Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Η Κομμουνιστικοποίηση του Πλήθους: Συνεργατική και Συλλογική Εργασία

Μια συνέντευξη με τον Paolo Virno (από  τον Alexei Penzin)

Η Κομμουνιστικοποίηση του Πλήθους: Συνεργατική και Συλλογική Εργασία

Δημοσίευση στο Manifesta Journal, # 8, 2010.

Ο Paolo Virno είναι ένας από τους πιο ριζοσπαστικούς, ανατρεπτικούς και ελπιδοφόρους στοχαστές της μετα-εργατικής (postoperaist) ανατρεπτικής πολιτικής και πνευματικής παράδοσης. Από ολα τα ετερόδοξα μαρξιστικά ρεύματα, ο μετα-εργατισμός (postoperaismo) εντοπίζεται στο επίκεντρο των διαλέξεων και συζητήσεων της σύγχρονης φιλοσοφίας. Η ανάλυση της δημοσίευσης για τον μεταφορντιντικό καπιταλισμό αναφέρεται στην φιλοσοφία του Wittgenstein{2} σχετικά με τη γλώσσα, τον Heidegger{3} και την Daseinsanalysis{4}, την γερμανική «φιλοσοφική ανθρωπολογία» και τους Foucault και Deleuze με τους προβληματισμούς που έθεταν αναφορικά με τη δύναμη, την επιθυμία και τον έλεγχο {πέρασμα από την κοινωνία της πειθαρχίας στην κοινωνία του ελέγχου - control apparatuses}. Υποκειμενικότητα, γλώσσα, σώμα, επιρροές, ή με άλλα λόγια, η ζωή καθεαυτή αιχμαλωτίζονταν υπό το καθεστώς της μετα-φορντικής παραγωγής. Πάνω στις συνιστώσες αυτών των αφηρημένων σκεπτικών και διατριβών εγκαθιδρύθηκε η πραγματικότητα του σύγχρονου καπιταλισμού και πάνω σε τέτοιες βάσεις θεμελιώθηκε, ως υπόσταση και οντότητα, λειτουργώντας αφαιρετικά. Τέτοιες θεωρητικές προτάσεις έχουν πυροδοτήσει γιγάντιες πολεμικές και διενέξεις τις δυο τελευταίες δεκαετίες. Η  συλλογικότητα και η υποκειμενικότητα είναι δυο πόλοι της σύγχρονης «πολιτισμικής βιομηχανίας». Ο Virno προτείνει να ξανασκεφτούμε και να αναστοχαστούμε τις προοπτικές που τίθενται, καθώς και τη σημασία που επίκειται η υιοθέτηση μιας τέτοιας αντίληψης. Η «βιομηχανία του πολιτισμού» είναι ένα μοντέλο για ολόκληρο το δίκτυο παραγωγής στη μετα-φορντική οικονομία, όπου κάθε υποκείμενο-παραγωγός αποτελεί ένα «δεξιοτέχνη» { “virtuoso”}. Πραγματικά, στις συγκυριακές συνθήκες που οδήγησαν στην εξαφάνιση των ακριβέστατα υπολογισμένων καλουπιών και προτύπων της φορντικής βιομηχανικής εποχής, υπήρχε μια πανδαισία χρωμάτων χωρίς κανένα προκαθορισμένο σενάριο. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που εξηγεί γιατί η σύγχρονη τέχνη συνιστά την ενσάρκωση δεξιοτεχνών πρακτικών: η υποκειμενικότητα του σύγχρονου καλλιτέχνη αποτελεί πιθανά την πιο φωτεινή έκφραση ελαστικότητας, αναλωσιμότητας, ευκινησίας, ανειδίκευτου υποκείμενου του σύγχρονου ζωτικού εργατικού δυναμικού. Ωστόσο, υπάρχει ακόμη η ανάγκη της αναγνώρισης και προσδιορισμού του αντίποδα μιας τέτοιας κατάστασης, ο οποίος ενσαρκώνεται από συλλογικές δομές όπως η κολεκτίβα, η συνεργατική κ.α.

Για να εκθέσουμε τον αντίρροπο ρόλο της υποκειμενικότητας, ρώτησα τον Paolo Virno για τη χρήση του όρου «πλήθος» - ως μια νέα πολιτική συνάρθρωση στην εργασία που αποφεύγει μια αντιπροσωπευτική ενοποίηση στο Σύνολο ( η πολιτεία, το έθνος ή ένα πολιτισμικό «κυρίαρχο στυλ») – με σκοπό να κατανοήσουμε πώς είναι δυνατό να σκεφτούμε τον τρόπο εφαρμογής του αναφορικά με την ολότητα, πώς νέες μορφές μικροσυλλογικοτήτων και μικροκολεκτιβων δουλεύουν και πώς θα μπορούσε κάποιος να εξηγήσει την εκρηκτική τους διάδοση και δημιουργικότητα.

Παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα να ρωτήσω τις ακόλουθες ερωτήσεις όχι τόσο από μετα-φορντική θέση, αλλά περισσότερο από τον μετα-σοσιαλιστικό κόσμο, όντας εγώ ο ίδιος κομμάτι μιας κολεκτίβας υποστηρίζοντας ότι λειτουργεί στο μεταίχμιο θεωρίας, ακτιβισμού και καλλιτεχνικών πρακτικών. Στη μετα-σοσιαλιστική ζώνη, νέες μορφές εργασιακών συνθηκών (όπως φτώχεια, υπερβολική επισφάλεια και ανομία), συνθήκες που αντικατέστησαν το παλαιολιθικό καθεστώς προτάσσοντας νεοφιλελεύθερα τσιτάτα με μανία, καταστροφική αρνητικότητα, παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους  ως επιτακτικά ή απαραίτητα στοιχεία για την «μετάβαση στην ελεύθερη αγορά και δημοκρατία». Παρατηρήσαμε τη ρευστότητα, την πλαστικότητα και προσαρμογή, την κατάτμηση και τον καταμερισμό που συναντώνται στις μετά-σοσιαλιστικές κοινωνίες, την τρομακτική βία της "πριμιτιβιστικής συσσώρευσης" (Marx) κατά τη δεκαετία του 1990, συνοδευόμενη από της "πριμιτιβιστικής/πρωτόγονης πολιτικής συσσώρευσης" (Althusser) σαν την αναγέννηση κάποιων μεταλλαγμένων μορφών μιας καταδυναστευτικής πολιτείας εν έτη 2000. Ίσως απαιτείται να διαχωριστούμε να αποκοπούμε οριστικά και δια παντός από το ιστορικό παρελθόν της πολιτείας του σοσιαλισμού με τις στομφώδεις εξυμνήσεις για παραδοσιακής/μνημειώδης και επιβλητικής συλλογικοποίησης;. Ωστόσο, ισχύει η εικασία ότι, στο τέλος, ο πολιτειακός σοσιαλισμός πρέπει να γίνει/μετατραπεί στην "κομμουνιστικοποίηση του καπιταλισμού", για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του  Virno; Η συνεισφορά και διατριβή του Virno συνδέεται άμεσα με την κατανόηση του αν αυτή η νέα τροπή των πραγμάτων μας πιέζουν και εν τέλει μας αναγκάζουν να ανακαλέσουμε αυτές τις επαναστατικές πολιτικές θεσμοθετήσεις, οι οποίες μετά την Σοβιετική Ένωση ονομάστηκε: τα κοινά ή τα εργατικά συμβούλια, τα οποία χρησίμευσαν ως εργαλεία για τη δημοκρατική αυτοοργάνωση. Αυτό συνθέτει το περιεχόμενο στο οποίο τελικά καταλήξαμε να συζητάμε "Τα Κοινά Του Πλήθους".

AP: Ο αναστοχασμός και προβληματισμός πάνω στις έννοιες της «συνεργατικής» και «συλλογικοποίησης» καταλαμβάνει ένα σημαντικό πεδίο της θεωρητικής σου δουλειάς. Στο (κείμενο) Μια Γραμματική του Πλήθους, κάνεις λόγο για την αναγκαιότητα μιας αναδιατύπωσης ορισμού των σχέσεων ανάμεσα  στην συνεργατική/συλλογικότητα και το άτομο. Κάτι τέτοιο θα λειτουργούσε συσκοτιστικά όσο αφορά στα όρια ανάμεσα στο άτομο και την συνεργατική/συλλογικότητα, στην ιδιωτική και τη δημόσια σφαίρα στα πλαίσια της σύγχρονης μετα-φορντικής παραγωγής, που γίνεται αντιληπτό υπό τον όρο "μια οριοθετημένη εμπειρία του κόσμου". Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί το ξεστράτισμα της αντίληψης του Gilbert Simondon αναφορικά με τη συλλογικοποίηση ως κάτι που δεν αντιτίθεται στο άτομο, αλλά αντιθέτως, αποτελεί πεδίο ριζοσπαστικής και ανατρεπτικής εξατομίκευσης: η συνεργατική/συλλογικοποίηση εκπολιτίζει την μοναδικότητα(singularity). Ανακαλώντας την αντίληψη του  Marx για το "κοινωνικό άτομο", το οποίο προϋποθέτει ότι η συλλογική/κοινή (γλώσσα, κοινωνική συνεργασία κτλ) και η ατομική συνύπαρξη, αναλύεις ένα αρκετά παράδοξο ορισμό της μαρξιστικής θεωρίας ως μια "δογματική σχολαστικότητα της ατομικότητας". Από την άλλη πλευρά, αν λάβουμε υπόψη τις σύγχρονες μορφές εργασίας, προτείνεις το μοντέλο του ατομικού "δεξιοτέχνη", για τον οποίο φαίνεται να μην προϋποτίθεται καμία άλλη απαίτηση συλλογικότητας στο παρελθόν, ή ένα προ-ατομικό υλικό να εμπεριέχεται σε κάποιου είδους αυτοτέλειας της ατομικότητας, ή η συλλογικότητα αποτελεί απλά ένα παθητικό κοινό στερείται συστατικών, θετικών προοπτικών ή δημιουργικής λειτουργίας; Θα μπορούσες να μας αποσαφηνίσεις το χώρο της συλλογικότητας που σκέφτεσαι και οραματίζεσαι;

PV: Οφείλω πολλά στην παρακαταθήκη των σκέψεων του Lev S. Vygotskij σχετικά με το ζήτημα της συλλογικότητας, για το συσχετισμό μεταξύ συλλογικότητας και ατομικότητας/μοναδικότητας{Α}.  Η κεντρική του ιδέα αναφέρεται στην κοινωνική σχέση προέχει σε επίπεδο αναγκαιότητας και επιτρέπει για της νόρμες/μορφές αυτοσυνείδησης του "εγώ". Επιτρέψτε μου να διευκρινίσω: γενικά υπάρχει ένα "εμείς", ωστόσο - και εδώ κρύβεται το παράδοξο - αυτό το "εμείς" δεν αποτελεί ισοδύναμο κύκλωμα του επιμέρους πολλών ξεκάθαρα προσδιορισμένων "του εγώ". Εν περιλήψη, ακόμη και αν αδυνατούμε προς το παρόν να μιλήσουμε για πραγματικά υποκείμενα, υπάρχει μια υπερ-υποκειμενικότητα. Για τον Vygotskij, η ανησυχία του ατόμου, περισσότερο από αναντίρρητο και αδιάψευστο στοιχείο, αποτελεί συνέπεια μιας προόδου της διαφορετικότητας που λαμβάνει χώρα στην πρωτόγονη κοινωνία: "το πραγματικό κίνημα της αναπτυξιακής προόδου της παιδικής σκέψης ολοκληρώνεται όχι από το άτομο προς την κοινωνία, αλλά από την κοινωνία προς το άτομο."  Ευτυχώς το παιδί αποκτά ένα συλλογικό "εμείς", που μπορούμε να ορίσουμε ως διασωματική διάσταση (interpsychical dimension), προβάλλοντας το σε μια διασωματική πραγματικότητα: κάτι οικείο, προσωπικό, ξεχωριστό. Ωστόσο, αυτή η εσωστρέφεια της διαδωματικής διάστασης, της μοναδικότητας του "πρωτόγενούς/αρχέγονου εμείς", δεν συμβαίνει εννοιολογικά κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας: πάντα επαναλαμβάνεται κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Η εμπειρία πάντα καταμετράται και λαμβάνεται υπόψη - είτε  in an insurrection, μια φιλία, ή ως μια δουλεία τέχνης – μέσα από τη μετάλλαξη από διασωματική σε υπερσωματική (of the interpsychical into intrapsychical). Έχουμε να κάνουμε και διαπραγματευόμαστε την πάγια και διαρκή εσωτεριστικότητα του δημόσιου και με τη δημοσιότητα του εσωτερικού.

Αυτό σημαίνει πως η ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να οριστεί δια μέσου της παρατήρησης ενός μεμονωμένου μέλους του είδους του species, από τις ατομικές του προσδοκίες, αντιλήψεις, επίγνωση και επιρροές. Αντιθέτως, η ανθρώπινη φύση διαθέτει ένα σύνολο από σχέσεις καθιερωμένες εντός ενός πλουραλισμού από μονάδες. Για να γίνω πιο σαφής: αντί να διασυνδέονται δεδομένες μονάδες, αυτό το «σύνολο σχέσεων» απαρτίζονται από αυτές τις μονές μονάδες ως τέτοιες. Η ανθρώπινη φύση τοποθετείται σε ένα τέτοιο πράγμα όπου – δεν ανήκει σε κανένα ατομικό μυαλό – υφίσταται μόνο μέσω των σχέσεων μεταξύ των πολλών. Για να μιλήσουμε για την ανθρώπινη φύση επιβάλλεται να αναπτύξουμε μια φιλοσοφία του επιρρήματος «ανάμεσα».

Αλλά είναι αυτό όντως το ζήτημα;  Ίσως όχι. Ας επιχειρήσουμε να επικεντρωθούμε στη διαδικασία παρουσίασης δεξιοτέχνη (l’artista esecutore) μέσα από την οπτική του Vygotskij. Tο κοινό – με τις ικανότητες (λόγω θέσης), τις συνήθειες, τις ιδιαιτερότητες και συναισθήματα —αντικατοπτρίζει τη διασωματική σφαίρα (ως τομέα αρμοδιότητας του), το προπαρασκευαστικό στάδιο του «εμείς». Ο δεξιοτέχνης παρεμβαίνει σε αυτό το αφαιρετικό «εμείς» , το εξελίσσει ενδοσκοπικά υποβάλλοντας το σε μια διαδικασία εσωτερικών προβληματισμών) μετατρέποντας το σε κάτι υπερδιασωματικό, μοναδικό. Η εκτέλεση του δεξιοτέχνη δηλώνει αυτή τη μετατροπή/μετάλλαξη. Αν σκεφτούμε, λαμβάνοντας τη σύγχρονη παραγωγή, καλούμαστε να κατανοήσουμε ότι κάθε άτομο είναι, την ίδια στιγμή, ο καλλιτέχνης που υποδύεται τη δράση και το κοινό: υποδύεται την ατομικότητα ενώ ταυτόχρονα στηρίζει, βοήθα και συνεισφέρει και στην υπόδηση και πραγμάτωση των ρόλων άλλων.  Σε εκείνα τα εργοστάσια όπου η νοητική εργασία (εργασία της γνώσης) έχει χαραχτήρα δεσποτικό και κυρίαρχο και ο προφορικός λόγος συνιστά το βασικό παραγωγικό εργαλείο, το «κοινό/πλήθος» απαρτίζεται από άλλους δεξιοτέχνες οι οποίοι, με τη σειρά τους, αναμένουν να κάνουν το ντεμπούτο τους στη σκηνή. Εν τέλει, αυτό που ο παραγωγός, ως ατομικότητα, εκτελεί. Είναι ο «σκοπός», ο οποίος είναι είτε συλλογικός, είτε δι/υπερ/υποκειμενικού. Στην πραγματικότητα, αυτός ο «σκοπός» παράγεται/αντικατοπτρίζει την κοινωνική συνεργασία, του συνόλου των σχέσεων που μας ορίζουν, την ικανότητα/δυνατότητα και βιοπροσαρμογή της γλώσσας, και πάει λέγοντας.

AP: Η σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη προτείνει τα κρίσιμα πρότυπα για την κατανόηση της συλλογικότητας, που επανεισάγεται με το όνομα «της κοινότητας» (Jean-Luc Νανσύ, Giorgio Agamben). Αντιπροσωπεύσεις αυτού του φάσματος σκεπτικού αντιμετωπίζονται ως πολιτικά επικίνδυνες, αφού ταυτίζουν τη σπουδαιότητα της πολιτικής έννοιας της κοινότητας ως Σύνολο (ένα ενοποιημένο πολιτικό σώμα, ο ηγέτης, το κράτος). Επομένως πρέπει να αποδομηθούν. Συγχρόνως, με την εισαγωγή της λογικής της πολλαπλότητας και της ιδιομορφίας, αυτή η σκέψη αντιμετωπίζει το όραμα των ιδιομορφιών ως ενεργές και παραγωγικές δυνάμεις, θεωρώντας τους ως είδος στατικού «είμαι-μαζί» των ενεργητικών υπάρξεων που εκτίθενται μια σε άλλη. Πώς μια πολιτική σκέψη που διαμορφώνει την έννοια του πλήθους να αφορά αυτήν την «κοινοτική» ομιλία;

 

PV: Η σκέψη «της κοινότητας» φέρνει μια βασική ατέλεια: παραμελεί την αρχή της εξατομίκευσης, δηλ., η διαδικασία του σχηματισμού των ιδιομορφιών από κάτι όλα τα στοιχεία του μοιράζεται. Η λογική της πολλαπλότητας και της ιδιομορφίας δεν είναι ικανοποιητική, και πρέπει να διευκρινίσουμε την προϋπόθεση, ή τον όρο της δυνατότητας, ενός πλήθους ιδιομορφιών. Αντιμετωπίζοντας ένα τέτοιο γεγονός ως προβοκάτσια: πρέπει να πούμε κάτι για έναν που επιτρέπει την ύπαρξη πολλών ανεπανάληπτων ατόμων. Η ομιλία για τη «κοινότητα» σεμνότυφα αποφεύγει την ομιλία για τον εαυτό της. Ακόμα, στις παρυφές της πολιτικής ύπαρξης «πολλοί» όπως «πολλοί» ριζοβολούν σε μια ομοιογενή και κοινή περιοχή χαράσσεται από ένα απρόσωπο υπόβαθρο. Ο προσδιορισμός του Συνόλου επαφίεται στην αντίθεση μεταξύ των κατηγοριών «ανθρώπων» και «του πλήθους» που σαφώς προκύπτει. Επιπλέον, υπάρχει μια επαναφορά της τάξης πραγμάτων: ενώ οι άνθρωποι τείνουν προς το Σύνολο, το πλήθος προέρχεται από αυτό. Για τους ανθρώπους, αυτό είναι μια υπόσχεση,  για το «πλήθος» είναι μια προϋπόθεση. Επίσης, αυτός ο βουβός καθορισμός ορίζει αυτό που είναι κοινό ή διανεμημένο. Ένα Σύνολο στις παρυφές του οποίου οι άνθρωποι έλκονται. Αυτό το Σύνολο ενσαρκώνεται από το κράτος, ο κυρίαρχος, το volonté générale.  Αντ' αυτού, το Σύνολο συνέχισε τα πίσω μέρη του πλήθους αποτελείται από τη γλώσσα, η διάνοια ως δημόσιο ή διασωματικό πόρο, των γενικών ικανοτήτων των ειδών. Εάν το πλήθος αποφεύγει την ενότητα του κράτους, αυτό είναι απλά επειδή το πρώτο συσχετίζεται με απολύτως ένα διαφορετικό, το οποίο είναι προκαταρκτικό αντί της ύπαρξης αποφασιστικό. Θα μπορούσαμε να πούμε: ένα κομμάτι από το πλήθος συμφωνεί από πολλές απόψεις με εκείνη την διατομική transindividual πραγματικότητα ότι Marx κάλεσε το «γενικό διάνοια» ή το «κοινωνικό εγκέφαλο». Ο γενικός όρος διάνοια αντιστοιχεί στη στιγμή στην οποία η κοινότοπη ανθρώπινη ικανότητα της σκέψης με τις λέξεις γίνεται η κύρια παραγωγική δύναμη της ωριμασμένης κεφαλαιοκρατίας. Εντούτοις, μπορεί επίσης να αποτελέσει τα θεμέλια μιας δημοκρατίας που έχει χάσει τα χαρακτηριστικά της εντυπωσιακής κυριαρχίας.

 

Συμπερασματικά, η σκέψη της «κοινότητας,» ακόμα κι αν αξιέπαινη από πολλές απόψεις, είναι μια αστόχαστη σκέψη. Λαμβάνει υπόψη μόνο μερικές συναισθηματικές και υπαρξιακές πτυχές του πλήθους: εν ολίγοις, ένας τρόπος ζωής. Είναι προφανώς σημαντικό, αλλά τι είναι θεμελιώδες να γίνει κατανοητή η εργασία και οι ημέρες του πλήθους ως ακατέργαστο θέμα για να καθορίσουν ένα καλά στρογγυλευμένο και σμιλευμένο πολιτικό πρότυπο που απομακρύνεται από εκείνο το μέτριο χειροποίητο αντικείμενο του σύγχρονου κράτους, το οποίο είναι στοιχειώδες (σχετικά με την κοινωνική συνεργασία) και άγριο. Αυτό που είναι θεμελιώδες είναι να συλληφθεί η σχέση μεταξύ αυτής (της κοινότητας) και πολλών (πλήθος) με έναν ριζικά διαφορετικό τρόπο από αυτό Hobbes, Rousseau, Lenin ή του Carl Schmitt.

AP: Το επιχείρημά σας σχετικά με το θέμα μας αναπτύσσεται επίσης στο επίπεδο του κρίσιμου σφετερισμού κάποιων εννοιών στη γερμανική «φιλοσοφική ανθρωπολογία» (Arnold Gelen, Helmut Plessner). Όπως λέτε, αυτό που καλούμε σήμερα «ανθρώπινη φύση» είναι η βασική «πρώτη ύλη» για την κεφαλαιοκρατική παραγωγή. Η ενότητα ανάμεσα στην φύση και την ιστορία είναι η βάση την υλιστικής σας φιλοσοφίας. «Ανθρώπινη φύση» που ερμηνεύεται ως σύνολο «βιο-ανθρωπολογικών σταθερών,» ως είδος δυνατότητας που αναφέρει στην ικανότητα της γλώσσας, η εξέλιξη, ως διατήρηση των νεανικών γνωρισμάτων στην ενήλικη συμπεριφορά, «στην ειλικρίνεια στον κόσμο» (δηλ. η απουσία σταθερού περιβάλλοντος), κλπ. Δηλώνετε ότι αυτές οι ανθρωπολογικές σταθερές γίνονται κοινωνιολογικά γνωρίσματα μιας εργατικής δύναμης μετα-Φορντικής, εκφερόμενες ως μόνιμη αστάθεια, ευελιξία και ανάγκη να ενεργήσουν στις απρόβλεπτες καταστάσεις. Η μετα-Φορντική κεφαλαιοκρατία «δεν αλλοτριώνει» τη ανθρώπινη φύση, αλλά μάλλον την αποκαλύπτει στο κέντρο της σύγχρονης παραγωγής, και από την ίδια κίνηση, την εκθέτει στις συσκευές της εκμετάλλευσης και του ελέγχου. Οι προηγούμενοι τρόποι την επίπονες αβεβαιότητα και την αστάθεια της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσω των τελετουργικών μηχανισμών και τα παραδοσιακά κοινωνικά όργανα λειώνουν στον αέρα. Στην μεταφορντιστική οικονομία που βασίζεται στην επικοινωνία, την κουλτούρα και την πληροφορία. Συχνά κατά τη διάρκεια της εργασίας στην μεταφορντική εργασία- είναι απαραίτητο να αυτοσχεδιάσεις, να κατανοήσεις ότι έχεις να κάνεις με μια απρόβλεπτη κατάσταση: τα χαρακτηριστικά του δεξιοτέχνη δεν τελειώνουν σε ένα αντικείμενο, σε κάτι που έτσι και αλλιώς είναι πεπερασμένο, αλλά έχουν περισσότερο σχέση με αυτόν που ακούει, με ένα κοινό. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι σήμερα παρόντα στη εργασία. Έχουν κοινωνικοποιηθεί. Πώς αυτή η νέα στιγμή αλλάζει την ιδιομορφία της συλλογικής εργασίας σήμερα; Είναι δυνατό να μιλήσει για τη συλλογική διάσταση ως πρακτική της μόνος-οργάνωσης, της αμοιβαίων ενίσχυσης και της προστασίας χωρίς οποιοδήποτε θεσμικό πλαίσιο; Μπορούμε να πούμε ότι αυτή η συλλογικότητα διαμορφώνει τώρα στα πλαίσια της ζωής έξω από τις περιοχές της παραγωγής, στο διάστημα «της κοινωνικοποίησης έξω από τη θέση εργασίας»;

 

PV: Αρχικά ας οριοθετήσουμε τη χρήση της λέξης «όργανο/(αντι)θεσμός.» Είναι ένας όρος που ανήκει αποκλειστικά στο λεξιλόγιο του αντιπάλου; Δεν σκέφτομαι έτσι. Πιστεύω ότι η έννοια «του οργάνου» είναι επίσης (και ίσως κυρίως) αποφασιστική στην πολιτική του πλήθους. Τα όργανα αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο το είδος μας προστατεύεται από την αβεβαιότητα και με τον οποίο δημιουργεί τους κανόνες για να προστατευθούν τα praxis του. Επομένως, ένα όργανο είναι επίσης κολεκτίβα, όπως Chto delat/τι είναι να γίνει;. [2]

 

Το όργανο/θεσμόςλειτουργεί συμβολικά παραπέμποντας στη μητρική γλώσσα. Τα όργανα είναι τα τελετουργικά που χρησιμοποιούμε για να θεραπεύσουμε και να επιλύσουμε την κρίση μιας κοινότητας. Η αληθινή συζήτηση δεν πρέπει να είναι μεταξύ των θεσμικών και αντι-θεσμικών δυνάμεων. Αντ' αυτού, πρέπει να προσδιοριστούν τα όργανα και οι (αντι)θεσμοί που οδηγούν στην έξοδο από το «μονοπώλιο της πολιτικής απόφασης» από το κράτος. Πρέπει να επιλέξει τα όργανα και τους (αντι)θεσμούς που συναντούν τη «γενική διάνοια» στην οποία αναφέρεται ο Marx, όπου ο «κοινωνικός εγκέφαλος» ενσαρκώνει συγχρόνως, την κύρια παραγωγική δύναμη και μια αρχή της δημοκρατικής οργάνωσης.

 

Το σύγχρονο κεντρικό κράτος αντιμετωπίζει μια ριζική κρίση, αλλά δεν έχει πάψει να αναπαράγεται μέσω μιας σειράς διατάραξης της μεταμόρφωσης. Η «κατάσταση της μόνιμης εξαίρεσης» είναι σίγουρα ένας από τους τρόπους με τους οποίους η κυριαρχία επιζεί, αναβάλλοντας επ’ αόριστο την πτώση της. Το ίδιο πράγμα ισχύει για αυτό που ειπώθηκε από τον Marx αναφορικά με τις κοινές επιχειρήσεις αποθεμάτων: αυτές αποτέλεσαν «ένα πέρασμα από τη δημόσια σφαίρα στην ιδιοκτησίας που χρησιμοποιήθηκε ως νομιμοποίηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας». Για να διατυπωθεί διαφορετικά, οι πολυεθνικές αποθεμάτων επέτρεψαν στην υπερνίκηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας αλλά, συγχρόνως, άρθρωσαν αυτήν την δυνατότητα κατά τέτοιο τρόπο ώστε ενίσχυσαν ποιοτικά και ανέπτυξαν εκείνη την ίδια ιδιωτική ιδιοκτησία. Στην περίπτωσή μας, θα μπορούσαμε να πούμε: η κατάσταση της μόνιμης εξαίρεσης δείχνει μια υπερνίκηση της μορφής του κράτους στην ίδια βάση «της κοινωνικής {statuality} της νομιμοποίησης της.» Είναι μια διαιώνιση του κράτους, της κυριαρχίας, αλλά και η έκθεση της αμετάκλητης κρίσης του, της πλήρους αποσάθρωσης του και το τέλος της κοινωνικής δημοκρατίας.

 

Έτσι, πιστεύω ότι η «κατάσταση της εξαίρεσης» μας επιτρέπει για να εξετάσσουμε τα όργανα του πλήθους, θέτοντας προοπτικές για την πιθανή λειτουργία τους και τους κανόνες τους. Για παράδειγμα: στη «κατάσταση της εξαίρεσης», η διαφορά μεταξύ «των ζητημάτων δικαιώματος» (de jure) και «των ζητημάτων γεγονότος» (de facto) μειώνεται, σχεδόν εξαφανίζεται. Ακόμα μια φορά, οι κανόνες γίνονται εμπειρικά στοιχεία που μπορούν ακόμη και να αποκτήσουν μια κανονιστική δύναμη. Τώρα, αυτή η σχετική διάκριση μεταξύ των κανόνων και των γεγονότων που παράγει σήμερα τους ειδικούς νόμους και τέτοιο asGuantanamo φυλακών μπορεί να υποστεί μια εναλλακτική κλίση, που γίνεται μια «συνταγματική» αρχή του δημόσιου χώρου του πλήθους. Το αποφασιστικό σημείο είναι ότι ο κανόνας πρέπει να εκθέσει όχι μόνο τη δυνατότητα στην περιοχή των γεγονότων, αλλά και στην πραγματική προέλευσή του. Εν ολίγοις, κάθε κανόνας πρέπει να εκθέσει το αναπροσαρμογή και την αντικατάσταση του και να παρουσιαστεί και ως μονάδα του μέτρου των δρώμενων και ως κάτι που πρέπει συνεχώς να επαναξιολογείται.

 

AP: Σε ένα εμπειρικό επίπεδο, η ιδιομορφία της σύγχρονης παραγωγής που διαποτίζεται από «μαζική διανόηση» - και από την επικρατούσα τάση τα ρεύματα της επιχείρησης και της πολιτιστικής βιομηχανίας, και στην πλευρά εναλλακτικοί ή ανθεκτικοί πολιτικός και πολιτιστικός μορφή-αποτελούνται από το σχηματισμό των σχετικά μικρών κολεκτιβών, των ομάδων εργασίας, των ερευνητικών ομάδων, των οργανωτικών επιτροπών, των διάφορων συνεργασιών, των πρωτοβουλιών, κ.λπ. Έχουν τους καθορισμένους και λίγο πολύ μακροπρόθεσμους στόχους όπως την πραγματοποίηση ενός προγράμματος, την προετοιμασία μιας δημοσίευσης ή μιας διάσκεψης, το σχεδιασμό μιας έκθεσης ή, αφ' ετέρου, την οργάνωση μιας κοινωνικής μετακίνησης όσον αφορά αυτό ή εκείνη την πρόφαση, αρχίζοντας τις διαμαρτυρίες γύρω από αυτό ή εκείνο το γεγονός, κ.λπ. Πώς θα εντοπίζατε αυτόν τον πολλαπλασιασμό των μικροϋπολογιστής-κολεκτιβών σε ένα ευρύτερο πλαίσιο των πρόσφατων αναπτύξεων στην παραγωγή μετα-Fordist;

 

PV: Οι μικροϋπολογιστής-κολεκτίβες, οι ομάδες εργασίας, οι ερευνητικές ομάδες, κ.λπ. είναι μισό-παραγωγικές, μισό-πολιτικές δομές. Εάν θέλουμε, είναι το αριθ. - ανθρώπινο - προσγειώνονται σε ποιες κοινωνικές στάσεις συνεργασίας που είναι αποκλειστικά ένας οικονομικός πόρος και ενάρξεις που εμφανίζονται ως δημόσια, μη-εντυπωσιακή σφαίρα. Εάν εξετάζονται ως παραγωγικές πραγματικότητες, οι μικροϋπολογιστής-κολεκτίβες που αναφέρετε έχουν κυρίως την αξία της κοινωνικοποίησης της επιχειρηματικής λειτουργίας: αντί του χωρισμού και ιεραρχικά κυρίαρχος, αυτή η λειτουργία απορροφείται εκ νέου σταδιακά από τη ζωντανή εργασία, γίνοντας κατά συνέπεια ένα κυρίαρχο στοιχείο της κοινωνικής συνεργασίας.

 

Είμαστε όλοι οι επιχειρηματίες, ακόμα κι αν ένας διαλείπων, περιστασιακός, ενδεχόμενος τρόπος. Αλλά, όπως έλεγα, οι μικροϋπολογιστής-κολεκτίβες έχουν έναν αμφίθυμο χαρακτήρα: εκτός από την ύπαρξη παραγωγικές δομές, είναι επίσης μικρόβια της πολιτικής οργάνωσης. Ποια είναι η σημασία τέτοιας αμφιθυμίας; Τι μπορεί να προτείνει από την άποψη της θεωρίας της οργάνωσης; Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι το κρίσιμο ζήτημα: σήμερα η ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων της παραγωγής μπορεί να φανερωθεί μέσω του οργάνου μιας δημόσιας, μη-εντυπωσιακής σφαίρας, πολιτικού ενός κοινοτικού προσανατολισμού προς το γενικό διάνοια. Προκειμένου να επιτραπεί αυτή η ανατροπή, τα διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά της παραγωγής μετα-Fordist (η αξιοποίηση της ικανότητας γλώσσας του, μια θεμελιώδης σχέση με την παρουσία άλλη, κ.λπ.) απαιτούν μια ριζικά νέα μορφή δημοκρατίας. Οι μικροϋπολογιστής-κολεκτίβες είναι σύμπτωμα-τόσο οι εύθραυστες και αντιφατικές όπως μπορούν είμαι-μιας εξόδου, μιας τολμηρής αφαίρεσης των κανόνων της εργασίας αμοιβών.

 

AP: Στη σύγχρονη «δημιουργική βιομηχανία,» η συλλογική εργασία λαμβάνει συχνά την παραδειγματική μορφή «"brainstorming".» Αποτελείται από τη συζήτηση και την παραγωγή και ιδεών των λύσεων, ακόμα κι αν ένα σημαντικό μέρος τους απορρίπτεται μετά από την κρίσιμη εξέταση, αν και αυτή η εργασία ανοίγει μερικές φορές την πόρτα για τις απροσδόκητες καινοτομίες. Στους όρους/συνθήκες του Φορντισμού, ογκώδης και συμπαγής συλλογικότητες- οργανωμένες μέσω ενός αυστηρού διαχωρισμού/καταμερισμού της εργασίας, πειθαρχικού/σωφρονιστικού χαραχτήρα - παράγοντας τη γνωστή επίδραση του πολλαπλασιασμού των διαχωρισμών των παραγωγικών δυνάμεων των εργαζομένων («το σύνολο είναι περισσότερο από το ποσό των μερών του»). Ίσως θα ήταν δυνατό να γίνει μια (αμφισβητήσιμη) υπόθεση: υπό τους όρους μετα-Φορντισμού, η συλλογική εργασία μπορεί να οργανωθεί μέσω «της αφαίρεσης» όταν το αποτέλεσμα της εργασίας είναι κατώτερο από το ποσό της συλλογικής προσπάθειας. Αυτό συμβαίνει κάτ’ εξαίρεση, μια απροσδόκητη καινοτομία («το σύνολο είναι λιγότερο από το ποσό των μερών»). Αφ' ετέρου, εάν δεν εξετάσουμε το ;ζήτημα από τη σκοπιά των προϊόντων, τέτοια συλλογική εργασία παράγει ένα συναίσθημα ισχυρής υποκειμενικότητας, αυτοπεποίθησης και δύναμης, αξιοποιώντας κάθε μέλος της κολεκτίβας/συλλογικότητας. Ποια είναι η άποψή σας; Θα ήταν πιθανό να συνδεθεί αυτός ο «αφαιρετικός» τρόπος λειτουργίας/λειτουργικότητας μέσω την εξαφάνισης/απάλειψης ενός ποσοτικού μέτρου για την εργασία στη σύγχρονη παραγωγή;

 

PV: Αυτός είναι ο τέλειος τρόπος για να το διατυπώσει κάποιος το, ότι στο μετα-Φορντισμό «το σύνολο είναι λιγότερο από το ποσό των μερών» - θα επαναλάβω/υιοθετήσω αυτήν την έκφραση από τώρα και στο εξής. Είναι ένας τύπος/μια μέθοδος που εκφράζει σωστά την αφθονία και πληθώρα της κοινωνικής συνεργασίας σχετικά με τον οικονομικό-παραγωγικό τελικό σκοπό του. Παρατηρούμε αυτήν την περίοδο ένα φαινόμενο στη συλλογική νοημοσύνη που ταυτίζεται με αυτό που συνέβη τριάντα έτη πριν στην Ιταλία, με τα πορτοκάλια από τη Σικελία, όταν καταστράφηκαν οι τόνοι των φρούτων προκειμένου να κρατηθούν οι τιμές υψηλές. Αλλά αυτή η σύγκριση λειτουργεί μόνο μέχρι ένα σημείο. Σήμερα, η ποσόστωση της συλλογικής νοημοσύνης που ρίχνεται μακιά;;;; στην παραγωγή των αγαθών δεν καταστρέφεται φυσικά, αλλά κάπως παραμένει εκεί, ως φάντασμα, ως μη-χρησιμοποιημένος πόρος που είναι ακόμα διαθέσιμος. Η δύναμη που ελευθερώνεται από το ποσό των μερών, ακόμα κι αν μην εκφρασμένο στο σύνολο του;;;itswhole, συναντά ένα πολύ διαφορετικό πεπρωμένο. Μερικές φορές γίνεται απογοήτευση και μελαγχολική αδράνεια, ή παράγει τον άσπλαχνο ανταγωνισμό και την υστερική φιλοδοξία. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προπέλα για την ανατρεπτική πολιτική δράση. Επίσης, εδώ πρέπει να σημειώσουμε μια ουσιαστική αμφιθυμία: το ίδιο φαινόμενο μπορεί να γίνει και ένας κίνδυνος και μια σωτηρία. Το αφθονία και πληθώρα της συλλογικής νοημοσύνης είναι, συνολικά, heimlich-γνωστός και ευνοϊκός-και unheimlich-ενοχλητικός και ξένος.

 

 

 

 

AP: Σε μια από τις δηλώσεις σας στις οποίες συζητάτε τη σύγχρονη βιομηχανία πολιτισμού, υποστηρίζετε ότι η κεφαλαιοκρατία μετα-Fordist παρέχει τη σχετική αυτονομία για τη δημιουργικότητα. [3] μπορεί μόνο να συλλάβει και κατάλληλος τα προϊόντα του, που εμπορευματοποιούν και που τις καινοτομίες που προκύπτουν στις υποομάδες, «στα γκέτο» - εναλλακτικές λύσεις για τάση-τόσο καλά όπως, μπορούμε να υποθέσουμε, στον τομέα της παραγωγής της κρίσιμων γνώσης και της τέχνης. Αναφερόμενοι στη διχοτομία Marx, λέτε ότι αυτό σημαίνει μια επιστροφή στο «επίσημο subsumption.» Επομένως, οι κεφαλαιοκράτες δεν οργανώνουν ολόκληρη την αλυσίδα της διαδικασίας παραγωγής, συλλαμβάνουν ακριβώς, και, αυθόρμητες, «μόνος-οργανωμένες» κοινωνικές συνεργασίες και τα προϊόντα τους. Αυτή η διατριβή φαίνεται να είναι αντίθετη προς τη θέση Negri και Hardt. Περιγράφουν τη μεταμοντέρνα «biopolitical παραγωγή» ως επίδραση του πραγματικού subsumption της εργασίας κάτω από το κεφάλαιο. Θα μπορούσατε να εξηγήσετε το επιχείρημά σας και τις διαφορές της θέσης σας σχετικά με αυτήν την ερώτηση;

AP: Σε μια από τις δηλώσεις σας στις οποίες συζητάτε τη σύγχρονη βιομηχανία πολιτισμού, υποστηρίζετε ότι η κεφαλαιοκρατία μετα-Fordist παρέχει τη σχετική αυτονομία για τη δημιουργικότητα. [3] μπορεί μόνο να συλλάβει και κατάλληλος τα προϊόντα του, που εμπορευματοποιούν και που τις καινοτομίες που προκύπτουν στις υποομάδες, «στα γκέτο» - εναλλακτικές λύσεις για τάση-τόσο καλά όπως, μπορούμε να υποθέσουμε, στον τομέα της παραγωγής της κρίσιμων γνώσης και της τέχνης. Αναφερόμενοι στη διχοτομία Marx, λέτε ότι αυτό σημαίνει μια επιστροφή στο «επίσημο subsumption.» Επομένως, οι κεφαλαιοκράτες δεν οργανώνουν ολόκληρη την αλυσίδα της διαδικασίας παραγωγής, συλλαμβάνουν ακριβώς, και, αυθόρμητες, «μόνος-οργανωμένες» κοινωνικές συνεργασίες και τα προϊόντα τους. Αυτή η διατριβή φαίνεται να είναι αντίθετη προς τη θέση Negri και Hardt. Περιγράφουν τη μεταμοντέρνα «biopolitical παραγωγή» ως επίδραση του πραγματικού subsumption της εργασίας κάτω από το κεφάλαιο. Θα μπορούσατε να εξηγήσετε το επιχείρημά σας και τις διαφορές της θέσης σας σχετικά με αυτήν την ερώτηση;

PV: Εκείνοι που μελετούν την κοινωνική επικοινωνία είναι πολύ προσεκτικοί στα αποκαλούμενα «πραγματικά παράδοξα» Τι είναι ότι όλοι περίπου; Από τις παραινέσεις ή πραγματικά τις αντιφατικές διαταγές, όπως η «διαταγή Ι εσείς για να είναι αυθόρμητος.» Η συνέπεια είναι μια προφανής αντινομία: Δεν μπορώ να είμαι αυθόρμητος εάν υπακούω σε μια διαταγή και, αντίστροφα, δεν μπορώ να υπακούσω σε μια διαταγή εάν συμπεριφέρομαι με έναν αυθόρμητο τρόπο. Αλίμονο, κάτι παρόμοιο συμβαίνει στη σύγχρονη παραγωγή στην οποία υπάρχει η προστακτική για να είναι αποτελεσματικός μέσω των συμπεριφορών που δεν μπορούν να προσαρμοστούν σε οποιαδήποτε προκαθορισμένη υποχρέωση. Για να παρουσιάσω αυτό το παράδοξο, μιλώ μερικές φορές για μια επιστροφή του «επίσημου subsumption» της εργασίας κάτω από το κεφάλαιο. Με αυτήν την έκφραση, Marx υποδεικνύει εκείνη την στιγμή στη Βιομηχανική Επανάσταση στην οποία οι κεφαλαιοκράτες ιδιοποιήθηκαν μια παραγωγή που οργανώθηκε ακόμα με έναν παραδοσιακό τρόπο (χειροτεχνία, μικρή αγροτική ιδιοκτησία, κ.λπ.). Είναι προφανές ότι, στην περίπτωσή μας, είναι ένα πολύ ιδιαίτερο «επίσημο subsumption,» για τους κεφαλαιοκράτες κατάλληλους όχι κάτι που υπήρξαν ήδη αλλά, αντίθετα, μια καινοτομία που μπορούν μόνο να υπάρξουν με την αναγνώριση μιας ορισμένης αυτονομίας της κοινωνικής συνεργασίας. Αυτό είναι μια τραχιά ομοιότητα. Είναι προφανές, εντούτοις, ότι το παράδοξο «Ι σας διατάζει για να είναι αυθόρμητες» δοκιμές η σύγχρονη κοινωνική σύγκρουση: ο τελευταίος πόντος παιχνιδιού βρίσκεται στην πίεση είτε της «διαταγής Ι εσείς» είτε «για να είναι αυθόρμητος.»

Στο παρόν μας, η εργατική δύναμη εμπλουτίζει το κεφάλαιο μόνο εάν συμμετέχει σε μια μορφή κοινωνικής συνεργασίας που είναι ευρύτερη από αυτή που προϋποτίθεται από το εργοστάσιο ή το γραφείο. Σε μετα-Fordism, ο αποδοτικός εργαζόμενος περι:λαμβάνω-στην εκτέλεση των εργασία-τοποθετήσεων, των ειδικοτήτων, των wisdoms, των γούστων και των κλίσεών του ωρίμασε κάπου αλλού, έξω από εκείνο τον χρόνο που αφιερώθηκε συγκεκριμένα στην παραγωγή των αγαθών. Σήμερα, που αξίζει τον τίτλο Stakhanov είναι αυτός που είναι επαγγελματικά μπλεγμένος σε ένα δίχτυ των σχέσεων που υπερβαίνει (ή έρχεται σε αντίθεση με) τους κοινωνικούς περιορισμούς του δεδομένου «επαγγέλματός του. » [4]

 

AP: Όπως είναι καλά - γνωστός, πολλές μετακινήσεις πρωτοπορίας στην τέχνη εικοστός-αιώνα οργανώθηκαν από τη λογική των ομάδων και των κολεκτιβών, η οποία υποστήριξε ότι τα προγράμματά τους που στόχευσαν να ξεσηκώσει τις παραδοσιακές αισθητικές μορφές (dada, σουρεαλησμός, σοβιετική πρωτοπορία, situationism, κ.λπ.). Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων είκοσι ετών, οι καλλιτέχνες και οι έφοροι αρχαιοτήτων έχουν γίνει ορατά όλο και περισσότερο ενδιαφερόμενοι στη συλλογική εργασία, και κάνουν αυτό το ενδιαφέρον το θέμα της έρευνας και αντιπροσώπευση για την πρακτική τους. Πιθανώς, η λογική της καινοτομίας στη σύγχρονη τέχνη εξαρτάται από τη συλλογικά εργασία και το ομο-συγγραφικό επάγγελμα, και η καλλιτεχνική συλλογικότητα είναι όχι μόνο ένα θέμα κάποιας διανομής «Κόμμα-ύφους» ενός κοινού προγράμματος. Εργάζεστε σε μια θεωρία της καινοτομίας στα πρόσφατα κείμενά σας, η οποία έχει δημοσιευθεί μερικώς στο πλήθος βιβλίων μεταξύ της καινοτομίας και της άρνησης. Πώς λαμβάνετε υπόψη αυτήν την διάσταση της συλλογικότητας και του ομο-συγγραφικού επαγγέλματος; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι στιγμές της ομο-καινοτομίας είναι ταυτόχρονα οι στιγμές στις οποίες το subjectivization της κολεκτίβας πραγματοποιείται;

PV: Πιστεύω ότι υπάρχουν δύο κύριες διαφορές μεταξύ των πρωτοποριών του πρώτου μέρους του 20ου αιώνα και της παρούσας συλλογικής καλλιτεχνικής πρακτικής. Ο πρώτος αφορά τη σχέση με τη δυνατότητα αναπαραγωγής του έργου της τέχνης. Ο Walter Benjamin σημείωσε ότι τα dadaists και τα surrealists προσδόκησαν, με τις εκφραστικές εφευρέσεις τους, τη λειτουργία των τεχνικών που, μέσα σε ένα λίγο χρονικό διάστημα, θα εγγυώνταν την απεριόριστη αναπαραγωγή των καλλιτεχνικών αντικειμένων. Οι ιστορικές πρωτοπορίες να διαχειριστούν το μετασχηματισμό της μοναδικότητας που αποδόθηκε στην αύρα του έργου της τέχνης στον όρο του seriality στον οποίο το «πρωτότυπο» - ο αρχικός πρότυπος-που χάνεται προσπάθησαν το βάρος του. Προφανώς, η παρούσα συλλογική καλλιτεχνική εργασία δέχεται, από την αρχή, την τεχνική αναπαραγωγή, χρησιμοποιώντας αυτό το χαρακτηριστικό ως αφετηρία για να παραγάγει ένα σπινθήρισμα της μοναδικότητας, της καταφανούς ιδιομορφίας. Χρησιμοποιώντας ένα σύνθημα, θα έλεγα ότι η πρόκληση είναι κάποια μοναδικότητα χωρίς αύρα: μια μη-αρχική μοναδικότητα που δημιουργείται -και αποκλειστικά ο -ανώνυμος και απρόσωπος χαρακτήρας της τεχνικής αναπαραγωγής.

 

Η δεύτερη διαφορά αφορά την πολιτική. Οι ιστορικές πρωτοπορίες εμπνεύστηκαν από τα συγκεντρωμένα πολιτικά κόμματα. Αντίθετα, οι σημερινές συλλογικές πρακτικές συνδέονται με decentered και ετερογενή τον καθαρό που συνθέτει την κοινωνική συνεργασία μετα-Fordist. Επαναχρησιμοποιώντας το συμπαθητικό τύπο σας, θα έλεγα ότι το ομο-συγγραφικό επάγγελμα είναι μια προσπάθεια να διορθωθεί σε ένα αισθητικό επίπεδο η πραγματικότητα μιας παραγωγής στην οποία «το σύνολο είναι λιγότερο από το ποσό των μερών.» Είναι μια προσπάθεια να εκτεθεί τι θα ήταν το ποσό των μερών εάν δεν μειώθηκε σε εκείνο το σύνολο.

AP: Συμπερασματικά, θα επιθυμούσα να σας υποβάλω μια ερώτηση που αναχωρεί από την τοπική κατάσταση Ι μερίδιο με τους φίλους μου από το Chto delat/τι είναι να γίνει; ομάδα καθώς επίσης και άλλες νέες πρωτοβουλίες, μετακινήσεις, πολιτικές και καλλιτεχνικές κολεκτίβες από το μετα-σοσιαλιστή, ή τον μετα-σοβιετικό κόσμο. Εδώ, η συλλογικότητα έχει ένα διαφορετικό στοίχημα κατά τη διάρκεια της ιστορίας του επαναστατικού μετακίνηση-από τους «Σοβιετικούς» (τα συμβούλια εργαζομένων) ως όργανα της άμεσων δημοκρατίας και της μόνος-κυβέρνησης, στη λειτουργία τους ως διοργανωτές της διαδικασίας παραγωγής στην πρώτη ΕΣΣΔ, και τελικά τη γραφειοκρατικοποίηση και την υποβολή τους στον έλεγχο Κόμματος. Γνωρίζουμε επίσης κολλεκτιβοποίηση του Στάλιν τη «.» Αυτή η περίπλοκη ιστορική εμπειρία είχε επίσης καλλιτεχνικό έναν διάσταση-δίκαιο να σκεφτεί τη διάσημη ιδέα του Αλεξάνδρου Rodchenko's «των εργαζομένων» λέσχες» ως θέσεις της μαζικά δέσμευσης και politization. Σήμερα, τα ενεργά στελέχη των νέων πολιτικών κινήσεων στις μετα-σοβιετικές χώρες προσπαθούν να ξανασκεφτούν αυτήν την πολιτική, ιστορική και αισθητική εμπειρία. Ποια είναι η σχέση σας με την εμπειρία των Σοβιετικών; Ήταν σημαντικό για τον πολιτικό σχηματισμό σας;

PV: Πρίν λέω κάτι για τους Σοβιετικούς, θα ήθελα στη χειρονομία στην πολιτικός-διανοητική παράδοση από που-χωρίς αξία του αυτός-ι έρχομαι. Η κριτική εκείνης της σύγχρονης βαρβαρότητας που είναι η εργασία αμοιβών, εξαρτώμενη από τον εργοδότη, η κριτική εκείνου του «μονοπωλίου της πολιτικής απόφασης» που είναι κράτος-αυτοί ήταν οι αναφορές μας στη δεκαετία του '60 και τη δεκαετία του '70, και είναι ακόμα σήμερα. Αυτές οι αναφορές μας έκαναν τους εχθρούς του πραγματικού και ιδανικού σοσιαλισμού. Από την αρχή, η παράδοσή μας για την πτώση του τείχους του Βερολίνου και τη διάλυση του CPSU. Χωρίστηκε από τον πολιτισμό και τις τιμές του «labormovement,» και αυτό επέτρεψε σε το για να καταλάβει την έννοια των παλών εργασίας ενάντια στην αμοιβή. Αναγνώρισε την αφοσίωση της κεφαλαιοκρατίας στη «μόνιμη επανάσταση,» στη συνεχιμένος καινοτομία της διαδικασίας εργασίας και τους τρόπους της ζωής, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάπληξη ή να θρηνήσει, δεδομένου ότι η παραγωγή της αξίας πλεονάσματος δεν συνδέεται πλέον με το εργοστάσιο και η κυριαρχία δεν συμπίπτει άλλο με τα έθνη κράτη.

Καμία νοσταλγία, ως εκ τούτου. Αντίθετα, υπάρχει μια μόνιμη αίσθηση της ανακούφισης για την πτώση ενός καθεστώτος που ιδρύεται στην καρκινώδη μετάσταση του κράτους και στην εξύμνηση της εργασίας (εκείνης της εργασίας που οποιοδήποτε laborer επιθύμησε να καταστείλει). Λέγοντας έτσι, τώρα μπορούμε να μιλήσουμε για τους Σοβιετικούς. Το πρόβλημα είναι: πώς αρθρώνετε έναν δημόσιο χώρο που δεν συνδέεται πλέον με το κράτος; Ποια είναι τα όργανα του πλήθους;

 

Η δημοκρατία του πλήθους παίρνει σοβαρά τη διάγνωση που ο Carl Schmitt πρότεινε, κάπως πικρά, τα τελευταία χρόνια της ζωής του: «Η εποχή του κράτους τερματίζεται τώρα […]. Το κράτος δεδομένου ότι ένα πρότυπο της πολιτικής ενότητας, το κράτος ως τίτλος-κάτοχος του πιό εξαιρετικού όλων των μονοπωλίων, με άλλα λόγια, το μονοπώλιο της πολιτικής λήψης αποφάσεων, είναι έτοιμο να είναι.» Με μια σημαντική προσθήκη: το μονοπώλιο της απόφασης - η παραγωγή μπορεί μόνο πραγματικά να παρθεί μαζί από το κράτος εάν παύει μια για πάντα να είναι ένα μονοπώλιο. Ο δημόσιος χώρος του πλήθους είναι μια φυγοκεντρική δύναμη. Με άλλα λόγια, αποκλείει όχι μόνο τη συνεχή ύπαρξη, αλλά και την ανασύνθεση με οποιαδήποτε μορφή ενός ενωτικού «πολιτικού σώματος.» Αλλά εδώ, η κρίσιμη ερώτηση επιστρέφει: ποιοι δημοκρατικοί οργανισμοί ενσωματώνουν αυτήν την φυγοκεντρική δύναμη;

Ο Hobbes διαιστάνθηκε την κλασική περιφρονητική αντιμετώπιση για εκείνα τα «παράτυπα πολιτικά συστήματα», εντός των οποίων το πλήθος αυτοπροσδιοριζόταν και έβρισκε την πολιτική του ταυτότητα: “Nothing but leagues, or sometimes mere assemblies of people, without union to any particular designee, nor determined by obligations of one to another.” Well, the democracy of the multitude consists precisely of such institutions: leagues, assemblies and, why not, councils (“soviets” in Russian). Except that, contrary to Hobbes’s negative judgment, here we surely are not dealing with ephemeral appearances. The leagues, the assemblies, the soviets—in short, the organs of non-representative democracy—give political expression to the productive cooperation that has at its core the general intellect. The soviets of the multitude produce a conflict with the State’s administrative apparatuses, with the aim of eating away at its prerogatives and absorbing its functions. Those same basic resources—knowledge, communication, etc.—that are the order of the day in the post-Fordist production are translated into political praxis.

Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι η λέξη «σοβιέτ» που έγινε απρόφερτη οφειλόμενη στους στερεούς ιστορικούς λόγους, έχει τώρα, και ίσως μόνο τώρα, απόκτησε μια έγκυο έννοια. Μπορούμε μόνο ρεαλιστικά να μιλήσουμε για τα  σοβιέτ στην αυγή του κράτους, στην περίοδο της γνωστικής εργασίας στην οποία πρέπει να αξιοποιήσουμε οποιοσδήποτε είναι μοναδικός στην εμπειρία κάθε μέλους του είδους μας. Φυσικά, για να το πούμε αυτό, πρέπει να βρούμε άλλες λέξεις.

 

 


 

[1] LEV Semyonovich Vygotskij (1896-1934) ήταν σοβιετικός ψυχολόγος και διεθνώς-γνωστός ιδρυτής της πολιτιστικό-ιστορικής ψυχολογίας.

[2] Chto delat/τι είναι να γίνει; (www.chtodelat.org) ιδρύθηκε το 2003 στην Πετρούπολη από μια ομάδα καλλιτεχνών, κριτικών, φιλοσόφων και συγγραφέων από την Πετρούπολη, τη Μόσχα, και Nizhny Novgorodwith με στόχο τη συγχώνευση των πολιτικών θεωριών, της τέχνης και του ακτιβισμού.

[3] δείτε, παραδείγματος χάριν, τη Sonja Lavaert και Pascal Gielen,"The Dismeasure of Art: An Interview with Paolo Virno” in Open. Cahier on Art and the Public Domain 17, 2009. http://www.skor.nl/article-4178-nl.html?lang=en.

[4] Alexey Stakhanov (1906-1977) ήταν ανθρακωρύχος στη Σοβιετική Ένωση, ήρωας του Socialist Labor (1970), και μέλος του CPSU (1936). Έγινε διάσημη προσωπικότητα το 1935 ως μέλος του κινήματος που έθετε ως στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας των εργαζομένων και ήθελε να καταδείξει την ανωτερότητα του σοσιαλιστικού οικονομικού συστήματος.

 

 

 

 

 

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης