσαν την καθημερινή τους ζωή'' (54). Η περιπλάνηση έγινε ''μία κινητή συνέντευξη, μία περιπλανώμενη περιφρούρηση'' που αναζητούσε τις γυναίκες σε ένα ανοργάνωτο σύνολο χώρων και τομέων: οικιακή εργασία, τηλεμάρκετινγκ, γλωσσική διδασκαλία, επισιτισμός, σύστημα υγείας. Με το παράδειγμα των Precarias, ο Shukaitis δείχνει ότι ''αντί να θεωρούμε τις διαπροσωπικές και ηθικές ανησυχίες ως συνακόλουθο και συμπλήρωμα των ριζοσπαστικών πολιτικών, η συναισθηματική αντίσταση αφορά το να δουλεύουμε ξεκινώντας από αυτές τις εντάσεις φροντίδας και σύνδεσης'' (62).

 

Το κεφάλαιο της Lena Eckert εξετάζει το contrasexual μανιφέστο της Beatriz Preciado και την έννοια της dildotopia που η Preciado εισήγαγε [1].Η Eckert πιστεύει ότι “είναι δυνατό να δημιουργηθεί ένας χώρος ανάμεσα στην ψυχανάλυση και την αναρχική έκφραση της εμπρόθετης δράσης (agency) μέσα στα πλαίσια της καθημερινής σεξουαλικής ζωής” (75). Για να το πετύχει, στηρίζεται στις έννοιες του Jack Halberstam και της Ira Livingston για το μετά-ανθρώπινο και στο Cyborg μανιφέστο της Donna Haraway. “Η έννοια της Preciado για την contrasexuality αναζητά να εξετάσει κριτικά την παραγωγή γνώσης σχετικά με το φύλο, το σεξ και τη σεξουαλικότητα”, γράφει η Eckert, “και πρέπει να γίνει κατανοητή ως ένας συγκεκριμένος τρόπος αμφισβήτησης την παραγωγής γνώσης, επιθυμίας και των διασυνδέσεών τους” (76). Χρησιμοποιώντας μια φουκωική “ανάλυση της δυνατότητας να αντισταθούμε στην πειθαρχική παραγωγή της σεξουαλικότητας όχι με το να παλεύουμε ενάντια στην απαγόρευση, αλλά με το να επεξεργαζόμαστε μία αντίθετη και ενάντια παραγωγικότητα”, το μανιφέστο της Preciado ζητά να “επανοικειοποιηθεί ή να μεταστρέψει παραδοσιακές έννοιες [για το φύλο και τη σεξουαλικότητα] με σκοπό να τις τοποθετήσει σε νέα πλαίσια” (77). Η contrasexuality τότε “είναι μια πρακτική για να ξε-γίνουμε ετεροσεξουαλικοί” (78).

 

Κάποιοι/ες αναγνώστες/ριες μπορεί να ξαφνιαστούν όταν θα πέσουν πάνω στη  συνέντευξη της Judith Butler, η οποία τελευταία έχει αρχίσει να σχετίζεται με αναρχικές συγκεντρώσεις, όπως το συνέδριο “The Anarchist Turn”, που διοργάνωσε το New School το Μάιο του 2011 [2]. Η Butler λέει ότι καταλαβαίνει τον αναρχισμό “σαν ένα κίνημα, που δεν λειτουργεί πάντα με ένα 'συνεχή' τρόπο” (93). Το ενδιαφέρον της Butler για τον αναρχισμό προέρχεται από δύο “σημεία αναφοράς”: τους Αναρχικούς Ενάντια στο Τείχος και “τον τρόπο με τον οποίο ο queer αναρχισμός αποτελεί μια σημαντική εναλλακτική στο ανερχόμενο κίνημα της γκέι ελευθεριακότητας (libertarianism)” (93). Η Butler εξηγεί τη δική της, ιδιαίτερη μορφή αναρχισμού:

 

Επομένως, ο αναρχισμός -με την έννοια που με ενδιαφέρει- έχει να κάνει με την αμφισβήτηση των 'νόμιμων' διαστάσεων της κρατικής εξουσίας και θέτει ενοχλητικά ερωτήματα σχετικά με την κρατική νομιμότητα. Το ζητούμενο δεν είναι να επιτευχθεί ο αναρχισμός σαν μια κατάσταση ή μια τελική μορφή για την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας. Είναι ένας αποδιοργανωτικός παράγοντας, αρπάζει την εξουσία, ασκεί την εξουσία, κάτω από συνθήκες όπου η κρατική βία και η νόμιμη βία αλληλοδιαπλέκονται  σε βάθος. Μ' αυτή την έννοια, έχει πάντα ένα σκοπό, και μια παροδική συνθήκη, αλλά δεν είναι ένας τρόπος ζωής ή ένα 'σκοπός' αυτός καθαυτός (94).

 

Αυτή η τελευταία πρόταση και η δήλωση της Butler σαν “προσωρινής” αναρχικής μπορεί να θεωρηθεί προβληματική για τους αναρχικούς, αλλά η επίδραση που ασκεί μιλάει από μόνη της, και η παρουσία της στις αναρχικές σπουδές προσφέρει στο πεδίο μία αξιοσημείωτη προσήλυτη, αν προτιμάτε.

 

Μετά από διαβάσματα της αναρχικής βιβλιογραφίας, με πιο σημαντικό την ανάλυση του Lewis Call για το “μετα-αναρχικό βίτσιο” στην Octavia Butler και τον Samuel Dleany, ο συνεκδότης Jamie Heckert προσφέρει μερικές “Φαντασιώσεις ενός αναρχικού δάσκαλου σεξ”. Εντυπωσιακός τόσο για το φιλοσοφικό του εύρος όσο και για το συναισθηματικό του βάθος, ο αυτοβιογραφικός αναστοχασμός του Heckert για τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι η ψυχή της συλλογής. Από τις αναμνήσεις του για τη ζωή σε μια συντηρητική πόλη και έναν αλκοολικό πατέρα, έως την εξιστόρηση του πώς αντιμετώπισε  πολλές από τις προκλήσεις της ζωής κατασκευάζοντας αυτό που ο ίδιος αποκαλεί 'φαντασιώσεις ανωτερότητας', η φωνή του Heckert είναι μια φωνή συμπόνοιας και σοφίας. “Πώς επηρεάζουν οι διαφορετικές μορφές καταπίεσης τις ικανότητές μας για σεξουαλική απόλαυση, για τη φροντίδα του εαυτού μας, για οικειότητα;” αναρωτιέται (161). Δεν μπορώ να αναπαράγω εδώ τις λεπτές αποχρώσεις των απαντήσεων του, αλλά αρκεί μόνο να πω ότι ο ίδιος και η συλλογή που συνεκδίδει προσφέρουν ένα καλό παράδειγμα του 'γίγνεσθαι-αναρχικός' (172).

 

Το “Αναρχισμός και Σεξουαλικότητα” αναμειγνύει την ποίηση με κοινωνιολογικές διασθήσεις σχετικά με την αναρχική οργάνωση, την αυτοβιογραφία με αναθεωρήσεις της αναρχικής ιστορίες, στιγμές οικειότητας με υπερεθνικά ερωτήματα. Σε αντίθεση με μορφές του κλασικού αναρχισμού, η μετα-αναρχική σκέψη αντιστέκεται στο τελεολογικός ύφος, προς όφελος συγκεκριμένων τρόπων του  γίγνεσθαι (becoming), και συχνά προτιμά τoν δημιουργικό πειραματισμό των μικροπολιτικών πρακτικών από ρυθμιστικές μακροπολιτικές φιλοδοξίες. Αυτή η ανθολογία συμπληρώνει ωραία μια σειρά από μετά-αναρχικά κείμενα γραμμένα από  ανθρώπους όπως ο Richard J.F. Day ο Todd May, ο Saul Newman, και ο Simon Critchley. Αυτό που χρειάζονται τώρα οι αναρχικές σπουδές είναι μια ανθολογία αφιερωμένη στον Αναρχισμό και τη Φυλή.

 

Βιβλιογραφία

Rousselle, Duane and Süreyyya Evren, eds. Post-Anarchism: A Reader. London: Pluto Press, 2011. Print.

 

[1] Αποσπάσματα από το Contrasexual μανιφέστο της B. Preciado υπάρχουν στο http://totalartjournal.com/archives/1402/the-contra-sexual-manifesto/.

 

[2] http://www.newschool.edu/eventdetail.aspx?id=64753

 

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης