Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Μπορούμε Να Αντέξουμε Τον Καπιταλισμό;

Μπορούμε Να Αντέξουμε Τον Καπιταλισμό;

Μπορούμε να συνεχίσουμε με το καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο; Πόσο ακόμα μπορεί να αντέξει ο καπιταλισμός

 

Ερωτήσεις προς τον George Caffentzis από το περιοδικό Factory : για τους μητροπολιτικούς ανταγωνισμούς

Factory: Σε πολλά από τα κείμενά σας σχετικά με την ενεργειακή κρίση αναφέρεστε στη καμπύλη Hubbert και στην σχετική βιβλιογραφία γύρω από την θεωρία του peak oil. Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι υπάρχει αντικειμενικότητα σε αυτή τη θεωρία ή μήπως είναι ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα των επιστημονικών λόμπι για τη διαχείριση της ενεργειακής κρίσης; Πιστεύετε ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τη βιβλιογραφία για την κλιματική αλλαγή;

Caffentzis: Αυτή είναι μια φορτισμένη εννοιολογικά ερώτηση και έτσι, πριν απαντήσω, θα ήταν σοφό εκ μέρους μου να κάνω ένα βήμα πίσω και να επανεξετάσω τις έννοιες που χρησιμοποιούνται στην ερώτηση - αντικειμενικότητα, ιδεολογία, επιστημονικό λόμπι, κλπ. - και να σας κάνω εγώ κάποιες ερωτήσεις. Φαίνετε ότι σκέφτεστε ότι υπάρχει κάτι ύποπτο σχετικά με το γεγονός ότι «τα επιστημονικά λόμπι» κατασκευάζουν «ιδεολογήματα» αντί αντικειμενικές θεωρίες για να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους ως διαχειριστές της «ενεργειακής κρίσης του πετρελαίου» ή «της κρίσης της κλιματικής αλλαγής». Έχετε δίκιο, αλλά οι υποψίες σας και ο σκεπτικισμός σας βασίζεται στην ικανότητα να μπορεί κάνεις να κάνει μια σαφή διάκριση μεταξύ αντικειμενικότητας (ότι τα συμπεράσματα βασίζονται σε αμερόληπτη έρευνα) και ιδεολογίας (ψευδείς ισχυρισμοί που υποκινούνται από ιδιοτελή συμφέροντα) στον τομέα της επιστήμης και ανάμεσα σε ένα επιστημονικό λόμπι και μια αμερόληπτη επιστημονική «επιτροπή για την αλήθεια». Αλλά μπορούν οι διακρίσεις αυτές να γίνουν; Εάν ναι, πώς; Τι συμβαίνει με τις υποψίες και το σκεπτικισμό σας, εάν οι διακρίσεις αυτές  δεν μπορούν να γίνουν με σαφήνεια;

Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά θα πρέπει να επιστρέψουμε στα βασικά και να επανεξετάσουμε τις έννοιες της επιστήμης και της γνώσης. Η άποψη ότι η επιστημονική γνώση είναι το προϊόν μιας εξωπραγματικής και προοδευτικής «γενικής νόησης» (General Intellect)[1] που λειτουργεί σύμφωνα με νόμους της λογικής (είτε αυτή είναι επαγωγική ή βασισμένη σε υποθετικο-αφαιρετική βάση) έχει εγκαταλειφθεί εδώ και δεκαετίες. Από τη δεκαετία του 1930, τουλάχιστον, η άποψη της επιστήμης και της επιστημονικής γνώσης έχει  «κοινωνικοποιηθεί». Αυτό που τώρα είναι  σύνηθες να ονομάζεται επιστημονική γνώση είναι μια «τεράστια συσσώρευση» (για να παραφράσουμε τον Μαρξ) προτάσεων και  τεχνογνωσίας που παράγεται σε τεράστιους αριθμούς από πιστοποιημένα μέλη της λεγόμενης «επιστημονικής κοινότητας», με το ακαδημαϊκό εργαστήριο, τις αίθουσες διδασκαλίας και τα επιστημονικά περιοδικά ως τους παραδειγματικούς τους θεσμούς τους.

Με ποιο τρόπο η επιστημονική γνώση παράγεται κοινωνικά; Κατά την άποψή μου, υπάρχουν δύο προεξέχοντα πρότυπα της επιστήμης που έχουν αναπτυχθεί, απηχώντας τις διάφορες πτυχές της Βουλής του Σολομώντα κατά τον  Μπέικον στην «Νέα Ατλαντίδα» που ενέπνευσε τελικά το σχηματισμό μιας από τις πρώτες επιστημονικές κοινότητες, την Βασιλική Εταιρεία του Λονδίνου για τη Βελτίωση της Γνώσης της Φύσης, το 1660.

Από την μια, η «κομμουνιστική άποψη», θεωρεί την επιστήμη ως ένα υποδειγματικό θεσμό της συνεταιριστικής εργασίας των οποίων τα προϊόντα είναι ελεύθερα διαθέσιμα στην ανθρωπότητα και ειδικά σε άλλους επιστήμονες για να συνεχίσουν τη διαδικασία συσσώρευσης της γνώσης. Είναι η τέλεια υλοποίηση της έννοιας «τα κοινά παράγουν  κοινά» που ο  Hardt και Negri ονομάζουν «βιοπολιτική παραγωγή» στο Κοινό Πλούτο - Commonwealth (Hardt και Negri 2009).

Από την άλλη είναι το «νεοφιλελεύθερο» μοντέλο που βλέπει την επιστήμη ως ένα ανταγωνιστικό αγώνα των επιστημόνων (ατομικά και σε προσωρινή ένωση με άλλους επιστήμονες) για την απόκτηση πλούτου, φήμη και προτεραιότητας στις «ανακαλύψεις» τους. Η επιστημονική γνώση, σύμφωνα με αυτή την άποψη, είναι το σύνολο των προτάσεων και της τεχνογνωσίας που είναι οι «νικητές» του αγώνα στην επιστημονική αγορά. Στο παρελθόν αυτή η άποψη της επιστήμης ως «αγορά ιδεών» χρησιμοποιούνταν μεταφορικά, αλλά από τη δεκαετία του 1980 αυτή η «αγορά» γίνεται στην κυριολεξία αληθινή, καθώς όλο και περισσότερο η επιστημονική γνώση εμπορευματοποιείται και  θεωρείται «πνευματική ιδιοκτησία»[2]. Διαφωνώ με τα δύο αυτά μοντέλα της επιστήμης. Όπως και με κάθε άλλο παραγωγικό οργανισμό σε μια καπιταλιστική κοινωνία, η επιστήμη είναι ένα αμφισβητούμενο έδαφος σε πολλά επίπεδα. Για παράδειγμα, ποιος είναι μέσα και ποιος είναι έξω από την επιστημονική «κοινότητα»; Τι συνιστά έναν επαγγελματία επιστήμονα; Είναι ένας/μια ψαράς ιχθυολόγος απλά επειδή αυτός / αυτή γνωρίζει πολλά για τη συμπεριφορά των ψαριών ή πρέπει αυτός / αυτή να έχει πτυχίο από ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα στη θαλάσσια βιολογία; Είναι η κοινή γνώση των φαρμακευτικών ιδιοτήτων ορισμένων φυτών που κατέχουν οι μητέρες στη νοτιοανατολική Νιγηρία επιστημονική γνώση ή πρέπει να σπουδάσουν βιοχημεία και να εκφράσουν τις γνώσεις τους σε διατριβές σε αναγνωρισμένα πανεπιστήμια για να θεωρούνται επιστημονικές απόψεις;

Όποια και αν είναι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά, είναι σαφές ότι οι επαγγελματίες επιστήμονες είναι μισθωτοί εργάτες, ως επί το πλείστον, και δεν ελέγχουν τα μέσα παραγωγής. (Αν και υπάρχουν καπιταλιστές ανάμεσά τους, όπως ο Craig Venter, του οποίου οι εταιρείες έχουν κατοχυρώσει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εκατοντάδες ανθρώπινα γονίδια). Όπως και με κάθε άλλο εργαζόμενο, τα προϊόντα της εργασίας τους διαμορφώνονται τόσο από τις απαιτήσεις του καπιταλιστικού περιβάλλοντος που κατοικούν (για παράδειγμα, τι έρευνες ζητούν οι εταιρείες και οι κυβερνητικές υπηρεσίες χρηματοδότησης για το τρέχον έτος), όσο και από τους αγώνες που ξεκινούν για να ορίσουν ένα αυτόνομο χώρο δράσης για τον εαυτό τους και τους συνανθρώπους τους. Μερικές φορές οι αγώνες είναι ανοιχτοί, για παράδειγμα, στο αντι-πυρηνικό κίνημα υπήρχαν πολλοί «προδότες» και «πληροφοριοδότες», που αποκάλυψαν από μέσα τους κινδύνους της πυρηνικής ενέργειας, από την αρχή μέχρι το τέλος. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, δεν είναι εύκολο να διακρίνει κανείς τις γραμμές  του αγώνα στο οικοδόμημα της επιστήμης, αλλά είναι εκεί, ακριβώς όπως είναι δύσκολο να δούμε τον αγώνα κατά μήκος της γραμμής συναρμολόγησης στα γυαλιστερά αυτοκίνητα που προκύπτουν από αυτή την γραμμή και περιμένουν στον εκθεσιακό χώρο που θα πωληθούν ... εκτός και αν κοιτάξετε προσεκτικά κάτω από την κουκούλα για να βρείτε τα ίχνη του! Η ιστορία αυτού του κρυμμένου ταξικού αγώνα στην επιστήμη περιμένει να γραφτεί.

Η επιστημονική γνώση είναι οι συσσωρευμένες προτάσεις και τεχνογνωσίες οι οποίες παράγονται από επιστήμονες και αυτές οι προτάσεις και τεχνογνωσίες είναι ανοικτές στην οικειοποίηση από εκείνους που έχουν τόσο την ικανότητα να τις αποκωδικοποιήσουν όσο και πιο σημαντικά τον  πλούτο για την αγορά τους. Αυτή η γνώση δεν είναι ένας «αντικειμενικός» καθρέφτης της Φύσης, είναι απλά το διαπιστευμένο προϊόν αυτής της διαδικασίας κοινωνικής παραγωγής. Έτσι, δεν υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ της επιστήμης η οποία είναι πραγματική και αμερόληπτα αντικειμενική και της επιστήμης η οποία είναι ψευδής και έχει στόχο την παραγωγή ιδεολογημάτων. Αυτό που συμβαίνει είναι απλώς ότι ορισμένες προτάσεις και τεχνογνωσίες είναι κεντρικής σημασίας για κάποιο συγκεκριμένο τομέα γνώσης από ότι για άλλους και η κεντρικότητα είναι μια διαρκώς μεταβαλλόμενη θέση. Έτσι, για παράδειγμα, «ο δεύτερος νόμος της Θερμοδυναμικής» ή «ο νόμος της εντροπίας» αναφέρονται σε ένα όριο στη μετατροπή της θερμότητας σε έργο (κατάλληλα καθορισμένο) για κλειστά συστήματα. Είναι μια πρόταση που βρίσκεται στο επίκεντρο της επιστημονικής γνώσης για σχεδόν ενάμιση αιώνα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ερμηνεία του νόμου, τόσο τεχνολογικά όσο και πολιτικά, και η χρήση του για την υποστήριξη για πολιτικούς και τεχνολογικούς σκοπούς δεν είναι ιδεολογική. Ο νόμος της εντροπίας έχει χρησιμοποιηθεί από ελιτιστές για να υποστηρίξουν την ανάγκη διατήρησης των προνομίων των πλουσίων (Henry Adams) και έχει χρησιμοποιηθεί από τους οικολόγους για την διατήρηση πόρων (Jeremy Rifkin). Παρομοίως, η οριακότητα των ορυκτών καυσίμων στη γη μπορεί να έχει κεντρική θέση στη σύγχρονη γεωλογία (άλλωστε μέχρι και τις αρχές της σύγχρονης εποχής τα πολύτιμα μέταλλα που εξορύχτηκαν αντιμετωπίστηκαν σαν  λαχανικά που μπορούν να καλλιεργούνται επ’ αόριστον), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η χρήση αυτής της οριακότητας μπορεί να δικαιολογήσει ότι η παραγωγή βιοκαυσίμων ή ότι η παραγωγή ηλιακών πάνελ είναι «αντικειμενική». Τέλος, η υπόθεση της αλλαγής του κλίματος είναι αναμφίβολα βασισμένη σε ορισμένες σαφώς καλά εξετασμένες διεργασίες, όπως το «φαινόμενο του θερμοκηπίου», αλλά το βασικό ερώτημα είναι αν οι συνέπειες αυτού του φαινομένου συμβούν μέσα στα χρονικά όρια που έχουν προβλεφθεί.

Άλλωστε, το αναπόφευκτο του θανάτου θέτει ένα όριο για κάθε έναν από εμάς, αλλά αυτό δεν σταματά τις δυνητικά άπειρες αντικρουόμενες ερμηνείες αυτού του αναπόφευκτου  που μπορούν να ενισχύσουν τη δύναμη του ενός ή του άλλου ερμηνευτή σε αυτή τη ζωή!

Ως εκ τούτου, θα ήθελα να συμμεριστώ τον σκεπτικισμό σας σχετικά με τους υποστηρικτές της θεωρίας του Peak Oil, αυτούς τους ενθουσιώδεις που βλέπουν τις αυξήσεις των τιμών του πετρελαίου κατά τον επόμενο ενάμιση αιώνα ως ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα και θα προσπαθήσω να βρω τα ταξικά κίνητρα που εμψυχώνουν τον λόγο τους (και φαίνεται να τυφλώνουν πολλούς ώστε να μην βλέπουν την εντελώς λάθος πρόβλεψη του M. King Hubbert στην ανάπτυξης της πυρηνικής ενέργειας στη διάσημη εργασία του με τίτλο «Η πυρηνική ενέργεια και τα ορυκτά καύσιμα», που γράφτηκε το 1956).  Αυτό που έχω κάνει στα γραπτά μου είναι να αποφετιχοποιώ και να αποφυσικοποιώ την θεωρεία σχετικά με το Peak Oil. Δεν το έχω κάνει αυτό, ωστόσο, απλά για να φετιχοποιήσω και να φυσικοποιήσω τη δική μου θέση σχετικά με τη μετάβαση από μια καπιταλιστική οικονομία της ενέργειας που βασίζεται στο πετρέλαιο. Υποστηρίζω μια μετάβαση που αφήνει τους εργαζόμενους με περισσότερο έλεγχο των μέσων παραγωγής ενέργειας (με τη διαβεβαίωση ότι, ανεξάρτητα από τα όποια ελαττώματα της εξουσίας της εργατικής τάξης, η αύξησή της θα είναι καλύτερη από ό,τι έχει να προσφέρει η εντατικοποίηση της εξουσίας του κεφαλαίου). Μήπως αυτό με κάνει μέλος του αντι-καπιταλιστικού λόμπι; Και αν ναι, είμαι προκατειλημμένος στην πραγματοποίηση αυτής της απάντησης;

Factory: Σε συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα σε τοπικό επίπεδο στην Ελλάδα υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση για τους επερχόμενους τοπικούς αγώνες που αφορούν τη διαχείριση της ενέργειας, την οικονομική κρίση και της επικείμενη κοινωνική αναδιάρθρωση. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να δούμε αγώνες λόγω της αύξησης των τιμών της βενζίνης, της ΔΕΗ, της θέρμανσης, κλπ. Την ίδια στιγμή, ανακοινώσεις γίνονται για τα μεγάλα αναπτυξιακά έργα και τις επενδύσεις που βασίζονται στην ανάγκη για κερδοφορία για την έξοδο από την κρίση, επιδιώκοντας την τοπική κοινωνική συναίνεση. Επίσης, γνωρίζουμε ότι παρόμοια προβλήματα ανακύπτουν σε άλλες χώρες, ιδιαίτερα στον αναπτυσσόμενο κόσμο, με την εμφάνιση των κινήσεων, όπως το MST, Via Campesina, κλπ. Πώς μπορούν όλοι αυτοί οι τοπικοί αγώνες και οι διεκδικήσεις να γνωστοποιούνται και να γίνονται κατανοητοί ως μέρος των  κοινωνικών κινημάτων που ολοένα και αυξάνονται;

Caffentzis: Η πορεία προς μια «παγκόσμια ενεργειακή επανάσταση» δεν είναι ούτε απλή ούτε εύκολη. Οι τοπικές μορφές αντίστασης δεν θα συσσωρεύονται αυτόματα γύρω από κάποια  πολιτική  ένωση. Επιπλέον, υπάρχουν πολλές διαφοροποιήσεις στα κινήματα που έχουν ως στόχο να αποσπάσουν τον έλεγχο της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων πετρελαίου και αερίου από τις εταιρείες ενέργειας.

Και, δυστυχώς, καμιά «κρίση» (είτε γεω-φυσική ή οικονομική) δεν θα είναι ο από μηχανής θεός που θα ανασυνθέσει την αντίσταση και θα κατευθύνει την πορεία του αγώνα σε ένα νικηφόρο τέλος. Γιατί, όπως επισημάνατε, το κεφάλαιο εξακολουθεί να κατέχει την κοινωνική-οικονομική δομή, η οποία είναι σε θέση να δημιουργήσει μεγάλα αναπτυξιακά έργα σε ολόκληρο τον κόσμο και να χρησιμοποιήσει την παρούσα κρίση για να επιχειρήσει ένα άλμα στη διαδικασία της συσσώρευσης, παρόλο που είναι αντιμέτωπο με μια τεράστια ποικιλία από αντίθετες δυνάμεις. Τέτοιες αντίθετες προς το κεφάλαιο δυνάμεις είναι οι τοπικές κοινωνίες (π.χ., στο Δέλτα του Νίγηρα και στη λεκάνη του Αμαζονίου), οι οποίες υποστηρίζουν τη συλλογική ιδιοκτησία του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που βρίσκεται κάτω από τα πόδια τους, καθώς και τα ισλαμικά κινήματα που υποστηρίζουν το UMMA, μια θεϊκή ιδιοκτησία των αποθεμάτων του πετρελαίου που βρίσκεται σε ισλαμικές χώρες από την Αλγερία έως την  Ινδονησία. Οι αγώνες αυτοί αποτελούν μια «πολιτική καμπύλη του Hubbert»,  δηλαδή μια συνάρτηση των τιμών μέτρησης της έντασης του αγώνα που δεν «συμπεριφέρεται» τόσο καλά όπως η παλιά κωδωνοειδή καμπύλη του Hubbert. Αυτοί οι αγώνες προκύπτουν από την αναζήτηση των εταιρειών ενέργειας για νέες πηγές ορυκτών καυσίμων στα γεωλογικά και πολιτικά όρια του πλανήτη (από τον βαθύ πυθμένα του ωκεανού, στην Αρκτική, και από την πίσσα-άμμο στο Αμαζόνιο).

Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε ένα ευρύ αντιθετικό πεδίο και μια εξαιρετικά οργανωμένη μορφή κεφαλαίου έχει σημαντικό αντίκτυπο στην τιμή του πετρελαίου. Ας θυμηθούμε ότι μεγάλο μέρος της τιμής του πετρελαίου αποτελείται από ενοίκια και μεταφερόμενη αξία, αλλά το κόστος παραγωγής περιλαμβάνει μια συνεχή αυξανόμενη στρατιωτική (και νομική)  δαπάνη που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την εκτίμηση του κόστους παραγωγής. Ας πάρουμε για παράδειγμα το σχεδιασμό για την κατασκευή αγωγού στο Δυτικό Καναδά. Την στιγμή που ιθαγενείς άρχισαν να προβάλλουν αντιρρήσεις για το έργο, ένα κύμα επιφυλακτικότητας διαπέρασε τους επενδυτές και τους συμβούλους τους. «Οι εδαφικές διεκδικήσεις των ιθαγενών τρόμαξαν τους επενδυτές», αναφέρει ο Robert Johnson, ο οποίος ανήκει στα ανώτερα διευθυντικά στελέχη του Eurasia Group, η οποία ισχυρίζεται ότι είναι η «ηγετική παγκόσμια εταιρία συμβούλων στην έρευνα πολιτικού κινδύνου και παροχής συμβουλών», και πρόσφατα ισχυρίστηκε σε μια διάσκεψη για την ενέργεια, σύμφωνα με άρθρο στην εφημερίδα Edmonton ότι «τo επίπεδο εμπιστοσύνης μου [στο έργο] έχει μειωθεί αρκετά, δυστυχώς.» (Dembicki, 2011). Είναι αλήθεια, ότι δεν υπάρχει εμπειρική ένδειξη την οποία να γνωρίζω και η οποία θα μπορούσε να μετρήσει την επίδραση των αγώνων των ιθαγενών λαών στη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά δεν υπάρχει καμία αμφιβολία στο μυαλό μου (και στο μυαλό των ανθρώπων όπως ο Robert Johnson) ότι αυτή η επίδραση είναι τεράστια και αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο.

Αξίζει λοιπόν να δούμε τις οικονομικές συνέπειες της πολιτικής αντίστασης τις οποίες αντιμετωπίζουν οι εταιρίες πετρελαίου. Πάνω σε αυτό το ζήτημα ο Nassau Senior[3], παίρνοντας ότι καλύτερο από τον Μαρξ,  αναγνώρισε ότι το κεφάλαιο έχει ανάγκη να ασκεί βία για αρκετό καιρό μετά την περίοδο της αρχικής πρωταρχικής συσσώρευσης[4]. Ο Senior ισχυρίστηκε ότι λόγω της «ασταθούς κατάστασης μιας χώρας», οι στρατιώτες που πρέπει να φρουρούν συγκεκριμένες περιοχές παράγουν έργο, εξίσου σημαντικό με τους αγρότες που σπέρνουν και δρέπουν. Ο Senior υποστηρίζει ότι ο στρατιώτης είναι εξίσου ζωτικής σημασίας, με τον σκυφτό εργάτη, το όπλο είναι τόσο σημαντικό όσο η σκαπάνη. Βέβαια μπορεί να είναι αλήθεια ότι «δεν μπορεί να κανείς να σκάψει – να εξορύξει τον άνθρακα με ξιφολόγχες», αλλά τι θα συνέβαινε αν κανένας δεν ήταν σε θέση να εξορύξει άνθρακα χωρίς την απειλή των οπλών, τότε οι ξιφολόγχες και οι στρατιώτες που τις κρατούν δεν είναι εξίσου  παραγωγικοί, με τα φτυάρια και τους ανθρακωρύχους τους;

Η ανταπάντηση του Μαρξ στον Senior φανερώνει μια από τις μεγάλες αποτυχίες του, της κατηγοριοποίησης η οποία δυστυχώς, ήταν χαρακτηριστική σε ένα μεγάλο μέρος της εργασίας του σχετικά με τις έννοιες της παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας.  Γράφει: «Ο στρατιώτης ανήκει στα γενικά έξοδα (faux frais) της παραγωγής, όπως και ένα σημαντικό μέρος των μη παραγωγικών εργατών, που οι ίδιοι δεν παράγουν τίποτα, ούτε στον τομέα της πνευματικής, ούτε στον τομέα της υλικής παραγωγής, αλλά είναι μόνο ωφέλιμοι, απαραίτητοι, λόγω των λειψών κοινωνικών σχέσεων – χρωστούν την ύπαρξη τους στα κοινωνικά δεινά» (Marx 1863:310). Αν οι «λειψές κοινωνικές σχέσεις και δεινά» εξαφανίζονταν «οι υλικές συνθήκες παραγωγής, οι συνθήκες της γεωργίας ως τέτοιες, παραμένουν ως έχουν». Είναι επειδή η στρατιωτική παρουσία δεν αποτελεί μέρος των «κανονικών συνθηκών παραγωγής» και έτσι δεν επηρεάζει τον «κοινωνικά απαραίτητο εργατικό-χρόνο», ο οποίος καθορίζει την αξία των αγαθών που παράγονται κάτω από τη σκιά του όπλου, που σημαίνει ότι στρατιωτικές δαπάνες (π.χ. , ο μισθός του στρατιώτη και το κόστος του  ντουφεκιού του) είναι «τυχαίες;» Τι γίνεται όμως αν οι «ελαττωματικές κοινωνικές σχέσεις και δεινά» ήταν απλά ο ίδιος ο καπιταλισμός; Τι θα συμβεί αν οι ένοπλες δυνάμεις «Φωτιά και Αίμα» (fire and blood), οι οποίες χρειάζονταν να περικλείουν κάποια περιοχή εξακολουθούν να χρειάζονται για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το χτίσιμο φρακτών που θα κρατούσαν τους εκτοπισμένους μακριά από την γη τους; Τι θα συμβεί αν ο «κανόνας» των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων δεν γίνει ποτέ αποδεκτός ως «κανονικότητα» από μεγάλα κοινωνικά κομμάτια των οποίων η γη βίαια απαλλοτριώθηκε και των οποίων οι κοινότητες καταστράφηκαν; Το όνειρο του κεφαλαίου να γίνει μια «δεύτερη φύση» όλο και περισσότερο μετατρέπεται σε εφιάλτη, ιδίως στις περιοχές του πλανήτη που παράγουν πετρέλαιο.

Σίγουρα το κεφάλαιο έχει προ πολλού  συμφιλιωθεί με την αβεβαιότητά του και την ιστορική του μη κανονικότητα. Αλλά έχει ακόμα κοινωνικοποιήσει πολλές από τις δαπάνες της παραγωγής, ιδίως το κόστος της στρατιωτικής στήριξης για να κρατήσει τον έλεγχο του εδάφους και τη ροή πετρελαίου και φυσικού αερίου γύρω από τον πλανήτη. Αυτή η διαδικασία κοινωνικοποίησης μοιάζει με το «δώρο» που έδωσε το βρετανικό κράτος στους καπιταλιστές στην Ινδία με τη μορφή των στρατιωτικών δαπανών στα μέσα του 19ου αιώνα. Πολλοί αντι-ιμπεριαλιστές του 19ου αιώνα, όπως ο Μαρξ, επέκριναν τη στρατιωτική επένδυση της Βρετανίας στους πολέμους για το όπιο ως «σπατάλη». Ωστόσο ο Μαρξ επίσης συνειδητοποίησε ότι αυτή η κριτική ήταν άσκοπη, καθώς η προστασία του εμπορίου του οπίου (και η χρηματοδότηση των πολέμων του οπίου) πληρώνονταν από χρήματα των φορολογουμένων, δηλαδή, ήταν ένα «δώρο» από το βρετανικό προλεταριάτο στο κεφάλαιο. Σήμερα οι εκατοντάδες στρατιωτικές βάσεις από την Κολομβία έως  το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Κουβέιτ είναι τα «δώρα» του αμερικάνικού προλεταριάτου (ή, ίσως, η ανθρώπινη θυσία) στους θεούς του πετρελαίου και του φυσικού  αέριου - τις εταιρίες ενέργειας, οι οποίες έχουν τα μεγαλύτερα εισοδήματα από όλους (ξεπερνώντας τα έσοδα των υποδειγματικών «γνωστικών καπιταλιστικών» επιχειρήσεων συμπεριλαμβανομένων της Microsoft και της Cisco ).

Factory: Στο κείμενό σας «Όλα πρέπει να αλλάξουν έτσι ώστε τα πάντα να παραμείνουν τα ίδια» αναφέρεστε ότι ένας από τους κινδύνους που ο καπιταλισμός έχει να αντιμετωπίσει κατά τη μετάβαση από το πετρέλαιο σε εναλλακτικές πηγές είναι «να εμποδίζει οποιαδήποτε επαναστατική, αντί -καπιταλιστική στροφή της μετάβασης αυτής». Υπάρχουν ενδείξεις μιας πιθανής μη καπιταλιστικής διαχείρισης για τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας, όταν χρειάζεται εξειδικευμένη γνώση για την κατασκευή αυτών των εγκαταστάσεων και των μεγάλων χρηματοδοτήσεων που απαιτούνται για να  κατασκευαστούν αυτές; Θα θέλατε να μας δώσετε μερικά παραδείγματα; Πιστεύεται πως τον ηγετικό ρόλο σε αυτά των γεγονότα θα διαδραματίσουν οι τοπικές κοινότητες ή οι εργάτες που εργάζονται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας;

Caffentzis: Για να σας απαντήσω, ευτυχώς έχω στα χέρια μου ένα πρόσφατα δημοσιευμένο βιβλίο που εκδόθηκε από τον Kolya Abramsky, «Προκαλώντας μια παγκόσμια επανάσταση Ενέργειας: Κοινωνικοί αγώνες για τη μετάβαση σε έναν μετά -πετρελαϊκό κόσμο» (Abramsky 2010). Είναι κυριολεκτικά μια εγκυκλοπαίδεια πολιτικών και αγώνων της μετάβασης της ενέργειας που παραθέτει ορισμένα εναλλακτικά σχέδια ενέργειας και αξιολογεί τις αντικαπιταλιστικές τους δυνατότητές  σε όλο τον κόσμο.

Έχετε δίκιο, πολλά εναλλακτικά σχέδια ενέργειας απαιτούν σημαντικά χρηματικά ποσά και τεχνικές γνώσεις. Οι ανεμογεννήτριες και οι ηλιακοί συλλέκτες που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια δεν είναι φθηνοί. Για παράδειγμα, μια εμπορική 2MW ανεμογεννήτρια κοστίζει περίπου 3.000.000 δολάρια, ενώ μια μικρότερη τουρμπίνα 10kW (κατάλληλη για την τροφοδότηση ενός σπιτιού) κοστίζει περίπου 40.000 δολάρια, ενώ ένα ηλιακό πάνελ ηλεκτρικής ενέργειας 225 Watt μπορεί να κοστίζει περίπου $ 600 και  μπορεί να χρειάζονται 20.000 δολάρια για να τροφοδοτηθεί ένα σπίτι με αυτά τα πάνελ. Το κόστος αυτό δεν περιλαμβάνει επισκευές (τα κιβώτια ταχυτήτων για τις τουρμπίνες είναι πασίγνωστα για τα προβλήματά τους και η επισκευή ηλιακών συλλεκτών δεν είναι μια δουλειά για τους τεχνοφοβικούς). Πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι η διάρκεια ζωής των ανεμογεννητριών είναι περίπου 20 χρόνια και των ηλιακών πάνελ είναι 30 χρόνια και ότι η αστάθεια των ανέμων και της ηλιοφάνειας θα μπορούσε να απαιτήσει να χρησιμοποιήσετε το ηλεκτρικό ρεύμα σε μερικές περιπτώσεις.

Υπάρχουν μερικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση του προβλήματος που αναφέρετε που περιγράφονται στο βιβλίο του Kolya Abramsky. Πρώτον να επινοηθούν μη καπιταλιστικοί τρόποι αντιμετώπισης των νομισματικών-χρηματικών επενδύσεων και τεχνική εμπειρία στο επίπεδο των σύγχρονων εναλλακτικών μονάδων παραγωγής ενέργειας. Δεύτερον να δημιουργηθεί ένας τρόπος παραγωγής εναλλακτικής ενέργειας σε πολύ χαμηλότερο κόστος από το μέσο βιομηχανικό επίπεδο και με διάχυση της από-εξειδικευμένης (δικιά μου λέξη κλειδί) γνώσης.

Ένα καλό παράδειγμα του πρώτου μοντέλου παρουσιάζεται από την ομάδα Yansa (Sparking a Worldwide Energy Revolution, σελ. 698-627). Έχουν ξεκινήσει μία περίτεχνη δομή που συμπεριλαμβάνει: 1) ένα «παγκόσμιο ίδρυμα» που θα έρχεται σε διαπραγμάτευση με κοινότητες πλούσιες σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας (ιδιαίτερα σε αιολική) και θα παρέχουν την οικονομική και τεχνική εξειδίκευση για την κατασκευή «μονάδων παραγωγής μεγάλης κλίμακας για την εξυπηρέτηση του δικτύου» με σημαντικά καλύτερους όρους από τις καπιταλιστικές εταιρίες, 2) μία εταιρεία κοινοτικού συμφέροντος που θα αναπτύσσει τεχνολογική εξειδίκευση, θα αναλαμβάνει την έρευνα και την ανάπτυξη στον τομέα των ΑΠΕ, θα κατασκευάζει και θα πουλάει εξοπλισμό ΑΠΕ, και 3) «μία περιορισμένης ευθύνης εταιρία χαμηλού-κέρδους» με αμοιβαία κεφάλαια χρηματοδότησης η οποία θα υποστηρίζεται από επενδυτές (θεσμικούς και ιδιώτες) που «ενδιαφέρονται για την πραγμάτωση θετικής οικονομικής και κοινωνικής επίδρασης μέσω των επενδύσεών τους ενώ θα λαμβάνουν [ήπια] ανταποδοτικά οφέλη.

Με δύο λόγια, η ομάδα Yansa επιχειρεί να χρησιμοποιήσει καπιταλιστικούς θεσμούς -ιδρύματα, εταιρίες κοινοτικού συμφέροντος, αμοιβαία κεφάλαια- ενάντια στον ίδιο τους τον εαυτό, ώστε να δημιουργήσουν ένα δίκτυο κοινοτήτων που τελικά θα αποτελέσει μία «κοινοτικά οδηγούμενη μετάβαση στις ΑΠΕ και έτσι σε μία περισσότερο δίκαιη, εξισωτική και βιώσιμη οικονομία». Τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά για το εάν αυτή η προσέγγιση του «δούρειου ίππου» η οποία χρησιμοποιεί την ενεργειακή μετάβαση με αντικαπιταλιστικούς σκοπούς θα πετύχει. Παρόλα αυτά, η συνεχόμενη πίεση της κρίσης κερδοφορίας, το επιβραδυνόμενο βήμα του «Green New Deal» και η δυναμική είσοδος του κινέζικου κεφαλαίου στην βιομηχανία αιολικής ενέργειας καθορίζουν τα όρια και τις προοπτικές για την παραπάνω αμφισβητούμενη στρατηγική.

Ένα καλό παράδειγμα στρατηγικής προέρχεται από την χώρα σας, αναφέρομαι στη συλλογικότητα FARMA από την Αθήνα η οποία παρουσίασε την εμπειρία της στην δημιουργία φθηνών τουρμπίνων αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα και στην επαρχία Τσιάπας, στο Μεξικό. Η συλλογικότητα δημοσίευσε ένα άρθρο που περιγράφει της δραστηριότητές της στο βιβλίο του Abramsky (ο.π. 600-607). Η FARMA είναι μία από τις πολλές πρωτοβουλίες παγκοσμίως που προσπαθεί να διαφύγει τους περιορισμούς του χρήματος και της εξειδικευμένης γνώσης που τίθενται από την προσαρμογή της εναλλακτικής ενεργειακής παραγωγής. Η πρακτική της συμπεριλαμβάνει την εκμάθηση στην δημιουργία και εγκατάσταση αυτοσχέδιων ανεμογεννητριών μετά από πολλά πειράματα με την βοήθεια της συλλογικότητας Escanda από την Ισπανία. Αυτή η γνώση κατέστησε ικανή την χρήση ανταλλακτικών και φθηνότερων υλικών για την μείωση του κόστους των ανεμογεννητριών. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της FARMA «μία χειροποίητη αυτοσχέδια προσέγγιση στην κατασκευή τουρμπίνας runner and casing, του στροβιλοφόρου κινητήρα μίας γεννήτριας 8kW, μπορεί να μειώσει σημαντικά το κόστος, τυπικά εξοικονομώντας περίπου 10.000 Ευρώ σε σύγκριση με προϊόντα που κατασκευάζονται στις ΗΠΑ και την Ευρώπη» (ο.π.604).

Μία άλλη όψη της προσπάθειας που κάνει η FARMA είναι ότι «από-εξειδικεύει» την τεχνική γνώση και την κάνει ευρέως διαθέσιμη οργανώνοντας εργαστήρια στην Αθήνα και στην Τσιάπας πάνω στο αντικείμενο της κατασκευής - συντήρησης ανεμογεννητριών με σκοπό την αντιιεραρχική μεταβίβαση της γνώσης.

Αν και αυτή η αυτοσχέδια προσέγγιση στην ενεργειακή μετάβαση έχει μία προφανή σύνδεση με αντικαπιταλιστικά ιδανικά (αυτονομία, σχέσεις ισότητας, αλληλεγγύη), έχει και τα όριά της τόσο με όρους διανομής όσο και έντασης.

Το πρόβλημα της διανομής έχει τις ρίζες του στο γεγονός ότι μερικές περιοχές είναι πλούσιες σε άνεμο και ηλιακή ακτινοβολία ενώ άλλες δεν είναι. Πώς μπορεί να διανεμηθεί ισότιμα το άνισο χάρισμα με έναν μη-καπιταλιστικό τρόπο; Θα έπρεπε να υπάρχουν περιφερειακά ηλεκτρικά δίκτυα; Πώς θα μπορούσε να αντισταθμιστεί η μετάβαση του ηλεκτρισμού από υψηλής αιολικής και ηλιακής έντασης περιοχές στις περιοχές χαμηλής έντασης; Θα έπρεπε να γίνεται στην βάση μίας χαριστικής οικονομίας;

Επίσης, υπάρχουν όρια στην ένταση ενέργειας που αντιμετωπίζουν οι σύγχρονες αυτοσχέδιες τεχνολογίες (είτε ευτυχώς είτε δυστυχώς) που καθιστούν μερικές μορφές παραγωγής μη-λειτουργικές. Αυτό μπορεί να μην είναι τόσο κακό με μορφές παραγωγής όπως το λιώσιμο του αλουμινίου που είναι εγγενώς ρυπογόνος και θα έπρεπε να περιοριστεί με αυστηρότητα, αλλά υπάρχουν μορφές τεχνολογίας που δεν θα μπορούσαμε να αποχωριστούμε με ευχαρίστηση. Για παράδειγμα, υπάρχει τώρα ένα έντονο ενδιαφέρον στην χρήση τεχνολογίας Η/Υ για την επίλυση πολλών τόσο χωροταξικών όσο και σχεδιαστικών προβλημάτων του μετα-καπιταλιστικού κόσμου. Αλλά οι υπολογιστές δεν λειτουργούν με «αέρα» (όπως λέγανε παλιότερα), απαιτούν προς το παρόν τεράστιες ποσότητες ηλεκτρισμού και αυτή η ανάγκη δεν μπορεί με σαφήνεια να ικανοποιηθεί με την χρήση αυτοσχέδιων τεχνολογιών.

Η τελική ερώτηση που θέτεται δεν γίνεται να απαντηθεί με μία απάντηση. Όπως έχουν δείξει αναρίθμητες μελέτες επαναστατών εργοστασιακών εργατών του 19ου και 20ου αιώνα, δεν υπάρχεί πολιτικός διαχωρισμός μεταξύ της κοινότητας των εργατών και του εργοστασίου. Η επιτυχία των μεγάλων καθιστικών καταλήψεων των εργοστασίων του Detroit εξαρτήθηκαν από την υποστήριξη των εργατικών κοινοτήτων (ιδιαίτερα των γυναικών) και, αντίστροφα, οι αστικές εξεγέρσεις του 1960 στο Detroit εξαρτήθηκαν από την ενεργή συμμετοχή των εργατών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Είμαι σίγουρος ότι παρόμοιοι συντονισμοί θα αποτελέσουν τον κανόνα στην απερχόμενη μετάβαση.

Factory: Για την πλειοψηφία των συνδικάτων των ενεργειακών εργατών (παρόλο που υπάρχουν και εξαιρέσεις) ζητήματα όπως αυτό της κλιματικής αλλαγής δεν υπάρχουν ή εξετάζονται διασταλτικά μόνο με όρους ασφάλειας της εργασίας. Ποια θα μπορούσε να είναι η οργανωτική μορφή που θα αντιμετωπίζει ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή και η εξάντληση των φυσικών πόρων; Δηλαδή, ποια μορφή κοινωνικής οργάνωσης θα μπορούσε να εκφράσει μια επικοιδομητική κριτική στον καπιταλισμό με βάση την προοπτική της κοινωνικής αυτονομίας και η οποία θα δίνει απαντήσεις σε οικολογικά και κοινωνικά ζητήματα; Είναι κάτι που θα προκύψει μέσα από τοπικούς αγώνες, συνελεύσεις γειτονιών και μέσα από διαδικασίες που θα διεκδικήσουν τη διαχείριση των ενεργειακών πόρων σε περιοχές που οι αγώνες θα λάβουν χώρα ή αυτό μπορεί να συμβεί μόνο μετά από μια γενική συνειδητοποίηση της κοινής ταυτότητας των εργατών και οργάνωσής τους σε κοινά σωματεία τόσο για τους ενεργειακούς εργάτες όσο και για τους εργάτες σε πράσινες δουλειές και μέσα από τις αρνήσεις που θα προκύψουν ενάντια στον πράσινο καπιταλισμό;

Caffentzis: H κατάσταση που αντιμετωπίζουμε με τα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής και την διαχείριση των φυσικών πόρων είναι χαρακτηριστικά της εποχής μας: υπάρχει πλέον η αναγνώριση της ύπαρξης των «πλανητικών κοινών» (η ατμόσφαιρα, το υπέδαφος, οι ανοιχτοί ωκεανοί, το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα, το γονιδίωμα) που θέτουν απεριόριστες δυνατότητες αλλά ταυτόχρονα τρομερές απειλές. Βάζω την φράση «πλανητικά κοινά» σε εισαγωγικά γιατί απλά δεν υπάρχει πλανητική κοινότητα που μπορεί να τα διεκδικήσει και να αποκτήσει έναν αποτελεσματικό έλεγχο και αμοιβαία συμφωνία για την πρόσβαση στην σφαίρα επιρροής τους.

Όντως, τα πλανητικά κοινά είναι κοινά μόνο στο όνομα. Σίγουρα δεν αποτελούν ακόμα μέρος των αντικαπιταλιστικών κοινών καθώς δεν υπάρχει καμία αντικαπιταλιστική παγκόσμια κοινότητα που να έχει πρόσβαση σε αυτά με οργανωμένο τρόπο. Οι μόνες οργανώσεις που αξιώνουν και λειτουργούν με βάση αυτό το δικαίωμα είναι οργανώσεις όπως τα Ηνωμένα Έθνη (και τα υποκατάστατά τους όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ), που είναι άμεσα ελέγξιμες από το κεφάλαιο και τα περισσότερο ισχυρά έθνη κράτη. Με άλλα λόγια, αν διερευνήσουμε το πεδίο των δυνάμεων που αφορά τα ζητήματα που αναφέρατε δεν βρίσκουμε μία εναλλακτική οργανωτική μορφή που μπορεί να διεκδικήσει την νομιμότητα για τα πλανητικά κοινά. Οι καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας και ενοικίασης διαπερνούν αυτό τον τομέα αλλά συναντούν τεράστια αντίσταση η οποία δεν έχει συνασπιστεί σε μία οργάνωση ή οργανωτική μορφή. Πράγματι, βλέπουμε ότι μορφές γενικευμένης αντίστασης λαμβάνουν χώρα στις περιπτώσεις των λιγότερο ισχυρών εθνών κρατών, όπως λ.χ. η Βολιβία όπου οι τοπικές κοινότητες απαιτούν μεγαλύτερα αντισταθμιστικά οφέλη από τις μεταφερόμενες αξίες και τα ενοίκια, τα οποία θα έπρεπε να πηγαίνουν στους πολίτες και στους commoners[5].

Δεν βλέπω ούτε κάποιο εργατικό συνδικάτο που να παράγει ενεργειακή τεχνολογία σε σχέση με την μετάβαση ούτε κάποιο δίκτυο τοπικών συνελεύσεων το οποίο συνειδητά να πάρει τον έλεγχο των πλανητικών κοινών στα οποία αναφέρθηκα. Έχω πάντως τα μάτια μου ανοιχτά.

Factory: Ποια είναι η προοπτική της ανάδυσης μιας σταθερής-στερεής εργατικής συνείδησης μεταξύ των εργατών σε ανανεώσιμες και γενικά σε πράσινες δουλειές, από τη στιγμή που αυτοί οι εργάτες είναι σε πολύ διαφορετικό καθεστός από τους κλασσικούς εργάτες που σχημάτισαν συνδικάτα στη βιομηχανία του άνθρακα και στην πετρελαϊκή βιομηχανία;

Caffentzis: Φαίνεται να θεωρείτε ότι μία σχέση αιτίας - αιτιατού μεταξύ της τεχνικής σύνθεσης της εργασίας και της πολιτικής σύνθεσης των εργατών. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει μεγάλη διορατικότητα στην παρουσίαση της σχέσης μεταξύ εργοστασίων που επανδρώνονται με πολύ εξειδικευμένο προσωπικό και των κινημάτων του Συμβουλιακού Κομμουνισμού των αρχών του 20ου αιώνα όπως έδειξε ο Sergio Bologna στις αρχές του ‘70 (Bologna, 1972).

Όμως δεν υπάρχει κάποια δεδομένη τεχνική σύνθεση που να εγγυάται μία «στέρεη εργατική συνείδηση». Για παράδειγμα, μία τέτοια συνειδητοποίηση αναπτύσσεται στα μικρά ή στα μεγάλα εργοστάσια; Οι καπιταλιστές ήταν πεπεισμένοι στον 16ο και 17ο αιώνα ότι τα μεγάλα εργοστάσια θα παρήγαγαν αυτή την μικρόβιο στις συνειδήσεις των εργατών. Για πολλούς αιώνες οι καπιταλιστές ανησυχούσαν και φοβόντουσαν ότι οι προσπάθειες τους για συγκέντρωση μεγάλων μαζών εργατών στον ίδιο τόπο ενδέχεται να φέρει ως αποτέλεσμα οι εργάτες να αναπτύξουν επαναστατική δυναμική. Και υπήρχαν νόμοι για παράδειγμα στην Αγγλία που περιόριζαν τους αριθμούς εργατών ανά επιχείρηση. Ο πιο διάσημος νόμος ήταν η πράξη Weavers το 1555 η οποία εμπόδιζε τους πειραματισμούς σε επεκτάσεις εργοστασιακών μονάδων. Αυτό σήμαινε ότι «η κυβέρνηση αποθάρρυνε…τις επεκτάσεις…γιατί η συγκέντρωση μεγάλων αριθμό εργατών κάτω από την ίδια στέγη τους έδινε την ευκαιρία για συνεργασία και ανυποταξία» (Clark, 1982: 99-100). Όμως οι καπιταλιστές, εξαιτίας της συνεχόμενης κλοπής πρώτων υλών και της άμεσης οικειοποίησης-απαλλοτρίωσης που λάμβανε χώρα στις επαρχιακές βιομηχανίες και στις συνηθισμένες μορφές των μανιφακτούρων, αποφάσισαν ότι ο εγκλεισμός σε μεγάλα εργοστάσια και η επιτήρηση εκατοντάδων ακόμα και χιλιάδων εργατών ήταν περισσότερο επικερδής από το πρωτογενές τους άγχος σχετικά με τις επαναστατικές συνέπειες.

Παρόλα αυτά, με την ήττα / προσαρμογή των μεγάλων επαναστατικών κινημάτων στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα, άρχισε να χαλαρώνει ο αρχικός καπιταλιστικός φόβος της συγκέντρωσης υπερβολικά πολλών εργατών. Τα εργοστάσια επεκτείνονταν και νέες πολιτικές συνθέσεις αναπτύχθηκαν από τους Λουδίτες[6] μέχρι τους Χαρτιστές[7] και την Διεθνή Ένωση Εργατών (Πρώτη Διεθνή)[8] οι οποίες δημιουργούσαν επαναστατικά προμηνύματα στις άρχουσες τάξεις. Αλλά για το υπόλοιπο του 19ου αιώνα οι καπιταλιστές πειραματίστηκαν με την «δημοκρατία», με αυτόν τον τρόπο η εργατική τάξη άρχισε να συμμετέχει στις εκλογές και άρχισε να αναζητά ψήφους από μαζικούς εργάτες οι οποίοι δεν είχαν στέρεη εργατική συνείδηση» και μπορούσαν ακόμα και να ψήφιζαν για να κρατηθούν αυτοί που τους καταπιέζουν στην πολιτική εξουσία - ένα παράδοξο που ούτε ο Αριστοτέλης ούτε ο Πλάτωνας μπορούσαν να διανοηθούν! Ο φόβος των καπιταλιστών για την δημοκρατία ξαναξύπνησε μόνο την δεκαετία του ‘70 η οποία οδήγησε στον σχηματισμό του Rust Belt[9] (περιοχών με εγκαταλελειμμένα μεγάλα εργοστάσια) από την Υφανέτ στην Θεσσαλονίκη μέχρι το εργοστάσιο River Rouge plant στο Detroit.

Έτσι, όποια συσχέτιση υπάρχει μεταξύ της τεχνικής και πολιτικής σύνθεσης των εργατών, είναι μακριά από το δυϊσμό βαριά ή ελαφριά δουλειά. Αυτή είναι η γενική απάντησή μου στην ερώτησή σας, αλλά θα έπρεπε να τονίσω επίσης ότι η εργασία στην κατασκευή ηλιακών συλλεκτών και ανεμογεννητριών απαιτούν εργάτες των οποίων τα χαρακτηριστικά δεν είναι τόσο διαφορετικά από τον κλασσικό «μαζικό εργάτη» που θυμόμαστε στην γραμμές παραγωγής του 1930. Δεν είναι ξεκάθαρο εάν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της εργασίας στην παραγωγή ανεμογεννητριών και στην εργασία παραγωγής αυτοκινήτων και αεροπλάνων. Είναι αλήθεια ότι οι εργάτες στο τομέα παραγωγής εξοπλισμού για την «πράσινη ενέργεια» θα υποστήριζαν «πράσινα» πολιτικά προγράμματα με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εργάτες σε εργοστάσια όπλων θα έμπαιναν στον πειρασμό να  υποστηρίξουν μιλιταριστικές πολιτικές, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει απαραίτητα μια τέτοια σύνδεση. Είναι επίσης αλήθεια ότι οι εργάτες στον τομέα παραγωγής εξοπλισμού ανανεώσιμης ενέργειας πρέπει να προσέξουν ώστε να μην χρησιμοποιηθούν στην υπονόμευση των εργατών στον τομέα λιγνίτη και πετρελαίου έτσι ώστε αυτοί οι εργάτες να αναγκαστούν να πληρώσουν για μία μετάβαση έξω από τις βιομηχανίες τους. Όπως έχουμε δει με το κίνημα «Δεν θα πληρώσουμε την κρίση σας!» των τελευταίων χρόνων, δεν είναι εύκολα να κάνουμε το κεφάλαιο να πληρώσει.

Factory: Σήμερα ο καπιταλισμός προσπαθεί να επεκταθεί σε νέες σφαίρες εγκαθιστώντας νέες περιφράξεις (π.χ. στο αέρα, στον ήλιο, στα γονίδια). Πολλές από αυτές συνδέονται με την πολυδιαφημιζόμενη πράσινη ανάπτυξη. Νομίζετε ότι η μόδα του πράσινου καπιταλισμού είναι ένας νέος κύκλος κερδοφορίας που μπορεί να οδηγήσει το σύστημα σε μια έξοδο από την κρίση ή είναι περισσότερο μια ιδεολογία που προσπαθεί να ενσωματώσει τα περιβαλλοντικά κινήματα και τους αγώνες ώστε να εξασφαλιστεί η κοινωνική συναίνεση;

Caffentzis: Μία εισαγωγή στην απάντηση αυτής της ερώτησης είναι να θυμηθούμε την απάτη της πυρηνικής βιομηχανικής ενέργειας του ‘70. Ήταν το ζενίθ του διανύσματος που θα έβγαζε τότε τον καπιταλισμό από την κρίση του. Κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου υπήρχαν προβλέψεις ότι θα γίνονταν μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα περίπου χίλια πυρηνικά εργοστάσια στις ΗΠΑ και ένα ανάλογο νούμερο εργοστασίων στην Ευρώπη και σε σημεία του Τρίτου Κόσμου. Σίγουρα η επένδυση της κατασκευής των μονάδων και το συνοδευτικό σταθερό κεφάλαιο όπως επίσης και οι μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου που θα «απαιτούνταν» ειδώθηκαν από πολλούς ως η βάση μίας εξόδου από την κρίση της εποχής.

Αυτό όμως δεν έγινε. Η ιδεολογία της βιομηχανίας πυρηνικής ενέργειας δεν μπόρεσε να πείσει εκατομμύρια εργάτες (ειδικά αυτούς που ζούσαν κοντά τους) για την «ασφάλεια» των μονάδων. Ούτε μπόρεσαν να πείσουν χιλιάδες επενδυτές ότι το κεφάλαιο γενικά χρειάζονταν την τεράστια επένδυση που χρειάζονταν τα πυρηνικά ενεργειακά εργοστάσια και ούτε τα μακροπρόθεσμα ανταποδοτικά οφέλη ήταν ελκυστικά δεδομένου του ρίσκου, ειδικά όταν άρχισε να εξαπλώνεται το αντιπυρηνικό κίνημα. Είναι αλήθεια ότι η βιομηχανία πυρηνικής ενέργειας ενίσχυσε σημαντικά τις αστυνομικές δυνάμεις του κράτους, αλλά επίσης δημιούργησε συγκεντρώσεις κεφαλαίου υψηλής οργανικής σύνθεσης που είχε ως αποτέλεσμα το κεφάλαιο να είναι όμηρος των ταξικών αγώνων. Βάζοντας μαζί όλα αυτά τα στοιχεία, η κυβέρνηση Reagan αποφάσισε να αναβιώσει το πετρελαϊκό δρόμο για να ξεπεράσει την κρίση αντί να διαλέξει τον πυρηνικό. Καταφανές σημάδι αλλαγής στρατηγικής αποτέλεσε το κατέβασμα του ηλιακού συλλέκτη από την στέγη του Λευκού Οίκου το 1986. Αλλά το πραγματικό σημάδι ήταν η μυστική παρέμβαση και χρηματοδότηση από τη κυβέρνησης Reagan στον πόλεμου μεταξύ Ιραν-Ιρακ το 1985 ώστε να έχουν πετρελαϊκά οφέλη οι ΗΠΑ.

Αυτή η αντιστροφή της καταστροφικής δυναμικής της πυρηνικής ενέργειας δείχνει ότι ακόμα και ενεργειακές πολιτικές με τεράστια υποστήριξη τόσο κρατών όσο και κεφαλαίου, είναι τρωτές αν οι προκαλούμενες ταξικές δυνάμεις δημιουργήσουν «κακές εκπλήξεις». Έτσι, είναι σημαντικό να μιλήσουμε για την «εργασιακή / ενεργειακή κρίση» και όχι απλά για την «ενεργειακή κρίση» για δύο λόγους: 1) oι μορφές της ενέργειας είναι σημαντικές για τον καπιταλισμό μόνο αν μπορούν να αυξήσουν την απόλυτη και σχετική υπεραξία γενικώς, και 2) οι μορφές της ενέργειας είναι περισσότερο ή λιγότερο τρωτές στην ιστορικά καθορισμένη εργατική ταξική πάλη.

Θα συμβεί με την «πράσινη» το ίδιο πράγμα που έγινε με την «πυρηνική»; Δεν είναι ξεκάθαρο σε έμένα ότι το είδος των επενδύσεων και επιχορηγήσεων που λαμβάνει εδώ και χρόνια η πυρηνική ενεργειακή βιομηχανία από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει παρομοίως αποδοθεί στην εναλλακτική, ανανεώσιμη, μεταβατική τεχνολογία κατά την διάρκεια του καθεστώτος Obama. Πρέπει να θυμόμαστε ότι η συνθήκη της κερδοφορίας μίας επιχείρησης υψηλής τεχνολογίας δεν εξαρτάται τόσο πολύ από την δυνατότητα εκμετάλλευσης των άμεσων εργατών (όσο έξυπνοι, δημιουργικοί, συνεργατικοί και να είναι), αλλά πρέπει επίσης να είναι ικανή να δείξει πως ό,τι παράγει είναι λειτουργικό για το κεφάλαιο γενικά ώστε να λάβει η εταιρία μεταφορά υπεραξίας από το υπόλοιπο σύστημα. Η βιομηχανία πυρηνικής ενέργειας αποδείχθηκε ανεπαρκής ως προς το να παρουσιάσει αυτή την λειτουργικότητα για την πλειοψηφία της καπιταλιστικής τάξης κατά την διάρκεια αυτής της μεγάλης αλλαγής πορείας. Η πυρηνική καταστροφή της Φουκοσίμα με κόστος 300 δις δολαρίων για την επανακατασκευή αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρους του πραγματικού κόστους, δεδομένης της τεράστιας διαταραχής της παραγωγής σε ολόκληρη την Ιαπωνία και την απώλεια της κρατικής νομιμότητας. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει καμία αναπόφευκτη κατάσταση για το «green deal».

Το μέρος στο οποίο πρέπει να ψάξουμε για μία απάντηση όσον αφορά την βιωσιμότητα του «green deal» είναι στην Κίνα. Αν και η κυβέρνηση Obama δεν έχει καταφέρει να επιβάλει ένα «green deal», φαίνεται ότι η κυβέρνηση της Κίνας επενδύει και επιχορηγεί «πράσινες» τεχνολογίας σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από τις ΗΠΑ. Οι κινέζικες επενδύσεις στην καθαρή ενέργεια ανέβηκαν κατά 50% το 2009 και έφτασαν τα 34,6 δις δολάρια ενώ η συνολική επένδυση των ΗΠΑ εκείνη την χρονιά ήταν περίπου το μισό στα 18,6 δις. Αυτή ήταν η πρώτη φορά μέσα σε πέντε χρόνια που η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο έχασε την 1η θέση στην ανανεώσιμη ενεργειακή τεχνολογία. (Tandon, 2010)

Factory: Πιστεύουμε ότι υπάρχει μια αυξανόμενη κινδυνολογική βιβλιογραφία για τον ορισμό και τη διαχείριση των αποκαλούμενων περιβαλλοντικών προσφύγων, η οποία διαχωρίζει το ζήτημα της μετανάστευσης από τις κοινωνικές και πολιτικές της επιπτώσεις. Πιστεύεται ότι αυτή είναι μια τάση αποπολιτικοποίησης της μετανάστευσης παρόμοια με τη ρητορική του peak oil και της κλιματικής αλλαγής για τη διαχείριση της ενεργειακής κρίσης;

Caffentzis: Η «διαχείριση» των περιβαλλοντικών προσφύγων, η οποία οδηγεί στην «αποπολιτικοποίηση» που αναφέρεται αποτελεί μία ειδική περίπτωση της γενικής άρνησης της καπιταλιστικής τάξης να αναλάβει τα κόστη της αναπαραγωγής του προλεταριάτου (και τις συνέπειες της ανεπάρκειάς του) ειδικά στην νεοφιλελεύθερη εποχή. Εν προκειμένω, πρέπει να θυμηθούμε έναν ακόμα παλιότερο διαχωρισμό μεταξύ των «πολιτικών» και «οικονομικών» μεταναστών που βρέθηκε στο κέντρο της νομικής και πολιτικής συζήτησης όσον αφορά στην μετανάστευση μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Όλοι αναγνωρίζουμε την πλαστή φύση των παλαιότερων διαχωρισμών, καθώς γενικότερα ο διαχωρισμός σε μία καπιταλιστική κοινωνία μεταξύ της πολιτικής και της οικονομίας συγχέει την ταυτότητά τους, και λαμβάνοντας ως δεδομένο τον διαδεδομένο χαρακτήρα της ταξικής πάλης και την αναγκαιότητα υιοθέτησης μίας ταξικής οπτικής για την ανάλυση οικονομικών εννοιών (όπως οι μισθοί, τα κέρδη, τα ενοίκια και οι τόκοι) όπως και πολιτικών εννοιών (από τα κράτη στα κοινά, από την επανάσταση στην αντεπανάσταση, από τον φασισμό στον αναρχισμό). Προσθέτοντας  σε αυτή την διάκριση μεταξύ «πολιτικού» και «οικονομικού» μία επιπλέον έννοια, το «περιβάλλον» δημιουργείται μια επιπλέον σύγχυση υπευθυνότητας, η οποία βέβαια είναι τυπική στον καπιταλισμό. Ο καπιταλισμός συνεχώς μεταμορφώνει την αξία από την μία μεριά του συστήματος στην άλλη, κάνοντας εκείνους τους καπιταλιστές που εκμεταλλεύονται περισσότερο να κρατούν την λιγότερη υπεραξία η οποία είναι δημιούργημα των εργατών και εκείνους τους εργάτες που δημιουργούν την μεγαλύτερη αξία τους εμφανίζει ως τους λιγότερο άξιους.

Η αναλογία που κάνετε μεταξύ της μεταναστευτικής πολιτικής και της πολιτικής σε σχέση με την κλιματική αλλαγή και την εξάντληση του πετρελαίου είναι σημαντική. Σε όλα αυτά τα ζητήματα υπάρχει μία συνεχόμενη αναπήδηση ανάμεσα στην άρνηση («δεν υπάρχει κλιματική αλλαγή», «υπάρχει αρκετό πετρέλαιο στο έδαφος για τα επόμενα χίλια χρόνια», «δεν υπάρχουν περιβαλλοντικοί πρόσφυγες») και στην καταστροφολογία-αποκάλυψη («η γη θα υπερθερμανθεί τόσο πολύ που ο άνθρωπος θα εξαφανισθεί», «η τιμή του πετρελαίου θα φτάσει τα 100$ το γαλόνι», «θα υπάρξουν δισεκατομμύρια περιβαλλοντικών προσφύγων κάνοντας φασαρία για να έρθουν στην Ευρώπη»). Συνεπώς, είναι σημαντικό συνεχώς να αποφετιχοπούμε και να αποφυσικοποιούμε αυτά τα ζητήματα για να αποφεύγουμε έτσι αυτές τις αντινομίες. Γιατί δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για «απτά γεγονότα» όταν έχουμε να κάνουμε με την γεωλογία και την μετεωρολογία. Έχει υπάρξει μία πρόσφατη ουσιαστική εξάλειψη των διαχωρισμών μεταξύ  γεγονότος / αξίας, φυσικού / τεχνητού και υποκειμένου / αντικείμενου σε τόσους πολλούς τομείς της επιστήμης και της ζωής. Αυτές οι μεταφυσικές καταστροφές μόλις που ηχούν στο εννοιολογικό πεδίο του κοινωνικού μετασχηματισμού, τον οποίο το κεφάλαιο προσπαθεί να παραλύσει και να αποφύγει. Αυτές οι εννοιολογικές και πρακτικές εξελίξεις θέτουν σε όλους μας ένα ερώτημα: μπορούμε να αντέξουμε τον καπιταλισμό;

 

Βιβλιογραφία

Abramsky, K., 2010. Sparking a Worldwide Energy Revolution: Social Struggles in the Transition to a Post-Petrol World, USA, Scotland:AK Press.

Bologna S. 1972, Class Composition and the Theory of the Party at the 
Origin of the. Workers-Council Movement, Telos, 13 (Fall, 1972), 4-27.

Caffentzis, G. 2010. The Future of the Commons. New Formations, n. 69: Imperial Ecologies, pp. 23-41.

Clark, A. 1968. Working Life of Women in the Seventeenth Century. London: Routledge &  Kegan Paul.

Dembicki, G. 2011. Native land claims scare the hell out of investors’: energy expert (May 19), accessed on May 23, 2011 at http://thetyee.ca/Blogs/TheHook/Environment/2011/05/19/native-land-claims-enbridge-expert).

Fara, P. 2009. Science: A four thousand year history, Oxford University Press.

Federici, S. and Caffentzis, G. 2011. Review of Patricia Fara’s Science: A Four Thousand Year History,” Science and Society, vol. 75, no. 2  (April 2011), (co-authored), pp. 279-282.

Hardt, M. and Negri, A. 2009. Commonwealth. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Marx, K. 1857-1858. Grundrisse: Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (μτφρ. Διβάρης Δ.) Αθήνα:Στοχαστής 1989-1992.

- 1963. Theories of Surplus Value, Part I. Moscow: Progress Publishers.

Tandon, S. 2010. China Overtakes U.S. in Green Investment. Accessed on May 23, 2011 at http://www.industryweek.com/articles/china_overtakes_u-s-_in_green_investment_21415.aspx?ShowAll=1.



[1] Στμ.. Factory: Η έννοια της Γενικής Διάνοιας ή του Γενικού Νου (General Intellect) πρωτοαναφέρεται από τον Marx στο «απόσπασμα για τις μηχανές» των Grundrisse: «Η ανάπτυξη του πάγιου κεφαλαίου δείχνει σε ποιο βαθμό η γενική κοινωνική γνώση, knowledge, έχει γίνει άμεση παραγωγική δύναμη, και άρα οι όροι της κοινωνικής βιοτικής διαδικασίας έχουν οι ίδιοι υπαχθεί στον έλεγχο του γενικού νου (General Intellect) και έχουν μετασχηματιστεί αντίστοιχα. Σε ποιο βαθμό οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις έχουν παραχθεί, όχι μόνο με τη μορφή της γνώσης, αλλά σαν άμεσα όργανα της κοινωνικής πρακτικής, της πραγματικής βιοτικής διαδικασίας»  (Marx, 1857-1858 β τόμος:539).

[2] Για μια πρόσφατη ιστορία της επιστήμης με βάση αυτή την προσέγγιση δείτε (Fara, 2009) και για μια κριτική αυτής της άποψης δείτε (Federici και Caffentzis, 2011).

 

[3] Στμ. Ο Nassau Senior (1790 – 1864) ήταν άγγλος οικονομολόγος και καθηγητής πολιτικής οικονομίας στην Οξφόρδη.

[4] Στμ. Η έννοια της λεγόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης χρησιμοποιήθηκε από τον Μαρξ στο Κεφάλαιο (κεφ. 24) για να περιγράψει τις διαδικασίες μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Αφορά τις διαδικασίες αφαίρεσης των μέσων παραγωγής και αναπαραγωγής των ανθρώπων, ωστόσο αυτός ο διαχωρισμός δεν αφορά μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο αλλά είναι μόνιμος, εξάλλου ο Marx στο κεφάλαιο για το μυστικό της πρωταρχικής συσσώρευσης ξεκαθαρίζει ότι «από τη στιγμή που η κεφαλαιοκρατική παραγωγή στέκει πια στα δικά της πόδια, δε διατηρεί μόνο αυτό το χωρισμό, μα και τον αναπαράγει σε ολοένα αυξανόμενη κλίμακα» (Marx, 1867:739).

[5] Στμ. Η αγγλική έννοια των «commoners» προέρχεται από την ονομασία των χωρικών του ύστερου μεσαίωνα στην Αγγλία, οι οποίοι δεν ήταν δουλοπάροικοι αλλά ελεύθεροι αγρότες που διαχειρίζονταν από κοινού, κοινές – κοινοτικές γαίες, οι οποίες τους παρείχαν τις πρώτες ύλες (βοσκοτόπια, ξυλεία, τύρφη, θεραπευτικά βότανα) για τη διαβίωσή τους και ήταν αυτοί και αυτές που εξεγέρθηκαν ενάντια στις διαδικασίες των περιφράξεων και της λεγόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης κατά την ανάδυση του καπιταλισμού. Η έννοια των «commoners» επανέρχεται σήμερα στο πολιτικό λεξιλόγιο κυρίως από τους αυτόνομους μαρξιστές ως χαρακτηρισμός των υποκειμένων που μέσα από διαδικασίες αγώνα και χειραφετητικές κοινότητες αποπεριφράσσουν – ανακτούν (reclaim) τον κλεμμένο από το κεφάλαιο κοινωνικό πλούτο και συνθέτουν τα κοινά, μέσα από διαδικασίες δημιουργίας κοινοτικών σχέσεων (commoning).

[6] Στμ. Λουδίτες ήταν ταξικό εργατικό κίνημα στις αρχές του 19ου αιώνα στην Αγγλία το οποίο προκάλεσε εξεγέρσεις κυρίως στην κεντρική Αγγλία: Nottingham (1811), Yorkshire (1812), Lancashire (1813). Έμεινε στην ιστορία για την τακτική της καταστροφής των μηχανών κλωστοϋφαντουργίας. Οι Λουδίτες υποστήριζαν ότι στην πραγματικότητα δεν αντιμάχονταν τις νέες τεχνολογίες αλλά διαμαρτύρονταν για την αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων και για την ανεργία εξαιτίας της μηχανοποίησης της εργασίας.  Το κίνημα των Λουδιτών καταστάλθηκε βίαια και συκοφαντήθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτισθεί με τον τεχνολογικό ντετερμινισμό και την τεχνοφοβία.

[7] Στμ. Χαρτιστές (Chartists) εργατικό και πολιτικό κίνημα μεταξύ 1838-1850 στην Αγγλία που πήρε το όνομα του από το Χάρτη του Λαού.

[8] Στμ. Η Διεθνής Εργατική Ένωση (International Working Men’s Association) γνωστή ως Πρώτη Διεθνής 1864-1876, ιδρύθηκε από κομμουνιστές, αναρχικούς και σοσιαλιστές το 1864 στο Λονδίνο και το πρώτο συνέδριο έγινε το 1866 στη Γενεύη και εκπροσωπούσε 8 εκ. εργάτες.

[9] Στμ. Ο όρος «Rust Belt» συνήθως αναφέρεται στις βορειοανατολικές πολιτείες των ΗΠΑ, οι οποίες είχαν αναπτύξει μεγάλη και βαριά βιομηχανία και από τη δεκαετία του ‘70 ξεκίνησε η αποβιομηχάνιση τους.

 

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης