Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Η Μονιμότητα της Πρωταρχικής Συσσώρευσης: Φετιχισμός του Εμπορεύματος και Κοινωνική Συγκρότηση

__Εισαγωγή__ 


Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας υπήρξε μια αύξηση στο λαθρεμπόριο γυναικών και παιδιών, της πορνείας της δουλείας. Νέες αγορές έχουν αναδυθεί για ανθρώπινα όργανα και μωρά. Οι ιδιοκτήτες εργατικής δύναμης έρχονται αντιμέτωποι όχι μόνο με νέες μορφές εκμετάλλευσης (δες Caffentzis, 1999). Μετασχηματίζονται, επίσης, σε εμπορεύσιμο πόρο προς χειρισμό και πώληση, με μωρά να παράγονται για εξαγωγή (Federici, 1997). Κάποιοι σχολιαστές έχουν υποδείξει ότι είμαστε μάρτυρες μιας επανα-ανάδυσης συνθηκών πρωταρχικής συσσώρευσης (δες, εν μέσω άλλων, Dalla Costa, 1995a, 1995b). Αυτά τα έργα δείχνουν καθαρά ότι η ενόραση του Marx σύμφωνα με την οποία 'ένα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου, που εμφανίζεται σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς πιστοποιητικό γέννησης, ήταν χθες, στην Αγγλία, το καπιταλιστικό αίμα παιδιών' (Marx, 1983, p. 707), παραμένει μια δυνατή κρίση των σύγχρονων συνθηκών. 

Αυτό το δοκίμιο επιχειρηματολογεί ότι η πρωταρχική συσσώρευση περιγράφει όχι μόνο την περίοδο της μετάβασης που οδήγησε στην ανάδυση του καπιταλισμού. Η πρωταρχική συσσώρευση είναι, στην πραγματικότητα, το θεμέλιο των κεφαλαιοκρατικών κοινωνικών σχέσεων και έτσι η κοινωνική συγκρότηση διαμέσου της οποίας η εκμετάλλευση της εργασίας διατηρείται. Με άλλα λόγια, οι σύγχρονες εξελίξεις της πρωταρχικής συσσώρευσης δεν είναι 'τυχαίες' εξελίξεις. Αντίθετα, η πρωταρχική συσσώρευση είναι ένα αναγκαίο στοιχείο του καπιταλισμού. Το επιχείρημα, λοιπόν, είναι ότι η πρωταρχική συσσώρευση είναι μια μονίμως αναπαραγόμενη συσσώρευση. Είναι η συνθήκη και η προϋπόθεση της ύπαρξης του κεφαλαίου. Εν ολίγοις, η πρωταρχική συσσώρευση είναι μια συνεχώς αναπαραγόμενη συσσώρευση, είτε με όρους ανανεούμενου χωρισμού νέων πληθυσμών από τα μέσα παραγωγής και συντήρησης, είτε με όρους της αναπαραγωγής της μισθωτής σχέσης στις 'θεμελιωμένες' σχέσεις του κεφαλαίου. Ο πρώτος επιδιώκει να υπαγάγει νέους εργάτες υπό τις διαταγές του κεφαλαίου και η δεύτερη να τους περιλάβει ως έναν εκμεταλλεύσιμο ανθρώπινο πόρο -- τον λεγόμενο ανθρώπινο παράγοντα της παραγωγής. Οι κεφαλαιοκρατικές κοινωνικές σχέσεις εδράζονται στο διαζύγιο της μάζας του πληθυσμού από τα μέσα παραγωγής. Αυτό το διαζύγιο ήταν το αποτέλεσμα της πρωταρχικής συσσώρευσης και είναι η προϋπόθεση επί της οποίας η καπιταλιστική εκμετάλλευση της εργασίας εδράζεται. 

__Πρωταρχική Συσσώρευση και Κεφάλαιο__ 

Μέσα στη Μαρξιστική παράδοση, η πρωταρχική συσσώρευση θεωρείται συνήθως ως η προ-ιστορία του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε μέσα από την πρωταρχική συσσώρευση και μόλις ο καπιταλισμός θεμελιώθηκε, η ιστορία της πρωταρχικής συσσώρευσης -- μια ιστορία αίματος και φωτιάς όπου τα πρόβατα αντικατέστησαν τους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης των περιουσιών (clearing of the estates) -- θεωρήθηκε ότι ήταν αυτό μόνο: ιστορία. Η πρωταρχική συσσώρευση, λοιπόν, θεωρείται ως μια περίοδος ιστορικής μετάβασης από τις προ-κεφαλαιοκρατικές στις κεφαλαιοκρατικές κοινωνικές σχέσεις. Ο χρονικά συγκεκριμένος συστηματικός χαρακτήρας της πρωταρχικής συσσώρευσης παραπέμπει στην 'εκκαθάριση των περιουσιών', δηλαδή στο χωρισμό της εργασίας από τα μέσα της παραγωγής και τις φυσικές συνθήκες της εργασίας. 

Τα Μαρξιστικά γραπτά περί του ιμπεριαλισμού, ιδιαίτερα της Luxemburg (1963), υπόρρητα αναγνώρισαν ότι ο 'αληθινός καπιταλισμός' (capitalism proper') στα ιμπεριαλιστικά κέντρα εξαρτάται για τη δική του εκτεταμένη αναπαραγωγή από την καθυπόταξη νέων πληθυσμών στις κεφαλαιοκρατικές ανταλλακτικές σχέσεις. Η Luxemburg, ενώ δεν αρνιόταν τη συμβατική άποψη ότι η πρωταρχική συσσώρευση είναι μια διακριτή περίοδος στην αυγή του καπιταλισμού, αποδέχτηκε παρολαυτά τη σύμπτωση των συγκροτημένων κεφαλαιοκρατικών σχέσεων με την πρωταρχική συσσώρευση. Σημαντικά, ωστόσο, η πρωταρχική συσσώρευση δεν εθεωρείτο μια 'αρχική συσσώρευση' ('original accumulation') αλλά ήταν, μάλλον, μια συνέπεια της αντιφατικής λογικής του καπιταλισμού: η συσσώρευση του κεφαλαίου εξανάγκασε το άνοιγμα νέων αγορών έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί υπεραξία σε ανταλλαγή. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, λοιπόν, η πρωταρχική συσσώρευση προκύπτει από την αντιφατική λογική της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης και την κρίση της. Αυτό έκανε δυνατό για τη Luxemburg να αποδεχτεί την άποψη ότι η πρωταρχική συσσώρευση σημειώνει την περίοδο της μετάβασης στον καπιταλισμό και να ισχυριστεί, τουλάχιστον κατά συνεκδοχήν, ότι η πρωταρχική συσσώρευση είναι ένα χαρακτηριστικό του κρισιακού χαρακτήρα της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. 

Ο Amin, γράφοντας στη δεκαετία του 1970, εστίασε σε αυτό το ζήτημα πολύ καλά: οι μηχανισμοί της πρωταρχικής συσσώρευσης 'δεν ανήκουν μόνο στην προ-ιστορία του καπιταλισμού' είναι επίσης σύγχρονοι. Είναι αυτές οι μορφές της πρωταρχικής συσσώρευσης, αλλαγμένες αλλά μόνιμες, προς όφελος του κέντρου, που σχηματίζουν την περιοχή της θεωρίας της συσσώρευσης σε μία παγκόσμια κλίμακα' (Amin, 1974, p. 3) 
. [2] Η κατανόηση της πρωταρχικής συσσώρευσης ως μιας απλής περιόδου μετάβασης αποτυγχάνει να δει ότι το διαζύγιο της εργασίας από τα μέσα παραγωγής της δεν είναι μόνο η ιστορική προκείμενη των κεφαλαιοκρατικών κοινωνικών σχέσεων αλλά, σημαντικά, η συνθήκη και η προϋπόθεση της κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης της εργασίας. Όπως ο Marx (1973, p. 515) το έθεσε, 'η ανταλλαγή εργασίας με εργασία -- φαινομενικά η συνθήκη της ιδιοκτησίας των εργατών -- εδράζεται στο θεμέλιο της μη-ιδιοκτησίας (propertylessness) των εργατών'. Οι κεφαλαιοκρατικές κοινωνικές σχέσεις θεμελιώνονται στο χωρισμό της εργασίας από τα μέσα παραγωγής και αυτό συνεπάγεται ότι η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση εδράζεται στο συνεχώς αναπαραγόμενο διαζύγιο της εργασίας από τα μέσα της. 

__Πρωταρχική Συσσώρευση και Κοινωνική Συγκρότηση__ 

Η κριτική της πολιτικής οικονομίας του Marx έκανε καθαρό ότι το 'κεφάλαιο' δεν είναι ένα 'πράγμα'΄ και [ο ίδιος] ισχυρίζεται ότι η σκοπιά του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας είναι η ίδια. [3] Το κεφάλαιο δεν είναι ένα πράγμα διότι αυτό είναι μία καθορισμένη κοινωνική σχέση και η σκοπιά του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας είναι η ίδια διότι και οι δύο είναι διαστρεβλωμένες μορφές της κοινωνικής αναπαραγωγής. [4] Για τον Marx, κάθε 'μορφή', ακόμη και η πιο απλή μορφή όπως, για παράδειγμα, το εμπόρευμα, 'είναι ήδη μία αντιστροφή και προκαλεί [οι] σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους να εμφανίζονται ως προσδιορισμοί πραγμάτων' (Marx, 1972, p. 508) ή, πιο εμφατικά, κάθε μορφή είναι μία 'διαστρεβλωμένη μορφή' (Marx, 1962, p. 90). [5] Η πιο ανεπτυγμένη διαστρέβλωση, ο συγκροτημένος φετιχισμός της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, είναι η σχέση του κεφαλαίου προς τον εαυτό του, ενός πράγματος προς τον εαυτό του (δες Marx, 1972, p. 515). Η ακραία έκφραση αυτής της διαστρέβλωσης είναι το τοκοφόρο κεφάλαιο: η 'πιο εξωτερικευμένη και πιο φετιχοποιημένη μορφή' του κεφαλαίου (Marx, 1966, p. 391). Και ο 'μισθός' - το καθοριστικό χαρακτηριστικό της μισθωτής εργασίας; 'Εργασία - μισθοί, ή τιμή της εργασίας' είναι μία έκφραση που 'είναι τόσο άλογη όσο και ένας κίτρινος λογάριθμος' (ibid., p. 818). Αυτό, λοιπόν, που χρειάζεται να εξηγηθεί δεν είναι η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία στην απευθείας και άμεση έννοια της αλλά μάλλον η κοινωνική συγκρότηση πάνω στην οποία αυτή η σχέση θεμελιώνεται και μέσα από την οποία συντηρείται. Με άλλα λόγια, αυτό που χρειάζεται να εξηγηθεί είναι γιατί η ανθρώπινη κοινωνική παραγωγική πρακτική παίρνει τη μορφή του κεφαλαίου. Ως εκ τούτου, το ερώτημα του Marx, 'γιατί αυτό το περιεχόμενο [ανθρώπινη κοινωνική παραγωγική πρακτική] παίρνει αυτή τη μορφή [τη μορφή του κεφαλαίου]' (Marx, 1962, p. 95). Αυτό το ερώτημα εγείρει το ζήτημα της κοινωνικής συγκρότησης της αξίας. [6] Η κριτική διάσταση αυτής της ενόρασης είναι αυτή: 'δεν είναι η ενότητα της ζωντανής και ενεργούς ανθρωπότητας με τις φυσικές, ανόργανες συνθήκες της μεταβολικής ανταλλαγής με τη φύση, και ως εκ τούτου η ιδιοποίηση τους της φύσης, που απαιτεί εξήγηση ή είναι το αποτέλεσμα ιστορικής διαδικασίας, αλλά μάλλον ο χωρισμός ανάμεσα σε αυτές τις ανόργανες συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης και αυτή την ενεργή ύπαρξη, ένας χωρισμός ο οποίος τίθεται ολοκληρωτικά μόνο στη σχέση της μισθωτής εργασίας και του κεφαλαίου' (Marx, 1973, p. 489). Ο ταξικός ανταγωνισμός ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία εδράζεται και συντηρείται μέσα από το χωρισμό της ανθρώπινης κοινωνικής πρακτικής από τα μέσα της. Δεν μπορεί να υπάρξει καμία κεφαλαιοκρατική συσσώρευση χωρίς τη συνεχή αναπαραγωγή του διαζυγίου της εργασίας από τις συνθήκες τις. 

Η ανταλλαγή εμπορευμάτων και το 'χρήμα' προ-χρονολογούνται της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Προκειμένου το χρήμα, ωστόσο, να 'μετασχηματιστεί σε κεφάλαιο, τα προαπαιτούμενα για την κεφαλαιοκρατική παραγωγή πρέπει να υπάρχουν' (Marx, 1972, p. 272). Η πρώτη ιστορική προϋπόθεση είναι ο χωρισμός της εργασίας από τις συνθήκες της και 'συνεπώς η ύπαρξη των μέσων της εργασίας ως κεφαλαίου' (ibid.). 

Για τον Marx, αυτός ο χωρισμός συνιστά την ιστορία του κόσμου. 'Το εμπόρευμα και το χρήμα μετασχηματίζονται σε κεφάλαιο επειδή ο εργάτης ... εξαναγκάζεται να πουλήσει την ίδια του την εργασία (να πουλήσει απευθείας την εργασιακή δύναμη του) ως ένα εμπόρευμα στον ιδιοκτήτη των αντικειμενικών συνθηκών της εργασίας. Αυτός ο χωρισμός είναι το προαπαιτούμενο για τη σχέση του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας με τον ίδιο τρόπο που είναι το προαπαιτούμενο για το μετασχηματισμό του χρήματος (ή του εμπορεύματος με το οποίο αυτό αναπαριστάται) σε κεφάλαιο' (ibid., p. 89). Η συγκρότηση της ανθρώπινης εμπρόθετης δραστηριότητας ως σχέσεις ανάμεσα στα ίδια τα πράγματα βασίζεται σε αυτό το χωρισμό και, μόλις θεμελιωθεί, επικρατεί ως η συγκροτησιακή προϋπόθεση των κεφαλαιοκρατικών κοινωνικών σχέσεων (δες Krahl, 1971, p.223). Συνοπτικά, ο χωρισμός της εργασίας από τις συνθήκες της είναι η πρότερη συνθήκη της ύπαρξης τους ως κεφάλαιο και 'είναι το θεμέλιο της [κεφαλαιοκρατικής] παραγωγής...[και] δίνεται στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή' (Marx, 1972, p. 272). 

Ο χωρισμός σημαίνει ότι οι συνθήκες της εργασίας αντιμετωπίζουν την εργασία 'ως ξένο κεφάλαιο' (Marx, 1972, p. 422) επειδή οι συνθήκες της 'παραγωγής έχουν απωλεσθεί για [τον εργάτη] και έχουν πάρει το σχήμα της ξένης ιδιοκτησίας' (ibid.). Το διαζύγιο, λοιπόν, της ανθρώπινης εμπρόθετης δραστηριότητας από τις συνθήκες της και ο μετασχηματισμός τους σε μία ανεξάρτητη δύναμη, δηλ. κεφάλαιο, μετασχηματίζει το προϊόν της εργασίας σε ένα εμπόρευμα και κάνει το εμπόρευμα να εμφανιστεί ως 'ένα προϊόν του κεφαλαίου' (Marx, 1966, p. 880). Αυτό συνεπάγεται 'την υλοποίηση των κοινωνικών χαρακτηριστικών της παραγωγής και την προσωποποίηση των υλικών θεμελίων της παραγωγής' (ibid.). 

Κατά συνέπεια, ο καπιταλιστής και ο μισθωτός εργάτης 'είναι ως τέτοιοι απλά ενσαρκώσεις, προσωποποιήσεις του κεφαλαίου και της μισθωτής εργασίας', καθορισμένα κοινωνικά χαρακτηριστικά σφραγισμένα επί των ατόμων από τη διαδικασία της κοινωνικής αναπαραγωγής' (ibid.). Με αυτό τον τρόπο, η πρωταρχική συσσώρευση εμφανίζεται ανηρημένη (aufgehoben) στη μορφή του εμπορεύματος. Εν τούτοις, οσοδήποτε ανηρημένη, είναι η συγκροτησιακή συνθήκη των κεφαλαιοκρατικών κοινωνικών σχέσεων ως σχέσεων ανάμεσα σε πράγματα. Οι προϋποθέσεις του κεφαλαίου, 'οι οποίες αρχικά εμφανίστηκαν ως συνθήκες του γίγνεσθαι του - και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσαν να πηγάσουν από τη δράση του ως κεφαλαίου - τώρα εμφανίζονται ως αποτελέσματα της δικής του πραγμάτωσης, πραγματικότητας, τεθειμένες από αυτό - όχι ως συνθήκες της ανάδυσης του, αλλά ως αποτελέσματα της παρουσίας του' (Marx, 1973, p. 460). Εν ολίγοις, η πρωταρχική συσσώρευση δεν είναι μόνο μια ιστορική εποχή που προ-χρονολογείται των κεφαλαιοκρατικών κοινωνικών σχέσεων και από την οποία το κεφάλαιο αναδύθηκε. Συνεπάγεται, θεμελιακά, τη συγκροτησιακή προϋπόθεση μέσα από την οποία ο ταξικός ανταγωνισμός ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία συντηρείται - η πρωταρχική συσσώρευση είναι το 'θεμέλιο της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής' (Marx, 1983, p. 585). 

Η πρωταρχική συσσώρευση είναι το φυγόκεντρο σημείο γύρω από το οποίο περιστρέφεται ο συγκεκριμένος κεφαλαιοκρατικός τρόπος ύπαρξης της εργατικής δύναμης, ο καθορισμός της ανθρώπινης εμπρόθετης δραστηριότητας στη μορφή ενός εργασιακού εμπορεύματος. [7] Ενώ η κεφαλαιοκρατική παραγωγή και οι ανταλλακτικές σχέσεις διατηρούνται μέσα από τη μορφή του εμπορεύματος, η πρωταρχική συσσώρευση είναι η μυστική ιστορία του καθορισμού της ανθρώπινης εμπρόθετης δραστηριότητας στη μορφή ενός εργασιο-μισθιακού εμπορεύματος (wage-labouring commodity). Η εμπορευματική μορφή συντηρείται μέσα από αυτό τον καθορισμό, τον προϋποθέτει και, μέσα από τη μορφή της, τον αρνείται στο όνομα της αφηρημένης ισότητας και ελευθερίας. Αυτή η ενόραση εστιάζεται στην κριτική του φετιχισμού από τον Marx: 'Το ολικό σύνολο της εργασίας όλων αυτών των ιδιωτικών ατόμων και ιδιωτικών συνόλων συνιστά το σύμφυρμα της κοινωνικής εργασίας. 

Επειδή οι παραγωγοί δεν εισέρχονται σε κοινωνική επαφή ο ένας με τον άλλο έως ότου ανταλλάξουν τα προϊόντα τους, ο ιδιαίτερος κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας του κάθε παραγωγού δεν φαίνεται ως τέτοιος παρά μόνο στην πράξη της ανταλλαγής. Με άλλα λόγια, η εργασία του ατόμου βεβαιώνει τον εαυτό της ως ένα μέρος της εργασίας της κοινωνίας, μόνο διαμέσου των σχέσεων που η πράξη της ανταλλαγής θεμελιώνει άμεσα ανάμεσα στα προϊόντα, και έμμεσα, διαμέσου αυτών, ανάμεσα στους παραγωγούς. Στους τελευταίους, λοιπόν, οι σχέσεις σύνδεσης της εργασίας ενός ατόμου με αυτή των υπολοίπων εμφανίζονται, όχι ως απευθείας κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα σε άτομα σε εργασία, αλλά ως αυτό που πραγματικά είναι, υλικές σχέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα και κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα' (Marx, 1983, pp. 77-8). Το κοινωνικό άτομο, λοιπόν, συντηρείται ως ένα τέτοιο άτομο όχι με μία 'άμεση' έννοια αλλά με μία 'διαμεσολαβημένη' έννοια: διαμεσολαβείται μέσω της εμπορευματικής μορφής. Η εμπορευματική μορφή θέτει την ολότητα των αστικών κοινωνικών σχέσεων και ως μία τέτοια ολότητα θέτει τη βάση της παραγωγικής πρακτικής όλων των ατόμων ως αποξενωμένων ατόμων. Η εμπορευματική μορφή περιέχει όχι μόνο τη δραστηριότητα κάθε ατόμου' είναι, επίσης, ανεξάρτητη αυτής της σύνδεσης από το άτομο. 

Το διαζύγιο, λοιπόν, της εργασίας από τις συνθήκες της συνεπάγεται όχι μόνο την πλήρη ανεξαρτησία των ατόμων ανάμεσα τους αλλά, επίσης, την πλήρη εξάρτηση τους από τις φαινομενικά απρόσωπες σχέσεις θεμελιωμένες από την εμπορευματική μορφή. Συνεπώς, η ανεξαρτησία του ατόμου είναι μία 'ψευδαίσθηση, και έτσι καλείται ακριβέστερα αδιαφορία' (Marx, 1973, p. 162). Η ανεξαρτησία τους είναι αυτή των ατομικοποιημένων ατόμων της αγοράς που είναι 'ελεύθερα να συγκρουστούν το ένα με το άλλο και να εμπλακούν στην ανταλλαγή μέσα σε αυτή την ελευθερία' (ibid., pp. 163-64). Ο χωρισμός της ανθρώπινης δραστηριότητας από τις συνθήκες της είναι λοιπόν όχι μόνο η πραγματική διαδικασία γένεσης του κεφαλαίου αλλά, επίσης, μόλις συγκροτηθεί, η 'πραγματική' διαδικασία της εμπορευματικής μορφής. Με άλλα λόγια, η πρωταρχική συσσώρευση αναιρείται στην εμπορευματική μορφή ως η 'υπόγεια' συνθήκη της, συγκροτησιακή προϋπόθεση, και ιστορική βάση. 

Η 'λογική του χωρισμού' (cf. Negri, 1984) συνεπάγεται ότι ο ατομικός καπιταλιστής πρέπει συνεχώς να επεκτείνει 'το κεφάλαιο του, έτσι ώστε να το συντηρεί, αλλά δεν μπορεί να το επεκτείνει, παρά μόνο μέσα από προοδευτική συσσώρευση' (Marx, 1983, p. 555). Το ρίσκο είναι η χρεοκοπία. Συνεπώς, διαμεσολαβούμενο διαμέσου ανταγωνισμού, το προσωποποιημένο κεφάλαιο ωθείται σε δράση. 'Φανατικά προδιαθετημένος στο να κάνει την αξία να επεκτείνει τον εαυτό της, [ο προσωποποιημένος καπιταλιστής] εξαναγκάζει άσπλαχνα την ανθρώπινη φυλή να παράγει για χάρη της παραγωγής', αυξάνοντας 'τη μάζα των, εκμεταλλευόμενων από αυτόν, ανθρώπινων όντων' (ibid.). Η θέση των αποτελεσμάτων της ανθρώπινης εργασίας ως μιας δύναμης υπεράνω του κοινωνικού ατόμου, συμπεριλαμβανόμενου τόσο του καπιταλιστή όσο και του μισθωτού εργάτη, και η 'φανατική' έφεση να κάνει τους εργάτες να εργάζονται για χάρη της εργασίας, θεμελιώνεται στο χωρισμό της εργασίας από τα μέσα της. 'Τα μέσα παραγωγής γίνονται κεφάλαιο μόνο στο βαθμό που έχουν χωριστεί από τον εργάτη και αντιμετωπίζουν την εργασία ως μία ανεξάρτητη δύναμη' (Marx, 1963, p. 408). Εν ολίγοις, η ελευθερία της εργασίας από τις συνθήκες της και ο μετασχηματισμός τους σε ατομική ιδιοκτησία συνεπάγεται το καπιταλιστικό δικαίωμα ιδιοκτησίας της συντήρησης του αφηρημένου πλούτου μέσω της 'θυσίας των "ανθρώπινων μηχανών" στις πυραμίδες της συσσώρευσης' (Gambino, 1996, p. 55). Ο νόμος της ατομικής ιδιοκτησίας συνεπάγεται ότι η 'εργασιακή ικανότητα έχει ιδιοποιηθεί για το εαυτό της μόνο τις υποκειμενικές συνθήκες της αναγκαίας εργασίας - τα μέσα συντήρησης για την ενεργή παραγωγή της εργασιακής ικανότητας, δηλαδή για την αναπαραγωγής της ως απλής εργασιακής ικανότητας χωρισμένης από τις συνθήκες της πραγμάτωσης της - και έχει θέσει αυτές τις ίδιες τις συνθήκες ως πράγματα, αξίες, που την αντιμετωπίζουν σε μία ξένη, προστακτική προσωποποίηση' (Marx, 1973, pp. 452-53). Η λογική του χωρισμού είναι η 'πραγματική διαδικασία του κεφαλαίου' (Marx, 1972, p. 422). Πράγματι, όπως ισχυρίζεται ο Marx, το κεφάλαιο είναι 'ο χωρισμός των συνθηκών παραγωγής από τον εργάτη' (ibid.). 

Συνοπτικά, ο Marx δεν συλλαμβάνει το κεφάλαιο ως ένα πράγμα καθεαυτό το οποίο, προικισμένο με τη δική του αντικειμενική λογική, ανταλλάσσει τον εαυτό του με τον εαυτό του και, κάνοντας το αυτό, δημιουργεί κέρδος. Μάλλον, αυτό συλλαμβάνεται ως μία κοινωνική σχέση ανάμεσα στην εργασία και τις συνθήκες της εργασίας οι οποίες 'καθίστανται ανεξάρτητες σε σχέση' με την εργασία (ibid. 422). 'Η απώλεια των συνθηκών της εργασίας από τους εργάτες εκφράζεται στο γεγονός ότι αυτές οι συνθήκες εργασίας γίνονται ανεξάρτητες ως κεφάλαιο ή ως πράγματα στη διάθεση του καπιταλιστή' (ibid. p. 271). 

Η πρωταρχική συσσώρευση, λοιπόν, δεν είναι μόνο μία 'περίοδος' από την οποία οι κεφαλαιοκρατικές κοινωνικές σχέσεις αναδύθηκαν. Μάλλον, είναι η ιστορική 'πράξη' που συγκροτεί τις κεφαλαιοκρατικές κοινωνικές σχέσεις ως ένα όλο. Όπως ο Marx το έθεσε, αυτός ο χωρισμός 'μορφοποιεί [bildet] την έννοια [Begriff] του κεφαλαίου' (Marx, 1966, p. 246). Ο χωρισμός της εργασίας από τις συνθήκες της και η συγκέντρωση τους στα χέρια 'μη-εργατών' (Marx, 1978, p. 116) θέτει το κεφάλαιο ως μία διαστρεβλωμένη μορφή της ανθρώπινης κοινωνικής πρακτικής όπου η 'διαδικασία της παραγωγής κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο, αντί να ελέγχεται από αυτόν' (Marx, 1983, p. 85). Η πάλη των τάξεων, λοιπόν, που απελευθέρωσε τον κύριο από τον δουλοπάροικο και τον δουλοπάροικο από τον κύριο είναι συστατική της σχέσης κεφαλαίου και εργασίας. [8] Η πρωταρχική συσσώρευση, λοιπόν, εμμένει, μέσα στην κεφαλαιακή σχέση, ως η συστατική προ-θεσιακή (pre-positing) πράξη της. [9] Αυτή η 'πράξη' βρίσκεται στην καρδιά της αναπαραγωγής του κεφαλαίου: η προ-θεσιακή πράξη του χωρισμού της εργασίας από τα μέσα της δεν είναι το ιστορικό αποτέλεσμα του κεφαλαίου αλλά η προϋπόθεση του, μια προϋπόθεση που καθιστά το κεφάλαιο μια κοινωνική παραγωγική σχέση στο και διαμέσου του διαζυγίου της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας από τις συνθήκες της. Εν συντομία, η ταξική πάλη είναι η 'λογική και ιστορική προϋπόθεση για την ύπαρξη ατομικών καπιταλιστών και εργατών' και 'η βάση στην οποία η εκμετάλλευση' εδράζεται (Clarke, 1982, p. 80). [10] 

Ο συστηματικός χαρακτήρας της πρωταρχικής συσσώρευσης διατηρείται, λοιπόν, σε ανηρημένη μορφή μέσω των συγκροτημένων σχέσεων του κεφαλαίου. Ο χωρισμός δεν είναι το αποτέλεσμα του κεφαλαίου αλλά η γένεση του και τίθεται τώρα ως η προϋπόθεση του κεφαλαίου. Δεν 'φιγουράρει' πλέον ως η συνθήκη της ιστορικής ανάδυσης του αλλά, μάλλον, ως η συστατική προϋπόθεση της φανατικής προδιάθεσης του να αναπαράγει τις ανθρώπινες σχέσεις ως σχέσεις ανάμεσα σε ιδιοκτήτες εμπορευμάτων και αυτό σημαίνει ως κοινωνικές κατηγορίες της κεφαλαιοκρατικής αναπαραγωγής. Εν ολίγοις, ο χωρισμός 'ξεκινά με την πρωταρχική συσσώρευση, εμφανίζεται ως μια μόνιμη διαδικασία στη συσσώρευση και συγκέντρωση του κεφαλαίου, και εκφράζεται τελικά ως συγκεντροποίηση των υπαρχόντων κεφαλαίων σε μερικά χέρια και μια στέρηση των πολλών από το κεφάλαιο τους (στην απαλλοτρίωση του οποίου τώρα στρέφεται)' (Marx, 1966, p. 246). 

Ο τρόμος του χωρισμού, της καταγωγικής αρχής του καπιταλισμού, βαρύνει σαν ένας εφιάλτης στην κοινωνική πρακτική της ανθρώπινης εμπρόθετης δραστηριότητας. Η εμπορευματοποίηση της εργασίας ως μισθωτής εργασίας σημαίνει ότι η ανθρώπινη κοινωνική πρακτική αντιμετωπίζει τις συνθήκες της ως ξένες συνθήκες, ως συνθήκες εκμετάλλευσης, και ως συνθήκες οι οποίες εμφανίζονται, και έτσι υπάρχουν αντιφατικά, ως σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα. 'Ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με πράγματα, η εργασία έρχεται αντιμέτωπη με τις δικές της υλοποιημένες συνθήκες ως ξένα, ανεξάρτητα, αυτάρκη υποκείμενα, προσωποποιήσεις, εν ολίγοις, ως η ιδιοκτησία κάποιου άλλου και, σε αυτή τη μορφή, ως "εργοδότες" και "διοικητές" της ίδιας της εργασίας, την οποία [αυτοί] ιδιοποιούνται αντί να αυτή να τους ιδιοποιείται. Το γεγονός ότι η αξία - είτε αυτή υπάρχει ως χρήμα είτε ως εμπορεύματα - και σε περαιτέρω ανάπτυξη οι συνθήκες της εργασίας αντιμετωπίζουν τον εργάτη ως την ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων, ως ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, σημαίνει απλά ότι τον αντιμετωπίζουν ως την ιδιοκτησία του μη-εργάτη ή, εν πάση περιπτώσει, ότι, ως ένας καπιταλιστής, τις αντιμετωπίζει [τις συνθήκες της εργασίας] όχι ως ένας εργάτης αλλά ως ο ιδιοκτήτης αξίας, κ.τ.λ., ως το υποκείμενο στο οποίο αυτά τα πράγματα κατέχουν τη δική τους θέληση, ανήκουν στον εαυτό τους και προσωποποιούνται ως ανεξάρτητες δυνάμεις' (Marx, 1972, pp. 475-76). Το κεφάλαιο προϋποθέτει την εργασία ως μισθωτή εργασία και η μισθωτή εργασία προϋποθέτει το κεφάλαιο ως κεφάλαιο. Κάθε ένα είναι η προϋπόθεση του άλλου. 'Κάθε προϋπόθεση της κοινωνικής αναπαραγωγικής διαδικασίας είναι την ίδια στιγμή το αποτέλεσμα της, και κάθε ένα από τα αποτέλεσμα της εμφανίζεται ταυτόχρονα ως προϋπόθεση της. Όλες οι παραγωγικές σχέσεις μέσα στις οποίες η διαδικασία κινείται είναι συνεπώς τόσο τα προϊόντα της όσο [είναι] και οι συνθήκες της. Όσο περισσότερο κάποιος εξετάζει τη φύση της όπως πραγματικά [αυτή] είναι, [τόσο περισσότερο κάποιος βλέπει] ότι στην τελευταία μορφή σταθεροποιείται όλο και περισσότερο, έτσι ώστε ανεξάρτητα από τη διαδικασία αυτές οι συνθήκες φαίνεται να την καθορίζουν, και οι δικές τους σχέσεις εμφανίζονται σε εκείνους που ανταγωνίζονται στη διαδικασία ως αντικειμενικές συνθήκες, αντικειμενικές δυνάμεις, όψεις των πραγμάτων, τόσο περισσότερο στην καπιταλιστική διαδικασία, κάθε στοιχείο, ακόμα και το απλούστερο, για παράδειγμα το εμπόρευμα, είναι ήδη μία αντιστροφή και προκαλεί οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους να εμφανίζονται ως γνωρίσματα πραγμάτων και ως σχέσεις ανθρώπων προς τα κοινωνικά γνωρίσματα πραγμάτων' (Marx, 1972, pp. 507-8). Η διαστρεβλωμένη μορφή της αξίας παρουσιάζει, με άλλα λόγια, τον τρόπο ύπαρξης της ανθρώπινης εμπρόθετης δραστηριότητας τη μορφή των απρόσωπων σχέσεων, εκχωρώντας στο ανθρώπινο ον την αναξιοπρέπεια μιας ύπαρξης [Dasein] ως μιας προσωποποίησης πραγμάτων. Συνεπώς, σχετικά με τη σχέση κεφαλαίου εργασίας, 'ο εργάτης παράγει τον εαυτό του ως εργασιακή ικανότητα, όπως επίσης και το κεφάλαιο έναντι του'. Την ίδια στιγμή, 'ο καπιταλιστής αναπαράγει τον εαυτό του ως κεφάλαιο καθώς επίσης και τη ζωντανή εργασιακή ικανότητα έναντι του' (Marx, 1973, p. 458). 'Κάθε ένα αναπαράγει τον εαυτό του, αναπαράγοντας το άλλο, την άρνηση του. Ο καπιταλιστής παράγει την εργασία ως ξένη' η εργασία παράγει το προϊόν ως ξένο' (ibid.). 

Μόλις η λογική του χωρισμού θεωρηθεί δεδομένη, δηλαδή μόλις η συγκροτησιακή προϋπόθεση της θεωρηθεί απλά ως ένα ιστορικό παρελθόν, η λογική του χωρισμού μπορεί να κατανοηθεί απλά με τους όρους του συγκροτημένου φετιχισμού του κεφαλαίου ως το υποκείμενο που δομεί τις πράξεις των ανθρωπίνων δρώντων. Οι ορθόδοξοι απολογισμοί τρέφονται από αυτό το χωρισμό ανάμεσα στην (καπιταλιστική) δομή και την (ανθρώπινη) δράση. [11] Όπως το έθεσε ο Horkheimer (1985, p. 246), ο χωρισμός της 'γένεσης' από την 'ύπαρξη' συγκροτεί τα τυφλά σημεία της δογματικής σκέψης. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι ορθόδοξες προσεγγίσεις δεν μπορούν να προσφέρουν μία ανάλυση της αξίας. Όμως μπορούν να το κάνουν μόνο με όρους της εργασίας ως μίας ανθρώπινης δράσης, και με όρους της αξίας ως ενσαρκωμένης εργασίας. Αυτή η θεωρία της αξίας απλά δείχνει ότι 'η ανάπτυξη της κοινωνικής εργασίας παράγει είτε μία διαδικασία συσσώρευσης αξίας είτε ένα σύνθετο κανόνα διανομής' (Negri, 1992, p. 70). Υπό αυτή την άποψη, η διαστρεβλωμένη ύπαρξη των ανθρωπίνων σχέσεων ως σχέσεων ανάμεσα σε πράγματα υιοθετείται ως αληθής στην πράξη και η κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής ανάπτυξης φαίνεται ως το ίδιο το κεφάλαιο. [12] Τέτοιες αναλυτικές προσφορές απλά βεβαιώνουν ότι ο 'μύθος' δεν είναι μία συνθήκη απλά προηγούμενων χρόνων αλλά, μάλλον, ότι συνεχίζει να εξασκεί την κυριαρχία του επί της ίδιας της σκέψης. Από εδώ και η επιμονή του Marx για απομυθοποίηση: Ούτε τα 'έθνη' ούτε η 'ιστορία' ούτε το κεφάλαιο έχουν κάνει πόλεμο. 'Η ιστορία δεν κάνει τίποτα, δεν "κατέχει τεράστιο πλούτο", δεν "δίνει μάχες"! Είναι ο Άνθρωπος, μάλλον, ο πραγματικός, ζωντανός Άνθρωπος ο οποίος τα κάνει όλα αυτά, ο οποίος κατέχει και πολεμά, δεν είναι η "ιστορία" που χρησιμοποιεί τον Άνθρωπο ως ένα μέσο για να προωθήσει τους σκοπούς της, ως εάν να ήταν a person apart. Η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η δραστηριότητα του Ανθρώπου στην επιδίωξη τους σκοπούς της' (Marx/Engels, 1980, p. 98). Η κριτική του φετιχισμού του Marx είναι θεμελιακά μια κριτική αστόχαστων (unreflected) προϋποθέσεων: δείχνει την αναγκαιότητα των κεφαλαιοκρατικών μορφών υπό το φως της κοινωνικής συγκρότησης τους. Εν ολίγοις, και όπως Marcuse αναφέρει, 'η συγκρότηση του κόσμου συμβαίνει πίσω από τις πλάτες των ατόμων, εν τούτοις είναι η δική τους εργασία' (1988, p. 151). 

Χωρίς μια κατανόηση της κοινωνικής συγκρότησης του διαστρεβλωμένου κόσμου του κεφαλαίου, δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμία κριτική του κεφαλαίου χωρίς, την ίδια στιγμή, να το ενστερνίζεται ως εκτελών μια χρήσιμη οικονομική λειτουργία. Αυτό, τότε, θα οδηγούσε στη θέαση του κεφαλαίου ως 'του υποκειμένου' που ενσαρκώνει τη λογική μιας αφηρημένης δομής της αγοράς της οποίας η εμπειρική πραγματικότητα διαμεσολαβείται από την πάλη των τάξεων και άλλες κοινωνικές δυνάμεις (Jessop, 1991). 

Ενάντια σε αυτή τη θεωρητική ορθολογικοποίηση του κεφαλαίου ως μιας υπερ-ανθρώπινης δύναμης, είναι μόνο επί τη βάση μιας κατανόησης της λογικής του χωρισμού που μια κριτική του κεφαλαίου μπορεί να προσφερθεί: αυτή η κριτική εισέρχεται στην κατανόηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και συσσώρευσης ως μιας συγκροτημένης μορφής και 'κλονίζει αυτή τη συγκρότηση και σημειώνει την ενικότητα και τη δυναμική του ανταγωνισμού την οποία ο νόμος της εργασίας περιλαμβάνει' (Negri, 1992, p. 70). Η κεφαλαιοκρατική σχέση είναι το ιστορικό προϊόν της αποξένωσης της εργασίας από τον εαυτό της: Το κεφάλαιο είναι 'η μορφή που υιοθετείται από τις συνθήκες της εργασίας' (Marx, 1972, p. 492) και η ύπαρξη του κεφαλαίου εδράζεται όχι μόνο στην εκμετάλλευση της εργασίας αλλά, μάλλον, στη συνεχή συσσώρευση κεφαλαίου μέσω της προοδευτικής εκμετάλλευσης της εργασίας (δες Marx, 1983, p. 555). Η 'φυσική δύναμη' της εργασίας να διατηρεί αξία και να δημιουργεί νέα αξία (cf. ibid., p. 568) διοικείται από το κεφάλαιο στην παραγωγική διαδικασία η οποία είναι, την ίδια στιγμή, η διαδικασία κατανάλωσης της ζωντανής εργασίας. Είναι ο εργάτης που 'συνεχώς παράγει υλικό, αντικειμενικό πλούτο, αλλά στη μορφή του κεφαλαίου, μιας ξένης δύναμης που κυριαρχεί και εκμεταλλεύεται [τον εργάτη]: και ο καπιταλιστής που συνεχώς παράγει εργατική δύναμη, αλλά στη μορφή μιας υποκειμενικής πηγής πλούτου, χωρισμένης από τα αντικείμενα στα οποία και μέσω των οποίων [αυτή] μπορεί μόνο να πραγματωθεί' εν ολίγοις κατέχει τον εργάτη, αλλά ως έναν μισθωτό εργάτη. Αυτή η ακατάπαυστη αναπαραγωγή, αυτή η διαιώνιση του εργάτη, είναι η sine qua non της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής' (ibid., pp. 535-36). Συνεπώς, η διαμάχη ότι η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση δεν βασίζεται μόνο στα αποτελέσματα της πρωταρχικής συσσώρευσης αλλά, αντίθετα, ότι η πρωταρχική συσσώρευση είναι η συγκροτησιακή προϋπόθεση του ταξικού ανταγωνισμού ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία. Όπως το έθεσε ο Marx, η κεφαλαιοκρατική 'συσσώρευση απλά παρουσιάζει ως μία συνεχής διαδικασία αυτό που στην πρωταρχική συσσώρευση, εμφανίζεται ως μία διακριτή ιστορική διαδικασία, ως η διαδικασία της ανάδυσης του κεφαλαίου' (Marx, 1972 p. 272; δες επίσης Marx, 1983, p. 688). Δεν θα υπήρχε καμία κεφαλαιοκρατική συσσώρευση χωρίς την αναπαραγωγή της εργασίας ως 'χωρίς αντικείμενα ελεύθερης εργασίας' (Marx, 1973, p. 507). Η κοινωνική συγκρότηση των κεφαλαιοκρατικών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας είναι το διαζύγιο της εργασίας από τα μέσα της, εργασία χωρίς αντικείμενα (object-less labour) 'υπό το πρόσταγμα του κεφαλαίου' (ibid., p. 508). 

Η προϋπόθεση της κεφαλαιοκρατικής κοινωνικής αναπαραγωγής είναι η ελευθερία της εργασίας από τη συνθήκη της' αυτή η προϋπόθεση νοηματοδοτεί και διαμορφώνει την πραγματική κίνηση των κεφαλαιοκρατικών κοινωνικών σχέσεων. Το κεφάλαιο, 'φανατικά προ-διατεθειμένο στη διαστολή της αξίας' (ibid., p. 555) δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο από το να εντατικοποιήσει τον καταμερισμό της εργασίας έτσι ώστε να αυξήσει την παραγωγική δύναμης της. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι 'η διαίρεση της εργασίας είναι η δολοφονία ενός λαού' (Urquhart, παρατίθεται στο Marx, 1983, p. 343)' ωστόσο απλώς εδραιώνει τον 'αρχικό' χωρισμό της εργασίας από τις συνθήκες της διαμέσου όλο και περισσότερων κατακερματισμών της κοινωνικής εργασιακής διαδικασίας, διαμελίζοντας τον Άνθρωπο [Mensch] (cf. Marx, 1977, p. 155). Εν τούτοις, όσο κι αν η κοινωνική εργασία είναι κατακερματισμένη, διαιρεμένη και υποδιαιρεμένη, η ανθρώπινη συνεργασία παραμένει 'η θεμελιακή μορφή του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής' (Marx, 1983, p. 317). Αυτή η συνεργασία υπάρχει ενάντια στον εαυτό της στη μορφή του εμπορεύματος που ενσωματώνει τη 'δολοφονία ενός λαού' με τις σεβάσμιες μορφές των ίσων και ελεύθερων ανταλλακτικών σχέσεων. 

Η εργασία 'είναι και παραμένει η προϋπόθεση' του κεφαλαίου (Marx, 1973, p. 399). Το κεφάλαιο δεν μπορεί να απελευθερώσει τον εαυτό του από την εργασία' εξαρτάται από την επιβολή αναγκαίας εργασίας, τη συστατική πλευρά της υπερ-εργασίας, από τις εργατικές τάξεις του κόσμου. Πρέπει να θέσει την αναγκαία εργασία την ίδια στιγμή που πρέπει να μειώσει την αναγκαία εργασία στο έπακρο έτσι ώστε να αυξήσει την υπεραξία. Αυτή η αναγωγή αναπτύσσει την παραγωγική δύναμη της εργασίας και, την ίδια στιγμή, την πραγματική δυνατότητα του βασιλείου της ελευθερίας. [13] Η συγκυρία ότι όλο και λιγότερος κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας χρειάζεται για την παραγωγή, προς αναζήτηση μιας καλύτερης έκφρασης, των αναγκαίων της ζωής, περιορίζει το βασίλειο της αναγκαιότητας και έτσι επιτρέπει την άνθηση αυτού που ο Marx χαρακτήρισε ως το βασίλειο της ελευθερίας. Μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, αυτή η αντίφαση μπορεί να περιοριστεί μόνο διαμέσου βίας (Gewalt), περιλαμβάνοντας όχι μόνο την καταστροφή των παραγωγικών ικανοτήτων, ανεργία, τη χειροτέρευση των συνθηκών, και εκτεταμένη ένδεια, αλλά επίσης την καταστροφή της ανθρώπινης ζωής διαμέσου πολέμου, οικολογικής καταστροφής, λιμού, καύσης της γης, δηλητηρίασης του νερού, αφανισμού των κοινοτήτων, την παραγωγή μωρών για κέρδος, τη χρήση του ανθρωπίνου σώματος ως ενός εμπορεύματος προς ανταλλαγή ή διαχείριση, την εκβιομηχάνιση της ανθρώπινης παραγωγής διαμέσου κλωνοποίησης κ.τ.λ. 

Η ύπαρξη του Ανθρώπου ως ενός υποβιβασμένου, εκμεταλλευόμενου, υποτιμημένου, εγκαταλελειμμένου και υποδουλομένου όντος, δείχνει ότι η καπιταλιστική παραγωγή δεν είναι παραγωγή για ανθρώπους - είναι παραγωγή διαμέσου ανθρώπων. Με άλλα λόγια, η αξιακή μορφή (value form) αναπαριστά όχι μόνο μία αφαίρεση από το πραγματικό κοινωνικό άτομο. Είναι μία αφαίρεση που είναι 'αληθής στην πράξη' (cf. Marx, 1973, p. 105). Η καθολική αναγωγή όλης της συγκεκριμένης ανθρώπινης κοινωνικής πρακτικής στη μία, όμοια αφηρημένη μορφή εργασίας, από το πεδίο μάχης στο εργαστήριο κλωνοποίησης, δείχνει ότι ο χωρισμός που ξεκίνησε με την πρωταρχική συσσώρευση εμφανίζεται τώρα στον βιοτεχνικό καθορισμό της οικειοποίησης ανθρωπίνων όντων. Ο καπιταλισμός έχει διατρέξει έναν μακρύ δρόμο. Αδιάφορος προς τη ζωή, 'ικανοποιήθηκε με τίποτα περισσότερο από την ιδιοποίηση ενός υπερβολικού αριθμού εργατικών ωρών' (Dalla Costa, 1995a, p. 21). Καταπιάνεται τώρα στην παραγωγή ανθρώπων-εργατών. 

__Συμπέρασμα__ 

Το δοκίμιο επιχειρηματολόγησε ότι η πρωταρχική συσσώρευση είναι μία συνεχώς αναπαραγόμενη συσσώρευση, είτε με όρους του ανανεούμενου χωρισμού νέων πληθυσμών από τα μέσα παραγωγής και συντήρησης, είτε με όρους της αναπαραγωγής της μισθωτής σχέσης στις 'καθιερωμένες' σχέσεις του κεφαλαίου. Ο πρώτος επιδιώκει να φέρει νέους εργάτες υπό τη διοίκηση του κεφαλαίου (Dalla Costa, 1995a,b; Caffentzis, 1995) και η δεύτερη να τους συγκρατήσει εκεί ως κοινωνικές κατηγορίες 'απελευθερωμένες' από τις συνθήκες τους. 

Ο αγώνας για ανθρώπινη αυτονομία και αυτο-καθορισμό εμπεριέχει το μετασχηματισμό των μέσων παραγωγής σε μέσα χειραφέτησης. 'Η κοινωνία των ελευθέρων και ίσων' (cf. Agnoli, 2000) ή ο 'τρόπος παραγωγής των συνεταιρισμένων παραγωγών' (cf. Godelier, 2000), δεν μπορεί να επιτευχθεί διαμέσου μιας πολιτικής εκ μέρους της εργατικής τάξης. Όπως ο Marx (1983, p. 447) το έθεσε, 'το να είσαι ένας παραγωγικός εργάτης δεν...είναι τύχη, αλλά μια ατυχία'. Η θεωρία εκ μέρους της εργατικής τάξης οδηγεί στην αποδοχή προγραμμάτων των οποίων η κοινή βάση είναι η καθημερινή θρησκεία της αστικής κοινωνίας: ο φετιχισμός του εμπορεύματος. Η χειραφέτηση της εργατικής τάξης μπορεί να επιτευχθεί μόνο από την ίδια την εργατική τάξη' και αυτή σημαίνει το τέλος της εργατικής τάξης ως μιας κοινωνικής τάξης. Η χειραφέτηση σημαίνει ανθρώπινη χειραφέτηση. Ο κομμουνισμός συνεπάγεται το τέλος της τάξης, μια αταξική κοινωνία. Η χειραφέτηση της εργατικής τάξης τότε σημαίνει ότι ο Άνθρωπος 'αναγνωρίζει και οργανώνει τις "forces propres" του ως κοινωνικές δυνάμεις και έτσι δεν χωρίζει πλέον τις κοινωνικές δυνάμεις από τον εαυτό του στη μορφή πολιτικών δυνάμεων' και υλικών δυνάμεων (Marx, 1964, p. 370). Ο Marx είδε αυτή τη νέα μορφή κοινωνίας να προβλέπεται στην 'κοινότητα των επαναστατημένων προλετάριων, οι οποίοι επεκτείνουν το δικό τους έλεγχο επί των συνθηκών της δικής τους ύπαρξης και εκείνων όλων των μελών της κοινωνίας. Είναι ως άτομα που τα άτομα συμμετέχουν σε αυτήν. Είναι ακριβώς αυτός ο συνδυασμός των ατόμων (υποθέτοντας, βέβαια, το ανεπτυγμένο στάδιο των σύγχρονων παραγωγικών δυνάμεων) που θέτει τις συνθήκες της ελεύθερης ανάπτυξης και κίνησης των ατόμων υπό τον έλεγχο τους - συνθήκες που ήταν πριν εγκαταλειμμένες στην τύχη και είχαν κερδίσει μια ανεξάρτητη ύπαρξη επί και ενάντια των χωριστών ατόμων ακριβώς λόγω του χωρισμού τους ως ατόμων' (Marx and Engels, 1962, p. 74). Εν ολίγοις, για να εισέλθουν οι άνθρωποι σε σχέση αναμεταξύ τους, όχι ως χωρισμένα άτομα των οποίων η κοινωνική ύπαρξη γίνεται έκδηλη πίσω από την πλάτη τους διαμέσου της εμπορευματικής μορφής, αλλά ως κοινωνικά άτομα, ως ανθρώπινες αξιοπρέπειες (dignities) που έχουν τον έλεγχο επί των κοινωνικών συνθηκών τους, η οικονομική 'κυριαρχία του κεφαλαίου επί του ανθρώπου' πρέπει να καταργηθεί έτσι ώστε η κοινωνική αναπαραγωγή του ανθρώπου να 'ελέγχεται από αυτόν' (cf. Marx, 1983, p. 85). 

Παραφράζοντας τον Adorno (1975, p. 44), η πλήρης απασχόληση έχει νόημα σε μία κοινωνία όπου η εργασία δεν είναι πια το μέτρο όλων των πραγμάτων. Με άλλα λόγια, λοιπόν, η εργασιακή θεωρία της αξίας προϋποθέτει το χωρισμό της ανθρώπινης κοινωνικής πρακτικής από τις συνθήκες της. Είναι αυτή η προϋπόθεση που συγκροτεί την καπιταλιστική εκμετάλλευση της εργασίας και είναι αυτή η προϋπόθεση που η πάλη για ανθρώπινη χειραφέτηση πρέπει να θέσε στο μουσείο των αρχαιοτήτων. Η ανθρώπινη συνεργασία πρέπει να απελευθερωθεί από τον ανταγωνιστικό της σύνδεσμο προς το κεφάλαιο. Μέσα στον καπιταλισμό, η συνεργασία είναι μία αντιφατική παραγωγική δύναμη. 'Όχι μόνο έχουμε εδώ μία αύξηση στην παραγωγική δύναμη του ατόμου, με τη βοήθεια της συνεργασίας, αλλά τη δημιουργία μίας νέας δύναμης, δηλαδή, τη συλλογική δύναμη των μαζών' (Marx, 1983, p. 309). Είναι βέβαια γεγονός ότι η κριτική της πολιτικής οικονομίας μπορεί να γίνει έκδηλη στην πράξη μόνο όταν έχει καταλάβει τις μάζες' όταν, με άλλα λόγια, οι μάζες έχουν καταληφθεί από την κατανόηση ότι είναι η δική τους εργασία, η κοινωνική πρακτική τους, που παράγει ένα κόσμο που τους καταπιέζει (cf. Marx, 1975, p. 182). Αυτός ο κόσμος είναι ένας κόσμος χωρισμού, εργασίας χωρίς αντικείμενα ('object-less' labour). Αυτό που χρειάζεται να ξεπεραστεί, λοιπόν, είναι η αποξένωση της ανθρώπινης κοινωνικής δραστηριότητας από τις συνθήκες της. Είναι αυτή η αποξένωση που συγκροτεί τη σχέση ανάμεσα σε μισθωτή εργασία και κεφάλαιο. 

__Σημείωσεις__ 

1. Επιθυμώ να αναγνωρίσω τα πολύ χρήσιμα σχόλια του Massimo De Angelis σε ένα προηγούμενο προσχέδιο αυτού του δοκιμίου 

2. Αυτή η ενότητα αντλεί από τον de Angelis (1999). Η διορατική εννοιοποίηση της πρωταρχικής συσσώρευσης του De Angelis ως μίας συνεχώς ανανεούμενης συσσώρευσης συνεχίζεται σε αυτό το δοκίμιο. Δες επίσης Bonefeld (1988; 2001). 

3. Δες Marx (1966, Ch. 48). 

4. Δες Marx (1966, p. 880; 1972, p. 491). 

5. Στην Αγγλική μετάφραση η Γερμανική verrückt Form, μεταφράζεται ως 'absurd form' (Marx, 1983, p. 80). Η μετάφραση είναι 'absurd'. Στα Γερμανικά, 'verrückt' έχει δύο σημασίες: verrückt (mad/τρελός) and ver-rückt 
(displaced/μετατοπισμένος). Συνεπώς, η ιδέα 'perverted forms' σημαίνει ότι αυτές οι μορφές είναι τόσο mad όσο και displaced. Στα ακόλουθα 'perversion' / 'διαστρέβλωση' ή 'perverted' / 'διαστρεβλωμένος' θα χρησιμοποιηθούν με αυτή τη διπλή σημασία. 

6. Παραθέτω από τη Γερμανική έκδοση του Κεφαλαίου μιας και η Αγγλική έκδοση παραλείπει αυτήν την πολύ σημαντική παράγραφο. 

7. Περί αυτού δες: Negt και Kluge (1981). 

8. Περί αυτού δες Holloway (1995). 

9. Περί αυτού δες Psychopedis (1992). 

10. Για μία κριτική, δες Bonefeld (1993). 

11. Δες, για παράδειγμα, Brenner (1998) δίνεται έμφαση στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό ως την συγκροτησιακή δύναμη της καπιταλιστικής ανάπτυξης. 

12. Για κριτική δες, Bonefeld (1999) και Lebowitz (1999). 

13. 'Στην πραγματικότητα, το βασίλειο της ελευθερίας ξεκινά πραγματικά μόνο όπου η εργασία η οποία καθορίζεται από αναγκαιότητα και γήινους παράγοντες παύει' συνεπώς στην ίδια τη φύση των πραγμάτων εδράζεται πέραν της σφαίρας της πραγματικής (actual) υλικής παραγωγής...Η ελευθερία σε αυτό το πεδίο μπορεί να συνίσταται μόνο στον κοινωνικοποιημένο Άνθρωπο [Mensch], τους συνεταιρισμένους παραγωγούς, που ρυθμίζουν ορθολογικά την ανταλλαγή τους με τη Φύση, θέτοντας την υπό τον κοινό έλεγχο τους, αντί να κυβερνώνται από τις τυφλές δυνάμεις της Φύσης...Αλλά παρόλαυτα [αυτό] παραμένει ακόμα ένα βασίλειο αναγκαιότητας. Πριν ξεκινήσει αυτή την ανάπτυξη της ανθρώπινης ενέργειας η οποία είναι ένας σκοπός καθεαυτός, το αληθινό βασίλειο της ελευθερίας, το οποίο, ωστόσο, μπορεί να ανθίσει μόνο με αυτό το βασίλειο της αναγκαιότητας ως βάση του' (Marx, 1966, p. 820). Δες την ανταλλαγή ανάμεσα στη Wildcat και τον Holloway για μία χρήσιμη ανταλλαγή σε αυτό το ζήτημα (Wildcat, 1999).

__Βιβλιογραφία__ 

Adorno, T. (1975), Gesellschaftstheorie und Kulturkritik, Suhrkamp, Frankfurt. 

Agnoli, J. (2000), 'The Market, the State and the End of History', in Bonefeld, W. and K. Psychopedis (eds) The Politics of Change, Plagrave, London. 

Amin, S. (1974), Accumulation on a World Scale. A critique of the theory of Underdevelopment, Monthly Review Press, New York. 

Bonefeld, W. (1988), 'Class Struggle and the Permanence of Primitive Accumulation', Common Sense no. 8. 

Bonefeld, W. (1993), 'Crisis of Theory', Capital & Class, no. 50. 

Bonefeld, W. (1999), ''Notes on Competition, Capitalist Crises and Class', Historical Materialism, no. 5. 

Bonefeld, W. (2001), 'Labour, Capital and Primitive Accumulation: Class and Constitution', forthcoming in Dinerstein, A. and M. Neary (eds) The Labour Debate, Ashgate, Aldershot. 

Brenner, R. (1998), 'The Economics of Global Turbulance', New Left Review, no. 229. 

Caffentzis, G. (1995), 'The Fundamental Implications of the Debt Crisis for Social Reproduction in Africa', in Dalla Costa, M. and G.F. Dalla Costa (eds) Paying the Price, Zed Books, London. 

Caffentzis, G. (1999), 'The End of Work or the Rennzissance of Slavery?', Common Sense, no. 24. 

Dalla Costa, M. (1995a), 'Development and Reproduction', Common Sense no. 17. 

Dalla Costa, M. (1995b), 'Capitalism and Reproduction', in Bonefeld, W. etal. (eds.) Open Marxism: Emancipating Marx, Pluto, London. 

de Angelis, M. (1999), 'Marx's Theory of Primitive Accumulation: a Suggested Reinterpretation' 

Federici, S. (1997), 'Reproduction and Feminist Struggle in the New International Division of Labour', in Dalla Costa, M. and G.F. Dalla Costa (eds) Women, Development and Labour Reproduction, African World Press, Lawrenceville. 

Gambino, R. (1996), 'A Critique of the Fordism and the Regulation School', Common Sense no. 19. 

Godelier, M. (2000), 'The Disappearance of the "Socialist System": Failure or Confirmation of Marx's View on the Transition from One Form of Production and Society to Another?', in Bonefeld, W. and K. Psychopedis (eds), The Politics of Change, Palgrave, London. 

Holloway, J. (1995), 'Capital Moves', Capital & Class no. 57. 

Horkheimer, M. (1985),  Zur Kritik der instrumentellen Vernunft, Fischer, Frankfurt. 

Jessop, B. (1991), 'Polar Bears and Class Struggle', in Bonefeld, W. and J. Holloway (eds) Post-Fordism and Social Form, Macmillan, London. 

Krahl, J. (1971), Konstitution und Klassenkampf, Verlag Neue Kritik, Frankfurt, 4th ed. 1985. 

Lebowitz, M (1999), 'In Brenner, Everything is Reversed', Historical Materialism, no. 4.

Luxemburg, R. (1963), The Accumulation of Capital, Routldege, London. 

Marcuse, H. (1988), 'Philosophy and Critical Theory', in ibid. Negations, Free Association Press, London. 

Marx, K. (1962), Das Kapital, vol. I, MEW 23, Dietz Verlag, Berlin. 

Marx, K. (1963), Theories of Surplus Value Part I, Lawrence & Wishart, London. 

Marx, K. (1964), Zur Judenfrage, in MEW 1, Dietz, Berlin. 

Marx, K. (1966), Capital Vol. III, Lawrence & Wishart, London. 

Marx, K. (1972), Theories of Surplus Value Part III, Lawrence & 
Wishart, London. 

Marx, K. (1973), Grundrisse, Penguin, Harmondsworth. 

Marx, K. (1975), 'Contribution to Critique of Hegel's Philosophy of Law. Introduction', Collected Works, vol. 3, Lawrence & Wishart, London. 

Marx, K. (1977), Das Elend der Philosophy, MEW 4, Dietz, Berlin. 

Marx, K. (1978), Capital, Vol. II, Penguin, Harmondsworth. 

Marx, K. (1983), Capital, vol. I, Lawrence & Wishart, London. 

Marx, K. and F. Engels (1962), Die deutsche Ideology, MEW 3, Dietz, Berlin. 

Marx, K. and F. Engels (1980), Die heilige Familie, MEW 2, Dietz, Berlin. 

Negri, A. (1984), Marx beyond Marx, Bergin & Garvey, Massachusetts. 

Negri, A. (1992), 'Interpretation of the Class Situation Today', in Bonefeld, W. etal. (eds.) Open Marxism: Theory and Practice, Pluto, London. 

Negt, O. and A. Kluge (1981), Geschiche und Eigensinn, Verlag 2001, Frankfurt. 

Psychopedis, K. (1992), 'Dialectical Theory', in Bonefeld, W. etal. (eds.) Open Marxism: Dialectics and History, Pluto, London. 

Wildcat and J. Holloway (1999), 'Wildcat (Germany) reads John Holloway - A Debate on Marxism and the Politics of Dignity', Common Sense, no. 24.

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης