Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Ποια είναι η εναλλακτικη;

Ποια είναι η εναλλακτική;

I

Θέλω να ξεκινήσω με μια φράση από μία αφίσα του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (SWP) που είδα στο δρόμο καθώς ερχόμουν στην Αναρχική Έκθεση Βιβλίου. Έλεγε: “Αντεπιτεθείτε στις καταστροφικές περικοπές των Συντηρητικών”. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι περικοπές πρέπει να αποσυρθούν και ότι θα συναντήσουν αντίσταση· η κοινωνία θα προσπαθήσει να προστατέψει τον εαυτό της από τη δυστυχία. Η φράση “Αντεπιτεθείτε στις καταστροφικές περικοπές των Συντηρητικών” λέει κάτι αφοπλιστικά προφανές, κι όμως δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Ποιο θετικό αίτημα συνεπάγεται “η αντεπίθεση στις περικοπές”; Λέει όχι στις περικοπές, κι επομένως απαιτεί όχι έναν καπιταλισμό περικοπών αλλά έναν καπιταλισμό αναδιανομής από το κεφάλαιο στην εργασία· απαιτεί έναν καπιταλισμό που να δημιουργεί θέσεις εργασίας όχι με σκοπό το καπιταλιστικό κέρδος αλλά την επικερδή και εμπρόθετη απασχόληση, η προϋπόθεσή της είναι ένας καπιταλισμός που δε στηρίζει συνθήκες εκμετάλλευσης αλλά ευημερίας, και προβάλλει την εικόνα ενός καπιταλισμού που προσφέρει φαινομενικά ένα δίκαιο μεροκάματο για μια δίκαιη εργάσιμη μέρα, εγγυάται ίσες συνθήκες κτλ. Τι υπέροχος καπιταλισμός θα ήταν αυτός! Θυμίζει την άποψη του Μαρξ σχετικά με το σοσιαλιστικό αίτημα για ένα κράτος που θα καθιστά το κεφάλαιο επικερδές χωρίς φαινομενικά να εκμεταλλεύται τους εργάτες: Καημένα σκυλιά, θέλουν να σας μεταχειρίζονται σαν ανθρώπους!

 

Αυτή η ιδέα ενός καπιταλισμού χωρίς περικοπές, ενός ευεργετικού καπιταλισμού με λίγα λόγια, είναι βέβαια τόσο παλιά όσο κι ο ίδιος ο καπιταλισμός. Στις μέρες μας, αυτή η ιδέα συνδέεται με τον αποκαλούμενο παγκόσμιο χρηματοοικονομκό καπιταλισμό που ήρθε στο προσκήνιο τη δεκαετία του '70. Εκείνο τον καιρό, ο Bill Warren, για παράδειγμα, υποστήριξε ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν να αλλάξει η ισσοροπία εξουσίας, ταξικής εξουσίας, για να επιτευχθεί, σαν να λέμε, μια σοσιαλιστική ηγεμονία εντός του καπιταλισμού -μία παράξενα παρηγορητική ίδέα, που προϋποθέτει ότι η ηγεμονία του κεφαλαίου μέσα στον καπιταλισμό εξαρτάται από την ισορροπία των ταξικών δυνάμεων και επομένως μπορεί να αλλάξει- φαινομενικά προς όφελος ενός σοσιαλιστικού καπιταλισμού που επιτυγχάνεται χάρη στις σοσιαλιστικές πλειοψηφίες στο κοινοβούλιο που κάνουν τον καπιταλισμό σοσιαλιστικό μέσω νόμων και κοινοβουλευτικών αποφάσεων. Τι εύκολο πράγμα που είναι ο σοσιαλισμός! Το μόνο που πρέπει να κάνει κανείς είναι να ψηφίζει το σωστό κόμμα, να μετακινήσει την ισορροπία δυνάμεων προς όφελος του σοσιαλισμού, και να θεσπίσει τους σωστούς νόμους. Με την αριστερά να απολαμβάνει την ηγεμονία, το κράτος γίνεται ένα μέσο για την κυριαρχία πάνω στο κεφάλαιο, ή όπως το έβλεπε ο Warren, ένα μέσο για να κάνει το κεφάλαιο να δουλέψει, όχι για το κέρδος αλλά για θέσεις εργασίας, μισθούς, κοινωνική πρόνοια. Αυτό το επιχείρημα δίνει την εντύπωση ότι το χρήμα αποσυνδέθηκε από την παραγωγική απασχόληση μόνο λόγω μιας συγκεκριμένης αλλαγής στην ισορροπία των ταξικών δυνάμεων. Και η κρίση συσσώρευσης που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του '60- πώς μπορούμε να την ερμηνεύσουμε;

 

Στη δεκαετία του '80 ο Austin Mitchell απαίτησε το ίδο πράγμα στο βιβλίο του 'Σοσιαλισμός της αγοράς'. Λέει ότι “χρειαζόμαστε ένα κράτος που θα κάνει το χρήμα υπηρέτη του, έτσι ώστε να το αναγκάσει να δουλέψει για την ανάπτυξη και για θέσεις εργασίας, παρά για τους εγωιστικούς σκοπούς των εμπόρων της απληστίας.” Αργότερα αυτό έγινε αίτημα του κινήματος της αντι-παγκοσμιοποίησης, από οικονομολόγους όπως ο Joseph Stieglitz μέχρι υποστηρικτές του φόρου Τόμπιν [1], από δημοσιογράφους όπως η Naomi Klein, που ζητούσε 'No Logo', μέχρι πολιτικούς οικονομολόγους όπως ο Leo Panitch που ζητούσαν από το κράτος να απο-εμπορευματοποιήσει τις κοινωνικές σχέσεις με το να υποχρεώσει το χρήμα να δουλέψει στη θέση των εργατών μέσα στα πλαίσια προστατευμένων εθνικών οικονομιών- προστατευμένων από την παγκόσμια αγορά.

 

Τα τελευταία 20 χρόνια “η αντεπίθεση στο χρηματοοικονομικό καπιταλισμό” ήταν ένα σύνθημα που συσπείρωνε αυτούς που διακήρυσσαν ότι θα κάνουν το χρήμα να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, συνθήκες, απασχόληση, δηλαδή, ότι θα δημιουργήσουν- με άλλα λόγια- τον καπιταλισμό των θέσεων εργασίας, της απασχόλησης και των συνθηκών.

 

Μέσα στο πλαίσιο της κριτικής μαρξιστικής παράδοσης, αυτού του είδους η άποψη συνδέεται με τη σοσιαλδημοκρατική σύλληψη του κράτους. Αυτή η σύλληψη επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται ο κοινωνικός πλούτος. Δεν μπορεί να πει πολλά για την παραγωγή αυτού του πλούτου, εκτός από το ότι ο εργάτης πρέπει να παίρνει ένα δίκαιο μισθό για μια δίκαιη εργάσιμη μέρα. Αυτή η οπτική γωνία δε λαμβάνει υπόψιν το τρόπο με τον οποίο εμείς ως κοινωνία οργανώνουμε την κοινωνική αναπαραγωγή· το ερώτημα της οικονομικής μορφής της ανταλλαγής μας με τη φύση θεωρείται ως ένα ζήτημα καλοπροαίρετης κρατικής παρέμβασης.

Αυτός ο διαχωρισμός ανάμεσα στην παραγωγή και την διανομή προϋποθέτει κάτι που δε λαμβάνεται υπόψιν: η διανομή προϋποθέτει την παραγωγή. Η διανομή προϋποθέτει μια οικονομία που λειτουργεί σωστά και αναπτύσσεται, δηλαδή την καπιταλιστική συσσώρευση. Επομένως, η σοσιαλδημοκρατική θέση την οποία σκιαγράφησα προηγουμένως με τον Panitch, τον Bill Warren και άλλους, συμπεριλαμβανομένου και του SWP, στην πραγματικότητα μεταφράζει αιτήματα της εργατικής τάξης -για συνθήκες, μισθούς, ασφάλεια, σε ορισμένες περιπτώσεις για ζωή- στο αίτημα για γρήγορη καπιταλιστική συσσώρευση, ως την οικονομική βάση για τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

 

Ας μιλήσουμε για την εργατική τάξη, αυτήν την τάξη των 'χεριών' που κάνει τη δουλειά. Η κριτική της ταξικής κοινωνίας συνεπάγεται μια καταφατική σύλληψη της τάξης, που λέει ότι η εργατική τάξη δικαιούται μια καλυτερη συμφωνία -απασχόληση, μισθούς, συνθήκες; Είναι η τάξη πράγματι μια καταφατική κατηγορία; Ή μήπως είναι μια κριτική κατηγορία μιας ψευδούς κοινωνίας- μιας ταξικής κοινωνίας όπου ο πλούτος παράγεται από μια 'τάξη χεριών' που δεν έχουν τίποτα άλλο να πουλήσουν παρά την εργατική τους δύναμη; Το να είσαι ένας παραγωγικός εργάτης δεν είναι εύνοια της τύχης, είναι μία μεγάλη κακοτυχία. Η κριτική της τάξης δεν επιλύεται με μία καλύτερα αμοιβόμενη και καλύτερα απασχολούμενη εργατική τάξη. Επιλύεται μόνο με την αταξική κοινωνία.

Η ταξική ανάλυση δεν ισοδυναμεί με το να ανεμίζεις σημαίες εκ μέρους της εργατικής τάξης. Μία τέτοια ανάλυση προϋποθέτει τη διαιώνιση του εργάτη ως πωλητή εργατικής δύναμης, κάτι που είναι η βασική συνθήκη για την ύπαρξη των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Οι καταφατικές συλλήψεις της τάξης, όσο καλοπροαίρετες και αγαθές κι αν είναι οι προθέσεις τους, προϋποθέτουν την εργατική τάξη ως ένα παραγωγικό παράγοντα της παραγωγής που αξίζει μια καλύτερη, μια νέα μοιρασιά.

Όπως δήλωσα στην αρχή, προφανώς είναι αλήθεια ότι όσο περισσότερα παίρνει η εργατική τάξη, τόσο το καλύτερο. Γιατί η εργατική τάξη είναι που παράγει τον πλούτο των εθνών. Είναι η τάξη που εργάζεται. Όμως, τι αποτελεί ένα δίκαιο μισθό [2];

Στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου ο Μαρξ γράφει πάνω-κάτω: “η τιμή της εργασίας είναι ακριβώς όπως ένας κίτρινος λογάριθμος”. Η πολιτική οικονομία με άλλα λόγια είναι μία πολύ ακαδημαϊκή διαμάχη σχετικά με το πώς μπορεί να χωριστεί, ή να κατανεμηθεί η λεία της εργασίας. Ποιος παίρνει τι; Ποιος επωμίζεται τις περικοπές; Ποιος παράγει τον καπιταλιστικό πλούτο, και ποιες είναι οι κοινωνικές προϋποθέσεις και συνέπειες της καπιταλιστικής οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, μιας οργάνωσης που σταθερά συσσωρεύει μεγάλο πλούτο για την τάξη που προσλαμβάνει εργάτες για να κάνουν τη δουλειά.

 

II

Θέλω να πάω λίγο πίσω στο 1993, αμέσως μετά τη βαθιά ύφεση των αρχών του 1990 και τη δεύτερη από τις δύο ευρωπαϊκές κρίσεις συναλλάγματος. Στις 24 Δεκεμβρίου του 1993 οι Financial Times ανακοίνωσαν ότι η παγκοσμιοποίηση – ένας όρος που μέχρι τότε χρησιμοποιούταν ελάχιστα – είναι το καλύτερο πλουτοπαραγωγικό σύστημα που εφηύρε ποτέ το ανθρώπινο είδος. Και συνέχιζαν λέγοντας ότι δυστυχώς τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού είχαν ελάχιστα ή μηδαμινά οφέλη από τη γρήγορη οικονομική ανάπτυξη.

 

Στις αναπτυγμένες χώρες το χαμηλότερο τεταρτημόριο των εισοδηματιών έγιναν μάρτυρες μιας διάχυσης του πλούτου προς τα πάνω, παρά προς τα κάτω. Έτσι λοιπόν, από τα μέσα του 1970 –και ο Warren αυτό το αναφέρει– έχουμε ένα σύστημα όπου το χρήμα, η ενσάρκωση του πλούτου, επενδύεται, με τρόπο αιμομικτικό θα έλεγε κανείς, στον ίδιο του τον εαυτό, ανοίγοντας έτσι ένα τεράστιο χάσμα, μια διάσταση ανάμεσα σε μια παραγωγική βάση που διαρκώς υποχωρεί μολονότι με απόλυτους όρους αυξάνεται. Αυτό δημιούργησε μια κατάσταση παρόμοια με μια αντεστραμμένη πυραμίδα, στην οποία συσσωρεύτηκε μια μεγάλη και διαρκώς αυξανόμενη υποθήκη, μια ολοένα μεγαλύτερη και διαρκώς αυξανόμενη απαίτηση για μελλοντική υπεραξία -βάζοντας σε υποθήκη την μελλοντική εκμετάλλευση της εργασίας. Αυτή η υποθήκη τείνει κάποια στιγμή να γίνει πλασματική, όταν η εμπιστοσύνη των επενδυτών εξαφανίζεται- όταν, με άλλα λόγια, η εκμετάλλευση της εργασίας στο παρόν δε διατηρεί τον ίδiο ρυθμό με την υπόσχεση της μελλοντικής απόσπασης αξίας.

Στο πλαίσιο αυτών των γεγονότων, ο Martin Wolf υποστήριξε το 2001 ότι “αυτό που χρειάζεται είναι μια ειλικρινής και οργανωμένη εξαναγκαστική βία”. Αυτό το είπε σε σχέση με τον αναπτυγμένο κόσμο. Και ο Martin Wolf έχει δίκιο- με βάση την δική του οπτική. Για την εγγύηση του χρέους, για την εγγύηση του χρήματος, ο εξαναγκασμός είναι το μέσο για να καταστεί η λιτότητα αποτελεσματική. Ή όπως το έθεσε ο Soros to 2003: “Η τρομοκρατία όχι μόνο παρείχε την ιδανική νομιμοποίηση αλλά και τον ιδανικό εχθρό για την ανεμπόδιστη εξαναγκαστική προστασία μιας κοινωνίας της ελεύθερης αγοράς που οδηγείται από το χρέος”, γιατί, συνεχίζει, “είναι αόρατη και δεν εξαφανίζεται ποτέ”.

Επομένως, η προϋπόθεση για μια πολιτική λιτότητας είναι στην πραγματικότητα η συνεχής συσσώρευση ανθρώπων στην πυραμίδα της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η τυφλή της όρεξη για πλιάτσικο απαιτεί οργανωμένη καταναγκαστική δύναμη για να συντηρεί αυτή την τεράστια υποθήκη, αυτή την τεράστια υπόσχεση μελλοντικής εκμετάλλευσης τώρα, στο παρόν. Η απαίτηση του Martin Wolf για ένα ισχυρό κράτος δεν αντικρούει τον νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος λανθασμένα διαστρεβλώνεται ότι υποστηρίζει ένα αδύναμο και αβοήθητο κράτος. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν απαιτεί αδυναμία από το κράτος. “Το laissez-faire”, [Σ.τ.Μ. ελεύθερο εμπόριο, χωρίς περιορισμούς, δασμούς κτλπ.] είπε ο αείμνηστος sir Alan Peacock, παλαιότερα Καθηγητής Οικονομικών, “δεν είναι απάντηση στις εξεγέρσεις”.

Ο νόμος”, λέει ο Carl Schmitt, ο νομικός φιλόσοφος του ναζισμού, “δεν εφαρμόζεται στο χάος”. Για να εφαρμοστεί ο νόμος, πρέπει να υπάρχει τάξη. Ο νόμος πρoϋποθέτει την τάξη. Η τάξη δεν είναι συνέπεια του νόμου. Ο νόμος είναι αποτελεσματικός μόνο πάνω στη βάση της τάξης. Έτσι το έθεσε και ο Hayek στο 'Δρόμο προς τη Δουλεία': “Το laissez-faire είναι μια διφορούμενη σε μεγάλο βαθμό και παραπλανητική περιγραφή των αρχών πάνω στις οποίες βασίζεται μια φιλελεύθερη πολιτική.” ”Το νεοφελελεύθερο κράτος”, γράφει “οργανώνει κι αυτό σχέδια, σχεδιάζει τον ανταγωνισμό”. Η ελευθερία της αγοράς με άλλα λόγια απαιτεί την αστυνομία της αγοράς, δηλαδή το κράτος, για την προστασία και τη διατήρησή της.

Οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, υποστηρίζει ο Schmitt, προστατεύονται από ένα πεφωτισμένο κράτος, και σε περιόδους κρίσης μια λίγο πολύ απολυταρχική κατεύθυνση γίνεται αναπόφευκτη. Το χάος και η αταξία δημιουργούν την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που καλεί για την εγκαθίδρυση ενός ισχυρού κράτους, ενός κράτους που θα επιβάλλει την τάξη και θα διευκολύνει την αγορά. Το κράτος είναι η πολιτική μορφή της δύναμης του νόμου- του νόμου που γεννά βία.

Για τους νεοφιλελεύθερους, η αταξία δεν έχει καμία σχέση με τις αγορές. Έχει να κάνει με αυτό που αντιλαμβάνονται ως παράλογη κοινωνική δράση. Με άλλα λόγια, βλέπουν τον εκδημοκρατισμό ή την πολιτικοποίηση των κοινωνικών εργασιακών σχέσεων ως μέσο αναταραχής, που υπονομεύει τις αγορές και καθιστά το κράτος ακυβενητο. Το κράτος, παρ'όλα αυτά –υποστηρίζουν οι νεοφιλελεύθεροι συγγραφείς – πρέπει να κυβερνά για να διατηρεί την τάξη, και μαζί της, τον κανόνα του νόμου, τις σχέσεις ανταλλαγής, το νόμο του συμβολαίου. Οι ελεύθερες αγορές λειτουργούν στην βάση της τάξης; και η τάξη, υποστηρίζουν, συνεπάγεται μια κοινωνία σε τάξη·και μια κοινωνία σε τάξη δεν είναι μια κοινωνία πολιτικοποιημένη, αλλά μια κοινωνία η οποία στην πραγματικότητα κυβερνάται- από τη δημοκρατία της ζήτησης και της προσφοράς, την οποία μόνο ένα δυνατό κράτος μπορεί να διευκολύνει, να συντηρήσει, και να προστατέψει.

 

III

Ποια είναι η εναλλακτική;

 

Νομίζω ότι η δυσκολία σύλληψης της ανθρώπινης αυτο-χειραφέτησης έχει να κάνει με την όλη ιδέα της ανθρώπινης χειραφέτησης. Αυτή η ιδέα διαφέρει από την επιδίωξη του κέρδους, την κατάληψη του κράτους, την επιδίωξη και τη διατήρηση της πολιτικής εξουσίας, της οικονομικής αξίας και των οικονομικών πόρων. Ακολουθεί μια τελείως διαφορετική ιδέα για την ανθρώπινη ανάπτυξη- και αυτό είναι που το κάνει τόσο δύσκολο να τη συλλάβουμε, ειδικά σε μια περίοδο “περικοπών”. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε απ' ότι φαίνεται, τίποτε άλλο παρά “περικοπές, περικοπές, περικοπές”. Η γλώσσα μας, η οποία λίγα χρόνια πριν μιλούσε για την Παρισινή Κομμούνα, τους Ζαπατίστας, τον Συμβουλιακό Κομμουνισμό, και το σχέδιο της αυτο-χειραφέτησης στο οποίο αυτοί οι όροι καλούσαν, έχει αντικατασταθεί από τη γλώσσα των περικοπών, και της αντεπίθεσης, και των μπόνους, και της αδικίας κλπ. Και τότε ξαφνικά, ανεπαίσθητα σχεδόν, αυτή η ιδέα της ανθρώπινης χειραφέτησης –η οποία βρίσκεται σε αντίθεση με μια ζωή εξαναγκασμένη να βιωθεί για το συμφέρον του κέρδους κάποιου άλλου, μια ζωή όμοια με οικονομικό πόρο– δίνει τη θέση της σε αυτή την ίδια την πραγματικότητα που ζητά να αλλάξει και από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει- μια πραγματικότητα κυβερνητικών περικοπών και αντιδράσεων στις περικοπές. Η κυβέρνηση κυβερνά όσους της αντιστέκονται. Η ανθρώπινη χειραφέτηση παρ'όλα αυτά δεν είναι παράγωγο της καπιταλιστικής κοινωνίας- είναι η εναλλακτική της, ωστόσο, σαν μια τέτοια εναλλακτική, έχει ως βάση αυτό που ζητά να υπερβεί. Η αφίσα της SWP, με την οποία ξεκίνησα, εστιάζει μόνο σ' αυτήν τη βάση σαν να ήταν μια καθολική πραγματικότητα- περικοπές ή μη περικοπές, ιδού η απορία.

 

Ποια είναι η εναλλακτική; Ας θέσουμε την ερώτηση του καπιταλισμού με διαφορετικό τρόπο, όχι σαν μια ερώτηση περικοπών, αλλά σαν μια ερώτηση χρόνου εργασίας. Πόσος χρόνος εργασίας απαιτήθηκε το 2010 για να παραχθεί η ίδια ποσότητα εμπορευμάτων που παράχθηκε και το 1990; 50 τοις εκατό; 30; 20; Όποιο κι αν είναι το ποσοστό, αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ο χρόνος εργασίας δεν μειώθηκε. Αυξήθηκε. Κι ακόμη, αυτό που επίσης είναι σίγουρο είναι πως παρά αυτή την αύξηση σε πλούτο, οι υποτελείς μάζες υποβάλλονται σε μια πολιτική λιτότητας λες και η πείνα, ένας παγκόσμιος πόλεμος ολοκληρωτικής καταστροφής, να είχε διακόψει την προσφορά κάθε μέσου διαβίωσης. Τι συμφορά: Εν μέσω “λιτότητας”, αυτού του λογικού μέσου για να διαιωνιστεί ένας παράλογος τρόπος παραγωγής, στον οποίο η μείωση των ωρών εργασίας που απαιτούνται για την παραγωγή των μέσων διαβίωσης παρουσιάζεται στην πραγματικότητα σαν μια κρίση χρηματοδοτήσεων, χρήματος και μετρητών, ο αγώνας για τη διάθεση των επιπλεόν μορίων χρόνου εργασίας παραμένει λες και η αναγωγή ολόκληρης της ζωής ενός εργάτη σε χρόνο εργασίας αποτελεί τη λύση στην κρίση χρέους, χρηματοδότησης και ροής μετρητών. Πράγματι, αυτή είναι η λύση. Ο χρόνος είναι χρήμα. Και αν ο χρόνος όντως είναι χρήμα, τότε ο άνθρωπος δεν είναι τίποτ' άλλο παρά ένα κουφάρι χρόνου. Και εδώ, σε αυτή την αντίξοη συνθήκη, υπάρχει ελπίδα. Η ελπίδα πως ο αγώνας ενάντια στις περικοπες, είναι επίσης αγώνας υπέρ κάποιου πράγματος.

 

Τι συνεπάγεται ο αγώνας ενάντι στις περικοπές; Είναι ένας αγώνας ενάντια στην αναγωγή του χρόνου ζωής σε χρόνο εργασίας. Ο αγώνας ενάντια στις περικοπές είναι στην πραγματικότητα αγώνας για ζωή. Για τις υποτελείς μάζες, οι μισθοί και τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας είναι τα μέσα με τα οποία αποκτούν τα μέσα διαβίωσης. Ο αγώνας ενάντια στις περικοπές είναι ένας αγώνας για την παροχή των μέσων διαβίωσης. Και αυτό σημαίνει ότι είναι μια σύγκρουση ανάμεσα σε ανταγωνιστικά συμφέροντα, το ένα που καθορίζει ότι ο χρόνος είναι χρήμα, και το άλλο που απαιτεί τα μέσα διαβίωσης. Αυτό το αίτημα, όπως υποστήριξα στην αρχή, μπορεί να εκφραστεί χωρίς κριτική στάση σαν ένα αίτημα για μια πολιτική θέσεων εργασίας και μισθών, επιβεβαιώνοντας έτσι την ανάγκη για γρήγορη συσσώρευση ως το μέσο για τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Μπορεί και όχι. Μπορεί στην πραγματικότητα να πολιτικοποιήσει τις κοινωνικές σχέσεις εργασίας, οδηγώντας στο ερώτημα γιατί η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στη διάθεση της κοινωνίας έχουν γίνει τόσο ισχυρές για αυτή την κοινωνία, που προκαλούν οικονομικό χάος και απαιτούν λιτότητα για την διατήρησή της. Αυτή η πολιτικοποίηση, αν όντως συμβεί, ίσως μπορέσει να εκφράσει, με δικά της λόγια, το ρητό του Jacques Roux ότι “ Η ελευθερία είναι μια κούφια ψευδαίσθηση, όσο μια τάξη ανθρώπων μπορεί ατιμώρητα να οδηγεί μια άλλη στην πείνα. Η ισότητα είναι μια κούφια ψευδιαίσθηση, όταν οι πλούσιοι μπορούν να ασκούν το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη ζωή και το θάνατο των άλλων”.

 

Σημείωση του εκδότη: Η ομιλία αναπτύσσει κάποιες ιδέες από το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο” και βασίζεται σε γενικές γραμμές στις ακόλουθες δημοσιεύσει του Bonefeld:

Anti-Globalization and the Question of Socialism’, Critique. Journal of Socialist Thought, no. 38, 2006, pp. 39-59.

Free Economy and the Strong State’, Capital and Class, vol. 34 no. 1, 2010, pp. 15-24.

Global Capital, National State, and the International’, Critique. Journal of Socialist Thought, no. 44, 2008, pp. 63-72.

History and Human Emancipation’, Critique. Journal of Socialist Thought, vol. 38, no. 1, 2010, pp. 61-73.

 

Ο Werner Bonefeld διδάσκει Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Γιορκ. Πρόσφατα δημοσίευσε το βιβλίο ”Ανατρέποντας το παρόν-Εικάζοντας το μέλλον” (Subverting the Present –Imagining the Future) από τις εκδόσεις Autonomedia.

 

Σημειώσεις

 

[1] ΣτΜ: http://en.wikipedia.org/wiki/Tobin_tax

[2] ΣτΜ: Περισσότερα από τον Ένγκελς πάνω στο θέμα του “δίκαιου μισθού”: http://www.marxists.org/archive/marx/works/1881/05/07.htm

 

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης