Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Η ΣΧΙΖΟΕΙΔΗΣ ΚΙΝΗΣΗ

Η ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΩΣ ΜΙΑ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΤΑΞΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ

Η κίνηση του κεφαλαίου και του καπιταλιστικού συστήματος κατ’ επέκταση,  από μόνη της, αλλά και εξ’ ορισμού, συνιστά κινούμενη αντίφαση. Μέσα από αυτή την αντιφατική ροή δομικά επιδιώκει να μειώσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ, από την άλλη, όντας η μόνη διέξοδο των μισθωτών και φτωχών για επιβίωση, τίθεται ως μέτρο και πηγή ευημερίας και ποιότητας ζωής…1

Η ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΤΑΞΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
Η θεωρητική κριτική των κοινωνικών σχέσεων, οι οποίες εκτυλίσσονται στη σφαίρα του καπιταλισμού με συντεταγμένες που εκμαιεύονται από την αγορά εργασίας, εξελίσσονται με βάση την/ις πραγματική/ες διαστάσεις και συσχετισμούς εντός το πλαίσιο των πραγματικών και δεδομένων συνθηκών από το οποίο οριοθετούνται. Ένα τέτοιο παράδειγμα, αποτελούν οι εκάστοτε συσχετισμοί, συσχετισμοί ανάμεσα σε εκμετάλλευση κεφαλαίου και προλεταριάτου, καθώς επίσης και η μεταβολή αυτών σε διαχρονικό επίπεδο. Η αντανάκλαση ενός τέτοιου θεωρητικού συλλογισμού προβάλλεται σε πρακτικό επίπεδο: ενυπάρχει, εμπεριέχεται και (ανα)παράγεται από τη ροή του ταξικού αγώνα, αλλά και τις διακυμάνσεις έντασης αυτού 2 . Με όρους πεπρωμένου, επίκειται κρίσιμη και κομβικής σπουδαιότητας: μια τέτοια κίνηση και ιδιαίτερα η αντιφατικότητα και οι αντιθέσεις που σκιαγραφεί κατά την εξέλιξη ή την ανακύκλωση της, αποτυπώνει τη χαρτογράφηση της θεωρητικής έκφρασης αντιφάσεων άρρηκτα συνδεδεμένων με τις κοινωνικές σχέσεις, από τη στιγμή που η διαμόρφωση του τελευταίου παράγοντα καθορίζεται στο δεδομένο συστημικό πλαίσιο του καπιταλισμού και αφορά ή τουλάχιστον επηρεάζει την ολότητα των κοινωνικών σχέσεων.

Οι εσωτερικές αντιφάσεις εντός της δυναμικής της καπιταλιστικής συσσώρευσης μπορούν να περιγραφούν σε διαφορετικά αφαιρετικά επίπεδα: ως αντιφάσεις μεταξύ χρηστικής αξίας και αξίας, μεταξύ συγκεκριμένης και αφηρημένης εργασίας, μεταξύ αναγκαιότητας και πλεονάσματος εργατικού δυναμικού, μεταξύ της συσσώρευσης της αξίας και επιλεκτικής απονοηματοδότησης αυτού που θεωρείται απόθεμα. Πιο συγκεκριμένα, μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου. Εάν το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων που πραγματώνοντων υπό τη σκιά του καπιταλισμού, πρέπει να περιγραφεί ως μια σύνθετη και αντιφατική ολότητα, ως “αντιφατική κίνηση”, τότε οι αντιφάσεις σε ένα πιο απλό και   αφηρετικό επίπεδο πρέπει να αξιοποιηθεί προσδιορισμένο από την πραγματικότητα του ίδιου συνόλου. Κάθε μια από τις στιγμές αυτής της πραγματικότητας μπορεί να είναι παράγωγο μόνο εντός του συνόλου των σχέσεων από τις οποίες αποτελείται, έτσι η αντίφαση επίκειται εντός της σχέσης μορφή εμπορεύματος, χρηστικής αξίας και ανταλλακτικής αξίας. Μια τέτοια περιγραφή, για παράδειγμα, αποτυπώνει μια προσδιορισμένη στιγμή του ταξικού ζητήματος που εκτυλίσσεται στον καπιταλισμό:  Δεν υπάρχει ανταλλακτική αξία χωρίς γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή, και δεν υπάρχει γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή χωρίς εκμετάλλευση ενός προλεταριάτου από το κεφάλαιο.

Ομοίως προκύπτει ότι η ταξική αντίφαση και η αντιφατική πορεία της συσσώρευσης του κεφαλαίου δεν μπορούν να αναμετρηθούν σε μια κατά μέτωπον επίθεση. Οι έμφυτες τάσεις εντός της συσσώρευσης του κεφαλαίου προσδιορίζονται από τις στιγμές της ταξικής σχέσης. Σε ένα ορισμένο επίπεδο απόσπασης είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι οι εσωτερικές αντιφάσεις μέσα στην καπιταλιστική συσσώρευση τείνουν να υπονομεύσουν βάση του. Σε ένα πιο συγκεκριμένο επίπεδο, η πορεία της συσσώρευσης του κεφαλαίου, ιστορικά, δεν είναι τίποτε άλλο από την αντιφατική ανάπτυξη της σχέσης εκμετάλλευσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και το προλεταριάτο: η ιστορία του είναι η ίδια η ιστορία της ταξικής πάλης.

 

Στον καπιταλισμό ο τρόπος παραγωγής υπεραξίας συντίθεται, παραδόξως, τόσο από τις απόπειρες  αξιοποίησης της εργατικής δύναμης ενώ, ταυτόχρονα, επιδιώκει να την απομακρύνει από την παραγωγική διαδικασία. Το κεφάλαιο επιταχύνθηκε από την ίδια του τη δυναμική, μέσα από τη μεσολάβηση του ανταγωνισμού μεταξύ των κεφαλαίων, προκειμένου να μειωθεί η αναγκαία εργασία στο ελάχιστο, ακόμη το πεδίο της αναγκαίας εργασίας δομεί τη βάση πάνω στην οποία αποστραγγίζεται το πλεονάζον εργατικό δυναμικό. Πάντα, για το κεφάλαιο, η αναγκαία εργασία είναι συγχρόνως, υπερβολικά πολύ και πολύ λίγη.

 

Εν γένη, η σχέση εκμετάλλευσης είναι ανταγωνιστική εξ' ορισμού. Υπάρχει μια κοινωνικήτάση σε αυτήν την ήδη ανταγωνιστική σχέση, για το κεφάλαιο, να παράγει περισσότερο προλετάριους από όσο μπορεί να εκμεταλλευτεί επικερδώς. Όπως συσσωρεύεται, το κεφάλαιο,  συγχρόνως, τείνει να εκμεταλλεύεται λιγότερους εργαζομένους, αποβάλοντας τοιουτωτρόπος εργατική δύναμη από την παραγωγή (αρχικά εν μέρη (μορφή ημιαπασχόλησης) και στη συνέχεια εντελώς), ενώπροσπαθεί να αυξήσει το ποσοστό εκμετάλλευσης του πλέον μειωμένου εργατικού δυναμικού. Οι προλετάριοι αναγκάζονται να εναντιωθούν και στις δύο πτυχές αυτής της τάσης.

 

Όπως προκύπτει, επομένως, δεν υπάρχει καμία απόσπαση από την ταξική πάλη για να αποδώσει τον «συνήθη διαδικασία της συσσώρευσης". Ομοίως, δεν υπάρχει καμία εξωτερική ή αιτιώδη σχέση μεταξύ της συσσώρευσης του κεφαλαίου και ταξικής πάλης: η δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι μια δυναμική της ταξικής πάλης. Προλετάριοι και κεφάλαιο εμπλέκονται σε μια σχέση αμοιβαίας εμπλοκής: κάθε πόλος αναπαράγει τον άλλο, πρόκειται για μια σχέση αυτο-αναπαραγωγής. Παρά το γεγονός ότι αυτή η σχέση είναι ασύμμετρη, ωστόσο, το κεφάλαιο τρέφεται από την εργασία των προλεταρίων.

 

Το κίνημα της οικονομικής διαστρωμμάτωσης συνιστά την πρατωμένη έκφραση των ταξικών συσχετισμών. Κατ' αυτό τον τρόπο, η εμβέλεια της προσέγγισης κάποιων θεωρητικών, επηρεασμένων από τον Ανοιχτό Μαρξισμό, για παράδειγμα, αντανακλά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την οικονομική διαστρωμάτωση – χρήμα, επιτόκια και ούτω κάθ' εξής -   ως μορφές μεσολάβησης του ταξικού αγώνα.3 Αυτές οι αυτόματα κινούμενες οικονομικές κατηγορίες αποτυπώνονται στις μορφές δραστηριότητας των ίδιων των τάξεων, εξελίσσονται αυτόνομα και αποτελούν οι ίδιοι, ως οντότητες, ρευστό κεφάλαιο - ως ανταγωνιστικός πόλος του προλεταριάτου στη σχέση αμοιβαίας εμπλοκής. Η συσσώρευση του αναπτυσσόμενου κεφαλαίου μέσα από τη σχέση εκμετάλλευσης είναι πάντα μια σχέση αγώνα: αντίθετα, ο ταξικός αγώνας υπακούει πάντα στην προκαθορισμένη σχέση ανάλογα με τις απαιτήσεις αξιοποίησης κεφαλαίου.

Αυτή η διαδικασία στοχεύει στην υπονόμευση της δυαδικής αντιλήψης της συσσώρευσης κεφαλαίου από τη μια πλευρά, και από την άλλη, του ταξικού αγώνα, που χαρακτήριζε την πλειονότητα των  παραλλαγών του μαρξισμού κατά τον 20ο αιώνα.4 Αν αντιληφθούμε την αντιφατική κίνηση ως τη μοναδική κίνηση του συνόλου των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων - την ιστορική εξέλιξη της εκμετάλλευσης, ως σχέσης, ανάμεσα στο κεφάλαιο και το προλεταριάτο, και την ταυτόχρονη ιστορική πορεία της συσσώρευσης και του ταξικού αγώνα - τότε είναι η αντίφαση η οποία καθορίζει τελικά την επαναστατική δράση του προλεταριάτου, ως πόλος αντίφασης.5 Η δράση του προλεταριάτου για την κατάργηση καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων επίκειται να παράχθεί για το ξεπέρασμα της σχέσης  εκμετάλλευσης. Επίσης, στον καπιταλισμό, δεν υπάρχουν "προκαθορισμένες διαδρομές πτήσης ", ούτε "έξοδος" από την ταξική σχέση. Ακόμη και αν η σχέση εκμετάλλευσης αναπαράγεται εκτός αυτού, για την παραγωγή πλεονάζοντος κεφαλαίου και πλεονάσματος πληθυσμού, η εν λόγω αύξηση του αριθμού των προλετάριων, των οποίων η εργατική δύναμη συγκροτεί το πλεόνασμα της συσσώρευσης, παραμένει εντός και υπερκαθορίζει την καπιταλιστική ταξική σχέση.6

 

***

Αν το κεφάλαιο διαμορφώνεται από τις μορφές δραστηριότητας του προλεταριάτου, το οποίο έρχεται αντιμέτωπο με τις σχέσεις εκμετάλευσης, – η δική του δραστηριότητα αποσπάται και ιδιωποιήται από το κεφάλαιο υπό τη μορφή επένδυσης, η οποία με τη σειρά της παράγει υπεραξία – τότε ακόμη και το πιο σφικτό σύστημα συγκρότησης του προλεταριάτου υπόκειται στις αφαιρέσεις από την κυριαρχία του κεφαλαίου. Ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής χαραχτηρίζεται από τον “κανόνα/κυριαρχία της απόσπασης”7

Ως αυτο-αξιοποιούμενη αξία, το κεφάλαιο είναι πραγματική απόσπαση. Ο ένας πόλος της σχέσης εκμετάλευσης κινεί αυτόνομα της πραγματική απόσπαση . Η αυτόνομη αυτή κίνηση του, φυσικά, επηρεάζεται και μεσολαβείται από τους συσχετισμούς του με τον άλλο πόλο αυτής της σχεσης, το προλεταριάτο. Επίσης, επηρεάζεται και μεσολαβείται από τα υλικά συμφέροντα των υπαλλήλων της και των δικαιούχων, οι οποίοι ενσαρκώνουν τους φορείς της σχέσης του κεφαλαίου. Προϋπόθεση ποικιλοτρόπως, για την εξέλιξη της αυτο-αξιοποίησης του κεφαλαίου, συνιστούν τα σχήματα του χρηματικού κεφαλαίου (συμπεριλαμβανομένης και της πληθώρας των μορφών του χρηματιστικού κεφαλαίου), το παραγωγικό κεφάλαιο και το κεφάλαιο των βασικών προϊόντων. Έτσι, αν και μερικές φορές κατά τη διάρκεια του κυκλώματος του, εκ των πραγμάτων ενσωματώνεται, παραμένει κατά βάση μια αυτοκινούμενη πραγματική απόσπαση: ως αυτο-επέκταση του αφηρημένου πλούτου.

Επομένως, αν η υπαρκτή (δηλ. αντανακλόμενη πρακτικό επίπεδο) κριτική των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό εξελίσσεται από μια φαινομενολογική αρχή - την χαοτική βιωμένη εμπειρία των σχέσεων αυτών και την ταξική πάλη - έρχεται άμεσα αντιμέτωπη με τις πραγματικές αφαιρέσεις οι οποίες διέπουν και δομούν αυτές τις σχέσεις. Το εμπόρευμα-, χρηματαγοράς και της κεφαλαιαγοράς-ως μορφές της αξίας συνιστούν μορφές οι οποίες μεσολαβούν τις κοινωνικές σχέσεις – η κριτική σε αυτές είναι μια κριτική της κοινωνικής μορφής. Μια υπαρκτή κριτική αυτών των μορφών ανασυνθετεί την αντιφατική τους μετακίνησή από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, την ανασύσταση του πολύπλοκου σύνολου της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης: την κινούμενη αντίφαση.

 

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η αναφορά των παραπάνω, ως προοίμιο, ήταν αναγκαία, καθώς συνιστούν χρήσιμες παρατηρήσεις για την εστίαση στην αρχιτεκτονική της συστηματικής διαλεκτική του κεφαλαίου. Η αρχιτεκτονική της συστηματικής διαλεκτική του κεφαλαίου δομήται στη βάση μιας πολύ αφηρημένης οργάνωσης σε σχέση με το σύνολο κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό : την αξία του εμπορεύματος. Όπως θα διαπιστώσουμε, όμως, η ίδια η αξία αποδεικνύεται ότι αναπαριστά μια αθροιστική κατηγορία, τέτοια ώστε η κίνηση της είναι η αντιφατική κίνηση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων - δηλαδή της καπιταλιστικής ταξικής σχέσης.

Η ανακατασκευή της Μαρξιστικής συστηματικής διαλεκτικής του κεφαλαίου, που σας εκθέτουμε εδώ συμβαδίζει και έχει εξελιχθεί σε μεγάλο βαθμό από τον Chris Arthur.8 Στη μελέτη του Arthur, η αξία αντιπροσωπεύει μια προσωρινή θεμελιώδη κατηγορία, σταδιακά αυτοπροσδιοριζόμενη και αναδρομικά διαλεκτική η οποία ανακλάται πρακτικά, όπου η κυκλοφορία από την μια κατηγορία στην άλλη προκύπτει ως αποτέλεσμα εσωτερικών αντιφάσεων. Εκκινούμαστε από την επιφάνεια της καπιταλιστικής κοινωνίας - δηλαδή από τη σφαίρα της κυκλοφορίας και την ανταλλαγή των εμπορευμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μαρξ, στο κεφάλαιο 7 του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, είναι ο πρώτος που διερευνεί την "κρυφή κατοικία της παραγωγής" προκειμένου να λύσει το μυστήριο της προέλευσης της υπεραξίας. Πράγματι, ο Arthur ισχυρίζεται ότι, ο Μαρξ ορίζει την εργασία ως το περιεχόμενο ή την ουσία της αξίας από πολύ νωρίς στη διαλεκτική - στην ανασκόπηση του Arthur, η διαλεκτική των μορφών της αξίας είναι μία από καθαρές μορφές που παράγονται από τη γενικευμένη ανταλλαγή των εμπορευμάτων, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο που μπορεί να αποκτήσουν αυτές κατά τη διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου στο σύνολό του.9  Από τη διευρυμένη ανταλλαγή εμπορευμάτων προκύπτει μια διαλεκτική της αξίας, αφηρημένος πλούτος, ο οποίος προβαίνει σε απόσπαση από το περιεχόμενο ή την ουσία της αξίας - π.χ. στην απόσπαση από την εργασία. Αυτή είναι η διαλεκτική της επέκτασης του αφηρημένου πλούτου. Ωστόσο, για να υλοποιηθεί, η επέκταση του αφηρημένου πλούτου πρέπει νε τεθεί ως η αλήθεια του υλικού κόσμου, σε πρακτικό επίπεδο, - δηλαδή, πρέπει ο ίδιος να αποδειχθεί ως η αλήθεια και ο αυτοσκοπός αυτού του κόσμου, υπάγωντας την εργασία στο πλαίσιο του κεφαλαίου.

 

Η διαλεκτική των καθαρών μορφών τίθεται στη σφαίρα της κυκλοφορίας από την ανταλλαγή των εμπορευμάτων. Όσον αφορά το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας του κεφαλαίου, ως μια ενότητα αποτελούμενη από τους τομείς της παραγωγής και της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η παραγωγή είναι τελεολογικά στραμμένη στην ανταλλαγή - ή, πιο συγκεκριμένα, στην επένδυση της αξίας. Η εργασία αφομοιώνεται στο πλαίσιο της κεφαλαιακής μορφή της αξίας: η παραγωγής συνιστά τη μορφή - προσδιορίζεται ως καπιταλιστική παραγωγή - δηλαδή ως η διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου.

Φυσικά, συνιστά κοινοτοπία το να λέμε ότι δεν υπάρχει ανταλλαγή χωρίς προϋπάρξει παραγωγή, αλλά εργασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συστατικό στοιχείο της διαλεκτικής των καθαρών μορφών της αξίας. Κατά την αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η λογική της ρευστής μορφής  της αξίας προϋποθέτει μια προτεραιότητα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της εργασίας - υπάγει τη διαδικασία αυτή σύμφωνα με τον εαυτό της και θέτει τον εαυτό του ως την αλήθεια της. Με την υπαγωγή της εργασίας στο πλαίσιο του κεφαλαίου, η διαδικασία εργασίας συνιστά μια μορφή-προσδιοριζόμενη ως η διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου. Η λογική της συσσώρευσης κεφαλαίου επιβάλλεται στην παραγωγή για την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών. Το κεφάλαιο αποτελεί το άλφα και το ωμέγα αυτής της διαδικασίας. Απεικονίζει την διεστραμμένη επιβολή της λογικής, ως οντολογική, η οποία τίθεται ως προτεραιότητα για την παραγωγική δραστηριότητα, έτσι ώστε οι παραγωγοί να μην αναπαράγονται (ή δεν είναι σε θέση να αναπαράχθούν), ως αυτοσκοπός.10 

 

Η συστηματική διαλεκτική του καπιταλισμού μαρτυρά την λογική αλληλεπίδραση ανάμεσα στις διαστρωμματώσεις, οι οποίες διαμορφώνουν την κοινωνική πρακτική εντός του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Στην προσέγγιση του Arthur αναπαράγεται η λογική/οντολογική προτεραιότητα που θέτει το κεφάλαιο, ως μια λογική καθαρών μορφών, οι οποίες υπερκαθορίζουν την, από αυτές διαμορφωμένη, κοινωνική πρακτική.  Ωστόσο, η συστηματική διαλεκτική του κεφαλαίου, προκειμένου να διεκδικήσει αυτά που πραγματικά αξιώνει – δηλ. την αξίωση του να συμβοίζει την αλήθεια της κοινωνικής πρακτικής - However in the systematic dialectic of capital, to assert its truth-claim — i.e. its claim to be the truth of social practice — πρέπει, όχι απλά εξουσιάζει το εργατικό δυναμικό, αλλά και να αναπαράγει το διαχωρισμό μεταξύ κεφαλαίου και εργατικής δύναμης - δηλαδή, να ορίσει τις προϋποθέσεις. Αυτές οι προϋποθέσεις ηγούνται της συστηματικής διαλεκτικής του κεφαλαίου, και αν  αυτές απουσιάζουν, η δεύτερη δεν υπάρχει. Η συστηματική διαλεκτική του κεφαλαίου μπορεί απλά να αντιληφθεί τον εαυτό της ως ένα παράγοντα αυτοπεριορισμού (λόγω εσωτερικών αντιφάσεων, και τελικά αυτουπονόμευση) κατά τη διαδικασία εδραιώσης των κεφαλαιοκρατικών προϋποθέσεων.  Εκφράζοντας την υπάρχουσα κριτική των κεφαλαιοκρατικών κοινωνικών σχέσεων, και στη συνέχεια, την αναπαραγωγή της ταξικής σχέσης, η οποία εξ'ορισμού αποτυπώνει μια σχέση αγώνα - διαδραματίζει μια κομβική διαχωριστική σημασία. Στον ταξικό αγώνα συμπυκνώνεται τόσο η προϋπόθεση όσο και το αποτέλεσμα της συστηματικής διαλεκτική.

Μια άλλη διατύπωση θα μπορούσε να είναι η εξής: όπως προαναφέρθηκε, δεν υπάρχει καμία κοινωνία με βιομηχανική παραγωγή χωρίς την κεφαλαιοκρατική εκμετάλλευση των εργαζομένων. Ο νόμος της αξίας μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε αυτή τη βάση. Χωρίς ανθρώπινες σχέσεις και τις πρακτικές αυτές συνεπάγονται "υπό την απειλή της στέρησης" μέσω της διεστραμμένης, φετιχοποιημένης μορφής της οικονομικής διαστρωμάτωσης, δεν μπορούσαν να υπάρξουν οικονομικές κατηγορίες: καμία αξία,  βασικά προϊόντα, χρήματα ή κεφάλαιο.11 Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η εργασία θα πρέπει να θεωρήται ότι ενέχει δήθεν δομικό ρόλο στην πραγματοποιήση της όλης διαδικασίας· ούτε να νοήται ως πρωτογενής. Ο τρόπος ποσοστοσης των μορφών του κεφαλαίου είναι πλήρως αντιληπτός και επικρινόμενος για την αυτοματοποίηση του, η οποία παράγει διεστραμμένες μορφές κοινωνικής πρακτικής.

Από τη στιγμή που οι κεφαλαιοκρατικές κοινωνικές σχέσεις συγκροτήθηκαν ως τέτοιες αυτο-αναπαράγωντας - εάν και εσωτερικά αντιφατικές – μια ολότητα μέσω συμπεριλαμβάνοντας το εργατικό δυναμικό υπό την εξουσία του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή του ταξικού ζητήματος, η αξία καθορίζεται πλήρως ως κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας - ή καλύτερα, κοινωνικά απαραίτητος χρόνος προς εκμετάλλευση. Η αξία επιφορτίζεται μόνο με αρνητική χροιά, επειδή παράγεται από την εκμετάλλευση εργαζομένων, και όχι λόγω της συντακτικής εξουσίας της εργασίας. Η κεφαλαιοκρατική μορφή της αξίας είναι εκείνη που εδραιώνει την ύπαρξη της αφηρημένης εργασίας, ή την επ' αόριστον εκμετάλλευση των εργαζομένων, ενσωματώνοντας τη ως ουσία ή περιεχόμενό της.

Στην αξία, κατ' αυτή την έννοια, εμπεριέχεται η εκμετάλλευση, ή μάλλον ως τέτοια, εμπεριέχει εκμετάλλευση εντός της μορφής της. Εδώ, όμως, είναι που το ζήτημα της ουσίας της αξίας και πώς αυτή η ουσία δημιουργείται και διευρύνεται, αναδύεται από μια ιδεαλιστική ή λογική οπτική της ιστορικής διαδρομής του κεφαλαίου– μια οπτική υπό το πρίσμα της οποίας η διαμόρφωση της κοινωνικής πρακτικής θα πρέπει να συμβαδίζει με τις απαιτήσεις του κεφαλαίου.

Εν κατακλείδι, το κεφαλαίο γίνεται στην πράξη αυτοπεριορισμός,  αφού η αναπαραγωγή του σε δομικό επίπεδο, έρχεται σε αντίθεσή και λειτουργεί αναταγωνιστικά στη σχέση μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου, που είναι η δομικής σημασίας (sine qua non) σχέση, στα θεμέλια της οποίας στηρίζεται η καπιταλιστική συσσώρευση. Όταν αξία παρασκευάζεται κατ' αυτόν τον τρόπο, το σημείο έναρξης της συστηματικής παράθεσης παύει να υπάρχει πλέον, αντικαθίσταται από μια στιγμή της αυτόνομης κίνησης του συνόλου. Η αξία επιδιώκει να διέπεται από τη λογική της προτεραιότητας: έχουμε προσδιορίσαμε το συνόλο μπορούμε να προχωρήσουμε στη διαπίστωση ότι η πραγματική επιδίωξη αξία της διασφαλίζεται μόνο από το συσχετισμό κατασκευασμένου "ψεύδους" (δηλαδή διεστρέβλωση, εκτόπιση), και ακόμη, από εμπειρικής"αλήθειας" (δηλαδή πραγματικότητα, αποτελεσματικότητα) στη σχέση μεταξύ προλεταριάτου, που (ανα)παράγει το κεφαλαίο και του κεφαλαίου που, με τη σειρά του, (ανα)παράγει το προλεταριάτο.

Επιπροσθέτως, όπως είδαμε, το σύνολο, στην ολότητα του, αποτελείται από τη συστηματική διαλεκτική του κεφαλαίου – μορφή κοινωνικής πρακτικής μορφή, η οποία προσδιορίζεται ως πρακτική από τον προσανατολισμό της προς την διαδικασία αξιοποίησης-του κεφαλαίου - έχει εσωτερικές αντιφάσεις. Αυτή η εσωτερικότητα των αντιφάσεων – ο ιστορικό τους ρόλος-- συνθέτει την απειλή αποσταθεροποίησης του κεφαλαιοκρατικού σύνολου. Η επαναστατική δράση του προλεταριάτου ενσαρκώνει αυτή την απειλή.

 

 

Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΚΡΑΤΙΣΜΟΥ

Η συστηματική διαλεκτική του κεφαλαίου συνιστά τη διαλεκτική των μορφών αξίας, δηλαδή το προϊόν- ως χρήματα- και το κεφαλαίο- ως μορφές της αξίας. Η διαλεκτική εξελίσεται μέσα από τη λογική της σύνδεση μεταξύ αυτών των μορφών, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο που φέρουν αυτές οι μορφές. Κάθε μορφή γεννά την επόμενη μέσω μιας διαλεκτικής μετάβαση. Η παρούσα διαλεκτική των καθαρών μορφών, υπό αυτή την έννοια,  είναι συστατική, συμβολίζοντας μια ιδανική (quasi-ideal) οντολογία. Μια λογική των καθαρών μορφών, όπου κάθε τέτοια μορφή δημιουργεί την επόμενη, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε υλικό περιεχόμενο: το κεφαλαίο μοιάζει να παράλληλίζει την αφηρημένη σφαίρα των μορφών σκέψης της χεγκελιανής λογική. Πράγματι, ο Μαρξ έκανε την ξακουστή παρατήρη, ότι πριν από τη γραπτή αποτύπωση του συγράμματος του, όπου πραγματεύονταν την κριτική του στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας, εντρίφισε στη λογική του Χένγκελ, γνώση που τον βοηθήσε στη σύνταξη της μέθοδου επεξεργασίας, μέσα από την οποία θα παρουσίαζε το εν λόγω ζήτημα.12 Η ανοικοδόμηση, από τον Arthur, της μαρξιστικής διαλεκτική του κεφαλαίου ξεκαθαρίζει το τοπίο ρητά, καταδεικνύοντας τη δομική ταύτιση μεταξύ του έργου του Μαρξ “Το Κεφαλαίο” και την χενγκελιανή λογική. 13 Σύμφωνα με τον Arthur, η λογική των μορφών καθαρότητας, σε κάθε περίπτωση, - τις μορφές σκέψης του τελευταίου και τις μορφές αξίας του πρώτου – θα πρέπει με κάποιο ερμηνευτικό εργαλείο να προσδιορίζονται.

Ως συστηματική διαλεκτική θεωρείται η διάρθρωση αλληλένδετων κατηγοριών εντός ενός συνόλου, χωρίς κάποιο άλλο συνεκτικό στοιχείο- στην περίπτωσή μας, του καπιταλιστικού συστήματος. Ως εκ τούτου, την αλληλεπίδραση των εν λόγω κατηγοριών είναι συγχρονική: συνυπάρχουν ή όχι ταυτόχρονα στη διάσταση του χρόνου. Ωστόσο, ο συγχρονισμός αυτής της αλληλεπίδρασης της λογική διαστρωμμάτωσης δεν ισοδυναμεί με την ομογενοποίηση τους. Πράγματι, η διαλεκτική προχωρά από τη μία κατηγορία στην επόμενη υπό όρους αναγκαιότητας, εγγενών συνδέσεων ή μεταβάσεων. Τόσο η χενγκελιανή διαλεκτική στην Λογική, όσο και η μαρξιστική διαλεκτική στο Κεφάλαιο προχωρά πιο αφηρημένα και απλουστευμένα σχήματα διαιρέσεων σε ολοένα και πιο συγκεκριμένα και περίπλοκα.  Ο Χένγκελ αντιμετωπίζει αυτές οι μεταβάσεις ως εγγενείς και αντικειμενικά προκαθορισμένο. Ο Μαρξ, ομοίως, θέτει το στόχο ο οποίος πρέπει να εντοπιστεί εντός "της εγγενούς σχέσης μεταξύ των υπάρχουσων οικονομικών κατηγοριών ή τη θολή δομή του αστικού οικονομικού σύστηματος...[στην] κατανόηση και εμβάθυνση της εσωτερικής σύνδεσης, της φυσιολογίας, ούτως ειπείν, του αστικού οικονομικού συστήματος...”14

Και οι δύο φιλόσοφοι υποστηρίζουν ότι, η συστηματική διαλεκτική πρέπει να είναι επαρκής αναφορικά με το αντικείμενο, το οποίο σε άλλες περίπτωσεις απαρτίζεται από ένα συγκεκριμένο σύνολο, χαραχτηριζόμενο από ένα σύστημα εσωτερικών σχέσεων. Έτσι, η συστηματική διαλεκτική εκφράζει την αλληλεπίδραση των λογικών στιγμών μιας ολότητας· κάθε στιγμή αυτής της ολότητας προϋποθέτει, και προϋποτίθεται από, όλες τις άλλες:

Κάτι το οποίο συνδέεται εσωτερικά με ένα άλλο εάν αυτό το άλλο συνιστά μια απαραίτητη προϋπόθεση για τη φύση του. Οι σχέσεις καθεαυτές με τη σειρά εγκαθίστανται ως στιγμές ενός συνόλου, και αναπαράγωνται μέσω της αποτελεσματικότητας του.

Ο Μαρξ τονίζει ότι "στο άρτιο αστικό οικονομικό συστήματος ... όλα όσα θεσπίστηκαν αποτελούν επίσης προϋπόθεση, και αυτό είναι ένα κοινό χαραχτηριστηκό γνώρισμα σε κάθε οργανικό σύστημα.”16 Στα πλαίσια αυτού του ορθολογισμού της διαλεκτικής οι σχέσεις είναι αμφίδρομες. Στη μια κατεύθυνση, η μορφή αξίας του κεφαλαίου αξία προϋποθέτει σχέσεις χρήματος, ενώ το χρήμα, με τη σειρά του αντίρροπα, προϋποθέτει ως αγαθό τις σχέσεις. Αντίστοιχα ωστόσο, πρέπει επίσης να τηρηθεί η αντίστροφη σειρά των εσωτερικών σχέσεων: η έννοια της αξίας θεμελιώνεται επαρκώς μόνο  στο επίπεδο του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό. Η ορθότητα και αμφισημία της συστηματικής διαλεκτική συνεπάγεται τον συγχρονισμό των στιγμών του εντός του συνόλου αυτών των κοινωνικών σχέσεων.17 Συνεπαγωγικά, λοιπόν, η διαλεκτική πρόοδος από εμπόρευμα στο χρήμα, στο κεφάλαιο δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως χρονική εξέλιξη. Επιπροσθέτως, προκύπτει εξαρχής από τη διάρθρωση των σχέσεων οι οποίες απαρτίζουν ειδικά τον κεφαλαιοκρατικό υλιστικό τρόπο παραγωγής. Η διαλεκτική ανιχνεύει μια λογική και όχι χρονική αλληλουχία των ροπών αυτών των στιγμών.

 

ΟΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ

Σύμφωνα με την ανοικοδόμηση του Chris Arthur, η διαλεκτική ωθείται από την κυκλοφορία των  αυτοπεριορισμών της αξίας. Ο αρχικός προσδιορισμός της αξίας, ως καθολική ουσία του εμπορεύματος ή "απλά υπάρχουσα", αποδεικνύει ανεπάρκεια· η αξία ενυπάρχει όχι στο εμπόρευμα, αλλά στις σχέσεις μεταξύ των βασικών προϊόντων. “Ωστόσο, ο καθορισμός της αξίας στις σχέσεις, ως προϊόν ανασύρει στην επιφάνεια αντιφάσεις, οι οποίες προσωρινά επιλύονται με τη μετάβαση/αναγωγή σε μια παγκόσμια ισοδυναμία: "η αξία δεν αντιστοιχεί σε μια τυχαία ανταλλαγή, αλλά απαιτεί την καθιέρωση, στοσύνολο του κόσμου των εμπορευμάτων, μέσω της δημιουργίας μιαςκαθολικής ισοδυναμίας.18 Έτσι, η απόσπαση της αξίας που ενυπάρχει στις σχέσεις των βασικών προϊόντων τώρα στηρίζεται στη μορφή ισοδύναμίας η οποία επιλέχθηκε ρητά, δηλαδή τα χρήματα. Αυτή η μετάβαση από τη μορφή εμπόρευματος, ως φορέα της αξίας στη νομισματική μορφή της αξίας μπορεί γίνεται αντιληπτή από τον Χέγκελ ως μια μετάβαση από την αξία την ίδια στην αξία για αυτήν.

Το χρήμα, ως μορφή αξίας, πάσχει από δομικές ανεπάρκειες ή εσωτερικές αντιφάσεις. Για να ανταποκρίνεται στην ισοτιμία, να «αντιστοιχεί πραγματικά στην έννοια της αξίας σε αυτόνομη μορφή»19, η μορφή χρήματος της αξίας δεν μπορεί απλώς να μεσολαβήσει μεταξύ των προϊόντων ως ανταλλακτική αξία τους. Αλλά εάν, από την άλλη πλευρά, αποσυρθεί από την κυκλοφορία και χάσει το χαρακτήρα του ως ανταλλακτική αξία, και γίνεται ένα απλό «άχρηστο μέταλλο". Η αντίφαση αυτή γεννά την εμφάνιση μιας νέας μορφής της αξίας, η οποία δεν υποδύεται πλέον αυτόν τον υποβαθμισμένο ρόλο του απλού διαμεσολαβητή μεταξύ βασικών προϊόντων (όπως στο σχήμα C-M-C), αλλά αντιστρόφως θέτει το ίδιο το αντικείμενο προς απορρόφηση από την κυκλοφορία - ή τέλος, ο σκοπός , το τέλος της κυκλοφορίας, όπως εκπροσωπείται από τον αριθμό M-C-M'. Αυτή η αντιστροφή δημιουργεί την κεφαλαιοκρατική μορφή της αξίας. Κατά την χενγκελιανή ορολογία, έχουμε πλέον φτάσει στην αξία στον και για τον εαυτό της: αξία η οποία υπάρχει ως αυταξία.

Η κεφαλαιοκρατική μορφή της αξίας, ως αξία αυτο-αξιοποίησης, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί στον τομέα της κυκλοφορίας, όπου εξασφαλίζεται η ανταλλαγή ισοδυνάμων: εξαρτάται από αυτή την εσωτερική αντίφαση στην εξωτερίκευση της προς τον υλικό κόσμο παραγωγής, όπου το πλεόνασμα αξίας δημιουργείται μέσω της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. Η κίνηση αυτή της υπαγωγής της παραγωγής στην μορφή αξίας θέτει (αφαιρεί) την εργασία, ως την ουσία της αξίας.

 

Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΗΜΑ C-M-C ΣΤΟ M-C-M

Ο Μαρξ, κατά την επεξεργασία της λογικής μετάβασης από σχήμα C-M-C (το χρήμα ως μέσο κυκλοφορίας) στο σχήμα M-C-M'(το χρήμα ως λήξη της κυκλοφορίας), παραθέτει μια σχετική επιχειρηματολογία. Μια εξήγηση για τη μετάβαση αυτή θα πρέπει να αναζητηθεί στη δομική τάση του κυκλώματος C-Μ-C να διαλύεται σε στιγμές του C-M και του M-C, στιγμές οι οποίες, χωροχρονικά, συνιστούν δύο ξεχωριστές συναλλαγές. Η αντίστοιχη διατύπωση του Μαρξ είναι η εξής:

Το να ισχυριστούμε ότι αυτές οι δύο ανεξάρτητες και αντιθετικές διαδικασίες [δηλ. η C-M και η M-C] διαμορφώνουν μια εσωτερική ενότητα ισοδυναμεί με τον ισχυρισμό ότι η εσωτερική ενότητά τους προχωρά διαμέσω εξωτερικών αντιθέσεων. Αυτές οι δύο διαδικασίες στερούνται εσωτερικής ανεξαρτησίας γιατί αλληλοσυμπληρώνονται. Ως εκ τούτου, εάν ο ισχυρισμός της εξωτερικής τους ανεξαρτησίας προχωρά σε κάποιο συγκεκριμένο κρίσιμο σημείο, η ενότητά τους γίνεται βίαια αισθητή μέσω της παραγωγής - μια κρίση.20

Οι στιγμές C-M και M-C είναι εξωτερικά ανεξάρτητες μεταξύ τους - κάθε μια εκπροσωπεί συγκεκριμένες τυχαίες πράξεις, όπου για την πραγματοποιήση της μιας δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη της άλλης - όμως και δύο μαζί συνθέτουν μια εσωτερική ενότητα ή σχετίζονται εσωτερικά (δηλαδή η πραγματοποιήση της μιας προϋποθέτει την ύπαρξη της άλλης - ο πωλητής εμπορεύματος πρέπει να το πουλήσει, ώστε να είναι σε θέση να αγοράσουν άλλο). Έτσι, το σχήμα C-M-C μπορεί να θεωρηθεί ότι παρουσιάζει μια εσωτερική αντίφαση. Στην αγορά, δεν υπάρχει πάντα μια επιτυχής αντιστοιχία μεταξύ αγοραστών και πωλητών. Υπό όρους ευημερίας, όπου στην αγορά έχει αναπτυχθεί πλήρως η ανταλλαγή εμπορευμάτων, η τάση αυτή εκδηλώνεται ως μια τάση στην κρίση - και ιδίως η κρίση ως αποτυχία της αξίας να αυτοπραγματοθεί λόγω υφιστάμενων διακοπών στην σφαίρα της κυκλοφορίας.

Ο Tony Smith, επεξεργαζόμενος αυτή τη μετάβαση, την «δομική τάση" προς το διαχωρισμό των στιγμών C-M και M-C "καθεαυτή παράγει μια δομική τάση να ξεπεραστεί αυτός ο διαχωρισμός." 21 Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η εσωτερική έλλειψη στο σχήμα C-M-C παράγει τη δική της διαδικασία  εντός του σχ'ηματος M-C-M' μορφή:

η συσσώρευση χρήματος, υπο ρευστοποιημένη μορφή, παρέχει μια βασική αρχή ενότητας  η οποία δίναται να υπερνικήσει τη δομική τάση προς/επιτρέποντας τον κατακερματισμό στο εσωτερικό του κυκλώματος του χρήματος ως ένα μέσο κυκλοφορίας.22

Στην αντιστροφή από το C-M-C στο MCM', η ανταλλακτική αξία έχει σφετεριστεί τη θέση της αξίας χρήσης ως το αμετάκλητο της διαδικασίας ανταλλαγής. Το χρήμα συσσωρεύεται προκειμένου να παρακάμψει το πρόβλημα ότι ένα προϊόν πρέπει πρώτα να εκποιηθεί ώστε το άλλο να μπορεί  αγοραστεί. Έτσι μπορούμε να διακρίνουμε αντικειμενικά δομικές τάσεις που οδηγούν σε επικράτηση του σχήματος M-C-M' κατά τη διάρκεια του CMC, ή τη λειτουργία του χρήματος ως το τέλος της ανταλλαγής των χρημάτων ως μέσο κυκλοφορίας.

Η συσσώρευση της ανταλλακτικής αξίας, προκειμένου να αποφευχθούν διακοπές της κυκλοφορίας λαμβάνει κατ' αυτό τον τρόπο δεσπόζουσα θέση ως ρευστή μορφή αξίας πάνω στη στέρεα βάση της αξία χρήσης του προϊόντος, η οποία είναι απαραίτητη, εάν η ροή της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων πρέπει να διατηρηθεί. Αυτή η αντιστροφή μπορεί να ειπωθεί ότι είναι δομικά αναγκαία για την αυτο-αναπαραγωγή του συνόλου - δηλαδή τη συνέχεια του συστήματος της καπιταλιστικής ανταλλαγής εμπορευμάτων.

Η διαλεκτική αντιστροφή από τα χρήματα ως μέσο ανταλλαγής στη λειτουργία του χρήματος ως τέλος της ανταλλαγής πληροφοριών προϋποθέτει κατ 'ανάγκη μια αντιστροφή του C-M-C σε M-C-M', δηλαδή τη συσσώρευση της ανταλλακτικής αξίας, και όχι απλώς το MCM. Μόλις εγκατεσταθεί η δομική κυριαρχία του M-C-M πάνω στο C-M-C, μόλις το χρήμα είναι το τέλος του κυκλώματος της ανταλλαγής – η ανταλλαγή πλέον δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, εάν δεν αυξηθεί το ποσό των χρημάτων που ανταλλάσσονται. Ο μόνος τρόπος για την αξία να αυτοδιατηρηθεί ως το τέλος της ανταλλαγής είναι να αυξηθεί η ίδια: Αλλιώς θα υποβιβαστεί σε απλό μέσο ανταλλαγής.

 

Η ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ (ΤΗΣ) ΣΤΗΝ ΜΟΡΦΗ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ, διατυπώνει μια δεύτερη, συναφή επιχειρηματολογία υπό όρους μιας υπαρκτής δομικής αναγκαότητας ή λογικής της μετάβασης της αξίας, από τη νομισματική μορφή στην κεφαλαιοκρατική. Η νομισματική μορφή της αξίας διακατέχεται από μια εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στην ουσία και την ύπαρξη, ή ανάμεσα στο γενικό και το πεπερασμένο:η ύπαρξη ενός πεπερασμένου αθροίσματος χρημάτων διαψεύδει την ουσία του, η οποία έγκυται στην αυταξία του πλούτου. Ο Μαρξ γράφει:

Ήδη είδαμε, στην περίπτωση του χρήματος, ότι η αξία που ανεξαρτητοποιήται ως τέτοια – ή η γενική μορφή πλούτου – αδυνατεί να μεταβεί σε μια άλλη μορφή πέραν της νομισματικής: μπορεί μόνο να αυξηθεί. Σύμφωνα με τον τρόπο που λειτουργεί, είναι η ουσία όλων των αξιών χρήσεις, αλλά όπως πάντα, μια πεπερασμένη ποσότητα χρήματος (εδώ, του κεφαλαίου) ο ποσοτικός περιορισμός αντιφάσκει προς την ποιότητα. Ως εκ τούτου, έγκειται στη φύση του κεφαλαίου, διαρκώς να υπερβαίνει τα όρια του[...] . Κατ' αυτό τον τρόπο, εξηγήται το γεγονός ότι η αύξηση συμπίπτει με την αυτο-διατήρηση του στην περίπτωση της αξίας, η οποία σέβεται τη φύση της ως αξία, και θα διατηρηθεί μόνο με τη συνεχή προσπάθεια να υπερβεί τα ποσοτικά της όρια, που αντιβαίνουν την χαρακτηριστική μορφή, την εσωτερική της γενικότητα.23

Κάθε πεπερασμένο άθροισμα της αξίας η οποία προσπαθεί να αυξηθεί ώστε να καταστήσει την ύπαρξη της επαρκή για την αφηρημένη ουσία, ή να προσπαθήσει να πραγματοποιήσει το σκοπό της, που είναι ο πλούτος, όμως αυτή η κίνηση της αυτο-επέκταση είναι επίσης ο μόνος τρόπος για την αξία να διατηρηθεί, ως τέτοια. Η κεφάλαιοκρατική μορφή της αξίας ορίζεται από μια δομικά αποφασιστική ώθηση/τάση προς διαρκή αυτο-επέκταση.

Όσον αφορά τη συνολική διαλεκτικής της μορφής της αξίας, που, όπως είδαμε μπορεί να αξιοποιηθεί ως κυκλοφορία της αυτο-απαγόρευση απογείωσης της αξία, η μετάβαση από τη νομισματική μορφή της αξίας στην κεφαλαιοκρατική sublates την αντίθεση μεταξύ των χρημάτων και τα βασικά προϊόντα. Κατά τη σχηματική απεικόνιση του κεφαλαίου, η αξία - ως καθολική ουσία - προϋποθέτει την μορφή των παρόντων βασικών προϊόντων, του τρέχοντος χρήματος, το οποίο καθίσταται ως μορφή ύπαρξής της, και μεταξύ αυτού αναπληρώται αδιάκοπα. Η αξία είναι τώρα στο-και-για-τον εαυτό της, και  πραγματοποιήται ως η κυρίαρχη ενότητα κυκλοφορίας μεταξύ χρημάτων και βασικών προϊόντων.24

Όπως είδαμε νωρίτερα, ο Μαρξ, περιγράφει το μηχανισμό μέσα από τον οποίο - κατά τη διάρκεια της μετάβασης από C-Μ-C στο Μ-C-M' – η αξία μετατρέπεται σε "αυτόματο υπόκεινται" της διαδικασίας, η οποία αποτελεί το αντικείμενο [bestimmung] - δηλαδή την αυτο-αξιοποίησης. Αυτό που διαπιστώνουμε εδώ είναι ότι το κεφάλαιο προσδιορίζεται διαρθρωτικά ή λογικά· η κυκλοφορία απορρέει από λογική ανάγκη.  Ως αυτο-αξιοποίηση της αξίας, το κεφαλαίο γίνεται ο δεσπόζων ή το "πρωταρχικό αντικείμενο [übergreifendes subjekt]" κατά την διαδικασία ανταλλαγής εμπορεύματος, η οποία θεσπίστηκε ως η διαδικασία της ίδιας του της αξιοποίησης25 . Στο κεφαλαίο, θα μπορούσαμε να πούμε επομένως, ότι έχουμε ένα λογικό υποκείμενο, αν όχι συνειδητό one.26

 

ΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ M-C-M

Το σκεπτικό του κεφαλαίου, M-C-M´, εμπεριέχει εγγεγραμμένη μια τελεολογία ενός του: την αυτο-επέκταση της αξίας. Όπως είδαμε παραπάνω, η αντιστροφή από το σχήμα C-M-C στο M-C-M´ είναι μια αντιστροφή ανάμεσα στα μέσα και το τέλος: τα μέσα κυκλοφορίας γίνονται, κατά τη μετατροπή τους σε κεφάλαιο, το τέλος της κυκλοφορίας. Η αξία, ως αφθύπαρκτη, γίνεται το ίδιο της το τέλος. Έτσι, ως αφηρημένος τύπος για το κεφάλαιο, το σχήμα M-C-M´, αντιπροσωπεύει ή συνοψήζει το τέλος του κεφαλαίου.

Ωστόσο, αυτό το τέλος είναι περίεργο, αφού αποτελεί απλώς την αφετηρία για ένα νέο κύκλο αξιοποίησης. Έτσι, ο κύκλος MCM' είναι επαναλαμβάνεται εκ νέου στο διηνεκές. Όταν τα μέσα γίνονται το τέλος, προκύπτουν παράξενες συνέπειες , όπως διαπίστωσε ο Αριστοτέλης πριν από τον Μαρξ. Στη θεωρητική πραμάτεια του Μαρξ, περί αντιστροφής από CMC σε MCM στο Κεφάλαιο, γίνεται αναφορά στη διάκριση που κάνει ο Αριστοτέλης μεταξύ των οικονομικών (που αντιστοιχεί σε CMC και των προνομίων της χρηστικής αξία) και χρηματικά (που αντιστοιχεί σε MCM' και τα προνόμια του αφηρημένου και της απεριόριστης μορφής πλούτου). Ο Αριστοτέλης σημειώνει τα εξής:

Για το χρήμα, η κυκλοφορία είναι η πηγή πλούτου. Και φαίνεται να περιστρέφονται τα πάντα γύρω από τα χρήματα, για το χρήμα είναι η αρχή και το τέλος αυτού του είδους της ανταλλαγής. Έτσι, και ο πλούτος, όπως τα χρήματα, αγωνίζεται για την απεριόριστη επέκταση. Όπως κάθε τέχνη, η οποία δεν είναι ένα μέσο για ένα σκοπό, αλλά είναι αυτοσκοπός, δεν έχει κανένα όριο για τους στόχους της, γιατί επιδιώκει να προσεγγίσει όλο και πιο κοντά το σκοπό αυτό, ενώ οι τέχνες που επιδιώκουν ένα τέλος δεν είναι απεριόριστες, δεδομένου ότι ο στόχος ο ίδιος προβλέπει τον περιορισμό τους. Ομοίως για το χρήμα δεν υπάρχουν όρια για τους στόχους του. Οι στόχοι αυτοί είναι ο απόλυτος πλούτος.27

Αυτή η, χωρίς όρια επέκταση, προκύπτει από την αντιστροφή μεταξύ μέσων και τέλους, έτσι ώστε τα μέσα καταλήγουν αυτοσκοπός, όπως περιγράφεται από τον Μαρξ ως εξής:

Η απλή κυκλοφορία των εμπορευμάτων - έξοδα πώλησης, προκειμένου να αγοράσουν - είναι ένα μέσο για τον τελικό στόχο που βρίσκεται εκτός κυκλοφορίας, δηλαδή την πίστωση χρήσης-αξίας, για την ικανοποίηση των αναγκών. Έναντι αυτού, η κυκλοφορία του χρήματος όπως το κεφάλαιο είναι ένας αυτοσκοπός, για την αξιοποίηση της αξίας, πραγματοποιείται μόνο εντός αυτής της διαρκώς ανανεώσιμης κυκλοφορίας. Η κυκλοφορία των κεφαλαίων επομένως είναι απεριόριστη.28

Σε αντίθεση με το σχήμα του C-Μ-C, που προέρχεται από ένα εμπόρευμα σε ένα άκρως διαφορετικό, μέσω των μέσων ανταλλαγής, προϊόν το οποίο "μεταπίπτει από την κυκλοφορία στην κατανάλωση" στο άλλο άκρο, η πορεία M-C-M' "εκκινείται από τα έσοδα των χρημάτων και τέλος επιστρέφει στο ίδιο άκρο".29 Το γεγονός ότι αυτή η κίνηση συνεχώς ανανεώνεται, και τα χρήματα συνεχώς επιστρέφουν στον ίδιο κύκλο M-C-M', μπορεί να χαρακτηρίζεται από χελεγκιανούς όρους ως μια πραγματική ή πολλές πραγματικές οι οποίες τείνουν στο άπειρο.30 Ωστόσο, αυτή η τάση στο άπειρο μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως ψευδή, στο βαθμό που το ποσοστό Μ-C-M' περιλαμβάνει επίσης την στιγμή της αξιοποίησης· όπως είδαμε, η αξία ως κεφάλαιο δομείται πέραν των ποσοτικών του φραγμών, σε μια ατελείωτη συσσώρευση.

Η συνάθροιση των δύο αυτών εκφάνσεων του κεφαλαίου, - δηλαδή η σταθερή στροφή του στην ίδια διαρκή επέκταση επ' άπειρον, και η αδιάκοπη τάση επέκτασης ως ψευδής ή επουσιώδη άπειρο – του προσδίδει μια διάσταση, η οποία θυμίζει το μύθο του Σίσυφου. Ως ουσιαστική αυταξία του κεφαλαίου, είναι καταδικασμένη να υποβάλεται ακούραστα στη διαδικασία μιας αέναης κίνησης, προκειμένου να μην αφανιστεί. Τότε, το ιδιάζων τέλος (προορισμός) του κεφαλαίου, είναι η απεριόριστη επέκταση. Ως λανθάνουσα τάση στο άπειρο, η τελεολογία του είναι η ίδια κατεύθυνση. ως ψευδής άπειρο, η ατέρμονη ανάπτυξη. Παραδόξως, η συσσώρευση κεφαλαίου αποτελεί επομένως μια τελεολογία χωρίς τέλος.

Το κεφάλαιο συνεχώς αγωνίζεται να επιπλεύσει. Όσο η τελεολογία του επιτυγχάνεται, αποδεικνύεται ότι εκπληρώνει ένα όνειρο· τόσο δεν είναι φτάνει στο τέλος, αφού θεσπίζεται εκ νέου. Έτσι, το κεφάλαιο είναι καταδικασμένο σε μια αθάνατη ύπαρξη και διαρκή ακούραστη κίνηση.31 Πρόκειται για μια αιώνια κίνηση.

Η συστηματική διαλεκτική του κεφαλαίου, όπως είδαμε, αφορά μια συγχρονισμένη σχέση λογικών στιγμών, ένα συγκεκριμένο σύνολο, το καπιταλιστικό σύστημα. Τώρα, ωστόσο, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η συστηματική λογική οδηγεί σε μια διαχρονική δυναμική της διαρκούς κυκλοφορίας της αυτο-αναπαραγωγής και αυτο-επέκταση του κεφαλαίου. Αυτό αντανακλά κάτι περισσότερο από μια κοσμική τάση – αντανακλά το νόμος του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Η ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΕ ΠΙΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΑΦΑΙΡΕΣΗΣ

Αυτή η έκθεση παραμένει μέχρι σήμερα σε πολύ αφηρημένο επίπεδο. Είδαμε παραπάνω μέσα από ποιο μηχανισμό η διαλεκτική των μορφών της αξίας, η οποία προκύπτει από τη γενικευμένη ανταλλαγή των εμπορευμάτων, δημιουργεί μια υπαρκτή λογική τάση, παράγοντας μια διαρκή κίνηση αυτοαναπαραγωγής της αυτο-αξιοποίησης της αξίας. Αυτή η διαλεκτική των καθαρών μορφών αναπτύσσεται μέσω της απόσπασης κατά την άμεση διαδικασία παραγωγής, καθώς κατά την απόσπαση από το ζήτημα της ουσίας της αξίας. Ωστόσο, οι καθαρές μορφές έχουν ανάγκη περιεχομένου, όταν η αφηρημένη λογική της συσσώρευσης του κεφαλαίου πρόκειται να πραγματωποιηθεί. Οι μορφές αξίας αποκτούν τέτοιο περιεχόμενο μέσα από την υπαγωγή τους στην διαδικασία της εργασία, στο πλαίσιο του κεφαλαίου: κατά την υπαγωγή της παραγωγής στο πλαίσιο της "έννοιας" του κεφαλαίου, τίθεται η παραγωγική διαδικασία, και ο προσδιορισμός της μορφής, ως διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, είναι η ανταλλαγή των προϊόντα του καπιταλισμού, η οποία θέτει την απόσπαση χρόνου εργασίας ως ουσία της αξία. Η παραγωγή και κυκλοφορία, ως διαδικασίες  προσδιοριζόμενες, κατ' αυτό τον τρόπο ως στιγμές μιας ενότητας: της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Καμιά στιγμή αυτής της διαδικασίας δεν προηγείται κάποιας άλλης – η πραγματοποιήση κάθε στιγμής προϋποθέτει την ύπαρξη των άλλων. Ωστόσο, όπως είδαμε, μέσα από την υπαγωγή του εργατικού δυναμικού στο ίδιο το κεφάλαιο, το δεύτερο επιβάλλει τη λογική προτεραιότητά την οποία το ίδιο θέτει, εντός της διαδικασίας της κοινωνικής ζωής.

Το καθεστώς συσσώρευσης του κεφαλαίου καθιστά αναγκαία την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Η διαδρομή της καπιταλιστικής συσσώρευσης στηρίζεται στην ανάπτυξη αυτής της σχέσης εκμετάλλευσης - την ανάπτυξη της σχέσης αυτής μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου. Ήδη στο πιο αφηρημένο επίπεδο μπορούμε να διακρίνουμε μια κατευθύνρια δυναμική, η οποία καθορίζει την διαδρομή της καπιταλιστικής ιστορίας - την αέναη τάση συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η πορεία της καπιταλιστικής συσσώρευσης - δηλαδή της σχέσης εκμετάλλευσης - γίνεται, ωστόσο, μέσα από τη μεσολάβηση πιο περίπλοκη. Συγκεκριμενοποιήται στις κατηγορίες, τις οποίες ανέπτυξε ο Μαρξ στους τρεις τόμους του Κεφαλαίου, και οι οποίες συνιστούν συγκεκριμένες διαπιστώσεις της λογικά αυτόκλητης διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Δεν δίνουμε εδώ μια πλήρη περιγραφή της συστηματικής διαλεκτική του κεφαλαίου - ένα έργο το οποίο, εν πάση περιπτώσει ποτέ ο Μαρξ δεν ολοκλήρωσε. Οι τρεις τόμοι του Κεφαλαίου που δημοσίευσε ο Μαρξ προσεγγίζουν το κεφαλαίο-σε ένα γενικό επίπεδο καθολικότητας, ιδιαιτερότητας και μοναδικότητας, αντίστοιχα - δηλαδή τη σταδιακήπιο συγκεκριμενοποίηση των επίπεδων απόσπασης, ή πιο σύνθετων επίπεδων μκεσολάβησης32. Σε αυτό το επίπεδο γεγίκευσης του, ως μοναδικότητα, στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου μπορεί να διερευνηθούν  οι κοσμικές τάσεις εντός της συσσώρευσης του κεφαλαίου, ως ολότητα - ως ένα σύνολο ενότητας πολλών κεφαλαίων.

Σε αυτό το σημείο θα ψηλαφίσουμε συνοπτικά τις προβλέψεις μερικών από αυτές τις κοσμικές τάσεις. Όπως αναφέρεται στην εισαγωγή του παρόντος άρθρου, η καπιταλιστική συσσώρευση τείνει να υπονομεύει την ίδια της τη βάση. Η ίδια αυτή τάση μπορεί να εκφραστεί ως εξής: η σχέση της εκμετάλλευσης διαβρώνει την ίδια της ίδρυσή της, όπως αυτή που εκμεταλλεύεται – την εργατική δύναμη - έχει αποβληθεί οριακά από τη διαδικασία παραγωγής, μέσω της ανάπτυξης της παραγωγικότητας της κοινωνικής εργασίας. Η ίδια τάση εκφράζεται μέσα από την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και την πτώση του ποσοστού κέρδους - δηλαδή την τάση προς την κατεύθυνση της υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου. Ομοίως, το κεφάλαιο βρίσκει τον εαυτό ανίκανο να δημιουργήσει την απαιτούμενη αναλογία νέων πεδίων παραγωγικής εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης - για την παραγωγή επαρκούς υπεραξίας με την οποία θα πραγματοποιηθεί ως αυτοαξιοποίηση.

Όπως είδαμε, η σχέση εκμετάλλευσης είναι εξ ορισμού μια αντιφατική σχέση - η σχέση της ταξικής πάλης. Οι κοσμικές τάσεις που έχουμε αρχίσει να σκιαγραφούμε, λοιπόν, συνιστούν προσδιορισμούς των ακρότατων της ταξικής πάλης. Η ιστορία της είναι η ιστορία μιας κινούμενης αντίφασης/αντιφατικής κίνησης - η σύγκρουση και η μάστιγα της κρίσης αναπαραγωγής της σχέσης εκμετάλλευσης μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η συστηματική διαλεκτική του κεφαλαίου είναι, σε πρώτη φάση μια διαλεκτική των καθαρών μορφών - δηλαδή των μορφών αξίας. Αξία η οποία εδαφικοποιήται αναδρομικά, μέσα από τη διαλεκτική των μεταβάσεων στις αντιφατικές μορφές αξίας (εμπόρευμα και χρήμα) στην κεφαλαιοκρατική μορφή της τιμής: τιμή, η οποία αποσκοπεί στη δημιουργία μιας, αθροιστικά, απόλυτης μορφής. Προκειμένου να πραγματοποιηθεί η ίδια και να εδαφικοποιηθεί στην πραγματικότητα, αυτή η αθροιστική μορφή ενότητας, θα πρέπει να λάβει τη μορφή ενός περιεχομένου. Αυτό το πραγματώνει, υπάγοντας την εργασία στο πλαίσιο και τη μορφή της, ως προσδιορισμός της διαδικασίας της κοινωνικής ζωής, ως  διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου. Πράγματι, όπως είδαμε, το κεφάλαιο δεν είναι τίποτε άλλο από μια διεστραμμένη μορφή των ανθρώπινων κοινωνικών σχέσεων. Επιπλέον, το κεφάλαιο θα πρέπει να εδράζεται στην πραγματικότητα, θα πρέπει να τοποθετεί τις δικές του προϋποθέσεις - να αναπαράγεται και επίσης να αναπαράγει και τα εσωτερικά του στοιχεία - το προλεταριάτο, τον άλλο πόλο της σχέσης εκμετάλλευσης. Θα πρέπει να αναπαράγει τη σχέση της εκμετάλλευσης την ίδια. Στο βαθμό που η σχέση εκμετάλλευσης μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου αυτο-αναπαράγεται, η συστηματική διαλεκτική του κεφαλαίου μπορεί να θεωρηθεί ότι συναθροίστηκε, και έκλεισε τον κύκλο της.

Ωστόσο, εάν η συστηματική διαλεκτική του κεφαλαίου κλείσει σε ένα επίπεδο απόσπασης, αυτή η κλειστότητα τίθεται υπό αμφισβήτηση το πιο συγκεκριμένο επίπεδο της πραγματικής ιστορίας της ταξικής σχέση. Η αυτο-αναπαραγωγή της σχέσης εκμετάλλευσης, μέσω της αμοιβαίας αναπαραγωγή του κεφαλαίου και προλεταριάτου δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι θα συμβαίνει πάντα. Πράγματι, στο βαθμό που υπάρχουν εγγενείς κοσμικές τάσεις εντός της καπιταλιστικής συσσώρευσης, οι οποίες απειλούν να την υπονομεύσουν στη βάση της, καθώς και στο βαθμό που η συστηματική διαλεκτική του κεφαλαίου - ως διαλεκτική της ταξικής πάλης - παράγει ένα προλεταριάτο, υπόλογο στο ενδεχόμενο διάλυσης του, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι η διαλεκτική μπορεί να κλείσει, αλλά παραμένει μάλλον ανοιχτά κλεισμένη (open-ended).33

Αυτή η ανοιχτή κλειστότητα της διαλεκτικής  δεν απορρέει από την επέλευση της ταξικής πάλης σε σχέση με τη συστηματική λογική της καπιταλιστικής συσσώρευσης: η ταξική πάλη δεν συνιστά ένα "εξωγενή μεταβλητή". Αυτό που σε ένα επίπεδο εξαρτάται απλά από το συσχετισμό με τη λογική της συσσώρευσης του κεφαλαίου – τις υλιστικές και πνευματικές αλληλεπιδράσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και αυτών με τη φύση - είναι οι ίδιοι εκλογικευμένοι (logicised) - δηλαδή υπόκεινται στη λογική της μορφής του κεφαλαίου της αξίας - ως αποτέλεσμα της υπάγουν την εργασία στο πλαίσιο του κεφαλαίου, καθώς και της αυτο-αναπαραγωγής του ως σχέση αμοιβαίας εμπλοκής μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου. Επομένως, η ιστορία της ταξικής σχέσης προσδιορίζεται κατ' εικόνα του ίδιου του ασύμμετρου χαρακτήρα αυτής της σχέσης, στην οποία ο ένας πόλος ορίζεται από την αφηρημένη λογική της αυτο-επέκτασης της αξίας και βασίζεται στις ιδιότητες της εργασίας του άλλου (πόλου). Το προλεταριάτο στέκεται ανθεκτικό έναντι των αναληφθεισών αναγκών της καπιταλιστικής συσσώρευσης, αλλά και δυστροπία του, ή ίσως καλύτερα – της ανταγωνιστικότητας του - έχει ένα προσδιορισμένο χαρακτήρα, ανάλογα με τη θέση του ως πόλο σε αυτή την αντιφατική κίνηση. Η συστηματική διαλεκτική του κεφαλαίου - ως διαλεκτική της ταξικής πάλης – διαρκεί, εν τέλη, επ' αόριστο, διότι απειλεί την ίδια την υπαρκτή παραγώμενη υπέρβαση  της επαναστατικής δράσης του προλεταριάτου, η οποία μέσω άμεσων μέτρων κομμουνιστικοποίησης καταργεί και τον εαυτό της και το κεφαλαίου, και παράγει τον κομμουνισμό. 

  1. 1.    Μαρξ, Το Κεφάλαιο (MECW 29), p. 91.
  2. 2.    Η ιδέα της αντανάκλασης σε πρακτικό επίπεδο εξελιχθηκε από τον Richard Gunn στο ‘Πρακτική Αντανάκλαση του Μαρξ’, Κοινή Λογική 1, 1987.
  3. 3.    Δείτε πχ. Τους τρείς τόμους του Open Marxism δημοσιευμένο από Pluto Press, όπως επίσης και των Werner Bonefeld και John Holloway, Global Capital, National State, and the Politics of Money (Palgrave Macmillan 1995)
  4. 4.    Δείτε από τον Giacomo Marramao, ‘Theory of Crisis and the Problem of Constitution’ Telos 26 (Winter 1975-1976).
  5. 5.    Δείτε Endnotes no.1, ‘Afterword’, μια συνοπτική αναφορά στην ιστορικότητα του ρόλου της επαναστατικής δράσης του προλεταριάτου για την κομμουνιστικοποίηση.
  6. 6.    Δείτε το άρθρο ‘Misery and Debt’ above.
  7. 7.    Μαρξ, Το Κεφάλαιο (MECW 28), p. 101.
  8. 8.    Δείτε συγκεκριμένα Chris Arthur, The New Dialectic and Marx’s Capital (Brill 2002). [1]
  9. 9.    It might be that Marx feels obliged to assert that labour is the content of value from the outset for political reasons. See the article ‘Communisation and Value-Form Theory’ above for a discussion of the political dimension of Marx’s critique of political economy.
  10. 10.                        In capitalist social relations logical forms (i.e. the forms of value) have an ontological status as real abstractions. Through the subsumption of labour under itself, capital asserts the primacy of its logic, which can be said to have a real existence.
  11. 11.                        We use ‘perversion’ to render Marx’s Verrückung, which can also be rendered as ‘displacement’. The German word also carries a connotation of insanity.
  12. 12.                        Δείτε επίσης, Marx & Engels, Selected Correspondence (Progress Publishers 1975) p.121. Marx had obtained Bakunin’s copy of Hegel’s Logic as a present from Freiligrath.
  13. 13.                        In Arthur’s reconstruction the progression of categories of the first six chapters of Capital volume 1 are mapped onto Hegel’s Logic, such that the logical movement from commodity exchange to value parallels the ‘Doctrine of Being’; the ‘doubling of money and commodities’ parallels the ‘Doctrine of Essence’; and finally capital as ‘absolute form’ which posits its actualisation in labour and industry, corresponds to Hegel’s ‘Concept.’ See Chris Arthur, The New Dialectic and Marx’s Capital (Brill 2002), pp. 79-110.

 

                    Marx, Economic Manuscript of 1861-63 (MECW 31), p. 390.

  1. 14.                        Chris Arthur, The New Dialectic and Marx’s Capital (Brill 2002), pp. 24-25.
  2. 15.                        Marx, Grundrisse (MECW 280), p. 208 (Nicolaus translation).
  3. 16.                        In Anti-Dühring and elsewhere Engels conflates synchronic and diachronic dimensions of the dialectic in developing what has become known as the ‘logical-historical method,’ according to which the logical structure of Capital mirrors the historical stages of development of the capitalist system. Thus Engels interprets the section on commodity exchange in the context of a supposed historical epoch of so-called ‘simple commodity production.’ For a critique of this interpretation see Chris Arthur, ‘Engels as Interpreter of Marx’s Economics’ in Chris Arthur, ed., Engels Today: A Centenary Appreciation (MacMillan 1996). Proponents of systematic dialectic have thus been at pains to differentiate their approach from all notions of a historical dialectic, including the so-called dialectic of forces and relations of production across different modes of production, as well as the more Hegelian Marxist problematic of the history of alienation and its overcoming.
  4. 17.                        Chris Arthur, The New Dialectic and Marx’s Capital (Brill 2002) p. 31.
  5. 18.                        Ibid.
  6. 19.                        Marx, Capital, vol.1 (MECW 35), p. 123 (Fowkes translation).
  7. 20.                        Tony Smith, The Logic of Marx’s Capital (SUNY Press 1990), p. 89.
  8. 21.                        Ibid.
  9. 22.                        Marx, Grundrisse (MECW 28), p. 200.
  10. 23.                        This movement parallels the movement from the ‘Doctrine of Essence’ to the ‘Doctrine of the Concept’ in Hegel’s Logic.
  11. 24.                        Marx, Capital, vol.1 (MECW 35), p. 165 (our translation).
  12. 25.                        Moishe Postone develops this theme, likening capital to an unconscious version of the Hegelian Geist, in ‘Lukács and the dialectical critique of capitalism’, in R. Albritton and J. Simoulidis, eds., New Dialectics and Political Economy (Palgrave MacMillan 2003). Of course capital, as alienated objectivity which assumes a subjectivity in the process of its own-self valorisation, is nothing but a perverted form of social relations between individuals.
  13. 26.                        Aristotle, De Republica, quoted in Marx, Capital, vol.1 (MECW 35), p. 163.
  14. 27.                        Ibid. (our emphasis).
  15. 28.                        Ibid., p. 165.
  16. 29.                        ‘[I]n its passing into another, something only comes together with itself; and this relation to itself in the passing and in the other is genuine Infinity.’ See Hegel, The Encyclopaedia Logic, §§ 94-95, (Hackett 1991), pp. 149-152.
  17. 30.                        As we shall see below, capital is the spirit animating the production process - Marx uses the metaphor of the vampire (the undead) sucking on living labour as its life-blood. Perhaps another appropriate image would be of capital as zombie-master, the undead spirit, directing from outside the activity of workers as zombies, the living dead. Of course, all this Gothic imagery should not obscure the sense in which the movement of capital is also the all-round development of needs and universality, albeit in the mode of being denied (i.e. as the universe of value).
  18. 31.                        See Felton Shortall, The Incomplete Marx (Avebury 1994), pp. 445-454, and Chris Arthur, ‘Capital in General and Marx’s Capital’ in Martha Campbell and Geert Reuten eds, The Culmination of Capital (Palgrave 2002) for a discussion of the entire project.
  19. 32.                        The class struggle is mediated by many levels of concrete determinations which remain untheorised in this article. The cycles of struggle and forms that revolutionary movements take historically are determined by the shifting configurations of the class-relation and the changes in the character of the proletariat’s self-relation in its relation to capital. We refer readers to other articles in this and other issues of Endnotes where the contours of the class struggle and its history are considered in more concrete terms.
  • ·       

 

 

 

 

 

Σημειώσεις του μεταφραστή:

[1]. Επίσης μια ανασκόπηση σε PDF θα βρείτε στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

http://www.revalvaatio.org/wp/wp-content/uploads/arthur-the_new_dialectic_and.pdf

[2]. Από βικιπαιδεία

Ο διαλεκτικός υλισμός είναι ένα υλιστικό φιλοσοφικό δόγμα, το οποίο πρεσβεύει οτι η ύλη εξελίσσεται συνεχώς, σε μορφές που είναι ανεξάρτητες των προηγούμενων. Σημαντικό στοιχείο της θεώρησης του διαλεκτικού υλισμού αποτελεί η μελέτη των αντιθέσεων, οι διάφορες (κύριες και δευτερεύουσες) πλευρές των οποίων, μέσω της σύγκρουσης μεταξύ τους και της λύσης της αντίθεσης, καθορίζουν τις νέες μορφές της ύλης που θα προκύψουν. Ο διαλεκτικός υλισμός χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται κατά κόρον από τους διανοητές της μαρξιστικής σχολής, ενώ αποτέλεσε κύριο θεωρητικό και φιλοσοφικό εργαλείο και για τα περισσότερα κόμματα που αναφέρονται στον σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό, κυρίως (αλλά όχι αποκλειστικά) εφαρμοζόμενος στη θεώρηση της ιστορίας ως μιας διαδικασίας που εξελίσσεται μέσω της πάλης των τάξεων. Αντλεί την καταγωγή του από το έργο του ιδεαλιστή φιλοσόφου Γκέοργκ Βίλχελμ Φρήντριχ Χέγκελ, αλλά θεμελιωτές του από υλιστική σκοπιά θεωρούνται οι Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς. Κατά τον εικοστό αιώνα σημαντικές συνεισφορές στην εξέλιξη του διαλεκτικού υλισμού είχαν οι Β. Ι. Λένιν, Γκέοργκ Λούκατς και άλλοι.

 

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης