Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Το αίνιγμα της αναπαραγωγικής παραγωγής

Εισαγωγή


Μια από τις βασικές παραδοχές στον πυρήνα του Αυτόνομου Μαρξισμού είναι το ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα είτε στη σφαίρα της παραγωγής είτε στην κυκλοφορία και αναπαραγωγή είναι δυνητικά παραγωγική, δηλαδή, μπορεί να συμβάλει στην αξιοποίηση του κεφαλαίου.
Η αναπαραγωγική εργασία, που είναι η εργασία που γίνεται από εμάς και τις οικογένειες μας για να αναπαράγουμε τους εαυτούς μας, αναπαράγει την εργατική μας δύναμη, δηλαδή την ικανότητά μας να εργαζόμαστε για το κεφάλαιο – μ’ αυτήν την έννοια, οι θεωρητικοί του Αυτόνομου Μαρξισμού λένε πως η αναπαραγωγική εργασία είναι παραγωγή για το κεφάλαιο. «Το αίνιγμα τη Αναπαραγωγής» της Leopoldina Fortunati, που εκδόθηκε στην Ιταλία το 1981 και στις Η.Π.Α. το 1995[1], φαίνεται να είναι η πιο εκλεπτυσμένη συμβολή σε αυτή την άποψη ως τώρα. Ενώ η αναπαραγωγική εργασία μπορεί να καλύπτει οτιδήποτε, από το να παίζεις ηλεκτρονικά παιχνίδια, να παρακολουθείς μαθήματα, να πηγαίνεις στο γυμναστήριο, να βλέπεις τηλεόραση, να ψάχνεις για δουλειά, κ.τ.λ. στο κείμενο της η Fortunati ασχολείται με δυο πολιτιστικά συγκεκριμένες γυναικείες δραστηριότητες έξω από τη σφαίρα της παραγωγής: την οικιακή εργασία και την πορνεία [2].

Η Fortunati προέρχεται από μια παράδοση Μαρξιστικού φεμινισμού που συνδεόταν με την Αυτόνομη περιοχή. Μπορεί κανείς να εντοπίσει μια σύνδεση ανάμεσα στη γυναικεία εργασία και το κεφάλαιο στην Ιταλία του ’70, στην Mariarosa Dalla Costa για παράδειγμα. Στο εμβρυακό της έργο «Οι Γυναίκες και η Ανατροπή της Κοινότητας» [Women and the Subversion of the Community], γραμμένο στα 1971, η Dalla Costa «επιβεβαιώνει»… [πως] η οικογένεια στον καπιταλισμό είναι… μια κεντρική αναγκαιότητα της κοινωνικής παραγωγής» και ότι η οικιακή εργασία δεν είναι απλά ιδιωτική εργασία που γίνεται για έναν σύζυγο και για τα παιδιά[3]. Η οικιακή εργασία είναι επομένως μια σημαντική κοινωνική δραστηριότητα πάνω στην οποία αναπτύσσεται η καπιταλιστική παραγωγή. Ωστόσο, ενώ η Dalla Costa λέει πως οι δραστηριότητες που συμβαίνουν εντός της αναπαραγωγής είναι «αν όχι άμεσα, τότε εν τέλει επικερδείς για την επέκταση … της εξουσίας του κεφαλαίου», η Fortunati επιχειρεί το θεωρητικό άλμα του να δείξει ότι η οικιακή εργασία παράγει αξία, στα πλαίσια μια «Μαρξικής» προσέγγισης και επιχειρεί να εκφράσει αυτή την παραγωγή αξίας με μαθηματικό τρόπο[4]. Αυτό είναι πράγματι θαρραλέο, καθώς η ανάλυση του Μαρξ για το κεφάλαιο φαίνεται να δείχνει πως αυτό δε συμβαίνει- επομένως, για να πετύχει το σκοπό της η Fortunati πρέπει να αναθεωρήσει τις κατηγορίες του Μαρξ – ή, με τα δικά της λόγια «να τις συνδυάσει με τη φεμινιστική κριτική» (σελ. 10) έτσι ώστε να γίνουν κατάλληλα εργαλεία για αυτό το σκοπό.

Ο ισχυρισμός της Fortunati ότι η αναπαραγωγή παράγει αξία είναι μια πρόκληση για τη Μαρξιστική «ορθοδοξία» που συμφωνεί πως η αναπαραγωγική εργασία είναι μια προϋπόθεση για τη μελλοντική παραγωγή αξίας και χρησιμεύει στο να κρατήσει το κόστος της εργατικής δύναμης χαμηλό, αλλά στην πραγματικότητα δεν παράγει η ίδια αξία. Σε αυτή την «ορθόδοξη» οπτική η αναπαραγωγική εργασία είναι απλά συγκεκριμένη εργασία, όχι αφηρημένη εργασία. Εφόσον είναι συγκεκριμένη εργασία και όχι αφηρημένη εργασία, αυτή η εργασία δεν προσθέτει καθόλου νέα αξία αλλά διατηρεί την αξία των μέσων επιβίωσης που καταναλώνονται από την οικογένεια, σαν την αξία της εργατικής δύναμης. Αυτή η αξία εκδηλώνεται ως η ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης.

Τα κύρια επιχειρήματα της Fortunati ενάντια σε αυτή την οπτική επικεντρώνονται στην δική της αντίληψη για την έννοια της εργατικής δύναμης, η οποία είναι το συγκεκριμένο προϊόν της εργασίας της γυναίκας σαν νοικοκυρά και σαν πόρνη: για την ακρίβεια, η Fortunati ισχυρίζεται ότι η εργατική δύναμη είναι, χωρίς άλλες διευκρινήσεις, «ένα εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα», το οποίο «εμπεριέχεται» στο πρόσωπο του συζύγου. Είναι αλήθεια πως όταν θέτουμε τον εαυτό μας στη δούλεψη του καπιταλιστή, η υποταγή μας παίρνει τη μορφή μιας πώλησης, της πώλησης της εργατικής δύναμης. Αλλά, όπως θα δούμε λεπτομερώς παρακάτω, είναι επίσης αλήθεια το ότι η παραγωγή και πώληση της εργατικής δύναμης δε μοιάζει με την παραγωγή και πώληση άλλων εμπορευμάτων, και αυτή η διαφορά ενσωματώνει την ουσία της κατάστασής μας σαν προλεταριάτο από το οποίο έχει αφαιρεθεί κάθε ιδιοκτησία. Με την υπόθεσή της για την εργατική δύναμη σαν «ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα» η Fortunati εξαφανίζει από τη μια αυτή τη σημαντική διαφορά, και από την άλλη μπορεί έτσι  να συνάγει απευθείας  το συμπέρασμα πως η εργατική δύναμη πρέπει να εμπεριέχει την αξία που αντιστοιχεί στο χρόνο αφηρημένης εργασίας που ξοδεύτηκε για την παραγωγή της, όπως και «όλα τα άλλα εμπορεύματα» τον εμπεριέχουν[5].

Αν σύμφωνα με αυτή την αφαίρεση η οικιακή εργασία παράγει αξία, πως εξηγεί η Fortunati το γεγονός πως καμία αξία δεν εμφανίζεται σαν αποτέλεσμα της οικιακής εργασίας;[6] Αυτό συμβαίνει γιατί, λέει, στον καπιταλισμό το άτομο έχει «απογυμνωθεί από κάθε αξία», έχει αποαξιοποιηθεί, δηλ. του έχουν αρνηθεί την κυριότητα του ως προσώπου – φορέα της αξίας. Αυτή είναι μια αποαξιοποίηση με όρους χρηματικής αξίας: «όντας σκλάβος ή ο δουλοπάροικος, με άλλα λόγια, ιδιοκτησία του αφέντη ή του φεουδάρχη, το άτομο έχει κάποια αξία… το άτομο δεν έχει καμία αξία» σήμερα (σελ. 10). Αν το άτομο δεν μπορεί να «κουβαλά» την αξία που παράγεται από τη γυναίκα του, αυτή η αξία δεν εμφανίζεται στην ανταλλαγή ανάμεσα στην εργατική δύναμη και το κεφαλαίο, και γλιστρά από τον εργάτη καταλήγοντας κατευθείαν στα χέρια του καπιταλιστή, χωρίς καμία αναγνώριση της οικιακής εργασίας που έχει λάβει χώρα[7]. Και μόνο όταν η εργατική δύναμη του συζύγου είναι στα χέρια του καπιταλιστή, όταν ο εργάτης δουλεύει πραγματικά, μόνο τότε εκδηλώνεται αυτή η αξία σαν αξία που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της παραγωγής. Η οικιακή εργασία σύμφωνα με αυτή την θεωρία είναι τότε μέρος της συνολικής εργασίας στην κοινωνία, που αξιοποιεί το κεφάλαιο, αλλά αφού το «άτομο» έχει «αποαξιοποιηθεί», η συμβολή του στο κεφάλαιο δεν αναγνωρίζεται.

Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η Fortunati ισχυρίζεται πως η αναπαραγωγή δημιουργεί πραγματικά αξία, «αλλά εμφανίζεται αλλιώς», μ’ αυτόν ισχυρίζεται και πως η πραγματική συνθήκη της νοικοκυράς είναι αυτή της μισθωτής εργαζόμενης, αλλά «εμφανίζεται αλλιώς». Πράγματι, η Fortunati λέει, πως η άμεση σχέση ανάμεσα στη σύζυγο και τον σύζυγο κρύβει μια πραγματική σχέση ανταλλαγής μισθωτής εργασίας ανάμεσα στη σύζυγο και το κεφάλαιο, η οποία διαμεσολαβείται από τον σύζυγο σαν «επόπτη» της γυναικείας εργασίας.[8]

Παρόλο που, όπως βλέπουμε παρακάτω, τα επιχειρήματα της Fortunati  φαίνεται να διαφέρουν από άλλες θεωρητικές Αυτόνομες προσεγγίσεις, χαίρουν κάποιας εκτίμησης εντός της περιοχής της Αυτονομίας. H Dalla Costa για παράδειγμα την αναφέρει, και o Harry Cleaver την συμπεριλαμβάνει στην λίστα ανάγνωσής του, στο μάθημα του «Αυτόνομου Μαρξισμού»[9]. Έξω από την περιοχή της Αυτονομίας, το γραπτό της έχει εξυμνηθεί από την ΑΚ [σ.τ.μ. ΑΚ Press] σαν «ένα άρτιο βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί πολύ προσεκτικά και σαν ένα καλό παράδειγμα στέρεας κριτικής στο έργο του Μαρξ»[10]. Σίγουρα δεν μπορεί να ξεφύγει από κανένα αναγνώστη η ικανότητα της Fortunati να αντιμετωπίζει «πολυπλοκότητες»: στο κείμενο της οι λέξεις «πολύπλοκος» και «πολυπλοκότητα» εμφανίζονται τουλάχιστον 26 φορές[11]. Το «πυκνό» ύφος της, το οποίο διαπιστώνει η ΑΚ, το οποίο για παράδειγμα αποκαλεί το να κάνεις σεξ, μια «εργασία σεξουαλικής αναπαραγωγής του αρσενικού εργάτη» είναι σύμφωνο με αυτή τη γοητεία που της ασκεί η «πολυπλοκότητα». Αναμφίβολα αυτό το πράγμα έχει εμπνεύσει δέος και σεβασμό στους αναγνώστες της.

Ένας λόγος για την παρούσα κριτική είναι πρώτα από όλα, το ότι η ανομοιότητα της ανδρικής και γυναικείας συνθήκης στην καπιταλιστική κοινωνία είναι ένα πραγματικό πρόβλημα. Αν η αναγνώρισή μας σαν άτομα που έχουν «αξία» στην αστική κοινωνία γίνεται μόνο διαμέσου των ρόλων μας σαν αγοραστές και πωλητές εμπορευμάτων (ή ειδικά σαν πωλητές εργατικής δύναμης και κερδίζοντες έναν μισθό), η γέννηση και ανατροφή παιδιών είναι ένα εμπόδιο για αυτή την αναγνώριση. Παρόλο που μέρος του τιμήματος του να είμαστε γονείς μπορεί να μοιραστεί, η τεκνοποιία δεν μπορεί – και, όποια και να ‘ναι η τάξη της, η γυναίκα υφίσταται διακρίσεις σε σχέση με τον άνδρα στον καπιταλισμό. Μια μελέτη του προβλήματος που σχετίζεται με τη γυναικεία εργασία είναι επομένως ενδιαφέρουσα για μια πιθανή κριτική των αστικών σχέσεων ανταλλαγής – ειδικά του κατακερματισμού της κοινωνίας σε άτομα που αναγνωρίζουν το ένα το άλλο μόνο σαν αγοραστές και πωλητές εμπορευμάτων.

Το έργο της Fortunati είναι το προϊόν της συμμετοχής της στο κίνημα των «Μισθών για την Οικιακή Εργασία» στην Ιταλία του 1970. Αυτό το κίνημα παρήγαγε αρκετή ριζοσπαστική θεωρία κοντινή στην Αυτονομία (όπως και το έργο της Dalla Costa) και έτυχε προσοχής και σεβασμού από τον αμερικάνικο Αυτόνομο Μαρξισμό, ειδικά από τον Harry Cleaver[12]. Ωστόσο στην παρούσα κριτική επιλέξαμε να ασχοληθούμε μόνο με το συγκεκριμένο θεωρητικό ανάπτυγμα της Leopoldina Fortunati και όχι με το ευρύτερο θέμα του Μισθού για την Οικιακή Εργασία –μια τέτοια προσέγγιση θα έπρεπε να αναμετρηθεί με την μάλλον θρησκευτικού τύπου συμπεριφορά του κινήματος του υιοθέτησε αυτό το αίτημα.

Πράγματι, παράλληλα με τα ενδιαφέροντα θέματα που σχετίζονται με τη γυναικεία συνθήκη στην κοινωνία μας, η βασική εστίαση για αυτή την κριτική του έργου της Fortunati είναι το συγκεκριμένο θέμα της αναπαραγωγής σαν «παραγωγική εργασία», την οποία η Fortunati μοιράζεται με μια ευρύτερη περιοχή του Αυτόνομου Μαρξισμού. Ειδικότερα, θέλουμε να απευθυνθούμε στην Αυτόνομη επεξεργασία της έννοιας της αξίας στον σύγχρονο τρόπο παραγωγής. Σ’ αυτή τη συζήτηση θα καταδείξουμε όχι μόνο τις ομοιότητες ανάμεσα σε διάφορους συγγραφείς, αλλά επίσης και τις, μερικές φορές σημαντικές, διαφορές στις θεωρητικές τους θέσεις. Θα συζητήσουμε ειδικά τα ακόλουθα τρία σημεία:

1) τη σημασία, εντός του Αυτόνομου Μαρξισμού, της επίδειξης, με κάθε κόστος, ακόμα και με τη χρήση «τύπων», του ότι η αναπαραγωγική εργασία είναι παραγωγική και δημιουργός αξίας

2) την Αυτόνομη αντίληψη της αναπαραγωγικής εργασίας σαν εργασία που είναι, όπως θα το έθετε η Fortunati, «οργανωμένη καπιταλιστικά», δηλαδή έμμεσα ελεγχόμενη από το κεφάλαιο έχοντας το χαρακτήρα της μισθωτής εργασίας.

3) την αντίληψη του κεφαλαίου σαν επιβολή εργασίας, πειθαρχία και καταστολή, και την παράλληλη αντίληψη της εργατικής τάξης σαν ανταγωνιστική στο κεφάλαιο.

Συζητώντας αυτά τα σημεία, θα κάνουμε κάποιους παραλληλισμούς και αναφορές στους βασικούς συγγραφείς που γράφουν, ή έγραψαν, εντός της Αυτονομία ή του Αυτόνομου Μαρξισμού, και ειδικά στον Harry Cleaver (Διαβάζοντας το Κεφάλαιο Πολιτικά, Reading Capital Politically[13]), τον Massimo De Angelis (Πέρα από τα Τεχνολογικά και Κοινωνικά Παραδείγματα: Μια Πολιτική Ανάγνωση της Αφηρημένης εργασίας και της Ουσίας της Αξίας, Beyond the Technological and the Social Paradigms: A Political Reading of Abstract Labour as the Substance of Value[14]), τον Antonio Negri (Αγωγός: Γράμματα από τη Redibbia, Pipeline, Lettere da Rebibbia[15]) και τους Antonio Negri και Michael Hardt (Αυτοκρατορία, Empire[16]). Θα κάνουμε καθαρές τις διαφορές ανάμεσα σε αυτούς τους συγγραφείς, οι οποίοι από τη μια μοιράζονται κάποιες βασικές αρχές της Αυτόνομης παράδοσης, αλλά από την άλλη μπορεί να αποκλίνουν σε θεμελιώδεις θέσεις και στην κατανόηση του καπιταλισμού.

Στα ακόλουθα τμήματα θα αναλύσουμε τις λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο η Fortunati χειρίζεται την αναπαραγωγή ως παραγωγική εργασία και τις αρχικές τις υποθέσεις. Χάριν απλότητας θα ασχοληθούμε μόνο με την προσέγγιση της Fortunati για την οικιακή εργασία, και θα αποφύγουμε το θέμα της πορνείας.[17]

Η αναζήτηση της αξίας

Κανένας Μαρξιστής δεν θα αρνιόταν ότι η οικιακή εργασία και η αναπαραγωγική εργασία είναι λειτουργικές και απαραίτητες για τη συνολική διαδικασία της αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου. Αυτό που κάνει το βιβλίο της Fortunati καινούριο ή ενδιαφέρον, είναι το ότι σκοπεύει να πείσει τον αναγνώστη ότι η οικιακή εργασία είναι ένα πραγματικό ξόδεμα χρόνου αφηρημένης εργασίας, και πράγματι παραγωγή αξίας, και ότι αυτό μπορεί να ποσοτικοποιηθεί.

Όντως, το επιχείρημα ότι η εργασία που γίνεται έξω από την παραγωγή είναι παραγωγική, είναι μια διαρκής εστίαση που επιχειρείται στην Αυτόνομη θεωρία. Στο Reading Capital Politically, ο Cleaver υπενθύμιζε στον αναγνώστη ότι η αφηρημένη εργασία και ο χρόνος της αφηρημένης εργασίας «πρέπει να είναι στενά δεμένη με την ολότητα του κεφαλαίου» (σελ. 118) και ότι στην «συνολική κοινωνική μάζα» αφηρημένης εργασίας και αξίας που παράγεται στον καπιταλισμό υπάρχει «άμεση ή έμμεση» συνεισφορά από οποιονδήποτε εξαναγκάζεται σε οποιαδήποτε μορφή εργασίας, είτε μισθωτής είτε άμισθης, συμπεριλαμβανομένης και της οικιακής εργασίας (σελ. 122-123). Παρόλο που οποιαδήποτε επιβεβλημένη δραστηριότητα μπορεί να είναι λειτουργική για την αξιοποίηση του κεφαλαίου, αυτό δε σημαίνει πως η αφηρημένη εργασία είναι που παράγει την αξία. Λέγοντας αυτό το πράγμα, αυτή η συνεισφορά μπορεί να είναι «έμμεση», ο Cleaver, αφήνει το ζήτημα διφορούμενο και ανοιχτό[18]. Ωστόσο, αυτή την πρόταση αργότερα την πήρε και την ανέπτυξε διεξοδικά ο μαθητής του Massimo De Angelis. Στο άρθρο του που αναφέρθηκε παραπάνω, ο De Angelis επιχείρησε μια λογική «επίδειξη» του ότι κάθε αποξενωμένη, επιβεβλημένη και χωρίς όρια εργασία ισοδυναμεί με ξόδεμα αφηρημένης εργασίας και επομένως παράγει αξία για το κεφάλαιο.

Γιατί είναι τόσο σημαντικό να επιχειρηματολογήσουμε για την παραγωγή υπεραξίας έξω από τη σφαίρα της παραγωγής; Η απάντηση που δίνεται επ’ αυτού από την Fortunati και, για παράδειγμα, τον De Angelis είναι παρόμοια: αυτό είναι κατά ένα τρόπο απαραίτητο για να εξηγήσουμε τους αγώνες που μπορεί να αναπτύσσονται έξω από τη σφαίρα της παραγωγής, σαν αγώνες της εργατικής τάξης. Όπως το θέτει ο De Angelis, η αναγνώριση ενός παραγωγικού ρόλου για όλους τους προλετάριους είναι σημαντική για μια θεωρία που μπορεί να εξηγεί και να δίνει «ένα κατάλληλο ερμηνευτικό πλαίσιο» για τους αγώνες τόσο των άμισθων όσο και των έμμισθων, σαν αγώνες ενάντια στο κεφάλαιο (σελ. 122). Οι κατηγορίες παραγωγική, μη παραγωγική, αξία, αφηρημένη εργασία, φαίνονται τότε να είναι ουσιώδεις στην πολιτική (η ηθική;) αξιολόγηση του ρόλου και του ανταγωνισμού που επιτελείται από τμήματα του προλεταριάτου.[19] Οι παραδοσιακοί Μαρξιστές θα πίστευαν πως είναι μάλλον περίεργο να χρησιμοποιήσουμε τις κατηγορίες που περιγράφουν τη δυναμική του κεφαλαίου σαν αναλυτικά εργαλεία για να εξηγήσουμε την ταξική πάλη ή σαν δείκτες του ταξικού ανταγωνισμού. Το κεφάλαιο, η αξία, η χρηστική αξία, η πτωτική τάση του κέρδους, οι νόμοι της αγοράς, κ.τ.λ. είναι για αυτούς δομικά στοιχεία μια αντικειμενικής πραγματικότητας που δημιουργεί τις συνθήκες της ταξικής πάλης, αλλά ανεξάρτητα από τους αγώνες μας και την υποκειμενικότητα. Κι όμως ο Μαρξ είχε εξηγήσει στο Κεφάλαιο ότι αυτά τα «πράγματα», αληθινοί περιορισμοί στις ζωές μας, είναι μια έκφραση μιας κοινωνικής σχέσης, η οποία μας εμφανίζεται με μυστικοποιημένη μορφή, σαν ανεξάρτητη από εμάς. Ένα προσόν της Αυτόνομης θεωρίας ήταν ότι προσπάθησε να υπερβεί αυτή την αντικειμενίστικη κατανόηση δίνοντας έμφαση στις υποκειμενικές δυναμικές του κεφαλαίου.

Ωστόσο, κάνοντας κριτική στη καθαρά αντικειμενίστικη και οικονομίστικη κατανόηση του καπιταλισμού, αντιπαραβάλει σε αυτή την ανάγνωση, μία η οποία είναι καθαρά υποκειμενίστικη: η ταξική πάλη σαν αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο αντιτιθέμενες και Αυτόνομες συνειδήσεις, το κεφάλαιο και το προλεταριάτο.[20] Με αυτή την ανάγνωση, το κεφάλαιο και οι αντικειμενικές του κατηγορίες γίνονται απλά εξαντικειμενοποιημένα φαντάσματα μιας καθαρά υποκειμενικής πραγματικότητας. Έτσι για παράδειγμα, ο De Angelis προειδοποιεί τον αναγνώστη πως όταν αναφέρει τον «νόμο της αξίας» στην πραγματικότητα εννοεί την «επιβολή εργασίας και την εργατική τάξη μέσα και ενάντια στο κεφάλαιο» (σελ. 119). Για τον Cleaver, η «χρηστική αξία», εκτός του ότι είναι το φυσικό σώμα του εμπορεύματος (το οποίο είναι το «οικονομίστικο» φάντασμα»), πρέπει να γίνει κατανοητή πρωταρχικά ως συνδυασμός ποιοτήτων υποκειμενικά αναγνωρίσιμων στο εμπόρευμα, από τα δύο μέρη τη πάλης, την εργατική τάξη και το κεφάλαιο. Με αυτό τον τρόπο το Κεφάλαιο του Μαρξ γίνεται ένα κωδικοποιημένο χειρόγραφο που πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί κοιτάζοντας τα υποκειμενικά «νοήματα» των κατηγοριών που εμπεριέχονται στην ταξική πάλη· πράγμα το οποίο είναι ακριβώς αυτό που ο Cleaver προσπάθησε να κάνει στο Reading Capital Politically.

Ίσως αυτή η ένα-προς-ένα συσχέτιση υποκειμενικών και αντικειμενικών κατηγοριών μπορεί να εξηγήσει την Αυτόνομη εμμονή για την μάλλον αβέβαιη αναζήτηση της φιλοσοφική λίθου. Αν η αφηρημένη εργασία είναι έκφραση μιας ανταγωνιστικής σχέσης ανάμεσα σε αυτούς που τους έχει αφαιρεθεί κάθε ιδιοκτησία και την αστική τάξη, τότε η ανάδειξη της αξίας που παράγεται από διάφορα τμήματα του προλεταριάτου, γίνεται θεμελιώδης για την κατανόηση του ανταγωνισμού των τμημάτων αυτών με το κεφάλαιο και των αγώνων  τους. Πράγματι, πως μπορείς να εξηγήσεις τον ανταγωνισμό τμημάτων του προλεταριάτου που δεν παράγουν αξία, αν το ξόδεμα αφηρημένης εργασίας, δηλαδή η παραγωγής αξίας, είναι η πυξίδα σου για τον εντοπισμό του ταξικού ανταγωνισμού; Με αυτή την οπτική, η αναγνώριση όλων των προλεταρίων σαν «παραγωγικών» γίνεται απαραίτητη· αντιστρόφως, μια κατηγοριοποίηση της εργασίας σαν παραγωγική ή μη παραγωγική γίνεται ένα «πολιτικά επικίνδυνο» πράγμα.[21] Η απελευθερωτική διαπίστωση πως η αντικειμενική πραγματικότητα της αξίας και του νόμου της είναι τελικά συνδεδεμένη με τη δική μας υποκειμενικότητα, τον ανταγωνισμό και την πάλη, μετατρέπεται τότε σε θεωρητικό γρίφο. Στο To Αίνιγμα της Αναπαραγωγής η Fortunati απλά εφαρμόζει αυτήν την Αυτόνομη προσέγγιση για να κατανοήσει και να αξιολογήσει την ταξική πάλη σαν αφηρημένο μέτρο για την περίπτωση της γυναικείας εργασίας και παρέχει και τη δική της περίεργη συνεισφορά σε αυτό το θεωρητικό γρίφο, όπως θα δούμε παρακάτω.

Υπάρχει ένα σημαντικό σημείο που πρέπει κανείς να τονίσει εδώ. Το θεωρητικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Fortunati, ο Cleaver και ο De Angelis αναδύεται από τις προσπάθειες τους να διασώσουν την Μαρξική έννοια της αξίας μαζί με την υποκειμενίστικη έννοια της «αξίας» σαν έκφραση της πολιτική ισχύος και της ταξικής πάλης. Αυτό είναι διαφορετικό από την άποψη του Antonio Negri, ο οποίος τη δεκαετία του ’70 άρχισε να θεωρητικοποιεί την αξία σαν μια καθαρά υποκειμενική πολιτική δύναμη, «την προσταγή του κεφαλαίου». Αντίθετα με τη Fortunati και τους άλλους, ο Negri απομακρύνεται σαφώς από τη Μαρξική σύλληψη της αξίας. Δικαιολογεί αυτή την κίνηση ισχυριζόμενος πως έχει συμβεί μια ιστορική αλλαγή: τη δεκαετία του ’70, λέει, η αξία και ο νόμος της συμπιέστηκαν και αντικαταστάθηκαν από μια πολιτική, άμεση, προσταγή του κεφαλαίου.[22] Στο πρόσφατο έργο του την Αυτοκρατορία, ο Negri επαναλαμβάνει αυτή την άποψη του, πως σήμερα ζούμε σε ένα «μεταμοντέρνο» κόσμο στον οποίο το κεφάλαιο δεν είναι πλέον «ικανό να μετρήσει την αξία» ή να κάνει μια «διάκριση ανάμεσα σε παραγωγική, αναπαραγωγική και μη παραγωγική εργασία» – έναν κόσμο όπου η αξία δεν είναι πλέον αποτέλεσμα ξοδέματος αφηρημένης εργασίας, αλλά απλά  έκφραση της «παραγωγής και αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής» και της δύναμης του συστήματος, της Αυτοκρατορίας (σελ. 402). Αυτή η «αξία» προφανώς «παράγεται» από οποιονδήποτε συμβάλει σε μια γενική «αναπαραγωγή της κοινωνικής ζωής». Δεν υπάρχει τίποτε να «καταδειχτεί» σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχουν «τύποι» για να υπολογιστούν, ούτε πολυπλοκότητες να ξεμπερδευτούν. Απομακρυνόμενος από τον Μαρξ και υιοθετώντας έναν μη-Μαρξικό, μεταμοντέρνο λόγο, ο Negri έχει πράγματι κάνει τη ζωή του ευκολότερη από όλους τους Αυτόνομους αλλά ακόμα Μαρξιστές συναδέλφους του.[23]

Παρά τα θεωρητικά προβλήματα που μόλις είδαμε, υπάρχει καμία αλήθεια στην Αυτόνομη ενόραση πως κάθε εργασία, μισθωτή ή όχι, είναι παραγωγική; Και, πάνω απ’ όλα, η Fortunati συμμερίζεται αυτή τη ενόραση; Αυτό θα δούμε στην επόμενη ενότητα.

Η υπαγωγή της κοινωνίας στο κεφάλαιο και τον ταξικό ανταγωνισμό
Όπως είδαμε στο Μέρος 1, Το αίνιγμα του ενδιαφέροντος της Αυτονομίας να καταδείξει πως η αναπαραγωγική εργασία, ή κάθε εργασία που γίνεται εκτός της σφαίρας της παραγωγής, είναι παραγωγική εργασία, βρίσκεται στην ανάγνωση των Μαρξιστικών κατηγοριών, που κάνει τις κατηγορίες της αξίας, της αφηρημένης εργασίας κ.τ.λ. να έχουν «νόημα» με όρους υποκειμενικών κατηγοριών: της επιβολής της εργασίας από το κεφάλαιο και της αντίστασης στην εργασία από την εργατική τάξη. Ο τρόπος με τον οποίο η αξία και οι νόμοι της μπορούν άμεσα να σημαίνουν μια ταξική σχέση ανταγωνισμού εξηγείται από τον De Angelis. Η αφηρημένη εργασία, η δημιουργία αξίας, όντας ισοδύναμη με την επιβαλλόμενη, χωρίς όρια  και αλλοτριωμένη εργασία, είναι η «μορφή» της εργασίας στον καπιταλισμό. Για τον De Angelis επομένως κάθε μισθωτή ή άμισθη εργασία, εφόσον είναι αλλοτριωμένη, χωρίς όρια και επιβαλλόμενη, είναι αφηρημένη εργασία και συνεπώς δημιουργία αξίας. Και εφόσον ο ανταγωνισμός και η αντίσταση αναγκαστικά προκύπτουν από την επιβαλλόμενη και αλλοτριωμένη φύση αυτής της εργασίας, ο ανταγωνισμός είναι ένα με το ξόδεμα αφηρημένης εργασίας και την δημιουργία αξίας στον καπιταλισμό, και μπορεί να εκδηλωθεί τόσο εντός των μισθωτών όσο και των άμισθων τμημάτων του προλεταριάτου.

Είναι αλήθεια πως μεγάλο μέρος του ανταγωνισμού ενάντια στο κεφάλαιο συμβαίνει έξω από τη σφαίρα της παραγωγής: υπάρχουν πολλά παραδείγματα αγώνων ανέργων φοιτητών κ.τ.λ.. Είναι επίσης αλήθεια πως ο ανταγωνισμός εκδηλώνεται εντός μιας κοινωνίας όπου το κεφάλαιο υπάγει αποτελεσματικά πολλές από τις δραστηριότητες που γίνονται έξω από το χώρο εργασίας, έτσι ώστε όχι μόνο είναι λειτουργικές, αυτές οι δραστηριότητες για το κεφάλαιο, αλλά αποκτούν και έναν επιβαλλόμενο, άνευ ορίων και αλλοτριωμένο χαρακτήρα. Ολόκληρη η κοινωνία μπορεί τότε να ειδωθεί σαν ένα εκτεταμένο εργοστάσιο όπου η άμεση ή αυτό-επιβαλλόμενη πειθαρχία, βιασύνη, βαρεμάρα, μιζέρια και ο ιδρώτας είναι υποκειμενικά στοιχεία που συμπληρώνουν απαραίτητα την κίνηση της αυτό-αξιοποίησης του κεφαλαίου.[24] Το να κατανοήσουμε και να εξηγήσουμε τη σχέση του ανταγωνισμού έξω από τη σφαίρα της παραγωγής  σε σχέση με τον τρόπο που το κεφάλαιο υπάγει την άμισθη εργασία σε αυτή τη σφαίρα είναι και κατανοητό και επιθυμητό· ωστόσο, το ερώτημα είναι: είναι απαραίτητο για αυτή την κατανόηση να υποθέσουμε πως θα πρέπει να υπάρχει δημιουργία αξίας έξω από τη σφαίρα της παραγωγής;

Ας εξετάσουμε πρώτα τη σχέση ανάμεσα στον ανταγωνισμό και την υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο εντός της παραγωγής. Η παραγωγική εργασία έχει μια διπλή φύση, σαν εργασία που σκοπό έχει να φτιάξει κάτι ή να έχει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα (συγκεκριμένη εργασία), και σαν δημιουργία αξίας (αφηρημένη εργασία). Αυτή η διπλή φύση της εργασίας είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό της εργασίας  στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Εφόσον ο στόχος παραγωγής του καπιταλιστή είναι η αξιοποίηση του κεφαλαίου του, για αυτόν η παραγωγή είναι κύρια μια απόσπαση αφηρημένης εργασίας, μια δημιουργία αξίας. Αυτός ο στόχος, και η κίνηση της αξίας, όπως εξηγεί ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, συνεπάγεται την υπαγωγή της συγκεκριμένης πρακτικής της εργασίας, τη δεσποτική οργάνωση και έλεγχο της παραγωγής, τον κατακερματισμό των καθηκόντων, τον εξορθολογισμό, κ.τ.λ. Η καπιταλιστική υπαγωγή της εργασίας στην συγκεκριμένη της διάσταση συνεπάγεται, από την οπτική του εργάτη, βαρεμάρα, εξάντληση, μιζέρια, πόνο – τα χαρακτηριστικά της αλλοτρίωσης και της επιβολής της εργασίας επομένως, προκύπτουν σαν αναγκαίες συνέπειες της αντίδρασης του εργάτη ενάντια σ’ αυτή.[25]

Οι συγκεκριμένες δραστηριότητες (συγκεκριμένη εργασία) που συμβαίνουν εκτός της σφαίρας της παραγωγής μπορούν επίσης να υπαχθούν στο και να μορφοποιηθούν από το κεφάλαιο. Ο βασικός μηχανισμός για την υπαγωγή δραστηριοτήτων εκτός της σφαίρας της παραγωγής είναι η εμπορευματοποίησή τους. Για παράδειγμα, εφόσον ένα εκπαιδευτικό μάθημα μπορεί μόνο να διεξαχθεί με χρήματα, είναι πιο πιθανόν να χρηματοδοτηθεί αν φανεί ότι είναι «χρήσιμο», δηλαδή αν κάνει τους ανθρώπους πιο «χρήσιμους» για το κεφάλαιο (ή για κάποιο σπόνσορα). Αυτό επηρεάζει τη φύση, το σκοπό και την ποιότητα του μαθήματος και τείνει να το συνδέει με τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής εν γένει (ή τις ανάγκες των χρηματοδοτών). Το κεφάλαιο επίσης διαμορφώνει τη μορφή του μαθήματος πέρα από το περιεχόμενό του, εφόσον υπάρχει η ανάγκη να πληρωθεί το προσωπικό που θα προσληφθεί, να νοικιαστούν εγκαταστάσεις κ.τ.λ. Η συγκεκριμένη υπαγωγή του μαθήματος είναι τότε πιθανόν να οδηγήσει σε βιασύνη, βαρεμάρα, και ανταγωνισμό από τη μεριά της εμπειρίας του φοιτητή. Αυτός ο ανταγωνισμός μπορεί να εξηγηθεί χωρίς να υποθέσουμε απαραίτητα ότι η εργασία αυτών των φοιτητών είναι δημιουργία αξίας.

Η οικογένεια διαμορφώνεται επίσης από το κεφάλαιο. Ο κατακερματισμός σε άτομα που εισάγεται με τις αστικές σχέσεις ανταλλαγής σημαίνει πως είναι η αξία που έχουμε ως άτομα, και όχι ο ρόλος μας στην κοινωνική δομή (οικογένεια ή διευρυμένη οικογένεια), που είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση των αναγκών μας και την κοινωνική μας αναγνώριση. Ο οικογενειακός μισθός, που πληρώνει ο εργοδότης στον αρσενικό αρχηγό της οικογένεια που βγάζει το εισόδημα της οικογένειας, γίνεται η οικονομική βάση για έναν πατριαρχικό δεσποτισμό ο οποίος είναι μη ανεκτός στο εσωτερικό των αστικών σχέσεων – και οι άμεσες σχέσεις της οικογένειας γίνονται τότε πραγματικά εμπόδια στην ατομική ελευθερία.[26] Αν από τη μια η σταθερότητα της οικογένειας είναι χρήσιμη για τη λειτουργία του  καπιταλισμού, από την άλλη, οι ίδιες σχέσεις που εισήγαγε το ίδιο το κεφάλαιο συνεπάγονται έναν ανταγωνισμό προς την οικογένεια ως άμεση κοινωνική σχέση. Αυτός ο ανταγωνισμός εξηγείται χωρίς να χρειάζεται να δείξουμε πως αυτές οι οικογενειακές σχέσεις είναι κρυμμένες σχέσεις μισθωτής εργασίας.

Η οικιακή εργασία διαμορφώνεται επίσης από το κεφάλαιο. Από τη στιγμή που ο χρόνος μετριέται με όρους  χρήματος, αξίζει σαν ωρομίσθιο, κάθε ώρα που ξοδεύεται στην κουζίνα αποκτά ένα χαρακτήρα… αρνητικού ωρομισθίου, το οποίο είναι τόσο πραγματικό για τη γυναίκα όσο πραγματική είναι και η δυνατότητά της να κερδίσει ένα μισθό έξω από το σπίτι. Συγχέοντας τα δύο διαφορετικά στοιχεία του να κερδίζει ένα μισθό και του να δημιουργεί αξία, η Fortunati καταφέρνει να αναλύσει το φαινόμενο που περιγράφεται παραπάνω ως δημιουργία μιας αρνητικής αξίας, μιας «μη-αξίας», δηλαδή μιας αξίας την οποία το κεφάλαιο δεν ανταμείβει.[27] Αυτό που ερμηνεύεται από τη Fortunati σαν δημιουργία μη-αξίας είναι στην πραγματικότητα κάτι ουσιωδώς διαφορετικό. Είναι το αποτέλεσμα του γεγονότος πως το κεφάλαιο επιβάλει τη μορφή της μισθωτής εργασίας σε μη μισθωτές δραστηριότητες – σε αυτή την περίπτωση στην οικιακή εργασία – μέσω μιας «φυσικής» ανάγκης το κάθε άτομο να βγάλει το δικό του μισθό και τα δικά του χρήματα. Η επιβολή της καπιταλιστικής προσωρινότητας επεκτείνεται από την άμεση παραγωγική διαδικασία ως τις υπόλοιπες μη-παραγωγικές δραστηριότητες.[28] Έτσι ο χαρακτήρας της οικιακής εργασίας μοιάζει να έχει την ίδια μορφή με αυτόν οποιασδήποτε μισθωτής εργασίας, είτε παραγωγικής είτε μη.

Ας δούμε τα συγκεκριμένα στοιχεία αυτής της επιβολής. Ο χρόνος που αποσπάται από την μισθωτή εργασία έξω από το σπίτι θα επιβάλει μια ποιότητα, μια μορφή και έναν ρυθμό στην οικιακή εργασία διαμορφώνοντας την με συγκεκριμένο τρόπο. Όσο περισσότερο το κεφάλαιο υπάγει την οικιακή εργασία, τόσο περισσότερο θα απαιτεί την αγορά συσκευών (πλυντήρια, επεξεργαστές τροφίμων…) έτσι ώστε να απελευθερώσει χρόνο για την παραγωγική εργασία· τόσο περισσότερο η κουζίνα θα φαίνεται σαν «εργοστάσιο» επιστημονικής φαντασίας· τόσο πιο βαρετή, ανειδίκευτη, και ξένη θα γίνεται η δουλειά στην κουζίνα – απλά η βραδινή αγγαρεία του να ανοίξεις το φούρνο μικροκυμάτων και να ζεστάνεις λίγο έτοιμο φαγητό. Ξαναλέμε, είναι η συγκεκριμένη εργασία της οικιακή εργασίας αυτή που διαμορφώνεται από το κεφάλαιο και αυτό συνεπάγεται επιβολή, βαρεμάρα και μιζέρια.

Έτσι ο καπιταλισμός μπορεί να επηρεάζει οποιαδήποτε συγκεκριμένη εργασία στην κοινωνία, και να δημιουργεί ανταγωνισμό ακόμα και εκεί όπου καμία αξία δεν παράγεται πραγματικά.[29] Αν μελετήσουμε την σχέση της αφηρημένης εργασίας, της συγκεκριμένης εργασίας, της αξίας και των νόμων της, με τον ανταγωνισμό (δηλαδή την αντικειμενικότητα με την υποκειμενικότητα) μπορούμε να έχουμε ένα «θεωρητικό πλαίσιο» για να εξηγήσουμε τους διάφορους αγώνες των προλεταρίων χωρίς να υπάρχει καμιά ανάγκη να δείξουμε ότι κάθε προλετάριος πρέπει να παράγει αξία. Παρόλο που η Αυτονομία είχε το μεγάλο προτέρημα του να έχει τονίσει την πραγματικότητα της υπαγωγής της κοινωνίας στο κεφάλαιο και τη σχέση της με τον κοινωνικό ανταγωνισμό, αυτή η σχέση δεν είναι τόσο σαφής όσο μια εξίσωση ανταγωνισμός = αφηρημένη εργασία (αξία).

Ας δούμε τώρα τη διαφορά ανάμεσα στην ανωτέρω Αυτόνομη προσέγγιση και σ’ αυτήν που επιχειρείται στο Το Αίνιγμα της Αναπαραγωγής. Για τους φοιτητές στο κίνημα, κάποιος σαν τον De Angelis θα έλεγε: «Θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρο για μας τους θεωρητικούς κάτι που για σας είναι αλήθεια στην καθημερινή σας εμπειρία: το γεγονός πως είστε σε κίνηση ενάντια στο κεφάλαιο επειδή, παρόλο που είστε άμισθοι, υποβάλλεστε σε μια καπιταλιστική εργασία, και στη βαρεμάρα και τον πόνο που αυτή συνεπάγεται». Οι φοιτητές αισθάνονται τις διάφορες επιδράσεις μια αληθινής αλλοτριωμένης «καπιταλιστικής εργασίας»· δεν χρειάζονται τον De Angelis να τους πει ότι κάνουν αλλοτριωμένη καπιταλιστική εργασία. Οι φοιτητές πράγματι αισθάνονται ανταγωνιστικά ενάντια στο κεφάλαιο, εξαιτίας της πραγματικής τους εμπειρίας της αλλοτρίωσης· δεν χρειάζονται τον De Angelis να τους αποκαλύψει τίποτα για να τους δώσει χώρο και στόχο στον αγώνα τους. Μόνο που, ο De Angelis λέει στο Μαρξικό κόσμο πως θα πρέπει να εξηγήσουν τη φοιτητική εργασία όπως πραγματικά βιώνεται από τους φοιτητές και όπως πραγματικά διαμορφώνεται από το κεφάλαιο: δηλαδή σαν μισθωτή εργασία, αν θέλουν να κατανοήσουν τις ρίζες του ταξικού ανταγωνισμού των φοιτητών. Οποιαδήποτε και αν είναι τα θεωρητικά προβλήματα και οι ανακολουθίες αυτής της ανάλυσης, αυτή εξακολουθεί να έχει μια στιγμή αλήθειας όσον αφορά την κατανόηση της ταξικής πάλης.

Αλλά η Fortunati δε λέει αυτό! Στην περίπτωση της οικιακής εργασίας υποστηρίζει: το κεφάλαιο έχει «καμουφλάρει» αριστοτεχνικά την γυναικεία εργασία σαν μια άμισθη, μη παραγωγική, μη εργοστασιακού τύπου εργασία «για να μειώσει το χώρο για αγώνα ενάντια σε αυτήν» (σελ. 110· δες επίσης σελ.108).[30] Για τη νοικοκυρά, η Leopoldina Fortunati θα έλεγε: «δεν μπορείς να βρεις χώρο για τον αγώνα σου ενάντια στο κεφάλαιο γιατί το κεφάλαιο σε έχει εξαπατήσει να πιστεύεις τις εμφανίσεις». Αλλά η Leopoldina Fortunati είναι εκεί για να αποκαλύψει την «πραγματικότητα» πίσω από αυτές τις «εμφανίσεις» και αφαιρεί τα ιδεολογικά κωλύματα στον ταξικό ανταγωνισμό.

Ένα από τα δυνατά σημεία του Αυτόνομου Μαρξισμού είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδέει την καθημερινή εμπειρία του ανταγωνισμού (βαρεμάρα, μίσος για τη δουλειά, συγκρούσεις με τα αφεντικά, κ.τ.λ.) με μια θεωρία του πως λειτουργεί ο καπιταλισμός. Ο Αυτόνομος Μαρξισμός έχει γενικά μια διαισθητική προσέγγιση – φαίνεται να συλλαμβάνει και να εξηγεί το πώς βιώνουμε τον κόσμο και γιατί αγωνιζόμαστε. Αντίθετα, η προσέγγιση της Fortunati δημιουργεί μια οξεία διάσταση ανάμεσα στον κόσμο της εμπειρίας («ψευδαίσθηση») και τον πραγματικό κόσμο του κεφαλαίου και των αναγκών του (τον οποίο μόνο ο διανοούμενος όπως η Fortunati μπορεί να αποκαλύψει). Αυτό γίνεται ακόμα χειρότερο με την ευρεία χρήση από μέρους της, μιας διαλέκτου και με την αποφυγή της «καθημερινής» γλώσσας σε σχέση με τη Μαρξική θεωρία.

Η διαλεκτική του κεφαλαίου σαν δεσποτισμό και  αστική ελευθερία

Στο προηγούμενο τμήμα αναγνωρίσαμε τη σημασία του Αυτόνομου επιχειρήματος πως η ανθρώπινη δραστηριότητα στην κοινωνία μπορεί να υπαχθεί στο κεφάλαιο, και ότι αυτή η υπαγωγή συνεπάγεται ανταγωνισμό. Εκτιμήσαμε πως αυτή η κατανόηση είναι μια στιγμή αλήθειας όσον αφορά την κατανόηση του καπιταλισμού. Ωστόσο έχουμε δει επίσης πως αυτό δε σημαίνει απαραίτητα  πως το να παρακολουθείς ένα επαγγελματικό μάθημα, να βάζεις σκούπα,  να κάνεις έρωτα , να χαμογελάς σε έναν γονιό κ.τ.λ. είναι παραγωγικές εργασίες για το κεφάλαιο και δημιουργούν αξία.[31] Σε αυτό το κεφάλαιο θα δούμε πως υπάρχουν πράγματι διαφορές ανάμεσα σε αυτές τις δραστηριότητες και αυτές που συμβαίνουν στο πλαίσιο μιας σχέσης μισθωτής εργασίας, και ότι αυτή η οπτική της αστικής κοινωνίας σαν απλά ένα κοινωνικό εργοστάσιο παραλείπει μια διαλεκτική κατανόηση του κεφαλαίου. Πράγματι, όταν η αντίληψη της κοινωνίας σαν «κοινωνικό εργοστάσιο» χρησιμοποιούταν σαν εργαλείο πολεμικής, είχε μια κάποια δριμύτητα· αλλά η υπερβολικά κυριολεκτική χρήση της σαν θεωρητικό σχήμα για τον καπιταλισμό είναι υπεραπλουστευτική.

Στην πραγματικότητα υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στην μισθωτή εργασία και την αναπαραγωγική «εργασία», όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο δίνεται η «προσταγή» σε εμάς και το πώς αυτή συνδέεται με τον ταξικό ανταγωνισμό. Στο χώρο εργασίας, υφιστάμεθα σαφώς επιβαλλόμενες οδηγίες και τις υπακούουμε συνειδητά. Επίσης, αυτό που κάνουμε δεν είναι ποτέ «για εμάς», αλλά γίνεται για το καλό της δραστηριότητας και των σκοπών μας, όπως και η υπαγωγή του αποτελέσματος της δραστηριότητας μας και ο σκοπός, είναι μια πραγματική υπαγωγή στο κεφάλαιο.

Έξω από το χώρο εργασίας είμαστε «ελεύθεροι» να διαλέξουμε τι θα κάνουμε, και πως θα το κάνουμε. Και κάνουμε αυτό  που κάνουμε «για τους εαυτούς μας». Ωστόσο, αυτή η ελευθερία κρύβει μια έμμεση προσταγή του κεφαλαίου: σε έναν κόσμο όπου «αυτό που εγώ σαν άνθρωπος δεν μπορώ να κάνω, δηλαδή αυτό που όλες οι επιμέρους δυνατότητες μου δεν μπορούν να κάνουν, μπορώ να το κάνω με τη βοήθεια του χρήματος» κάθε ανάγκη υποτάσσεται αναγκαστικά στην ανάγκη να παίξω με τους όρους της αγορά και των νόμων της.[32] Ακόμα και η αναψυχή καθορίζεται από το πόσα μπορούμε να διαθέσουμε, τόσο με όρους χρήματος όσο και χρόνου, αφού ο χρόνος είναι χρήμα. Αν είμαστε σε θέση να ξοδέψουμε χρόνο και πόρους για αναψυχή και/ή εκπαίδευση, μπορεί συνήθως να ξοδεύουμε περισσότερο χρόνο στην αναψυχή και/ή σε μαθήματα που είναι χρήσιμα για να βελτιώσουμε την ικανότητά μας να βγάζουμε ένα μισθό. Η πνευματική εξάντληση που προκύπτει από την αλλοτριωμένη εργασία είμαι πιθανόν να υπαγορεύσει την ανόητη και αλλοτριωμένη ποιότητα της αναψυχής – για παράδειγμα, μετά από μια μέρα εργασίας ο εγκέφαλός μας δεν μπορεί να διατηρήσει περισσότερα από μια βαρετή και παθητική μέρα μπροστά στην τηλεόραση. Όλο αυτό, «δουλεύει» πράγματι «για εμάς τους ίδιους», και το κάνουμε με ελεύθερη βούληση, αλλά συνεπάγεται την υποταγή μας στο νόμο της αξίας.

Αυτή η προσταγή είναι έμμεση στην περίπτωση της οικογένειας: για το καλό ενός εισοδήματος είναι που και ο άνδρας και η γυναίκα δρουν με ελεύθερη θέληση. Με την δικιά του ελεύθερη βούληση, ο άνδρας υπογράφει ένα συμβόλαιο με κάποιον εργοδότη και οικιοθελώς υποτάσσεται στο δεσποτισμό της παραγωγής για το μεγαλύτερο μέρος της ενεργού μέρας του. Με τον ίδιο τρόπο, με τη δικιά της ελεύθερη βούληση, η σύζυγος θα κάνει το καλύτερο για τον άντρα της για να διαχειριστεί το σπίτι με τέτοιο τρόπο ώστε ο σύζυγος να μπορεί να πάει να βγάλει τα λεφτά που χρειάζονται για να ζήσουν.[33]

Η εσωτερίκευση που προκύπτει από το φετιχισμό του εμπορεύματος σημαίνει πως κάθε δραστηριότητα ή δουλειά έξω από τη σφαίρα της παραγωγής είναι μια ειδική «δουλειά» σε ένα ειδικό «εργοστάσιο», όπου ο «εργάτης» είναι ένας «επόπτης» του εαυτού του.[34] Σε αυτό το ειδικό εργοστάσιο η προσταγή του κεφαλαίου είναι το αντίθετο του δεσποτισμού, της οργάνωσης και της πειθαρχίας οποιουδήποτε άλλου εργοστασίου: είναι μια προσταγή βασισμένη στην ελευθερία. Αυτή η κατάσταση συνεπάγεται αντιθέσεις. Αρκετά παράδοξα, η προσταγή που εγώ επιβάλλω στον εαυτό μου είναι απαραίτητη για την υποταγή μου στον ακραίο δεσποτισμό του κεφαλαίου στο χώρο εργασίας – πως αλλιώς ο καπιταλιστής θα με κρατούσε στο χώρο δουλειάς, αν εγώ δεν έβλεπα τη δουλειά μου σαν δικό μου ενδιαφέρον; Η ανελευθερία μου, η επιβαλλόμενη εργασία μου, η οδυνηρή εμπειρία του να είμαι δεσποτικά εξουσιαζόμενος εντός της παραγωγής είναι τότε η μια πλευρά του ίδιου νομίσματος της καπιταλιστικής ελευθερίας έξω από την παραγωγή. Μια θεωρία που βλέπει την εργατική τάξη σαν μια αλυσοδεμένη συμμορία, που εξαναγκάζεται σε εργασία κάτω από μια δεσποτική προσταγή, παραλείπει αυτό το άλλο πρόσωπο του καπιταλισμού, τη δική μας κυριαρχία που είναι ένα με την φυσικοποίηση της οικονομίας, την αναγκαιότητα για ανταλλαγή, σαν προφανή και αναπόφευκτη συνθήκη ζωής – το «αίνιγμα» που κρύβεται πίσω από το γεγονός ότι εμείς αναπαράγουμε το κεφάλαιο με τις δικές μας «ελεύθερες» δράσεις και «ελεύθερες» επιλογές.[35]

Περιληπτικά: ακόμα και αν οι Αυτονομιστές λένε σωστά πως το κεφάλαιο υπάγει όλη την κοινωνία μέσα κι έξω από την παραγωγή, αυτό δε σημαίνει πως όλες οι δραστηριότητες είναι ίδιες, και ότι η κοινωνία είναι ένα μεγα-εργοστάσιο. Αυτή η οπτική δεν είναι χρήσιμη, εφόσον δεν εξηγεί τις διαφορές. Είναι στ’ αλήθεια πιο χρήσιμο να δούμε τις δυο διαλεκτικά δεμένες όψεις του κεφαλαίου, σαν δεσποτισμό-παραγωγής /ελευθερία-ανταλλαγής, και να τις μελετήσουμε στην αλληλοσυσχέτισή τους.[36]

Στο επόμενο μέρος δείχνουμε πως αυτή η αντιδιαλεκτική προσέγγιση για το κεφάλαιο μπορεί να οδηγήσει σε πολιτικά επικίνδυνες συνέπειες και βλέπουμε την περίπτωση της Leopoldina Fortunati.

Συνέπειες της αντιδιαλεκτικής σύλληψης του κεφαλαίου σαν «απλή επιβολή εργασίας»

Έχουμε δει πως η Αυτόνομη κατανόηση του κεφαλαίου σαν «επιβολή εργασίας» δίνει βάρος μόνο σε μια όψη του κεφαλαίου, αυτή της πειθαρχίας, της οργάνωσης, του δεσποτισμού. Αυτό σημαίνει πως άλλες όψεις του κεφαλαίου, η ελευθερία ανταλλαγής και ιδιοκτησία της ιδίας σου της αξίας στη σφαίρα της κυκλοφορίας δεν αναδεικνύεται.

Αυτή η αντιδιαλεκτική προσέγγιση επιτρέπει δύο διαφορετικούς τρόπους θεωρητικής κατανόησης. Ο πρώτος, που φανερά ακολουθούν ο Cleaver και ο De Angelis, είναι αυτός της ενσωμάτωσης του δεύτερου χαρακτηριστικού του κεφαλαίου στο πρώτο, ακόμα κι αν είναι αντίθετα. Με σκοπό να χωθούν δυο διαλεκτικά αντίθετες έννοιες σε μια «επιβολή της εργασίας», οι έννοιες που περιγράφουν αυτή την επιβολή (εργασία, προσταγή, επόπτης κ.λ.π.) πρέπει να γίνουν υπερβολικά αφηρημένες – αφού αυτός είναι ο μόνος τρόπος να δοθεί το ίδιο όνομα σε δύο αντίθετες καταστάσεις! Γα παράδειγμα, αν κάνουμε πολύ αφηρημένη την έννοια του «επόπτη», μπορεί να επιχειρηματολογήσουμε για λογαριασμό του de Angelis λέγοντας πως η αγορά είναι ο «επόπτης» του ελεύθερου επαγγελματία οδηγού φορτηγού, με τον ίδιο τρόπο που είναι επόπτης κάποιος επόπτης ενός χειρώνακτα εργάτη. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά με τέτοιο αφηρημένο τρόπο που η θεωρία μας γίνεται τόσο χρήσιμη όσο και η διαβόητη μαύρη νύχτα του Χέγκελ όπου όλες οι αγελάδες είναι μαύρες: αν η αξία παράγεται με οποιοδήποτε τρόπο· αν το κάθε τι είναι παραγωγική εργασία· αν ο ανταγωνισμός βρίσκεται παντού· αν ο οποιοσδήποτε βρίσκεται υπό την πίεση ενός επόπτη ακόμα κι όταν δεν είναι επειδή μπορούμε να ονομάσουμε την αγορά επόπτη· τι ξεκαθαρίζουν τότε όλα αυτά ή τι εξηγούν πέρα από μια ηθικολογική δήλωση του ότι όλοι «εξουσιαζόμαστε» από το κεφάλαιο; Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση διατηρεί ακόμα, μια κριτική του καπιταλισμού σαν σύνολο και μια επαναστατική συμπεριφορά προς τις καπιταλιστικές σχέσεις.

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος τρόπος κατανόησης που είναι δυνατός αν οι δυο αντιτιθέμενες όψει τους κεφαλαίου δεν ξεκαθαριστούν: ένας ο οποίος παίρνει μόνο τη μια θέση της διαλεκτικής, και θεωρεί το κεφάλαιο μόνο από την δεσποτική του όψη, της «επιβολής της εργασία/ του εξαναγκασμού/ της πειθαρχίας». Η άλλη μεριά του κεφαλαίου, η αστική ελευθερία, η εμπειρία της οποίας είναι ριζωμένη στην ελευθερία της ανταλλαγής, της επιλογής, της κατανάλωσης, κ.λ.π., συλλαμβάνεται απλά σαν μια δύναμη που δυνητικά αντιτίθεται στο δεσποτισμό του κεφαλαίου και είναι δυνητικά απελευθερωτική.

Ο Negri και ο Hardt φαίνεται να έχουν υιοθετήσει μια τέτοια οπτική του καπιταλισμού σαν απλά επιβολή ενός «πειθαρχικού καθεστώτος» επί των σφαιρών και της παραγωγής και της αναπαραγωγής.[37] Στην Αυτοκρατορία περιγράφουν την παρούσα ταξική πάλη σαν ανταγωνισμό ανάμεσα στο αποκαλούμενο «πλήθος», μια πολυπολιτισμική μάζα ατόμων, που θέλουν να είναι ελεύθερα να «ρέουν» και μια δεσποτική δύναμη (Αυτοκρατορία, ή «όλες οι δυνάμεις του παλιού κόσμου») που προσπαθεί να επιβάλει τοπικές «πειθαρχικές» συνθήκες στο προλεταριάτο (σελ. 212, 213, και 400). Παραδέχονται ότι αυτή η «ελεύθερη ροή» επιβάλλεται σε «πολλούς» ανθρώπους από «τρομερές συγκυρίες» και ότι τα αποτελέσματά της «δεν είναι απελευθερωτικά» (σελ. 253). Παρόλα αυτά για αυτούς αυτή η «ελεύθερη ροή» αναπαριστά το φιλελεύθερο πνεύμα και την αφηρημένη επιθυμία για ελευθερία ή δείχνει πως αυτό που μετράει: η κινητικότητα «πάντα εκφράζει… μια αναζήτηση για απελευθέρωση… μια αναζήτηση για ελευθερία… (σελ.212· σελ 252). Γι’ αυτό για τους Negri και Hardt η μετανάστευση είναι μια «ισχυρή μορφή ταξικής πάλης» (σελ. 213).

Ναι, οι άνθρωποι θέλουν να ρέουν. Και οι κυβερνήσεις προσπαθούν να ρυθμίζουν τις ροές τους. Γι’ αυτό οι ροές φαίνονται σαν κάτι εγγενώς ανατρεπτικό. Αλλά οι άνθρωποι θέλουν να ρέουν εκεί που πιστεύουν πως μπορούν να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη καλύτερα ή, απλά και απελπισμένα, να βρουν οποιαδήποτε πιθανότητα για εισόδημα ακόμα και με το τίμημα να πωλούν την εργατική τους δύναμη φθηνότερα.[38] Έχοντας στο μυαλό την ανάλυση των De Angelis και Cleaver που συζητήσαμε νωρίτερα, κατανοούμε μάλλον αυτές τις ροές των άμισθων σαν επιβολή εργασίας έξω από την παραγωγή, και όχι σαν κάτι το ανατρεπτικό από μόνο του.

Η ελευθερία της αγοράς εργασίας που βρίσκεται πίσω από την κινητικότητα των εργατών είναι στην πραγματικότητα το ένα πρόσωπο του κεφαλαίου, το άλλο πρόσωπο του οποίου είναι η εκμετάλλευση, η ξενοφοβική παρενόχληση, ο κρατικός έλεγχος, η καταστροφή της παραδοσιακής αγροτικής παραγωγής από την αγορά, σε πολλές περιοχές της γης, κ.τ.λ. Οι ίδιες αντιφάσεις που προκύπτουν από τη δυναμική του κεφαλαίου και από την ελευθερία της αγοράς είναι επομένως οι υλικές προϋποθέσεις για την συγκρότηση κινημάτων αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης εντός του προλεταριάτου. Έτσι δεν είναι τόσο πολύ, η παρούσα τυφλή, τυχαία, ατομικά αυθόρμητη ελευθερία-ροών-για-το-καλό-του-εισοδήματος που πρέπει να προϋπαντηστεί σαν «ισχυρό» παράδειγμα ταξικής πάλης. Πρέπει μάλλον καλύτερα να προϋπαντήσουμε το αντίθετο: την ανακάλυψη εκ νέου μιας ανθρώπινης πραγματικότητας άμεσων σχέσεων που αναδύεται όχι από τις ροές καθ’ εαυτές, αλλά από τους αγώνες των μεταναστών.[39]

Σε συνοχή με την άκριτη οπτική τους, η πολιτική δράση του «πλήθους» για τους Negri και Hardt πρέπει να προσπεράσει το αίτημα για αναγνώριση αστικών δικαιωμάτων εντός ενός συστήματος άκριτης αστικής ελευθερίας. Το βασικό αίτημα που θα ενοποιούσε το «πλήθος» ενάντια στο κεφάλαιο είναι στην πραγματικότητα αυτό της αναγνώρισης πλήρους ιθαγένειας (σελ. 400) και εγγυημένου εισοδήματος (σελ. 402). Αποφασιστικής σημασίας εδώ, για τον Negri το ηθικό δικαίωμα της ιθαγένειας και του εγγυημένου εισοδήματος, έγκειται στο γεγονός ότι καθένας από εμάς «παράγει» και συνεισφέρει με μισθωτή ή άμισθη «εργασία» στη δύναμη του κεφαλαίου.

Ένας παρόμοιος προσανατολισμός ακολουθείται και από τη Fortunati. Στη σελ. 24 εξηγεί ότι η αστική ελευθερία είναι μια ψευδαίσθηση. Και χρησιμοποιεί πάντα τις λέξεις «ελεύθερος» και «ελευθερία» μέσα σε εισαγωγικά. Συμφωνούμε με αυτό το πράγμα, συμφωνούμε όντως; Συμφωνούμε γιατί ξέρουμε ότι οι αστικές ελευθερίες μας είναι ένα και το αυτό με τις καπιταλιστικές μας σχέσεις οι οποίες διαμεσολαβούνται από την ανταλλαγή, έτσι με τον κατακερματισμό μας και την εξαντικειμενοποίηση των κοινωνικών μας σχέσεων σαν αξία και κεφάλαιο και την συνεπακόλουθη ισχύ του κεφαλαίου πάνω μας… Α, ξεχάστε το. Δεν είναι αυτό το θέμα για την Leopoldina Fortunati.

Στην πραγματικότητα, για τη Fortunati η ανταλλαγή είναι προφανώς μια υπαρξιακή, οικουμενική και εξωιστορική συνθήκη της ανθρωπότητας ήδη από το προκαπιταλιστικό παρελθόν: οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους στο παρελθόν ήταν πράγματι μια μορφή ανταλλαγής, αν όχι χρήματος με εμπορεύματα, «εργασίας με εργασία» (π.χ. σελ. 27) · και η αξία ήταν το θεμελιώδες μέτρο των ανθρωπίνων σχέσεων και ένα μέτρο των ανθρώπινων προτεραιοτήτων σε κάθε μορφή κοινωνίας, αφού όπως λέει, στο παρελθόν «είχαμε αξία» αρκεί να είμαστε σκλάβοι, δηλαδή ανταλλακτική αξία. Η αξία σαν μέτρο ήταν οικουμενικό και εξωιστορικό χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας λοιπόν! Επίσης, η Forunati ονομάζει όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις «ανταλλαγές» και ισχυρίζεται πως οι «ίσες ευκαιρίες για ανταλλαγή» «φαίνεται να προσφέρουν δυνητικά πιο ίσες ευκαιρίες» (οι ποίες εμφανίζονται σαν κάτι το επιθυμητό). Αλλά, προσθέτει, αυτή η ελευθερία της ανταλλαγής παρεμποδίζεται και περιορίζεται από το κεφάλαιο σαν παραγωγή. Ας το δούμε αυτό λεπτομερώς.

Για την Fortunati είναι το κεφάλαιο-σαν-παραγωγή που διαμορφώνει τη μορφή της οικογένειας και εμποδίζει την ελεύθερη σχέση της ανταλλαγής ανάμεσα στα άτομα – και αυτό είναι (όχι η ανταλλαγή!) η αιτία του κατακερματισμού των ατόμων στον καπιταλισμό:

Αυτή η αναγωγή των διαπροσωπικών σχέσεων σε σχέσεις παραγωγής (δηλ. στην η οικογένεια) είναι που βρίσκεται πίσω από την αυξανόμενη απομόνωση των ατόμων στον καπιταλισμό. Το άτομο γίνεται απομονωμένο όχι μόνο από την εξωτερική κοινωνία αλλά και από τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειες με τα οποία αυτός/αυτή έχει μια σχέση βασισμένη στην παραγωγή και όχι στο ίδιο το άτομο καθεαυτό. (σελ. 25)

Η καπιταλιστική παραγωγή, η οποία λέγεται πως είναι ένα και το αυτό με τη σχέση άνδρα-γυναίκα στην οικογένεια, επηρεάζει αρνητικά άλλες «ανταλλαγές», όπως αυτές ανάμεσα στους γκέι, και τις κάνει δυνητικά ικανές για μια απελευθέρωση, για μια «έξοδο» δύσκολη ή μάταιη:

Η ανάπτυξη διαφόρων εναλλακτικών ανταλλαγών (λεσβιακών, ανδρικών γκέι, κοινοτικών, κ.λ.π.) φαίνεται να προσφέρει δυνητικά πιο ίσες ευκαιρίες για ανταλλαγή, αλλά στο κοινωνικό επίπεδο η αρσενική/θηλυκή σχέση έχει τόσο μεγάλη επιρροή που πρακτικά είναι δύσκολο να τροποποιηθεί ή να της ξεφύγουμε, για να φτιάξουμε πιο ίσες ευκαιρίες ανάμεσα σ’ αυτούς που ανταλλάσουν (σελ. 34).

Η ελευθερία της επιλογής και της ανταλλαγής, πράγματα τα οποία είναι τα καλά που ο καπιταλισμός προσφέρει σε «κάθε άτομο», είναι ψευδαισθήσεις μόνο επειδή η οικογένεια σαν πυρήνας της καπιταλιστικής παραγωγής τυφλώνει τα άτομα και βάζει όρια στις «πραγματικές μας δυνατότητες για ατομικές σχέσεις» – δηλ. περιορίζει την τελειοποιημένη καπιταλιστική ελευθερία που βασίζεται στην ανταλλαγή ανάμεσα στα άτομα:

Έτσι ενώ ο καπιταλισμός… προσφέρει στο κάθε άτομο μεγάλη ελευθερία επιλογής ως προς το με ποιον να ανταλλάξει εντός των σχέσεων της αναπαραγωγής, αυτή είναι μια ψευδαίσθηση, γιατί [λόγω των οικογενειακών σχέσεων] αυτή η «ελευθερία» συνδυάζεται με ελάχιστες πραγματικές ευκαιρίες για ατομικές σχέσεις (σελ.25).[40]

Για τη Fortunati λοιπόν, το «κεφάλαιο» σαν παραγωγή είναι μια κακή οντότητα που μας κοιτάζει κατά πρόσωπο – αντιμετωπίζοντας το δεσποτισμό του κεφαλαίου και της οικογένειας, εμείς, σαν άτομα παλεύουμε να αναπτύξουμε «εναλλακτικές ανταλλαγές» και ψάχνουμε για «ευκαιρίες» ανταλλαγών. Το κεφάλαιο θέλει να ελέγχει τις «ελεύθερες» κινήσεις μας, τις επιλογές και τις ανταλλαγές μας με σκοπό να μας υποχρεώσει να δουλεύουμε εντός εξουσιαστικών σχέσεων και ένας από τους τρόπους για να το κάνει αυτό είναι μέσω της οικογένειας. Να γιατί η «ελευθερία» στο σύστημα αυτό είναι ψευδαίσθηση! Και γι’ αυτό βάζει εισαγωγικά στη λέξη!

Μπορεί να συμφωνήσουμε από τη μια ότι η ατομική ελευθερία που προσφέρει το κεφάλαιο, η οποία είναι απελευθερωτική από τα δεσμά του παρελθόντος, είναι το καρότο του συστήματος το καμτσίκι του οποίου είναι η παραγωγή – και κανείς μας δε θα θυσίαζε την καπιταλιστική ελευθερία του για να επιστρέψει σε μια ασφυκτική Μεσαιωνική κοινωνική σχέση. Αλλά από την άλλη αν θέλουμε να κάνουμε μια συμπαγή κριτική στο κεφάλαιο σαν παραγωγή δεν μπορούμε και δεν πρέπει να αποφύγουμε να λάβουμε υπόψη το στοιχείο της καπιταλιστική ελευθερίας, της ελευθερίας της ανταλλαγής, σαν ένα δομικό κομμάτι του κεφαλαίου και της ισχύος της πάνω μας. Είναι λάθος να διαχωρίζουμε τα δύο αυτά στοιχεία και να αντιπαραβάλουμε την παραγωγή στην καπιταλιστική ελευθερία, ή να υποθέτουμε ότι η ανταλλαγή είναι μια εξωιστορική συνθήκη ζωής.

Η έμφαση της Fortunati στις ίσες ευκαιρίες για τις γυναίκες και στην έλλειψη ισότητας ανάμεσα στις γυναίκες και τους άνδρες είναι επίσης αμφιλεγόμενη, εφόσον τα επιχειρήματά της φαίνεται να στηρίζονται στην αναγνώρισή μας ως «αξία» με ηθικούς όρους σε σχέση με το ρόλο μας ως δημιουργούς ή μη αξίας για το κεφάλαιο.[41] Παρόλο που παραδέχεται πως όλοι, και οι άνδρες και οι γυναίκες, υφίστανται εκμετάλλευση στον καπιταλισμό, η Fortunati παραπονιέται ότι «στον καπιταλισμό γυναίκες και άνδρες δεν υφίστανται εκμετάλλευση εξίσου» (σελ.39), και ότι η νοικοκυρά δεν είναι μια «αξία» εντός του καπιταλισμού: «αντίθετα με τον αρσενικό εργάτη … [η νοικοκυρά]  επιβεβαιώνεται ως μη αξία· δεν μπορεί να πάρει λεφτά για τη δουλειά της, δεν παίρνει μισθό σαν αντάλλαγμα… δεν μπορεί να κρατήσει στα χέρια της λεφτά…» (σελ. 37). Και ότι, εντός της οικογένειας, η νοικοκυρά και ο σύζυγός της «εισέρχονται σε μια σχέση… χωρίς ίσα δικαιώματα, και συνεπώς δεν είναι ίσοι στα μάτια του νόμου.» (σελ. 39).[42]

Η μονόπλευρη οπτική του καπιταλισμού σαν παραγωγή, όπως αντιπαραβάλλεται με την δυνητική πραγματική ευκαιρία για ισότητα και ελευθερία ανταλλαγής, έχει συνέπειες όσον αφορά την ανάλυση της «ταξικής πάλης», σαν «άρνηση της (οποιασδήποτε) εργασίας», μια άρνηση που δεν έχει τίποτα να κάνει με τον καπιταλισμό σαν παραγωγή και δεσποτισμό, αλλά εβρισκόμενη παρόλα αυτά εντός του καπιταλισμού όσον αφορά την ανταλλαγή και την κατανάλωση και τα εμπορεύματα. Πράγματι για τη Fortunati μια βασική απαίτηση ενάντια στο κεφάλαιο είναι ότι οι νοικοκυρές θα έπρεπε να «επιτρέπεται να καταναλώνουν» (σελ. 76) – έτσι σημειωτέον, στην αντίληψη της Fortunati, μια τέτοια απαίτηση «θα απελευθέρωνε τους πάντες, όχι μόνο τις γυναίκες, από το σιδηρούν νόμο της παραγωγής υπεραξίας» (σελ. 76). Ενώ η παραγωγή είναι κεφάλαιο, η κατανάλωση είναι κάτι ενάντια στην παραγωγή και ενάντια στο κεφάλαιο!; Τα προλεταριακά ψώνια, σαν επανοικειοποίηση του «δικαιώματος στην κατανάλωση» χωρίς πληρωμή, είναι πράγματι επαναστατικά – αλλά μόνο εντός μιας κίνησης που συνειδητά βάζει την ίδια την έννοια της καπιταλιστικής ανταλλαγής στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, όχι μιας που άκριτα τη διατηρεί!

Στην αντιδιαλεκτική οπτική της Fortunati, το κεφάλαιο γίνεται ένα υποκείμενο που επιβάλει την παραγωγή και την καταπίεση σε εμάς, οι οποίοι είμαστε ελεύθεροι από το κεφάλαιο αν «αρνηθούμε» αυτή την πειθαρχία, αν βγούμε «έξω από την παραγωγή». Το κεφάλαιο μας ενσωματώνει πλήρως εφόσον είμαστε εργατική δύναμη και δουλεύουμε γι’ αυτό, ειδάλλως είμαστε εντελώς Αυτόνομοι από αυτό αν αρνηθούμε να πειθαρχήσουμε. Εντός μιας οπτικής που εστιάζει στο στοιχείο της παραγωγής και παραλείπει την αντίθεση του κεφαλαίου σαν δεσποτισμού και ελευθερίας ανταλλαγής, υπάρχει ο κίνδυνος να αναπτυχθεί μια άκριτη διάθεση προς αυτό που βρίσκεται «εκτός» της παραγωγής και της επιβολής πειθαρχίας. Αυτό είναι αλήθεια και για τον Negri. Στο Pipeline Lettere da Rebibbia ο Negri εξυμνεί την εξεγερτική συμπεριφορά αυτών που το ’70 απέφευγαν τη δουλειά στη βιομηχανία για να βρουν μια θέση σε μικροαστικές ημιπαράνομες δραστηριότητες· και αυτών που έβρισκαν μια δεύτερη δουλειά έξω από τη βασική τους εργασία στη βιομηχανία. Ο Negri το ονόμαζε αυτό «επανεφεύρεση της καθημερινής ζωής» (σελ.32).[43] Συνακόλουθα με αυτό, στην Αυτοκρατορία ο Negri εκθειάζει τις «παραιτήσεις» και τις αρνήσεις εργασίας που γίνονται με «κάθε δυνατό τρόπο» (σελ. 274), χωρίς καμία κριτική του περιεχομένου, του σκοπού, των νοημάτων ή των αποτελεσμάτων αυτών των παραιτήσεων.

Και η Fortunati εκθειάζει παραδείγματα «άρνησης εργασίας» χωρίς καμιά κριτική προσέγγιση. Στη σελίδα 146 λέει πως «αυτή η πτώση του ρυθμού γεννήσεων είναι μια άμεση έκφραση της άρνησης της νοικοκυράς να αναλάβει την επιπρόσθετη οικιακή εργασία που απαιτούν τα παιδιά». Μια άρνηση του να κάνεις παιδιά μπορεί να έχει πολλά νοήματα συμπεριλαμβανομένου και του να είναι κομμάτι μιας αντικαπιταλιστικής πάλης, αλλά μπορεί επίσης να είναι και το αποτέλεσμα της φυσικοποίησης των καπιταλιστικών σχέσεων ανταλλαγής, και της κυριαρχίας της αξίας πάνω στις ζωές μας: χιλιάδες γυναίκες έχουν αρνηθεί να κάνουν παιδιά έτσι ώστε να γίνουν πλήρους απασχόλησης μισθωτές σκλάβες.[44] Αυτό που έχει πραγματικά ενδιαφέρον, είναι να δούμε πως αυτός ο παράγοντας είναι αντιφατικός για το κεφάλαιο και πως δρουν αυτές οι αντιφάσεις εντός του.

Το πιο αξιοπρόσεχτο παράδειγμα της διαχωρισμένης σε κομμάτια οπτικής της Fortunati για την «άρνηση της εργασίας» σαν πάλη-ενάντια-στο-κεφάλαιο-εξ-ορισμού, είναι το επόμενο: για αυτήν το κύμα εγκατάλειψης παιδιών που προκλήθηκε από την ανεργία των γυναικών στη βιομηχανία μεγάλης κλίμακας είναι ένα παράδειγμα «γυναικείας» «απειθαρχίας» και της «άρνησης [τους]… να αναλάβουν την επιπρόσθετη οικιακή εργασία που συνεπάγονται τα παιδιά» (σελ. 171). Εξαπολύει μια φεμινιστική επίθεση, ενάντια στο Μαρξ που αποκαλούσε αυτό το φαινόμενο μια «αφύσικη αποξένωση ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί» (σελ. 172), αφού δεν είναι εξισοτικό να αποδίδεται η γονική στοργή στη γυναίκα σαν «φυσική»: «εδώ», λέει, «και ο ίδιος ο Μαρξ τυφλώνεται από την καπιταλιστική ιδεολογία» (σελ. 172). Αλλά μέσα στο φεμινιστικό της πάθος, η Fortunati δεν κατανοεί πως εδώ ο Μαρξ μιλάει για ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του κεφαλαίου σαν αποξένωση: την οντολογική αντιστροφή που μετατρέπει το χρήμα στο παν για το καπιταλιστικό άτομο και το άτομο σαν άνθρωπο σε ένα τίποτα. Όταν η πραγματική ανάγκη για μισθό γίνεται πιο σημαντική κι από την επιβίωση του ίδιου σου του παιδιού, τότε το κεφάλαιο έχει καταφέρει την ύστατη αποσύνθεση της κοινωνίας σε ξένα μεταξύ τους άτομα, εμπόδια για την ευτυχία αλλήλων, υποταγμένα στο κεφάλαιο σαν μισθωτοί για όλες μας τις ανάγκες και τις επιθυμίες.

Ένα επαναστατικό κίνημα, ενάντια στο κεφάλαιο σαν ενότητα και αντίθεση του δεσποτισμού και της καπιταλιστικής ελευθερίας, μπορεί μόνο να προκαλέσει και την παραγωγή και τις σχέσεις ελεύθερης ανταλλαγής ταυτόχρονα, την ατομική ιδιοκτησία, και ολόκληρη την κατασκευή της συνθήκης μας ως προλεταριάτο. Η διαδικασία της αποφετιχοποίησης της αξίας και του κεφαλαίου είναι η πραγματική κατάργηση μιας υλικής κοινωνικής σχέσης, της ανταλλαγής· και επομένως η πραγματική επανάκτηση του ελέγχου πάνω στις ζωές μας, «η πλήρης αποκατάσταση του ανθρώπου για τον εαυτό του σαν κοινωνικό – δηλ. ανθρώπινο ον, μια αποκατάσταση που έχει γίνει συνειδητή».[45] Στην πάλη οι άμεσες κοινωνικές σχέσεις αναγκαστικά θα καταργήσουν τη διαμεσολάβηση των κοινωνικών σχέσεων διαμέσου των σχέσεων της αγοράς. Μόνο εντός άμεσων κοινωνικών σχέσεων θα καταργηθεί η αξία και το πραγματικό άτομο, που είναι ο εαυτός του εξαιτίας αυτού που είναι και κάνει με τους άλλους, κι όχι για αυτό που έχει στις τσέπες του, θα επιβεβαιωθεί. Μόνο εντός άμεσων κοινωνικών σχέσεων, αυτό προς το οποίο το άτομο δουλεύει δηλ. ολόκληρη η συνειδητή δραστηριότητά του, θα είναι ένα με το αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας. Και αυτό είναι πραγματική ελευθερία, γιατί αν επιθυμούμε ή δεν μας αρέσει κάτι τότε μπορούμε συνειδητά να δουλέψουμε για να το πετύχουμε ή να το αλλάξουμε, αφού τίποτα δε θα μας εξουσιάζει ερήμην μας και πίσω από τις πλάτες μας.[46]

Η φύση της εργατικής δύναμης

Τα παραπάνω μας οδηγούν τώρα κατευθείαν στον πυρήνα της δουλειάς της Fortunati: την πρωτότυπη «κατάδειξη» ότι η οικιακή εργασία παράγει αξία. Πράγματι, δεν είναι κατάδειξη, αλλά απλά, μια αγόρευση γύρω από μια «αλήθεια» που βασίζεται σε μια αρχική υπόθεση ότι η εργατική δύναμη είναι «ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα» (σελ.19). Αν είναι όντως έτσι, τότε η εργατική δύναμη πρέπει να περιέχει αξία, σαν την αποκρυστάλλωση της αφηρημένης εργασίας που ξοδεύτηκε από τον παραγωγό της. Έτσι η εργασία της νοικοκυράς, του παραγωγού της εργατικής δύναμης του αρχηγού που βγάζει ένα μισθό για την οικογένεια, πρέπει να είναι αφηρημένη αξία και πρέπει να παράγει αξία.

Υπάρχει μια γενική τάση στην Αυτόνομη θεωρία να προσπερνά στα γρήγορα τη φύση της εργατικής δύναμης σαν ειδικού εμπορεύματος διαφορετικού από όλα τα άλλα. Για παράδειγμα στο Reading Capital Politically ο Cleaver αντιμετωπίζει την εργατική δύναμη με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει και τα υπόλοιπα εμπορεύματα, (φαγητό και ενέργεια) χωρίς καμία διάκριση. Πράγματι, αφού έχει συζητήσει γύρω από την εργατική δύναμη, λέει: «ας γυρίσουμε τώρα στο φαγητό σαν εμπόρευμα και ας εφαρμόσουμε την ίδια προσέγγιση» (σελ. 101). Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει πως ο Cleaver δεν γνωρίζει ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στο φαγητό και την εργατική δύναμη σαν εμπορεύματα – αλλά σημαίνει μόνο ότι αμελεί τη σχετικότητα που οι διαφορές αυτές έχουν χάριν μιας «πολιτικής ανάγνωσης» του Κεφαλαίου.

Η Fortunati είναι σίγουρα πιο «πολύπλοκη» από τον Cleaver. Διατηρώντας την άποψη πως, όσον αφορά το περιεχόμενο της σε αξία, η εργατική δύναμη είναι όπως όλα τα άλλα εμπορεύματα, παραδέχεται πως παρόλα αυτά είναι ένα ειδικό εμπόρευμα, αλλά μόνο γιατί:

Η χρηστική της αξία παράγεται και καταναλώνεται χωριστά από την ανταλλακτική της αξία· η χρηστική της αξία παράγεται εντός της διαδικασίας της αναπαραγωγής και καταναλώνεται εντός της διαδικασίας της παραγωγής· η ανταλλακτική της αξία παράγεται εντός της διαδικασίας της παραγωγής και καταναλώνεται εντός της διαδικασίας της αναπαραγωγής (σελ. 78-79).

Αλλά αυτή η «πολυπλοκότητα» δεν αγγίζει τον πραγματικό λόγο για τον οποίο η εργατική δύναμη είναι ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα, που είναι ακριβώς το γεγονός ότι δεν μπορεί να περιέχει αξία σαν αποκρυστάλλωση αφηρημένης εργασία! Ας δούμε το γιατί.

Για να υπάρχει το κεφάλαιο χρειάζεται μια προϋπόθεση: την υλική αποστέρηση των παραγωγών από τα μέσα παραγωγή. Τι σημαίνει αυτή η αποστέρηση; Ότι δεν έχω τον τρόπο να παράγω αυτά που χρειάζομαι. Επειδή οι σχέσεις μας διαμεσολαβούνται από την αγορά, ο τρόπος με τον οποίο αυτή η αποστέρηση μας εκδηλώνεται στην κοινωνία μας έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι σαν προλεταριάτο δεν μπορούμε να παράγουμε από μόνοι μας αξία, ένα πράγμα που στη Fortunati εμφανίζεται κατά ενδιαφέροντα τρόπο αντιφατικό.

Η αποστέρηση από τα μέσα παραγωγής είναι ένα ειδικό χαρακτηριστικό των μισθωτών σχέσεων. Σε προηγούμενα συστήματα παραγωγής, ο σαμάνος ή ο κυνηγός ήταν ένα με τα βότανα ή τα όπλα. Δεν υπήρχε σαμάνος χωρίς βότανα ή κυνηγός χωρίς βέλη που «έψαχνε για εργοδότη» γιατί ο σαμάνος ή ο κυνηγός δεν υπόκεινταν σε μισθωτές σχέσεις. Στον καπιταλισμό, όπου η μισθωτή σχέση είναι η βάση της παραγωγής, η ενότητα του ανθρώπου και της δραστηριότητάς του είναι χωρισμένη σε: εργατική δύναμη από τη μια και κεφάλαιο (το αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας που στρέφεται ενάντια στον άνθρωπο) από την άλλη. Αντίθετα με το σαμάνο, ένας φούρναρης χωρίς φούρνο δεν μπορεί να φτιάξει πίτες. Ο φούρναρης έχει την εργατική δύναμη, την δεξιότητα να φτιάχνει πίτες, αλλά αν ο φούρνος είναι ιδιωτική ιδιοκτησία κάποιου άλλου, η δεξιότητα του χάνεται. Είναι άχρηστη – εκτός κι αν ξαναενωθεί με το φούρνο. Αλλά αυτή η επανένωση είναι δυνατή μόνο αν ο καπιταλιστής, ιδιοκτήτης του φούρνου, προσλάβει το φούρναρη, και μόνο μέσα από αυτή την επανένωση μπορεί να παραχθεί αξία. Η αξία που ο φούρναρης τότε παράγει θα ανήκει στον καπιταλιστή, τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, σαν κεφάλαιό του.

Αυτή η αποστέρηση είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή αν σκεφτούμε ότι οι ίδιες μας οι δεξιότητες διαμορφώνονται έτσι ώστε να είναι χρήσιμες εντός της καπιταλιστικής διαδικασίας, και δεν έχουν λόγο ύπαρξης έξω από αυτήν. Η αρτοποιία είναι ένα ακόμη παράδειγμα μιας παραδοσιακής τέχνης, οι δεξιότητες της οποίας έχουν καθοριστεί εντός ενός μη καπιταλιστικού περιεχομένου. Αλλά αν σκεφτούμε, για παράδειγμα, τις δεξιότητες μιας εργασίας με ηλεκτρονικά προγράμματα λογιστικής, μπορούμε να καταλάβουμε όχι μόνο πόσο τραγικά άχρηστες, είναι οι δεξιότητές μας, αλλά και αδιανόητες χωρίς το κεφάλαιο.

Σε μια κοινωνία βασισμένη στην ανταλλαγή, το γεγονός πως η αποστέρησής μας από τα μέσα παραγωγής μας υποχρεώνει να οδηγηθούμε στην πρόσληψη από έναν καπιταλιστή για έναν μισθό, παίρνει τη μορφή εμπορευματικής ανταλλαγής, αγοράς και πώλησης εργατικής δύναμης. Αυτός είναι ο λόγος που η εργατική δύναμη δεν είναι εμπόρευμα σαν μια πίτα, αλλά είναι απλά ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζονται η αποστέρησή μας από τα μέσα παραγωγής και η εκμετάλλευσή μας από τον καπιταλιστή, και η έκφραση της οντολογικής αντιστροφής που μετατρέπει το κεφάλαιο σε πλούτο, γνώση, επιστήμη, δημιουργικότητα και εμάς στο αντίθετο όλων αυτών: τίποτα χωρίς το κεφάλαιο.[47]

Γι’ αυτό το να λέμε στο προλεταριάτο, όπως η Fortunati, «Καλά φίλε, δεν μπορείς να δημιουργήσεις αξία, αλλά λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά, δεν είναι και το αποτέλεσμα της αναπαραγωγής σου ένα εμπόρευμα και μια αξία; Δεν είναι η εργατική σου δύναμη ένα εμπόρευμα όπως κάθε άλλο;», σημαίνει πως χλευάζουμε τις πραγματικές μας συνθήκες. Η ίδια η ύπαρξη της εργατικής δύναμης, είναι ένα και το αυτό με το γεγονός πως δεν μπορούμε να παράγουμε πια εξ ημών και δι’ ημάς, αλλά μπορούμε να παράγουμε αξία μόνο σαν  εξαρτήματα του κεφαλαίου. Είναι ένα και το αυτό με την εμπειρία της αλλοτρίωσής μας, τόσο στην παραγωγή, στις σχέσεις με τα προϊόντα μας και σε κάθε άλλη δραστηριότητα που διαμορφώνεται από το κεφάλαιο.

Αν θέλουμε να φωνάξουμε την αλήθεια, πρέπει να φωνάξουμε για την αποστέρησή μας από τα μέσα παραγωγής, πως δεν μπορούμε να παράγουμε αξία με την αναπαραγωγή μας, και πως η εργατική μας δύναμη δεν είναι ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα. Αυτές είναι πλευρές της ίδιας αλήθειας: της συνθήκης μας σαν προλεταριάτο! Η ιδέα πως παράγουμε την εργατική δύναμη με τον ίδιο τρόπο που ένας αρτοποιός παράγει πίτες για να τις πουλήσει είναι μια μικροαστική

Η αόρατη αξία
Έτσι η Fortunati ξεκινάει με ένα λάθος, την υπόθεση πως η εργατική δύναμη είναι «ένα εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα», που πρέπει συνεπώς να φέρει κάποια αξία που παράγεται από τη νοικοκυρά. Επειδή ξεκινά από ένα αρχικό λάθος, γι’ αυτό η θεωρία διαψεύδεται από τα γεγονότα: η θεωρία της Fortunati παλεύει με το γεγονός πως η ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης δεν αντανακλά καμιά αξία δημιουργημένη από την οικιακή εργασία. Αλλά για τη Fortunati, αυτό δεν οφείλεται στο ότι πρέπει κάτι να φταίει στις υποθέσεις τις, αλλά σε μια κρυφή ιδιαιτερότητα της εργατικής δύναμης, στο γεγονός ότι μπορεί να εμπεριέχει αόρατη αξία.

Στην πραγματικότητα, για τη Fortunati, η εργατική δύναμη είναι τέτοια που η αξία της και η ανταλλακτική της αξία σχετίζονται με εντελώς διαφορετικούς μηχανισμούς, και αυτό δίνει στην αξία τη δυνατότητα να έχει αόρατες συμβολές που δεν αντανακλώνται στην ανταλλακτική αξία. Ενώ η ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης αντιστοιχεί μόνο στην αξία των μέσων επιβίωσης που καταναλώνονται από τον εργάτη και την οικογένειά του, η αξία της εργατικής δύναμης μπορεί έχει και μια συμβολή επί αυτών, η οποία αντανακλά την αφηρημένη εργασία της οικιακής εργασίας.[48] Αυτή η επιπλέον «αξία» στην κορυφή των υπολοίπων δεν εκδηλώνεται σαν ανταλλακτική αξία και δεν αναπαριστάται σε όρους χρήματος: είναι αξία σε μια αόρατη κατάσταση κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής ανάμεσα στον εργάτη και τον καπιταλιστή, δηλ. αόρατη στην αγορά εργασίας.[49]

Αυτή είναι μια σημαντική θεωρητική πρόκληση, η οποία πρέπει να υποστηριχθεί με στέρεα επιχειρήματα. Αλλά το μοναδικό επιχείρημα που παραθέτει η Fortunati είναι το ότι ο Μαρξ είπε πως η ανταλλακτική αξία και η αξία είναι διαφορετικές έννοιες. Ωστόσο, φαίνεται να ξεχνάει πως στο ίδιο απόσπασμα ο Μαρξ λέει πως αυτές οι αξίες συνδέονται, αφού η ανταλλακτική αξία είναι η εκδήλωση της αξίας (σσ. 82-3).[50]

Πράγματι το απόσπασμα του Μαρξ αναφέρει: «Με το μετασχηματισμό του μεγέθους της αξίας σε τιμή αυτή η απαραίτητη σχέση εμφανίζεται σαν ο λόγος ανταλλαγής ανάμεσα σε ένα μεμονωμένο εμπόρευμα και στο χρήμα εμπόρευμα που υπάρχει έξω από αυτό… Ωστόσο… η δυνατότητα… μιας ποσοτικής ανακολουθίας ανάμεσα στην τιμή και την αξία … είναι εγγενής στην ίδια την μορφή της τιμής. Αυτό δεν είναι μια ανωμαλία αλλά, αντιθέτως, κάνει αυτή τη μορφή την κατάλληλη μορφή για έναν τρόπο παραγωγής του οποίου οι νόμοι επιβάλλουν τον εαυτό τους σαν τυφλά λειτουργούντα ενδιάμεσα, εντός διαρκών ανωμαλιών» (σελ.83). Για τη Fortunati αυτό σημαίνει πως ο Μαρξ θα συμφωνούσε με τη θεωρία της – ότι η τιμή θα μπορούσε να αποκλίνει από την αξία λόγω ενός δεδομένου, μαθηματικά εκφράσιμου, όγκου αόρατης αξίας. Αλλά ο Μαρξ δεν έλεγε αυτό! Ο Μαρξ απλά εννοεί ότι η τιμή μια πραγματική έκφραση της αξίας (δηλ. η «εμφάνισή» της), αναγνωρίζεται μέσω της τυφλής λειτουργίας της αγοράς, στην οποία οι τιμές αναγκαστικά κυμαίνονται γύρω από την αξία.

Υπάρχει μια τραγική παρανόηση εδώ. Η Fortunati δεν κατάλαβε πως για τον Μαρξ η λέξη «εμφάνιση» σημαίνει «την πραγματική έκφραση μιας ουσίας». Παρανοώντας χοντρά αυτό το πράγμα, η Fortunati ορίζει εκ νέου τη λέξη αυτή με το δικό της τρόπο (και χρησιμοποιεί αυτή την ερμηνεία σε όλο της το φυλλάδιο): η «εμφάνιση» σαν «ψευδαίσθηση τελείως ασύνδετη με μια κρυμμένη πραγματικότητα». Μόνο με αυτή την παρανόηση μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο Μαρξ θα υποστήριζε τη θεωρία της και θα συμφωνούσε πως η τιμή της εργατικής δύναμης μπορεί να είναι μια ψευδαίσθηση που κρύβει την πραγματικότητα μιας αόρατης αξίας.

Ενώ για τον Μαρξ ουσία και εμφάνιση σχετίζονται, καθώς η εμφάνιση είναι μέρος της ίδιας πραγματικότητας με την ουσία, στην συνωμοτικού τύπου ερμηνεία του καπιταλισμού της Fortunati, η έννοια της εμφάνισης απλουστεύεται στην έννοια ενός απλού ψέματος, μιας κουρτίνας που καλύπτει μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα, μιας μυστικοποίησης και μιας απάτης από το κακό κεφάλαιο. Αυτό σημαίνει πως η πραγματικότητα πίσω από μια εμφάνιση (η αξία της εργατικής δύναμης πίσω από την ανταλλακτική της αξία εν προκειμένω) δεν μπορεί να συλληφθεί με τη μελέτη της εμφάνισής της. Τότε πως μπορούμε να ξέρουμε την πραγματικότητα της αξίας της εργατικής δύναμης, την πραγματικότητα πίσω από την τιμή της; Αυτή μπορεί να συλληφθεί μόνο μέσω μιας γυναικείας διαίσθησης, η οποία μπορεί να παραβλέπει τα ψέματα και

Η πραγματικότητα της «αόρατης αξίας»

Ας δούμε λοιπόν πως συνεχίζει η Fortunati για να δείξει πως εκδηλώνεται  η «πραγματικότητα» της αόρατης αξίας της εργατικής δύναμης. Αν αυτή η αόρατη αξία δεν εκδηλώνεται στην ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης, τότε πως και που εκδηλώνεται; Στη μελλοντική δημιουργία αξίας.

Πράγματι, σύμφωνα με τη Fortunati, η αόρατη αξία που δημιουργείται από τη νοικοκυρά είναι, μια «αξία [η οποία] αυξάνει την αξία χρήσης της εργατικής δύναμης, με την αξία χρήσης να είναι το στοιχείο που δημιουργεί αξία» (σελ. 52). Τι σημαίνει αυτό; Στην περίπτωση οποιουδήποτε άλλου εμπορεύματος πέραν της εργατικής δύναμης, κάποιος δε θα έμπλεκε την έννοια της αξίας χρήσης και της αξίας ενός προϊόντος (π.χ. μια πίτα σαν ένας όγκος αλευριού, βουτύρου, ζάχαρης κ.τ.λ. και η αξίας του, εκφραζόμενη από την τιμή του). Αλλά στην περίπτωση της αξίας χρήσης της εργατικής δύναμης κάποιος μπορεί να μπει στον πειρασμό να μπερδέψει την αξία και την αξία χρήση εξαιτίας της ιδιαίτερης φύσης της εργατικής δύναμης: αυτή που της δίνει τη δυνατότητα να δημιουργεί αξία για το κεφάλαιο. Η αξία χρήσης της εργατικής δύναμης είναι η δυνητική δημιουργία αξίας, κι έτσι, ο συλλογισμός της Fortunati καταλήγει, αν κάτι έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί αξία, τότε αυτό το κάτι πρέπει να είναι το ίδιο αξία.[51]

Το γεγονός πως η εργασία παράγει αξία αλλά δεν είναι η ίδια αξία είναι μια βασική έννοια στην κατανόηση του καπιταλισμού. Με το διαχωρισμό της ιδιοκτησίας από την εργασία, η εργασία τοποθετείται ως «μη-ακατέργαστο-υλικό, μη-όργανο-της εργασίας, μη-ακατέργαστο-προϊόν… [είναι] η εργασία χωρισμένη από όλα τα μέσα και τους σκοπούς της εργασίας, από ολόκληρη την αντικειμενικότητά της. Αυτή η ζωντανή εργασία [υπάρχει] σαν μια αφαίρεση από αυτές τις στιγμές της πραγματικότητάς της (επίσης, μη-αξία)· [σαν] απλή απογύμνωση… απογυμνωμένη από κάθε αντικειμενικότητα. [Είναι] η εργασία σαν απόλυτη φτώχεια: φτώχεια όχι με την έννοια της έλλειψης, αλλά σαν ολικός αποκλεισμός του αντικειμενικού πλούτου. Ή επίσης σαν η υπάρχουσα μη-αξία, και ως εκ τούτου καθαρά αντικειμενική αξία χρήσης… η εργασία όχι σαν αντικείμενο, αλλά σαν δραστηριότητα· όχι σαν αξία καθεαυτή, αλλά σαν ζωντανή πηγή αξίας…»[52]

Αλλά για τη Fortunati αν κάτι είναι ικανό να παράγει αξία, είναι αξία το ίδιο. Είναι μια επιπρόσθετη αξία, η ύπαρξη της οποίας είναι μυστικοποιημένη σαν μη-αξία στον καπιταλισμό, και η οποία παράγεται από τη νοικοκυρά. Αυτή η επιπρόσθετη αξία είναι πραγματική και υπάρχει ήδη, σε μια αόρατη κατάσταση, αλλά χρειάζεται η δουλειά του συζύγου στο χώρο εργασίας του για να «ξανα-μετατρέψει τον εαυτό της» σε ορατή αξία (σσ. 95-6).

Αλλά αν η αξία είναι η έκφραση των κοινωνικών μας σχέσεων διαμεσολαβούμενων από πράγματα, δηλ. διαμεσολαβούμενων από μια κοινωνική σχέση ανάμεσα στα εμπορεύματα μας στην αγορά, πως μπορεί η αξία της εργατικής δύναμης ταυτόχρονα να υπάρχει αλλά και να είναι αόρατη στην αγορά εργασίας; Και πως  μπορεί η αόρατη «αφηρημένη» εργασία της οικιακής εργασίας να είναι πραγματικότητα; Η Fortunati απαντάει: η αξία της εργατικής δύναμης «καθορίζεται από το χρόνο που είναι απαραίτητος για να παραχθεί και να αναπαραχθεί αυτή», διότι η αξία της είναι «σαν κάθε άλλου εμπορεύματος» (σελ. 35). Είναι όντως; Καθόλου. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο χρόνος αφηρημένης εργασίας δεν είναι το ίδιο πράγμα με το χρόνο της συγκεκριμένης εργασίας, που είναι ο χρόνος που πραγματικά ξοδεύεται δουλεύοντας. Μπορούμε μόνο να μιλάμε για την αφηρημένη εργασία μόνο εντός μιας παραγωγικής διαδικασίας που στοχεύει στην ανταλλαγή, δηλ. στην αγορά.[53]

Πως μπορεί λοιπόν, η αφηρημένη οικιακή εργασία να ορίζεται από την ποσότητα της εργασίας που παράγεται από τον οικιακό εργάτη στην ιδιωτικότητα των σπιτιών μας, όπως λέει στη σελίδα 35; Πως μπορούμε να «μετρήσουμε» τον χρόνο αφηρημένης εργασίας της τακτοποίησης του σπιτιού, της ηλεκτρικής σκούπας, τους σεξ, εντελώς διαφορετικών συμπαγών εργασιών, χωρίς μια διαδικασία απόσπασης και σύγκρισης που μπορεί να προκύψει μόνο διαμέσου της αγοράς; Χωρίς αγορά, δεν υπάρχει παραγωγή για την αγορά, δεν υπάρχει αφηρημένη αξία. Η ιδέα της Fortunati ότι ο χρόνος αφηρημένης οικιακής εργασίας μπορεί να μετρηθεί χρονομετρώντας την οικιακή εργασία είναι μια παρανόηση του τι είναι χρόνος αφηρημένης εργασίας.

Αλλά στη ρίζα όλων αυτών των θεωρητικών προβλημάτων υπάρχει κάποιο πρόβλημα με τη βασική κατανόηση της ίδιας της έννοιας της αξίας από τη Fortunati. Στη σελ. 106, με σκοπό να δείξει ότι η αναπαραγωγική εργασία είναι εργασία που παράγει αξία, λέει πως «παρόλο που είναι ατομική εργασία, [η αναπαραγωγική εργασία], είναι εργασία στην άμεση κοινωνική μορφή της, όπως η εργασία που παράγει εμπορεύματα.» Λάθος. Γιατί είναι λάθος αυτό; Η αξία είναι η εκδήλωση του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία ανταμείβει την δουλεία μου που γίνεται για άλλους, δηλ. τη συμβολή μου στο σύνολο της εργασίας της κοινωνίας. Σημαντικό είναι εδώ, το ότι αυτή η «ανταμοιβή» είναι έμμεση. Η παραγωγή στο καπιταλισμό, αντίθετα με παλαιότερα, είναι μια ιδιωτική και όχι άμεσα κοινωνική δραστηριότητα, και η κοινωνική σχέση ανάμεσα στους παραγωγούς διαμεσολαβείται από την ανταλλαγή των πραγμάτων που παράγουν. Τα προϊόντα μας λοιπόν, εμπλεκόμενα σε μια κοινωνική σχέση στην αγορά, αποκτούν την ιδιότητα του να κατέχουν αξία, σαν κάτι «εγγεγραμένο πάνω τους». Έτσι η ίδια η ύπαρξη αξίας είναι δομικά σχετιζόμενη με το γεγονός πως η δουλειά μας, η οποία παράγει εμπορεύματα, ΔΕΝ είναι άμεσα κοινωνική. Αν η Fortunati δεν έχει ιδέα για το μηχανισμό που παράγει αξία, πόσο

Το πραγματικό ζήτημα που κρύβεται από τη θεωρία της αόρατης αξίας

Το Αίνιγμα της Αναπαραγωγής αναπαράγει το αίνιγμα της οικιακής εργασίας αναλύοντας την με έναν τρόπο που επιτρέπει περισσότερες από μία ερμηνείες. Μια πρώτη επιφανειακή ανάγνωση είναι καταδικασμένη να έχει απήχηση στο φιλελεύθερο φεμινιστή αναγνώστη. Μιλάει σαφώς για την ανισότητα ανδρών και γυναικών «στα μάτια του νόμου», ή για ζητήματα κοινωνικής εξουσίας ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα προλετάριο (σελ. 39). Ωστόσο, άλλα μέρη επιμένουν πως το ζήτημα είναι η «εκμετάλλευση», πως είναι ένα Μαρξικό ζήτημα.

Αλλά ας δούμε τα «Μαρξικά» επιχειρήματα της Fortunati για την «εκμετάλλευση» της νοικοκυράς.[54] Για τη Fortunati, αυτή η «εκμετάλλευση» συνίσταται στο γεγονός ότι ο απαραίτητος χρόνος εργασίας της νοικοκυράς «υπολογίζεται μόνο αναλογικά με την εργάσιμη μέρα του άνδρα» (σελ. 91).  Αυτό είναι λίγο ασαφές. Τι σημαίνει; Με τα λόγια της Fortunati: « ο απαραίτητος χρόνος εργασίας που παρέχεται από τον άνδρα εργαζόμενο εμπεριέχει ήδη την [αξία των]… μέσων συντήρησης και της νοικοκυράς… [έτσι αυτή] πρέπει, με τη δουλειά της, να [την] ξανακερδίσει» (σελ. 93). Συνεπώς, αν ο μισθός του συζύγου εμπεριέχει τα μέσα αναπαραγωγής της συζύγου, αυτό υπονοεί πως με την οικιακή εργασία της η σύζυγος ξαναδουλεύει επιπροσθέτως αυτού που έχει ήδη κερδηθεί από το σύζυγό της κατά τη διάρκεια της μέρας.

Το γεγονός πως η σύζυγος πρέπει να ξανακερδίσει κάποια χρήματα με τη δουλειά της, δεν είναι η εκμετάλλευση βασισμένη στην ίση και δίκαιη ανταλλαγή μισθού για εργασία που ανακάλυψε ο Μαρξ. Είναι μάλλον μια «εκμετάλλευση» οφειλόμενη στο γεγονός ότι κάτι μένει απλήρωτο, σε αντίθεση με τους ιερούς αστικούς κανόνες της δίκαιης και ισότιμης ανταλλαγής. Η εκμετάλλευση μέσω του να τίθενται οι άνθρωποι στη διαδικασία να ξανακερδίσουν κάτι δηλ. η μη πληρωμή του πλήρους τίμιου μισθού, η μη ανταλλαγή ισοδυνάμων, είναι η αστική έννοια της εκμετάλλευσης, την οποία την ακούει κανείς όταν τα κάτεργα της Nike δέχονται αριστερή φιλελεύθερη κριτική.

Ωστόσο, αν είναι αλήθεια ότι η θεωρία της Fortunati αποκαλύπτει πως η νοικοκυρά πρέπει να κάνει μια δεύτερη δόση εργασίας για το τίποτα, μετά από αυτή που έγινε από το σύζυγό της, αυτή θα ήταν παρόλα αυτά μια ενδιαφέρουσα ανακάλυψη. Κανείς δεν το πρόσεξε αυτό πιο πριν, και τώρα θα έπρεπε να αναρωτηθούμε αν η θεωρία της Fortunati για την αόρατη αξία είναι πραγματικά κατάλληλη για να αποκαλύψει αυτήν την κακή λογιστική από πλευράς της καπιταλιστικής ανταμοιβής μισθών για την εργασία. Ας πιέσουμε προσωρινά τους εαυτούς μας να υιοθετήσουν την θεωρία της Fortunati και ας ελέγξουμε τον ισχυρισμό της, αξιολογώντας τον απαραίτητο χρόνο εργασίας που εμπλέκεται στο μισθό του συζύγου.

Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, η νοικοκυρά κάνει κάποια αφηρημένη εργασία, η οποία υλοποιείται στη συνεισφορά της σε αξία lοε (αξία από οικιακή εργασία)· και ο σύζυγος εργάτης κάνει κάποια αφηρημένη εργασία, η οποία καταλήγει στη δική του συνεισφορά σε αξία lε (αξία από εργασία). Σύμφωνα με τις οδηγίες της Fortunati, «οι δύο διαδικασίες αξιοποίησης πρέπει να προστεθούν» (σελ. 89). Αυτό σημαίνει πως, αν η αόρατη αξία lοε δεν είναι καταδικασμένη να είναι αόρατη για πάντα, πρέπει εντέλει να εκδηλωθεί σαν συμβολή στη συνολική αξία lσ (συνολική αξία) του προϊόντος, ή, καλύτερα, με τα λόγια της Fortunati, να «ξανα-μετασχηματιστεί», στην τελική αξία που δημιουργείται για τον καπιταλιστή. Έτσι η συνολική αξία είναι το άθροισμα της αξίας που δημιουργείται από την οικιακή εργασία και αυτής που δημιουργείται από την εργασία:

lσ = lοε + lε

Ο καπιταλιστής, που ποτέ δεν έχει ακούσει για τη Leopoldina Fortunati, δεν έχει ιδέα για την αόρατη αξία lοε. Αυτό που πιστεύει είναι πως έχει ιδιοποιηθεί μια ποσότητα αξίας lσ κατά τη διάρκεια της μέρας. Στο τέλος της εργάσιμης μέρας, ο καπιταλιστής δίνει το μισθό στον εργάτη του. Αυτός ο μισθός είναι τα χρήματα που είναι απαραίτητα για να διατηρηθεί ο εργάτης ως εργάτης και η σύζυγός τους ως νοικοκυρά. Ο καπιταλιστής γνωρίζει αυτή την αναγκαιότητα, και είναι αναγκασμένος να δώσει ένα μέρος της αξίας που κέρδισε κατά τη διάρκεια της μέρας – ας πούμε για παράδειγμα, το ένα τέταρτο αυτής. Έτσι, ο αναγκαίος χρόνος εργασίας συμπίπτει με το ένα τέταρτο της εργάσιμης μέρας, δηλαδή το ένα τέταρτο της lσ. Αλλά, αφού είμαστε προσωρινά η Fortunati, ξέρουμε ότι «στην πραγματικότητα» η lσ  είναι το άθροισμα των δύο συνεισφερόμενων αφηρημένων εργασιών (lοε + lo). Επομένως, ακόμα κι αν ο καπιταλιστής δεν το βλέπει, εμείς βλέπουμε πως ο μισθός που τελικά πληρώνεται αντιστοιχεί στον αναγκαίο χρόνο εργασίας, ο οποίος είναι το ένα τέταρτο των αφηρημένων εργασιών τόσο της εργασίας όσο και της οικιακής εργασίας:

Μισθός που πληρώνεται = (1/4) ´ ( lοε + lε ) = αναγκαίος χρόνος εργασίας.

Τώρα, όντας η Leopoldina Fortunati, θα συμπέραινα: «Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας που ανταποκρίνεται στο μισθό που πληρώνεται στον εργάτη εμπεριέχει τον αναγκαίο χρόνο εργασίας που ξοδεύεται από τη νοικοκυρά στο σπίτι. Αυτό σημαίνει ότι η Leopoldina Fortunati (εγώ δηλαδή) κάνει λάθος να ισχυρίζεται πως η εργασία της νοικοκυράς συνίσταται σε ένα ξανα-κέρδισμα αξίας. Πράγματι, είναι φανερό από τους τύπους πως ο αναγκαίος χρόνος εργασίας που παρέχεται από τη νοικοκυρά συνεισφέρει όντως εν μέρει στο μισθό, κι έτσι η εργασία στο σπίτι είναι απαραίτητη για αυτό το κέρδισμα του μισθού που δεν ισοδυναμεί με ξανα-κέρδισμα. Αξίζει να τονίσουμε πως μόλις δείξαμε πως η ίδια θεωρία της Fortunati διαψεύδει τους ίδιους της τους ισχυρισμούς.

Αφού χαρήκαμε την παραπάνω άσκηση, η οποία έδειξε την ανακολουθία ανάμεσα στη θεωρία της Fortunati και τους ισχυρισμούς της, ας θυμηθούμε πως ήταν μόνο μια άσκηση, και πως έχουμε ήδη υποστηρίξει πως η οικιακή εργασία δεν παράγει αξία. Ανταμείβεται λοιπόν ή όχι η νοικοκυρά από το κεφάλαιο για τη δουλειά της, και αν ναι με ποια έννοια; Υποθέτοντας πως ο μισθός του άνδρα καλύπτει την αναπαραγωγή ολόκληρης της οικογένειάς του, ο άνδρας εργάτης πληρώνεται παίρνοντας υπόψη την ύπαρξη και αναπαραγωγή του ίδιου σαν εργάτη, της γυναίκας του σαν νοικοκυράς, και των παιδιών του σαν παιδιών. Στη «γενναιοδωρία» του καπιταλιστή να πληρώσει έναν οικογενειακό μισθό στον παντρεμένο και πατέρα εργάτη, λαμβάνεται υπόψη η συγκεκριμένη ύπαρξη και δραστηριότητα της νοικοκυράς, όπως  και η συγκεκριμένη ύπαρξη και δραστηριότητα των παιδιών. Δε χρειαζόμαστε τις επεξεργασίες της Fortunati για να δούμε ότι η οικιακή εργασία είναι λειτουργική για τον καπιταλισμό, και ότι η νοικοκυρά, όπως και ο σύζυγός της, πληρώνονται μόνο για τα μέσα συντήρησής τους την ώρα που το κεφάλαιο αναπτύσσεται πάνω στις ζωές τους.

Παρόλο που η γυναίκα «ανταμείβεται» μέσα από το μισθό του συζύγου της και παρόλο που δεν είναι μισθωτή εργάτρια, αυτή η «ανταμοιβή» έχει κάτι κοινό με την «ανταμοιβή» που λαμβάνει ο σύζυγός της για τη δουλειά του: πράγματι, τόσο ο σύζυγος όσο και η σύζυγος παίρνουν χρήμα για την αξία της επιβίωσής τους. Η συνθήκη της γυναίκας τότε μπορεί να συζητηθεί σε σχέση με μια βάσιμη κριτική στη μορφή μισθός. Αλλά επίσης από αυτή την άποψη Το Αίνιγμα της Αναπαραγωγής είναι απογοητευτικό. Όταν μελετάται η μορφή μισθός, η Fortunati  επιστρατεύει όλες τις ικανότητες που έχει να κάνει τα πράγματα πολύπλοκα και κάνει την προσέγγιση (εσκεμμένα;) ασαφή. Για παράδειγμα, διαβάζουμε πως:

Στην παραγωγή, τα στοιχεία, που είναι εμπορεύματα, εμφανίζονται ως τέτοια, και η διαδικασία της παραγωγής είναι η διαδικασία της παραγωγής· οι εργάτες είναι εργατική δύναμη, και γι’ αυτό εμπορεύματα, αλλά είναι επίσης και εργατική τάξη· η εργασία είναι μισθωτή εργασία· η ανταλλαγή είναι μια ανταλλαγή οργανωμένη καπιταλιστικά· η σχέση της παραγωγής είναι η σχέση της μισθωτής εργασίας. Επομένως δεν είναι αυτό το επίπεδο στο οποίο το κεφάλαιο κρύβει την απληστία του για την ιδιοποίηση αξίας ή τη βία της εκμετάλλευσης, αλλά στο επίπεδο της σχέσης κεφαλαίου εργάτη, η οποία στην πραγματικότητα είναι μια σχέση που βασίζεται στην απόσπαση υπεραξίας, και η οποία λαμβάνει χώρα σε μια ανταλλαγή η οποία, ενώ εμφανίζεται ως ανταλλαγή ανάμεσα σε ίσα στοιχεία, είναι στην πραγματικότητα μια ανταλλαγή μη-ισοδυνάμων ανάμεσα σε μη ίσα στοιχεία. (σσ. 20-21).

Σ’ αυτήν την «πολύπλοκη» παράγραφο μαθαίνουμε ότι δεν είναι το επίπεδο της παραγωγής το επίπεδο στο οποίο το κεφάλαιο κρύβει την απληστία του για αξία και επίσης ούτε στο γεγονός ότι η «εργασία είναι μισθωτή εργασία»!; Αλλά σε μια «ανταλλαγή μη-ισοδυνάμων», μια «άδικη ανταλλαγή». Η γυναίκα υφίσταται εκμετάλλευση γιατί η εργατική δύναμη του συζύγου της ανταλλάσσεται χωρίς να συνεκτιμάται η αόρατη αξία της κι έτσι «ο καπιταλιστής αγοράζει [εργατική δύναμη] κάτω του κόστους» (σελ. 84).

Παρά το Μαρξικό προσωπείο της Fortunati, στο τέλος τα επιχειρήματά της περιστρέφονται γύρω από μια κριτική της ανδρο-κεντρικής κοινωνίας όπου ο καπιταλιστής και ο εργάτης, δηλ. η αρσενική διαταξική πλευρά της κοινωνίας, μοιράζονται σιωπηλά την υπόθεση πως ο μισθός είναι απλά ανταμοιβή της εργάσιμης μέρας του άνδρα εργάτη. Το πρόβλημα είναι πως είναι ο σύζυγος αυτός που εξαργυρώνει τις επιταγές, και η γυναίκα δεν είναι «ίση μ’ αυτόν απέναντι στο νόμο» και δεν μπορεί «να έχει η ίδια χρήματα». Οποιαδήποτε συζήτηση για «ταξική πάλη»/«αγώνες» επισκιάζεται από παράπονα για οικονομική και νομική ανισότητα.

Η φιλελεύθερη «πραγματικότητα» της Fortunati πίσω από την Μαρξική «εμφάνιση» φαίνεται να συνδέεται με το βασικό πρόβλημα του βιβλίου, που υπογραμμίσαμε στο τέταρτο μέρος παραπάνω. Η Fortunati δεν μπορεί να προχωρήσει πέρα από μια θεωρητικοποίηση μιας «άδικης ανταλλαγής» εξαιτίας της αρχικής της υπόθεσης, ότι η εργατική δύναμη είναι «ένα εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα», γιατί δεν μπορεί να αντιληφθεί τη φύση της εργατικής δύναμης σαν ειδικό εμπόρευμα του οποίου η (δίκαιη) ανταλλαγή επιφέρει την (άδικη) υποταγή του εργάτη στο δεσποτισμό και την αλλοτρίωση. Γιατί δεν μπορεί να αντιληφθεί τη σημαντική διαλεκτική της καπιταλιστικής ελευθερίας και ισότητας της ανταλλαγής με τον καπιταλιστικό δεσποτισμό και την εκμετάλλευση στην παραγωγή. Και δεν μπορεί να δει ότι «η ανταλλακτική αξία ή, με μεγαλύτερη ακρίβεια, το χρηματικό σύστημα είναι στην πραγματικότητα το σύστημα της ισότητας και της ελευθερίας» και ότι η εκμετάλλευση είναι «εγγενής σ’ αυτό… μερικώς η αναγνώριση της ισότητας και της ελευθερίας, οι οποίες αποδεικνύονται πως είναι ανισότητα και ανελευθερία».[55]

Οι μαθηματικές κανότητες της Leopoldina (σημειωτέον κάποιες σκαναρισμένες εικόνες μαθηματικών τύπων από το βιβλίο, λείπουν από αυτή την online εκδοχή του κειμένου)
Τελειώνοντας ας δούμε τη σελίδα 48 του Το αίνιγμα της Αναπαραγωγής, η οποία αναμφίβολα πρέπει να ενέπνευσε το πιο βαθύ δέος στους αναγνώστες. Αυτή η σελίδα περιέχει τον «υπολογισμό»…κάποιου πράγματος. Αλλά τίνος; Αυτή είναι πράγματι καλή ερώτηση. Η Fortunati εισάγει αυτούς τους τύπους ορίζοντας μια μεταβλητή p’ σαν το «ποσό της υπεραξίας που παρέχεται κατά τις διαδικασίες της παραγωγής και της αναπαραγωγής» και μια P σαν «τη μέση υπεραξία που παρέχεται από την μεμονωμένη εργατική δύναμη» (σελ. 98) αλλά μετά εμφανίζει ένα «τύπο» για μια μυστηριώδη μεταβλητή P’ που ποτέ δεν μας έχει παρουσιάσει. Η «πολυπλοκότητα» του τύπου σχηματίζεται ήδη από αυτή τη μυστηριώδη εισαγωγή. Αλλά ας δούμε πως συνεχίζει (βλ. σελ. 98)

Εκτός από την αδέξια εισαγωγή (είναι το P’ ίσο με το p’;) και το μπέρδεμα που προκύπτει με τις αντιστοιχίσεις (γιατί n’ αντί για n ; κ.τ.λ.), σ’ αυτούς τους «τύπους» υπάρχει κάτι πιο ουσιώδες από ένα απλό ζήτημα τσαπατσουλιάς. Αυτό που υπάρχει γραμμένο δεξιά του P’ δε σημαίνει τίποτα στη γλώσσα των μαθηματικών. Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στους «τύπους» στα δεξιά του P’, που είναι απλά στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο; Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στους δύο «τύπους» κάτω δεξιά από το P’, οι οποίοι φαίνεται να είναι ο ένας πλάι στον άλλο, χωρίς καμιά εμφανή σύνδεση; Τα μαθηματικά είναι κάτι «επιστημονικά αληθές», μαύρο ή άσπρο, μόνο διότι, από τον ίδιο τον ορισμό και τη φύση τους, μιλάνε για κάτι που δεν αφήνει στον αναγνώστη περιθώρια για να μαντεύει.

Αλλά ας δούμε επίσης και τη σχέση ανάμεσα στους δύο «τύπους» κάτω δεξιά από το P’. Χωρίζονται από ένα μυστηριώδη κενό χώρο. Ξανά, είμαστε υποχρεωμένοι να μαντέψουμε, την ώρα που οι πατέρες των μαθηματικών θα στριφογυρνάν μέσα στους τάφους τους.[56] Μήπως πολλαπλασιάζονται μεταξύ τους αυτοί οι δύο τύποι – δηλ., μήπως υπάρχει ένα «x» που λείπει ανάμεσά τους; Αλλά αυτό θα σήμαινε ότι η μυστηριώδης μεταβλητή P’ θα ήταν ανάλογη των τετραγώνων ενός ρυθμού πλεονάσματος και του αριθμού των εργατών – το οποίο είναι μάλλον απίθανο ό,τι κι αν είναι το P’, ειδικά αν έχουμε μαντέψει σωστά πως το P’ είναι η υπεραξία. Από την άλλη, οι δύο «τύποι» δεν μπορούν να προστεθούν, να αφαιρεθούν ή να εξισωθούν (+, -, =) ο ένας με τον άλλο! Πράγματι, ο πρώτος «τύπος» περιέχει το f’ το οποίο, όπως λέει η Fortunati, είναι η αξία· και το (a’’/a’) και το n’ τα οποία είναι καθαροί αριθμοί: οπότε ο πρώτος «τύπος» είναι η αξία. Ο δεύτερος «τύπος» περιέχει μόνο το (a’’/a’) και το n’, έτσι πρόκειται για καθαρό αριθμό. Η αξία δεν μπορεί να προστεθεί, να αφαιρεθεί ή να εξισωθεί με έναν αριθμό.[57] Οπότε ποια είναι η σχέση ανάμεσα στους δύο «τύπους»; Η μόνη λύση σε αυτό το γρίφο είναι: πρόκειται για ένα απίστευτα κακό τυπογραφικό λάθος.

Πιθανόν ένα ολόκληρο τμήμα τύπου (=f’ x) κατά λάθος παραλήφθηκε ανάμεσα στους δύο «τύπους». Αλλά αυτό δεν είναι απλά ένα τυπογραφικό λάθος· είναι η εξαφάνιση ενός ολόκληρου τμήματος λογικών συνδέσεων. Μετατρέπει όλο το πράγμα σε μια προφανή ανοησία, και θα έπρεπε να έχει εντοπιστεί από τη συγγραφέα.

Αν η Fortunati είχε αποφύγει τους «τύπους», δε θα είχε αποφύγει μόνο την αμηχανία από την κακή χρήση τους, αλλά δε θα της έλειπε και τίποτα από τα επιχειρήματά της. Πράγματι, αυτή η χρήση των μαθηματικών είναι μόνο ρητορική άσκηση. Ας δούμε τη λογική αυτής της ακαταστασίας τύπων: ισχυρίζεται ότι θέλει να «υπολογίσει» τη συνολική υπεραξία που παρέχεται στον καπιταλιστή τόσο από τους εργάτες όσο και από τις νοικοκυρές. Για να το κάνει αυτό, απλά παίρνει τη γνωστή έκφραση του ποσοστού της υπεραξίας και χώνει μέσα τις μεταβλητές της για την αόρατη εργασία. Αυτό είναι σαν να ισχυρίζεται ότι μπορεί να ελέγξει μια μαγική δύναμη M, και μετά, για να πείσει τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι αυτή υπάρχει, να τους δείχνει το νόμο του Νεύτωνα (F=ma · η δύναμη που ασκείται σε ένα σώμα μάζας m είναι ίσο με την επιτάχυνσή του επί τη μάζα του) ως:

(F + M) = ma

Η χρήση ενός τύπου σ’ αυτό το σημείο δεν προσθέτει τίποτα στον ισχυρισμό μου για την ύπαρξη της μαγικής δύναμης Μ, και δεν λέει στους αναγνώστες πώς να την μετρήσουν. Επίσης δεν επηρεάζει την επιτάχυνση a, αν ορίσουμε το F με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνει τη σωστή επιτάχυνση αν  προστεθεί στην M. Πρακτικά, αυτός ο «τύπος» μόνο σκοπό έχει να δώσει στις δηλώσεις μου μια αξιοσέβαστη «μαθηματική» διακόσμηση. Να κάνει τους αναγνώστες να πουν: «Αν είναι σε τύπο, πρέπει να ‘ναι αλήθεια!»

Ωστόσο, ο τύπος 1 φαίνεται ακόμα αρκετά αναγνώσιμος και δεν είναι αρκετά τρομαχτικός. Για να βγάλω κάποιο συμπέρασμα, μπορώ να κάνω λίγο κολάζ και ορίστε:

(F+M) (F+M’) x
ma = (2)
+F F’ x(F+M)

Αυτός ο τύπος είναι πολύ πιο πολύπλοκος, κι έτσι πιο αξιωματικός, και αρκετά τρομαχτικός ώστε να αποτρέψει οποιαδήποτε κριτική στη μαγική δύναμή μου.[58]


Όσον αφορά τις «μαθηματικές» επιδείξεις, η ασάφεια φαίνεται να είναι γενικό χαρακτηριστικό της Αυτόνομης παράδοσης. Ο Cleaver στο Reading Capital Politically, σελ 123, μας προσφέρει ένα εξαιρετικό παράδειγμα της χρήσης μαθηματικών με σκοπό να κάνει περίπλοκο ή ακόμα και αντιφατικό, αυτό που λέει με απλά λόγια. Συζητώντας τη συμβολή της νοικοκυράς στα κέρδη του κεφαλαίου, ο Cleaver σωστά υποστηρίζει πως η οικιακή εργασία χρησιμεύει στην ελάττωση της αξίας της εργατικής δύναμης, κι έτσι αυξάνει την αξία που μπαίνει στην τσέπη του καπιταλιστή σαν πλεόνασμα. Αυτή είναι ξεκάθαρη και ενδιαφέρουσα θέση. Αλλά στη συνέχεια προσπαθεί να την εκφράσει με τον ακόλουθο ατυχή «τύπο»:

Πως διαβάζουμε αυτό τον «τύπο»; Ο κύκλος παραγωγής του κεφαλαίου, ο οποίος είναι η δεύτερη σειρά, λέει πως στην αρχή ενός κύκλου ο καπιταλιστής επενδύει χρήμα (Μ) για να αγοράσει κάποια εργατική δύναμη (LP) και κάποια μέσα παραγωγής (MP)· και ο εργάτης παράγει (P), και το αποτέλεσμα της παραγωγής είναι ένα νέο εμπόρευμα C’, το οποίο αξίζει περισσότερη αξία και ανταλλάσσεται για μεγαλύτερο ποσό χρήματος (M’) από αυτό που είχε επενδυθεί αρχικά. Ο κύκλος επαναλαμβάνεται. Το επιπλέον χρήμα, κύκλο με τον κύκλο, μπαίνει στην τσέπη του καπιταλιστή σαν υπεραξία.

Αντίστοιχα με τον κύκλο παραγωγής, υπάρχει και ένας κύκλος αναπαραγωγής (η πρώτη σειρά). Ας τον διαβάσουμε βήμα βήμα. Στην αρχή του κύκλου (μέρα εργασίας 1), ο εργάτης πουλάει στον καπιταλιστή την εργατική δύναμη LP για μια ποσότητα χρήματος Μ. Με αυτά τα χρήματα, η οικογένεια αγοράζει τα μέσα συντήρησής της C (MS). Έπειτα η σύζυγος του εργάτη κάνει κάποια οικιακή εργασία (P). Αφού έχει γίνει η οικιακή εργασία, ο εργάτης βρίσκει τον εαυτό του να κατέχει την εργατική δύναμη LP*. Ο Cleaver δηλώνει: το LP* είναι διαφορετικό από το LP και αξίζει λιγότερο. Αυτό σημαίνει ότι η εργατική δύναμη που ο εργάτης έχει μετά από την εργασία της γυναίκας του αξίζει λιγότερο από την εργατική δύναμη που πούλησε στον καπιταλιστή την προηγούμενη μέρα. Ευτυχώς αυτό δεν είναι και τόσο κακό γι’ αυτόν γιατί την επόμενη μέρα (μέρα εργασίας 2), είναι σε θέση να κλέψει τον καπιταλιστή, και προφανώς να πουλήσει την LP* για το ίδιο ποσό χρημάτων M που είχε λάβει και την προηγούμενη μέρα όταν είχε πουλήσει την LP, παρόλο που η LP* αξίζει λιγότερο… Φυσικά, όλα αυτά είναι απλά γελοία και αν ο Cleaver είχε αφήσει εκτός αυτόν τον «τύπο» τα επιχειρήματά του για την οικιακή εργασία θα ήταν πιο ξεκάθαρα.

Ο «τύπος» του Cleaver επιβεβαιώνει επίσης τη γενική και αναπόφευκτη πορεία της οικιακής εργασίας: που είναι να πρέπει πάντα να συνεισφέρει στην αξιοποίηση του κεφαλαίου με αόρατο τρόπο – ανεξάρτητα από το πόσο κάποιος θα διαστρεβλώσει τα μαθηματικά, αυτή η αξία φαίνεται πως είναι αδύνατο να εμφανιστεί με αριθμούς, μαύρο και άσπρο! Η δεύτερη σειρά στον τύπο, δηλ. ο κύκλος της παραγωγής, επιβεβαιώνει το ότι για τον καπιταλιστή τίποτα δεν έχει αλλάξει από την μέρα 1: τη μέρα 2, αγοράζει την ίδια εργατική δύναμη LP όπως και την προηγούμενη μέρα, ανεξάρτητα από το πόση δουλειά έκανε η νοικοκυρά, και προφανώς δεν έχει υπόψη του την LP*, η οποία δεν παίζει κανένα ρόλο στον κύκλο της παραγωγής.

Συμπεράσματα

Όπως είπαμε στην Εισαγωγή, η παρούσα κριτική στο Αίνιγμα της Αναπαραγωγής είχε κυρίως ως στόχο να σχολιάσει κάποια ζητήματα που υπήρξαν κεντρικά στην Αυτόνομη παράδοση:

-Δημιουργεί αξία η αναπαραγωγική εργασία (και γενικά όποια εργασία γίνεται έξω από τη σφαίρα της παραγωγής);

-Είναι ολόκληρη η κοινωνία ένα μεγάλο εργοστάσιο όπου οποιαδήποτε δουλειά ή δραστηριότητα όχι μόνο παράγει αξία αλλά επίσης οργανώνεται και σαν μισθωτή εργασία;

-Μπορούμε να δούμε τις ταξικές σχέσεις στον καπιταλισμό σαν τον ανταγωνισμό ανάμεσα στο κεφάλαιο, δηλ. ένα υποκείμενο που θέλει απλά να επιβάλει (εργασιακή) πειθαρχία, και την εργατική τάξη;

Στο Μέρος 1 διερευνήσαμε τις αιτίες πίσω από το επιχείρημα της Αυτονομίας πως η εργασία έξω από τη σφαίρα της παραγωγής δημιουργεί αξία. Δείξαμε πως αυτή η «αναζήτηση» για την αξία συνάδει με την υποκειμενική ανάγνωση των Μαρξικών κατηγοριών που κάνει η Αυτονομία, π.χ. την αξία και την αφηρημένη εργασία: αν η αξία και η αφηρημένη εργασία έχουν άμεσα νοήματα με όρους υποκειμενικού ανταγωνισμού με το κεφάλαιο, μπορούν να επεκταθούν για να εξηγήσουν και τους αγώνες των άμισθων: των ανέργων, των φοιτητών, κ.τ.λ.

Ξεκινώντας από τον ισχυρισμό της Fortunati πως η οικογένεια είναι ένα κρυμμένο εργοστάσιο οργανωμένο «καπιταλιστικά», στο Μέρος 2 διερευνήσαμε τη θέση της Αυτονομίας πως κάθε μισθωτή και άμισθη εργασία είναι οργανωμένη από το κεφάλαιο σαν ένα διευρυμένο εργοστάσιο. Αναγνωρίσαμε ότι αυτή η θεωρητική προσέγγιση έχει μια στιγμή αλήθειας – είναι αλήθεια πως το κεφάλαιο τείνει να επιβάλει την πειθαρχία της μισθωτής εργασίας πάνω στις άμισθες δραστηριότητες. Είναι αλήθεια ότι αυτό μπορεί να εξηγήσει τον ανταγωνισμό των άμισθων. Είναι επίσης αλήθεια ότι οποιαδήποτε διάρρηξη της αναπαραγωγής ή της η κυκλοφορίας είναι διάρρηξη των έργων του κεφαλαίου σαν σύνολο – επομένως οι αγώνες έξω από το χώρο εργασίας μπορούν να είναι αποτελεσματικοί ενάντια στο κεφάλαιο. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει απαραίτητα, ούτε απαιτεί ως προϋπόθεση, το η άμισθη εργασία να παράγει αξία.

Στο Μέρος 3 συζητήσαμε τον τρόπο με τον οποίο το κεφάλαιο επιβάλει την «πειθαρχία» στην άμισθη δραστηριότητα. Μελετήσαμε τη διαλεκτική αλληλεπίδραση του δεσποτισμού του κεφαλαίου μέσα στο χώρο εργασίας και την καπιταλιστική ανταλλαγή, η οποία ρυθμίζει το διαχωρισμό της εργασίας και ορίζει του ορίζοντες των ατομικών επιλογών και δυνατοτήτων στην κοινωνία. Τονίσαμε πως η καπιταλιστική ελευθερία και ισότητα και ο δεσποτισμός του κεφαλαίου είναι οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος.

Στο μέρος 4 υποστηρίξαμε ότι από το Αίνιγμα της Αναπαραγωγής λείπει αυτή η διαλεκτική κατανόηση. Παραθέσαμε μερικές προτάσεις, μεταξύ πολλών, οι οποίες υπονοούν πως η ελευθερία, η ισότητα (και ο Bentham) είναι ψευδαισθήσεις μέσα στον καπιταλισμό μόνο γιατί περιορίζονται από το δεσποτισμό και διαστρεβλώνονται από την άνιση ανταλλαγή – μια παλιά Προυντονική ιδέα. Δεν υπάρχει καμιά ξεκάθαρη προσπάθεια να διερευνηθεί ο ρόλος της καπιταλιστικής ελευθερίας της ανταλλαγής ούτε της αξία στην κυριαρχία του κεφαλαίου – αντίθετα, η κεντρικότητα της ανταλλαγής και της αξίας στις ανθρώπινες σχέσεις άκριτα θεωρείται ως φυσική και εξωιστορική. Παρόμοια μονόπλευροι βρήκαμε πως είναι και ο Negri με τον Hardt. Στην Αυτοκρατορία οι συγγραφείς ονειρεύονται το «δημοκρατισμό», και υποστηρίζουν πως «ένα είδος αυθόρμητου και στοιχειώδους κομμουνισμού» είναι δυνατό στη βάση του ήδη υπάρχοντος πλούτου ατομικής ελευθερίας και παραγωγικής δημιουργικότητας.[59] Και αποκηρύττουν την επιβολή πειθαρχίας και ελέγχου από το κεφάλαιο πάνω σε αυτή τη δημιουργικότητα. Αυτό που σημαίνουν όλα αυτά είναι πως θεωρητικοποιείς μια μόνο, δυνατή ελευθερία ή δημιουργικότητα: αυτές που ορίζουν οι καπιταλιστικές σχέσεις ως έχουν.[60]

Στο Μέρος 5 προχωρήσαμε στον πυρήνα της θεωρίας της Fortunati στο Αίνιγμα της Αναπαραγωγής, δηλ. ότι η εργατική δύναμη είναι «ένα εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα» κι έτσι πρέπει να εμπεριέχει αξία σαν αποκρυστάλλωση της αφηρημένης εργασίας της οικιακής εργασίας. Διαφωνήσαμε και υποστηρίξαμε ότι στις σχέσεις μισθωτής εργασίας η εργατική δύναμη πωλείται σαν εμπόρευμα, αλλά είναι ένα ειδικό εμπόρευμα, διαφορετικό από όλα τα άλλα – αυτή η διαφορά αποκαλύπτει την ανισότητα που είναι εγγενής στη μισθωτή συνθήκη. Υποστηρίξαμε ότι το να ορίζεις την εργατική δύναμη σαν «ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα» και να θεωρείς ότι όλοι παράγουμε αξία, σημαίνει πως ορίζεις την κοινωνία σαν να είναι φτιαγμένη από ανεξάρτητούς παραγωγούς: παραγωγούς πίτας, παραγωγούς εργατικής δύναμης… και θεωρήσαμε ότι αυτό είναι μια μικροαστική ψευδαίσθηση. Γενικά, παρατηρήσαμε μια κοινή τάση στον Αυτόνομο Μαρξισμό να μελετά εντός του ίδιου πλαισίου τόσο την εργατική δύναμη όσο και άλλα εμπορεύματα (π.χ. την ενέργεια ή το φαγητό)· ή μια τάση να συγχέει το δεσποτισμό του επόπτη ενός μισθωτού εργάτη με την πίεση της αγοράς πάνω στον ανεξάρτητο παραγωγό.[61]

Στο Μέρος 6 συζητήσαμε τη φύση της αξίας και της αφηρημένης εργασίας και δείξαμε ότι η κατανόηση αυτών των εννοιών από τη Fortunati είναι δομικά προβληματική. Γενικά, κάποιος μπορεί να επιχειρήσει να διευρύνει την αρχική έννοια της αξίας του Μαρξ για να συμπεριλάβει τόσο τη μισθωτή όσο και την άμισθη εργασία (φοιτητές, νοικοκυρές…), ή και την παραγωγική και την αναπαραγωγική εργασία (χρηματιστήριο, διαφήμιση, βιομηχανία…), στο ίδιο «θεωρητικό πλαίσιο». Ωστόσο, είναι αμφισβητήσιμο το αν, το να «βαφτίζεις» οτιδήποτε συμβαίνει κάτω από τον ήλιο του κεφαλαίου «παραγωγή αξίας», είναι χρήσιμος τρόπος για να εξηγήσεις το πώς το κεφάλαιο λειτουργεί και κυριαρχεί.[62]

Πράγματι, η προσπάθεια της Αυτονομίας να «βάλει την αξία» σε κάθε δραστηριότητα τείνει να μπερδεύει μια ηθική με μια οικονομική αντίληψη της «αξιοποίησης». Η απαίτηση μιας κοινωνικής ανταμοιβής την οποία η κοινωνία υποτίθεται ότι «χρωστάει» στους άμισθους εξαιτίας κάποιου υποτιθέμενου ρόλου στην «παραγωγή αξίας» είναι μέρος της παράδοσης των αγώνων των ανέργων και των νοικοκυρών του ’70 οι οποίοι αντιμετώπισαν τα Κράτη τους και κατέληξαν να απαιτούν υποστήριξη από αυτά. Αυτή η παράδοση επιβίωσε σε κάποιους θεωρητικούς οι οποίοι ανήκαν ή ακόμη ανήκουν στην Αυτόνομη παράδοση.[63] Όπως είδαμε νωρίτερα, στην Αυτοκρατορία ο ισχυρισμός ότι η άμισθη εργασία δημιουργεί αξία στοχεύει σαφώς στο να δικαιολογήσει ηθικιστικά την απαίτηση για μια «ανταμοιβή», για έναν «μισθό για τον πολίτη», για τους άμισθους.

Το Αίνιγμα της Αναπαραγωγής συνεισφέρει σε αυτή την τάση και θεωρητικοποιεί το γεγονός πως δεν παραχωρείται στις νοικοκυρές μια αναγνώριση της κοινωνικής και οικονομικής συνθήκης τους σαν παραγωγών «αξίας». Δεν μπορεί να φανταστεί καμιά πραγματικότητα πέρα από αυτή που προσφέρουν οι καπιταλιστικές σχέσεις και δεν μπορεί να σκεφτεί ή να απαιτήσει τίποτα πέρα από αυτόν τον περιορισμένο ορίζοντα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ισχυρίζεται πως η απαίτηση η νοικοκυρά να «επιτρέπεται να καταναλώνει» ή το να επικροτείται η πρακτική των γονέων να δίνουν χαρτζιλίκι στα παιδιά είναι «πολύ αντι-καπιταλιστικά πράγματα»![64]

Όπως συζητήσαμε και στο άρθρο, κάποιοι συγγραφείς της παράδοσης του Αυτόνομου Μαρξισμού διατηρούν ακόμα μια κριτική της μορφής εμπόρευμα, π.χ. ο De Angelis και ο Cleaver. Ενώ ήταν σημαντικό να δείξουμε πως η Fortunati έχει κοινά θέματα αλλά και γλώσσα με αυτούς τους συγγραφείς, ήταν επίσης απαραίτητο να τονίσουμε και τις διαφορές τους.[65]

Λίγες μόνο λέξεις για το ύφος και τη μεθοδολογία της Fortunati. Το «πυκνό» ύφος της Fortunati είναι ένας από τους βασικούς λόγους που απογοητευτήκαμε σαν αναγνώστες. Ένα κείμενο που σκοπεύει να παρουσιάσει μια νέα θεωρία θα έπρεπε να έχει το προσόν της ακρίβειας, ένα προσόν που αυτό το φυλλάδιο δεν έχει. Τι μπορεί να συναγάγουμε από τη θεωρία της αν λέει το ένα πράγμα στη μια σελίδα και το αντίθετο στην επόμενη; Πράγματι δείξαμε πως το μπλεγμένο ύφος της Fortunati στην πραγματικότητα συγκαλύπτει τις αντιφάσεις και την έλλειψη εννοιολογικής σαφήνειας στα περιεχόμενά της.

Αν οι αναγνώστες δεν τρομάξουν αρκετά από το ύφος της Fortunati, σίγουρα θα το πάθουν από τη μεθοδολογία της. Η ανάλυση της Fortunati ξεκινά με ένα αξίωμα, μια «αλήθεια», την οποία ο αναγνώστης πρέπει να δεχτεί χωρίς διαφωνίες ή εξηγήσεις: «η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα, που εμπεριέχεται στο πρόσωπο του εργάτη». Αυτή η «αλήθεια» και οι «λογικές» της συνέπειες αντιφάσκουν με τα γεγονότα και με παλαιότερες θεωρίες, αλλά αυτό δε σημαίνει πως υπάρχει κάτι στραβό– μόνο πως αυτά τα γεγονότα είναι «φαινομενικά» και αυτές οι θεωρίες «έχουν κατανοηθεί λάθος» – λέει με έναν τόνο αυθεντίας που δεν επιδέχεται απάντηση.[66] Το αποτέλεσμα αυτής της μεθοδολογίας είναι μια «νέα θεωρία» που επιδέχεται πολλή δυσπιστία αφού είναι αντίθετη με την πραγματικότητα, τις θεωρίες, τη λογική, την κοινή λογική, ή τη συγκεκριμένη εμπειρία. Αυτή η μεθοδολογία εξηγεί το… αίνιγμα και όλη την «πολυπλοκότητά» που φαίνεται να βρίσκει η Fortunati στο θέμα της σελίδα τη σελίδα.[67] Πράγματι, ακόμα και πολύ απλά δεδομένα γίνονται «εξαιρετικά πολύπλοκα» αν αναλυθούν διαμέσου μιας θεωρίας που αντιφάσκει με την πραγματικότητα και η οποία έχει απορρίψει θεωρίες που στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκαν για να εξηγήσουν την πραγματικότητα με ξεκάθαρο τρόπο.

Παράγει λοιπόν ή δεν παράγει αξία η οικιακή εργασία; Είδαμε στα προηγούμενα μέρη πως η απάντηση είναι: όχι. Η οικιακή εργασία δεν παράγει εμπορεύματα, και η εργασία που έχει σχέση με αυτή δεν μπορεί να αφαιρεθεί και να μετρηθεί σαν αφηρημένη εργασία, σαν μια συνεισφορά στην αξία. Αλλά είδαμε επίσης πως η αξία που υποτίθεται πως δημιουργείται από την οικιακή εργασία δεν πατάει πουθενά στέρεα.

Στην τηλεοπτική κωμική σειρά The Fast Show που ήταν δημοφιλής στο Ηνωμένο Βασίλειο στα τέλη της δεκαετίας του ’90, ένα από τα σκετς ήταν μια τηλεοπτική συνέντευξη, όπου ο δημοσιογράφος κάλεσε ένα εξερευνητή να μιλήσει για μια ανακάλυψή που είχε κάνει, για ένα τέρας της ζούγκλας. Αλλά, ερώτηση την ερώτηση, ο εξερευνητής αποκαλύπτει πως δεν είχε δει το τέρας γιατί ήταν αόρατο· πως το τέρας έκανε τρομακτική ησυχία· και ότι δεν άφηνε ίχνη γιατί αιωρούταν. Σ’ αυτό το σημείο ο δημοσιογράφος σηκώνεται θυμωμένος και διώχνει τον εξερευνητή από το στούντιο. Η αόρατη αξία της Fortunati, η οποία δεν εκδηλώνεται στην αγορά, η οποία αιωρείται στον αέρα, και πρέπει να ξαναδημιουργηθεί από το σύζυγο κατά τη διάρκεια της παραγωγής ενώ υποτίθεται ότι έχει ήδη δημιουργηθεί από τη σύζυγό του στη διαδικασία της αναπαραγωγής, έχει ακριβώς τις ίδιες ιδιότητες με το τέρας του Fast Show: δηλ. το αν είναι πραγματικά εκεί ή όχι, το αν ορκίζεσαι για την ύπαρξή της ή όχι, δεν κάνει καμία διαφορά.


[1] Leopoldina Fortunati, The Arcane of Reproduction, New York, Autonomedia, 1995.

[2] Σήμερα που τόσο ο άνδρας όσο και η γυναίκα υποτίθεται ότι πρέπει να δουλεύουν, η γυναίκα δουλεύει συχνά παράλληλα με τη διεκπεραίωση του μεγαλύτερου μέρους της οικιακής εργασία. Για χάριν μη-«πολυπλοκότητας», υποθέτουμε εδώ ότι η νοικοκυρά είναι «καθαρή νοικοκυρά» και ότι η οικογένεια συντίθεται από τη σύζυγο και το σύζυγο εκτός και αν δηλώνεται διαφορετικά, αφού αυτό δεν αλλάζει τη φύση του ζητήματός μας (την αξία και την αναπαραγωγή).

[3] Εισαγωγή της Selma James στο The Power of Women and the Subversion of the Community των Mariarosa Dalla Costa και Selma James, Bristol, Falling Wall Press, 1972. Όλες οι επισημάνσεις σε όλα τα παραθέματα είναι δικές μας.

[4] Είναι αξιοπρόσεχτο το ότι, παρόλα αυτά, στην πορεία του φυλλαδίου, η πρόκληση της Fortunati εξελίσσεται με κάποια προσοχή. Που και που η Fortunati φαίνεται να παραδέχεται πως η αναπαραγωγική εργασία είναι μόνο προϋπόθεση για τη μελλοντική παραγωγή αξίας: «η υπεραξία που παράγεται εντός της διαδικασίας της παραγωγής θέτει τον εαυτό της ως προϋπόθεση… για την υπεραξία που παράγεται στη διαδικασία της αναπαραγωγής» (σελ.102). Και φαίνεται να παραδέχεται ότι η αξία πράγματι παράγεται από την εργασία που ξοδεύεται στην παραγωγή από το σύζυγο εργάτη: «η [αναπαραγωγική] εργασία μεταμορφώνει τον εαυτό της σε κεφάλαιο μόνο εάν η εργατική δύναμη που περιέχει την υπεραξία της οικιακής εργασίας καταναλωθεί παραγωγικά εντός της διαδικασίας της παραγωγής». (σελ.103).

[5] «Είναι [η οικογένεια σαν σύνολο] που συνθέτει τον απαραίτητο πυρήνα για την παραγωγή και αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Αυτό οφείλεται στο ότι η αξία της εργατικής δύναμης, σαν αυτή οποιουδήποτε άλλου εμπορεύματος, καθορίζεται από το χρόνο που είναι απαραίτητος για να παραχθεί και να αναπαραχθεί. Επομένως η συνολική εργασία που παρέχεται από τα υποκείμενα της εργασίας σε αυτό τον πυρήνα αποτελεί την απαραίτητη εργασία για την αναπαραγωγή του.» (σελ. 19). Ή στη σελίδα 23: «Δεδομένου του ότι [η εργατική δύναμη] είναι εμπόρευμα, η αναπαραγωγή της πρέπει να υπόκειται στους γενικούς νόμους που κυβερνούν την παραγωγή εμπορευμάτων, η οποία προϋποθέτει μια ανταλλαγή εμπορευμάτων.» Ή στη σελίδα 158: « Η ανταλλαγή λειτουργεί σαν μια άλλη διαδικασία καθεαυτή ολοκληρωμένη και , όπως οι άλλες, μια διαδικασία στην οποία η εργασία διαιρείται σε απαραίτητη και πλεονασματική εργασία» (σελ.158). Το γεγονός ότι η οικιακή εργασία παράγει αξία, ή αποτελεί ένα ξόδεμα χρόνου αφηρημένης εργασίας, αποτελεί σε αυτές τις προτάσεις τη «λογική συνέπεια» της αρχικής υπόθεσης πως η εργατική δύναμη είναι «ένα εμπόρευμα σαν όλα τα άλλα».

[6] Ή με τα λόγια της, η οικιακή εργασία «εμφανίζεται» σαν «η παραγωγή μιας μη-αξίας» (σελ. 10).

[7] «Με την πώληση της εργατικής δύναμής τους στην καπιταλιστική αγορά, τα άτομα δεν μπορούν να την προσφέρουν σαν προϊόν της αναπαραγωγικής εργασίας τους, σαν αξία, γιατί αυτά τα ίδια … [δεν έχουν] αξία. » (29, σελ.11).

[8] Λιγότερο χοντροκομμένη από τη Fortunati, χρόνια πριν, η Mariarosa Dalla Costa εκτίμησε τη σημασία της ενσωμάτωσης του ρόλου της νοικοκυράς στη νοικοκυρά, μια ενσωμάτωση που έχει υλικές ρίζες στις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις της εντός της κοινωνίας και μπορεί να σπάσει μόνο μέσα από την υλική εμπλοκή της σε αγώνες. Είναι γεγονός πως αυτές που ελέγχουν πραγματικά την ποιότητα της οικιακής εργασίας είναι οι γυναίκες φίλες της νοικοκυράς και όχι ο σύζυγός της!

[9] Cleaver:http://www.eco.utexas.edu/Homepages/FacultyCleaver/387LautonomistMarxism.html (2002). Dalla Costa: http://www.commoner.org.uk/dallacosta06a.doc (γραμμένο μετά το  1996).

[10] http://www.book-info.com/asin/0936756144.htm

[11] σσ. 8 ,9· 14 (τρείς φορές)· 15 (δυο φορές)· 20· 22· 33· 34· 41· 47· 59· 55· 57 (τρείς φορές)· 91· 108 (τρείς φορές)· 109 (δυο φορές) · 128 (δυο φορές, η μία εκ τον οποίων είναι ‘εξαιρετικά πολύπλοκη’).

[12] Harry Cleaver, Reading Capital Politically, Anti/Theses, AK Press, 2000, σελ. 84. Για την πίστη του Cleaver στα θέματα και το πνεύμα του Wages for Housework δείτε επίσης την απάντησή του στο δικό μας ‘From Operaismo to Autonomist Marxism’, Aufheben #11, http://www.eco.utexas.edu/factstaff/cleaver/AufhebenResponse2.pdf, p. 54.

[13] Βλ. προηγούμενη υποσημείωση

[14] Capital and Class 57, Autumn 1995, σσ.107-134.

[15] Όπως παρατίθεται στο Anonimo Milanese, Due Note su Toni Negri, Renato Varani Editore, Milan, 1985, δική μας μετάφραση.

[16] Michael Hardt και Antonio Negri, Empire, Harvard University Press, London, 2000.

[17] Δεν ασχολούμαστε με την πορνεία χάριν απλότητας, αλλά είναι σημαντικό εδώ να τονίσουμε ότι η εξομοίωση της οικιακής εργασίας με την πορνεία δεν είναι ξεκάθαρο ζήτημα και χρειάζεται ένα ολόκληρο άρθρο κριτικής από μόνο του.

[18] Αντίθετα με τον De Angelis και την Fortunati, ο Cleaver προτιμάει να είναι ασαφής σ’ αυτό το σημαντικό σημείο. Σε κάποιο άλλο μέρος του βιβλίου του, θεωρεί πως η εργασία έξω από την παραγωγή «μετράει σαν υπεραξία» στο κοινωνικό εργοστάσιο(σελ 84). Αυτό δεν είναι το ίδιο με το να πεις ότι αυτή η εργασία δημιουργεί αξία, γιατί μια εργασία που μειώνει το κόστος για τον καπιταλιστή ακόμα και χωρίς να δημιουργεί αξία μπορεί να υπολογιστεί ως ανώτερη υπεραξία για τον καπιταλιστή.

[19] Αυτό μπορεί να το δούμε σαν μια αντίδραση στη εξίσου ηθικιστική προσέγγιση εντός του παλιού εργατικού κινήματος και ειδικά εντός του Σταλινισμού που εκθείαζε και έδινε προτεραιότητα στη σημασία των παραγωγικών εργατών σαν «πραγματικών» εργατών ενάντια στον παρασιτισμό ή την απουσία ή τη σχετικότητα της αναπαραγωγικής εργασίας. Ακραίο παράδειγμα αυτού ήταν ο Σταχανοφισμός και η αποθέωση της εργασίας στη Ρωσία.

[20] Για μια παρόμοια κριτική στον υποκειμενισμό του Αυτόνομου Μαρξισμού δείτε την επισκόπησή μας για το Midnight Oil, Aufheben #3, Summer 1994.

[21] Στο Reading Capital Politically, σελίδα 118, ο Cleaver λέει πως μια τέτοια κατηγοριοποίηση θα περιελάμβανε και μια πολιτική κατηγοριοποίηση των εργατών σε «αληθινούς» εργάτες και άλλους.

[22] Για τον Negri η αποσύνδεση του δολαρίου από το χρυσό τα χρόνια 1971-3 ήταν η αρχή ενός νέου κόσμου που κυριαρχούταν άμεσα από έναν νόμο της προσταγής. Αυτή η αλλαγή, όπως λέει ο Negri στο Pipelines, Lettere da Rebibbia, (σελ. 132) συνίσταται στο γεγονός πως «το δολάριο είναι τώρα το φάντασμα της θέλησης [του Νίξον], η ιδιότροπη και σκληρή πραγματικότητα της δύναμης [του]». Αυτή η αλλαγή, λέει ο Negri, σήμανε μια νέα φάση συσσώρευσης σε παγκόσμιο επίπεδο όπου «ο παλαίμαχος Μαρξιστικός νόμος της αξίας είχε τελειώσει· τώρα κυριαρχούσε ο «νόμος της προσταγής»… Η υποταγή της αξίας στο δολάριο, της ζωής στην Αμερικάνικη επιβολή… [σημαίνει πως] οι οικονομικές κρίσεις υπαγορεύονται πλέον από την προσταγή του κεφαλαίου».

[23] Κρίμα που αυτός ο μεταμοντέρνος κόσμος μοιάζει πολύ με τον καπιταλισμό για να εγκαταλείψουμε τη θεωρία του Μαρξ!

[24] Παρομοίως, ο Harry Cleaver ισχυρίζεται ότι η κοινωνία σήμερα είναι «ένα μεγάλο κοινωνικό εργοστάσιο» όπου «όλες οι δραστηριότητες συμβάλλουν στη διευρυμένη αναπαραγωγή του συστήματος». Και όπου ακόμα και η αναψυχή διαμορφώνεται από το κεφάλαιο έτσι ώστε αυτό που μπορεί να κάνουμε για την ίδια την ψυχαγωγία μας εξυπηρετεί την αναπαραγωγή μας ως εργάτες για το κεφάλαιο, δηλ. σαν εργατική δύναμη (σσ. 122-123). Παρόμοια μ’ αυτό, για τονDe Angelis σήμερα «η καπιταλιστική εργασία … μπορεί να επιβληθεί με μια ποικιλία διαφορετικών μορφών συμπεριλαμβανομένης, αλλά όχι μόνης, της μισθωτής μορφής» (σελ. 122).

[25] Η αφηρημένη εργασία είναι το άλλο χαρακτηριστικό της εργασίας και έχει επίσης και έναν ρόλο στον ταξικό ανταγωνισμό, καθώς εκδηλώνεται σαν πλούτος και δύναμη του εργοδότη μας, και στο κεφάλαιο (τον κόσμο του χρήματος), σαν ξένη και εχθρική προς εμάς· και σχετίζεται με την τέλεση της συγκεκριμένης εργασίας γενόμενη αυτή το ίδιο το κεφάλαιο που την επιβάλει – αλλά δεν είναι ίδια με τη συγκεκριμένη εργασία που εμείς βιώνουμε σαν βαρεμάρα και κόπο.

[26] Παρομοίως, ο Negri στην Αυτοκρατορία ασκεί κριτική στον οικογενειακό μισθό καθώς επιτρέπει στο κεφάλαιο να ελέγχει τη γυναίκα διαμέσου του συζύγου σαν διαμεσολαβητή. (σελ. 403).

[27] Για τη μεγάλη σύγχυση που δημιουργεί η Fortunati σ’ αυτό το θέμα δείτε τα Συμπεράσματα.

[28] Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση πάνω στην καπιταλιστική προσωρινότητα δείτε το Moishe Postone, Time, Labor, and Social Domination (Cambridge University Press, 1996).

[29] Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι, με σκοπό να δείξει ότι οι δραστηριότητες ή η εργασία έξω από την παραγωγή δημιουργούν αξία, ο De Angelis κοιτά τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τους (που προκαλούν κόπο και βαρεμάρα). Και η Fortunati συχνά κοιτά τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της οικιακής εργασία και/ή της πορνείας για να δείξει το ρόλο τους στην παραγωγή αξίας – για παράδειγμα, εξομοιώνει την οικιακή εργασία και την πορνεία εξαιτίας του γεγονότος πως φέρουν από κοινό το συγκεκριμένο στοιχείο της σεξουαλικής πράξης· ή κοιτάζει τις συγκεκριμένες δραστηριότητες της νοικοκυράς στη «εργάσιμη μέρα» της. Ωστόσο αυτή η θεώρηση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της εργασίας με σκοπό να την ανάγει σε αφηρημένη εργασία, είναι μια βαθύτερη κατανόηση της Μαρξιστικής θεωρίας, ή ένα θεωρητικό λάθος; Για να καταλάβουμε αν η εργασία παράγει αξία, κάτι που είναι μια αφαίρεση, μια εκδήλωση των κοινωνικών μας σχέσεων, δε θα ‘πρεπε να φύγουμε από το συγκεκριμένο και να εκτιμήσουμε το ρόλο της εντός ενός μηχανισμού που διαμεσολαβεί τις κοινωνικές μας σχέσεις;

[30] Και προσθέτει πως αν η πραγματική φύση του συστήματος της αναπαραγωγής σαν εργοστάσιο φανερωνόταν όλο το σύστημα της αναπαραγωγής θα κατέρρεε (p. 114).

[31] «Το να χαμογελάμε σαν γονείς» είναι το πιο ακραία γελοίο παράδειγμα «εργασίας» που γίνεται για το κεφάλαιο εντός της οικογένειας σαν «εργοστάσιο εργατικής δύναμης». Με τα λόγια της Fortunati  «ακόμα και ένα νεογέννητο παιδί αναπαράγει τους γονείς του σε ένα μη υλικό επίπεδο… όταν χαμογελάει για παράδειγμα… παράγοντας μια μεγάλη ποσότητα αξίας χρήσης για τους γονείς του.»  (σελ. 128).

[32] Karl Marx, Economic and Philosophical Manuscripts, in Early Writings, London: Penguin Books, 1975 σελ. 378.

[33] Η οικιακή εργασία διατηρεί χαμηλό το κόστος της εργατικής δύναμης, ειδικά αν η νοικοκυρά ενθαρρυνθεί να χρησιμοποιήσει την «οικιακή οικονομία» για να βγάλει όσα περισσότερα (εμπορεύματα) γίνεται από το οικογενειακό εισόδημα. Η χρήση της «οικιακής οικονομίας» γίνεται κατανοητή από τον Harry Cleaver σαν εργασία, ή πειθαρχία, που επιβάλλεται πάνω στις γυναίκες από το κεφάλαιο με σκοπό να αυξηθεί ο ρυθμός του κέρδους (Cleaver, , σσ. 122-3). Αλλά αυτή η ανάγνωση παραβλέπει το γεγονός πως η νοικοκυρά κατανοεί την ανάγκη να εξοικονομηθούν χρήματα σαν κάτι που η ίδια ελεύθερα κάνει «για ίδιο συμφέρον». Πράγματι, στην καπιταλιστική κοινωνία αυτό που βιώνεται σαν ελεύθερη θέληση είναι κάτι παράδοξο, γιατί πράγματι βιώνουμε αυτή την ελευθερία, αλλά αυτή η ελευθερία είναι το ίδιο με την κυριαρχία του κεφαλαίου στη ζωή μας διαμέσου της αγοράς. Το να ονομάζουμε αυτό το μηχανισμό «εκβιασμό της αγοράς, όπως κάνουν ο De Angelis και ο Cleaver, δεν βοηθάει στην απομυστικοποίηση του «μυστηρίου» πίσω από τη μορφή εμπόρευμα και την αξία, την φαινομενική τους φυσικότητα.

[34] Ο φετιχισμός του εμπορεύματος δεν είναι μια ψευδαίσθηση ή μια ιδεολογική μυστικοποίηση αλλά κάτι που έχει υλική υπόσταση: «Για τους παραγωγούς… οι κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στις ιδιωτικές εργασίες τους εμφανίζονται σαν αυτό που είναι, δηλ. Δεν εμφανίζονται σαν άμεσες κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα σε άτομα στη δουλειά τους, αλλά περισσότερο σαν υλικές σχέσεις ανάμεσα σε άτομα και κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα». (Marx, Capital, London: Penguin Classics 1990, pp. 165-166.) Σχετικά με αυτό το σημαντικό σημείο δείτε για παράδειγμα το Geoffrey Pilling, Marx’s Capital, London: Routledge & Kegan Paul, 1980, σσ. 169-173.

[35] Μια ακραία περίπτωση άμισθης «εργασίας» που υπάγεται στο κεφάλαιο είναι ο τρόπος με τον οποίο τα λεγόμενα «μέτρα αντικοινωνικής συμπεριφοράς» ['Anti-Social Behaviour Orders' (ASBOs)] επιβάλλονται από το Κράτος της Βρετανίας σε νεολαίους που κάνουν γκράφιτι ή περιφέρονται στους κήπους γειτόνων και χτυπούν τις πόρτες τους. Η επιβολή αυτών των μέτρων, πράγμα που σημαίνει να κλειστεί ένα παιδί φυλακή, θα ήταν οικονομικά αδύνατη για το Κράτος του Ηνωμένου Βασίλειου. Το Κράτος δεν μπορεί να διαθέσει χρήματα για να πληρώσει την αστυνομία να παρακολουθεί δωδεκάχρονα που ενοχλούν τους γείτονές τους: ο μόνος τρόπος που εφαρμόζονται τα μέτρα αυτά είναι μέσω της συνεργασίας των γειτόνων, οι οποίοι επομένως «δουλεύουν» τζάμπα για το Κράτος σαν φύλακες και σαν αστυνομία. Αυτό το κάνουν για να προστατεύσουν την ιδιωτική τους περιουσία. Φυσικά και υπάρχει ένας εκβιασμός πίσω από την άμισθη εργασία τους: η επιβολή της μορφής-εμπορεύματος κάνει τον καθένα να εξαρτάται από τη μικρή ιδιωτική περιουσία που κατέχει, και αυτό διαιρεί την τάξη και κατακερματίζει το προλεταριάτο σε άτομα, εχθρικά αλλήλων και πιστά στην καπιταλιστική τάξη. Αλλά (δυστυχώς) αυτός ο εκβιασμός υποκειμενικά βιώνεται σαν «φυσική» συνθήκη, όχι σαν εξαναγκασμός, και δεν δημιουργεί ανταγωνιστική διάθεση στου «αποξενωμένους εργάτες», που «εξαναγκάζονται» σ’ αυτή την «χωρίς όρια» εργασία.

[36] Αυτά τα δυο αντιτιθέμενα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού τα εξετάζει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο (, σσ. 470-480).

[37] Για παράδειγμα στη σελ. 248 λένε πως η ιστορία της μοντέρνας εποχής (“modernity”) ουσιαστικά υλοποιείται από μια «επιβολή πειθαρχίας» – μια έννοια που θεωρητικά δεν είναι σαφώς ορισμένη, αλλά είναι ελκτική συναισθηματικά στον διανοούμενο (φιλελεύθερο) αναγνώστη. Το χρήμα είναι επίσης ένα εργαλείο για να επιβάλεις πειθαρχία: οι μηχανισμοί του χρήματος, παραπονιούνται στη σελ. 346, «είναι τα βασικά μέσα ελέγχου της αγοράς». Θα έπρεπε πράγματι να εξεγειρόμαστε ηθικά μαζί με τον Negri και το Hardt που η αγορά ελέγχεται από ένα δεσποτικό μηχανισμό, ή είναι πιο έξυπνο να μελετήσουμε, πως ολόκληρο το σύστημα εξουσίας στον καπιταλισμό είναι ριζωμένο στις ελεύθερες σχέσεις ανταλλαγής;

[38] Ενώ ο Negri και ο Hardt κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στην «ελευθερία» αυτών των ροών και στην αγορά, αυτή η διάκριση είναι βασισμένη στο γεγονός πως, αντίθετα με την ελεύθερη ροή, η αγορά «κυριαρχείται από το κεφάλαιο» και «εισάγεται» εντός της λογικής της «ιμπεριαλιστικής προσταγής» του. (σελ. 363). Αλλά, όπως εξηγούμε στο βασικό κείμενο, η ιδανικά αγνή ελευθερία της αγοράς (η ίδια ελευθερία που βρίσκεται πίσω από τις «ελεύθερες ροές») είναι αυτή που δίνει υπόσταση στο αντίθετο της ελευθερίας, τη δεσποτική πλευρά του κεφαλαίου – έτσι η διάκριση που κάνουν ο Negri και ο Hardt συγκαλύπτει την άκριτη στάση που έχουν απέναντι στην καπιταλιστική ελευθερία και τις καπιταλιστικές αξίες που συζητάμε στο βασικό κείμενο.

[39] Οι Negri και Hardt παραδέχονται επίσης ότι η τόσο «πολυδιαφημισμένη» τους μαζική κινητικότητα είναι «ακόμα… ένα αυθόρμητο επίπεδο της ταξικής πάλης» (σελ. 213-214)· ωστόσο δεν μπορούν να σκεφτούν μια μελλοντική ταξική πάλη στην οποία αυτός ο μαγικός αυθορμητισμός εγκαταλείπεται και στην οποία θα αποκτήσουμε άμεσο και ενσυνείδητο έλεγχο πάνω στον κόσμο και τους εαυτούς μας. Ο μόνος τρόπος για αυτούς, να σκεφτούν έναν οργανωμένο αγώνα που διατηρεί ακόμα τον αυθορμητισμό των μαζών είναι να θεωρητικοποιήσουν την αναγκαιότητα για «μια δύναμη» ικανή να διαφοροποιείται από «τις καταστροφικές δυνατότητες και επιθυμίες» του πλήθους και να οργανώνει τον αγώνα. Αυτή με μια έννοια είναι η θεωρητικοποίηση του διαχωρισμού που θέλουμε να υπερβούμε σε ένα επαναστατικό κίνημα και για μας είναι τόσο συναρπαστική όσο και… ο Λενινισμός.

[40] Στη διάλεκτο της Fortunati «η ελευθερία του ως προς το με ποιον να ανταλλάξειςε» υπονοεί την σεξουαλική ελευθερία, αλλά όλο αυτό συνδέεται με μια οικονομική αντίληψη της ανταλλαγής. Οπότε αυτό που πραγματικά εννοεί εδώ η Fortunati είναι: «η μορφή της οικογένειας δε μας επιτρέπει να εναλλάσσουμε ελεύθερα συντρόφους απ’ τη στιγμή που θα βρούμε έναν πιθανά πιο κατάλληλο για μια πιο επικερδή ανταλλαγή». Λέγοντας αυτό το πράγμα η Fortunati, εξισώνει το γάμο ή τη σεξουαλική συντροφικότητα με μια απλή εμπορική συναλλαγή, ένα συμβόλαιο εργασίας, και όχι πολύ διαφορετικά απ’ αυτή την άποψη με ότι λένε οι αστοί φιλόσοφοι, όπως ο Κάντ! (Δείτε για παράδειγμα σσ. 57-67). Έτσι η ιδέα της σεξουαλικής απελευθέρωσης είναι εδώ το ίδιο πράγμα με μια απόλυτα ελεύθερη αγορά ανθρωπίνων σχέσεων. Παρατηρήστε επίσης πως η διάλεκτος της Fortunati («ίσες σχέσεις», «πραγματικές ευκαιρίες», « ελευθερία του ως προς το με ποιον να ανταλλάξεις») μπορεί άνετα να χρησιμοποιηθεί και από έναν επικεφαλής μάνατζερ της  American Express.

[41] Ο Μαρξ λέει πως «όσο περισσότερη αξία δημιουργεί [ο εργάτης] τόσο λιγότερο αξίζει ο ίδιος» (Economic and Philosophical Manuscripts, σελ. 325), αλλά εννοεί πως στον καπιταλισμό αυτοί που τους έχει αφαιρεθεί κάθε ιδιοκτησία δεν αξίζουν τίποτα όσον αφορά ζητήματα επιλογής ή προτεραιότητας, όχι ότι, στο πέρασμα από τους προκαπιταλιστικούς στους καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής έχασαν κάποια (χρηματική) αξία! Καλύτερα, ακριβώς στο γεγονός πως στον καπιταλισμό η αξία γίνεται το παν και εμείς γινόμαστε το τίποτα (εκτός κι αν έχουμε κάποια ανταλλακτική αξία, ή καλύτερα, αν έχουμε ανταλλακτική αξία στις τσέπες μας) ο Μαρξ βλέπει την οντολογική αντιστροφή του κεφαλαίου στους ανθρώπους. Τελείως αντίθετα, η Fortunati, δέχεται άκριτα την καπιταλιστική έννοια την ανθρώπινης αξίας η οποία ενσωματώνεται και εκφράζεται από την ανταλλακτική αξία, σε σημείο μέχρι και να ισχυριστεί πως το άτομο στον καπιταλισμό έχει χάσει την αξία (σε χρήμα) που είχε όταν ήταν σκλάβος – γιατί, τότε τουλάχιστον είχε αξία όντας εμπόρευμα! Αυτή η (τρελή) ιδέα υποθέτει πως οι εμπορευματικές σχέσεις είναι οι μόνες διανοητές σχέσεις και ότι η (ανταλλακτική) αξία είναι εξωιστορικά θεμελιώδης στην ανθρώπινη ζωή. Υποθέτοντας αυτό το πράγμα η Fortunati κάνει την ίδια «Ροβινσωνιάδα» με αυτή που κριτίκαρε ο Μαρξ σε σχέση με τους κλασσικούς πολιτικούς οικονομολόγους , η οποία ισοδυναμεί με μια συγκαλυμμένη υπόθεση περί φυσικότητας των παρόντων κοινωνικών σχέσεων.

[42] Πριν να πει αυτό το πράγμα, παραθέτει τον Μαρξ, ο οποίος μιλάει για την τυπική ισότητα του εργάτη και του καπιταλιστή μπροστά στο νόμο στη σφαίρα της κυκλοφορίας, αλλά της διαφεύγει ότι ο Μαρξ θέλει να τονίσει το παράδοξο της καπιταλιστικής ισότητας και ελευθερίας, και όχι να γίνει απολογητής τους.

[43] Ένα υπερ-αριστερό φυλλάδιο κάποιου «Ανώνυμου Μιλανέζου» ασκεί κριτική στην οπτική του Negri για την «Αυτονομία» της εργατικής τάξης, ο οποίος θεωρεί άκριτα την «άμεση υποκειμενικότητα… του ατόμου σαν άμεσα δεδομένη» εντός των συνθηκών που επιβάλλονται από τον καπιταλισμό. Έτσι όπως λένε για τον Negri η «Αυτονομία» και η «αυτό-αξιοποίηση» του ατόμου μελετώνται εντός των ορίων του υπάρχοντος, «για την «ελεύθερη» υποταγή του στην καπιταλιστική κοινωνία». . (Anonimo Milanese, ό. π. σσ. 64-65, δική μας μετάφραση).

[44] Ενάντια στη μόδα που θέλει τις γυναίκες να συρρέουν στην αγορά εργασίας κάθε επίκληση στις παραδοσιακές αξίες και στο μοραλισμό δεν μπορεί να λειτουργήσει από μόνη της. Και σ’ αυτό οφείλεται το ότι το δεξιό κόμμα Forza Nuova πρέπει να λάβει υπόψη του την πραγματικότητα του φετιχισμού του εμπορεύματος και να προτείνει μισθό για την οικιακή εργασία έτσι ώστε να ισορροπήσει την έλξη που ασκεί ένας κανονικός μισθός. Το πολιτικό τους μανιφέστο λέει: «Προτάσεις στο νομοθετικό επίπεδο:… η δημογραφική ανάπτυξη πρέπει να παροτρυνθεί με βοηθήματα για κάθε παιδί και με περαιτέρω βοηθήματα για τις οικογένειες με περισσότερα παιδιά… η γυναικεία εργασία πρέπει να πληρώνεται με μια οικογενειακή επιταγή, για να αποτραπεί η εργασία εκτός του σπιτιού.»  (http://www.tmcrew.org/mw4k/antifa/fn.htm, δική μας μετάφραση).

[45] Karl Marx, Economic and Philosophical Manuscripts, ό. π. σελ. 348, ελαφρώς αλλαγμένη στίξη.

[46] Αυτό δε σημαίνει ότι δε θα ‘πρεπε κάποιος να αναγνωρίζει τους αγώνες για δημοκρατικές ελευθερίες (όπως και τους αγώνες στο χώρο δουλειάς που περιορίζονται σε μεγαλύτερους μισθούς) σαν εκφράσεις των αντιθέσεων του καπιταλισμού και σαν εμπεριέχοντες δυνατότητες ανάπτυξη πέρα από τις συνθήκες που τους δημιούργησαν · αλλά πρέπει να κατανοήσουμε και τις αντιφάσεις που προκαλούν αυτούς τους αγώνες και τις εσωτερικές τους αντιφάσεις.

[47] Βλ. Karl Marx Capital, Κεφάλαια 14 και 15, για την οντολογική αντιστροφή του ανθρώπου και του κεφαλαίου η οποία αρχικά πραγματοποιείται με την ορθολογικοποίηση στη μανιφακτούρα και αργότερα τελειοποιείται με τη βιομηχανία μεγάλης κλίμακας

[48] «Το μέγεθος της αξίας [της εργατικής δύναμης] είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των αξιών των εμπορευμάτων που χρησιμοποιήθηκαν για να την παράγουν … δηλ. … από την ανταλλακτική της αξία» (σελ. 84).

[49] Όταν ο εργάτης πουλά την εργατική του δύναμη στον καπιταλιστή, «η διαδικασία της οικιακής εργασίας [που παράγει αυτή την αξία] περνάει στον καπιταλιστή χωρίς να αφήνει πίσω της κανένα εμφανές ίχνος». (σελ. 97)

[50] «Το γεγονός πως το μέγεθος της αξίας της εργατικής δύναμης δεν αναπαρίσταται πλήρως από την ανταλλακτική αξίας της δεν είναι περίεργο αφού η αξία ενός εμπορεύματος εκφράζεται με έναν ανεξάρτητο τρόπο κατά την αναπαράστασή της σαν ανταλλακτική αξία» (σελ. 82)

[51] «Ενώ η αξία χρήσης άλλων εμπορευμάτων  δεν μπορεί να αποτελέσει το μέτρο της αξίας τους… στην περίπτωση της εργατικής δύναμης …η αξία χρήσης της είναι αυτή που αποτελεί μέτρο της αξίας της» – λέει στη σελ. 81.

[52] Karl Marx, Grundrisse, London: Penguin Books, 1993, σσ. 295-6.

[53] Όπως ανακάλυψε ο Μαρξ στην ανάλυσή του για το κεφάλαιο, η αξία (και η αφηρημένη εργασία επίσης) είναι κοινωνική από τη στιγμή που είναι αξεχώριστη από τη φύση των εμπορευμάτων και από τη φύση (το σκοπό) της παραγωγής τους: «Ονομάζω αυτό το πράγμα  φετιχισμό του εμπορεύματος που προσκολλάται στα προϊόντα της εργασίας από τη στιγμή που παράγονται σαν εμπορεύματα… Αυτός ο φετιχισμός ξεπηδά από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της εργασίας που τα παράγει». (Marx, Capital, ό. π., σελ. 165).

[54] Τα οποία τα παρουσιάζει ενάντια στην κατηγορία περί «διπλά καταμετρημένης» εργασίας στη θεωρία της (σελ. 93).

[55] Karl Marx, Grundrisse, ό. π., σσ. 248-249.

[56] 25,000 Mhz .

[57] Το ερώτημα: «Πόσα μήλα έχω αν προσθέσω ένα μήλο σε πέντε μήλα;» βγάζει νόημα. Το ερώτημα: « Τι έχω αν προσθέσω πέντε μήλα σε πέντε» δε βγάζει κανένα νόημα. Για να προσθέσουμε, να αφαιρέσουμε ή να εξισώσουμε δυο ποσότητες πρέπει να ναι ποσότητες ομοιογενών πραγμάτων.

[58] Το μόνο που έχουμε στη διάθεσή μας είναι η αγγλική εκδοχή του Το Αίνιγμα της Αναπαραγωγής. Υποθέτουμε ότι αντανακλά την πρωτότυπη Ιταλική εκδοχή.

[59] Negri και Hardt, Empire, ό. π. σελ. 294. Παραθέτουν το Σπινόζα για να στηρίξουν αυτό το αστικό όνειρο μιας ιδανικά ελεύθερης κοινωνίας πολιτών.

[60] Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να απορρίπτουμε αγώνες που μπορεί να ξεκινούν με σκοπό να υπερασπιστούν δικαιώματα ελευθερίας και ισότητας, όπως και αγώνες που μπορεί να ξεκινούν με σκοπό να διεκδικήσουν έναν  υψηλότερο μισθό – αλλά δεν μπορούμε παρά να απογοητευόμαστε από «επαναστατικές» ή «αντικαπιταλιστικές» θεωρίες που δεν μπορούν να κριτικάρουν τις παρούσες κοινωνικές σχέσεις.

[61] Αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να παραβλέπουμε την απειλή. Την πίεση και την πιθανή ανταγωνιστική τάση που προκαλεί στους μικροαστούς ο ανταγωνισμός του βιομηχανικού κεφαλαίου.

[62] «Αυτός ο φορμαλισμός… φαντάζεται πως έχει κατανοήσει και έχει εκφράσει τη φύση και τη ζωή μιας μορφής, ενώ αντίθετα την έχει ντύσει με έναν προσδιορισμό της ιδέας σαν κατηγόρημα. Το κατηγόρημα μπορεί να είναι η υποκειμενικότητα ή η αντικειμενικότητα, ή ας πούμε, ο μαγνητισμός, ο ηλεκτρισμός… η συστολή και η διαστολή, η ανατολή και η δύση [η δημιουργία αξίας/μη-αξίας], και ούτω καθεξής… Σε ένα τέτοιο κύκλο αμοιβαιότητας κανένας ποτέ δε μαθαίνει ποιο είναι το ίδιο το πράγμα … Σε μια τέτοια διαδικασία, μερικές φορές οι προσδιορισμοί των εννοιών προέρχονται από την καθημερινή διαίσθηση [ή από την πολιτικο-θεωρητική διάλεκτο], και υποτίθεται φυσικά ότι σημαίνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που λένε· κάτι το οποίο έχει από μόνο του νόημα…» [Hegel, Phenomenology of Spirit, Preface, Oxford Paperbacks, σελ.. 29, οι δικές μας τροποποιήσεις σε παρένθεση]. (Σ.τ.μ. Η μετάφραση αυτού του αποσπάσματος έγινε από την αγγλική υποσημείωση. Σε περίπτωση που δε βγαίνει νόημα καλό θα ήταν ο αναγνώστης να παραβάλει την ελληνική έκδοση της Φαινομενολογίας του Πνεύματος, κάτι που ο μεταφραστής δεν μπήκε στον κόπο να κάνει… μισές δουλειές τσ τσ τσ!)

[63] Για παράδειγμα, ο De Angelis, ο οποίος λέει στη θεωρία του ότι οποιαδήποτε επιβαλλόμενη, άμισθη εργασία παράγει αξία, είναι επίσης ένθερμος υποστηρικτής του αιτήματος «όλοι μας να λαμβάνουμε ένα εξασφαλισμένο εισόδημα ικανό να καλύπτει τις βασικές μας ανάγκες» και το οποίο «πληρώνει την αόρατη εργασία των φοιτητών» και άλλων χαμηλόμισθων ή άμισθων προλεταρίων έτσι ώστε όλοι «να έχουν λιγότερη πίεση και περισσότερο χρόνο να σκεφτούν για τους εαυτούς του και να φανταστούν διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης» (http://www.eco.utexas.edu/~hmcleave/wk1raddem.html). Η ιδέα της από κοινού συνύπαρξης στον κόσμο με το κεφάλαιο ενώ ταυτόχρονα δημιουργούμε θύλακες «διαφορετικών τρόπων ύπαρξης», που είναι και το θέμα του συνεδρίου Ζωή παρά τον Καπιταλισμό, [Life Despite Capitalism, (London School of Economics, 16-17 October 2004)] στο παραπάνω απόσπασμα του De Angelis εκφράζεται ως «να φανταστούν διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης» – το Aufheben δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει με αυτό το πράγμα. Πράγματι, πιστεύουμε πως μόνο όταν ο καπιταλισμός ανατραπεί και εγκαθιδρυθούν νέες κοινωνικές σχέσεις θα είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε ένα νέο τρόπο ύπαρξης που δεν είναι … φανταστικός!!

[64] Μια εντυπωσιακή ασάφεια, υπάρχει στον ισχυρισμό της Fortunati ότι η απαίτηση των παιδιών για οικονομική στήριξη από τους γονείς τους με τη μορφή χαρτζιλικιού, είναι μια «πολύ αντικαπιταλιστική ιδέα» γιατί «τα παιδιά κερδίζουν [αυτά τα λεφτά] μόνο χάρη στο γεγονός πως υπάρχουν σαν άτομα και όχι επειδή είναι ενεργά σαν εργατικές δυνάμεις» (σσ. 141-2). Πράγματι, τα παιδιά παίρνουν λεφτά από τους γονείς τους όχι επειδή είναι ελεύθερα άτομα, αλλά επειδή είναι στοιχεία της άμεσης σχέσης της οικογένειας, η οποία δεν είναι σχέση ανάμεσα σε ελεύθερα άτομα. Τα ελεύθερα άτομα είναι τόσο ελεύθερα που αφήνουν το ένα το άλλο να πεθάνει απ’ την πείνα ελεύθερα, εκτός κι αν ανταλλάξουν – και αυτό δεν ισχύει στην περίπτωση των παιδιών της οικογένειας. Ενώ απ’ τη μια η Fortunati παραπονιέται συνέχεια για την ανελεύθερη  σχέση της οικογένειας γιατί εμποδίζει την τελειοποιημένη μας «ελευθερία να ανταλλάσουμε με όποιον θέλουμε», είναι ακριβώς αυτή η μορφή της οικογένειας που δίνει στο παιδί το δικαίωμα να αποσπά λεφτά από τις τσέπες των γονιών χωρίς αντάλλαγμα! Αν αυτό είναι αντικαπιταλιστικό, αυτό οφείλεται στη σύγκρουση ανάμεσα στον καπιταλισμό και μια αρχαϊκή μορφή κοινωνικών σχέσεων, με την ίδια έννοια που η Χριστιανική αντίληψη του να δίνουμε φιλανθρωπία στους αναξιοπαθούντες φτωχούς είναι… επίσης πράγματι πολύ αντικαπιταλιστική. Από την άλλη, η μορφή της γονικής υποστήριξης ως χαρτζιλικιού, αντίθετα με αυτή της άμεσης παροχής στο παιδί όσων αυτό χρειάζεται, είναι μια πολύ καπιταλιστική μορφή που η αρχαϊκή σχέση γονέων και παιδιών αποκτά εντός του καπιταλισμού! Πράγματι, οι σύγχρονοι γονείς κατανοούν τη σημασία που έχει το να διδάσκουν στα παιδιά τους «την αξία του χρήματος» δίνοντας τους χρήμα, όχι αξίες χρήσης. Αυτό αναγκάζει τα παιδιά να κάνουν έναν προϋπολογισμό αλλά και να κάνουν δουλειές εκτός σπιτιού αν υπερβούν αυτό τον προϋπολογισμό πέρα από τις οικονομικές δυνατότητες των γονιών τους – πράγμα που είναι η απαραίτητη εκπαίδευση για να αποδεχτούν τις συνθήκες της ζωής που επιβάλλονται από τη μορφή εμπόρευμα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας του να είναι σε μια μισθωτή εργασία για το υπόλοιπο της ζωής τους, σαν το μόνο φυσικό και δυνατό τρόπο ζωής.

[65] Υπάρχουν επίσης διαφορές ανάμεσα στη Fortunati και τη Dalla Costa. Στο Η Δύναμη των Γυναικών Και η Ανατροπή της Κοινότητας (The Power of Women and the Subversion of the Community), η Dalla Costa βλέπει το αίτημα για μισθό για την οικιακή εργασία σαν ένα χρήσιμο τρόπο να χτιστεί ένας αγώνας –αλλά ο πραγματικός στόχος των αγώνων των νοικοκυρών, λέει και σωστά, είναι να αναπτυχθούν νέες κοινωνικές σχέσεις, να τεθούν υπό αμφισβήτηση οι παρούσες, οι οποίες δίνουν υπόσταση στην ταύτιση των νοικοκυρών με το ρόλο τους, και την απομόνωσή τους. Η Fortunati αντίθετα, περιορίζεται απλά στην απαίτηση μιας καλύτερης οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης για τις γυναίκες με καπιταλιστικούς όρους όσον αφορά αυτή την κατάσταση: περισσότερα λεφτά, περισσότερη κατανάλωση, μείωση των ωρών οικιακής εργασίας, και μισθό για την οικιακή εργάτρια  (Βλ. επίσης Polda Fortunati, ‘The Housewife’, στο All Work and No Pay, Women, Housework, and the Wages Due, (1974) Ed. Wendy Edmond and Suzie Fleming, London: Power of Woman Collective and Falling Wall Press, σσ.13-19).

[66] Για παράδειγμα καταγγέλλει «λάθη» (σελ.73)· «παρανοήσεις» (σσ. 73, 80, 81)·  «έλλειψη σαφήνειας» (σελ. 91)· «παρανοήσεις» (σελ. 59)· «τυφλότητα» (σελ. 91)· «άτοπες υποθέσεις» (σελ. 59)· «γενική σύγχυση» και «λαθεμένες θεωρίες» (σελ. 116), κ.τ.λ. σε όλη την ιστορία της Μαρξιστικής σκέψης πριν από τη Fortunati.

[67] Η Fortunati επιβεβαιώνει επίσης την «ύπαρξη» μιας κοινωνικής σχέσης μισθωτής εργασίας όσον αφορά τη νοικοκυρά, η οποία επίσης «εμφανίζεται αλλιώς», γιατί μυστικοποιείται από τη μεσολάβηση του συζύγου, ο οποίος δρα σαν «παράγοντας» του κεφαλαίου. Για άλλη μια φορά, η ύπαρξη αυτής της αόρατης σχέσης μισθωτής εργασίας διακηρύσσεται και επιβεβαιώνεται από τη Fortunati, παρόλο που έρχεται σε σύγκρουση με τα γεγονότα: κάθε χαρακτηριστικό των οικογενειακών σχέσεων που δεν ταιριάζει με τις σχέσεις μισθωτής εργασίας ή την παραγωγική εργασία διακηρύσσεται ως ένα «ειδικό» χαρακτηριστικό αυτής της ιδιαίτερης μισθωτής σχέσης, ή αυτής της ιδιαίτερης παραγωγής. Βλ. π.χ. σελ. 105· σελ. 129· σελ. 139· ή σελ. 157.

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης