Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Το Aθέμιτο των Διεκδικήσεων

ΤΟ AΘΕΜΙΤΟ ΤΩΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ

 

Συγγραφέας: Δήμητρα Κοτουζά

Έτος: 2011

 

Τι μορφή μπορεί να πάρει ο αγώνας όταν οι διεκδικήσεις για μισθούς και πρόνοια στην Ελλάδα της λιτότητας θεωρούνται αθέμιτες, λόγω του ότι είναι ανέφικτες; Η Δήμητρα Κοτουζά βλέπει ότι η ολομέτωπη επίθεση στο βιοτικό επίπεδο έχει σαν αποτέλεσμα μια ντεφάκτο εναντίωση, η οποία δεν μπορεί να ενταχθεί σε ταξικές ιδεολογίες.

 

Με τη λιτότητα να κλιμακώνεται στην Ελλάδα φέτος, υπήρξε και μια παράλληλη προσπάθεια αντίστασης σ'αυτήν. Έχουν γίνει πολλές απεργίες σε βιομηχανίες-κλειδιά, όπως στις μεταφορές και στην παραγωγή ενέργειας, κυρίως στον δημόσιο τομέα και έξη γενικές απεργίες, συνοδευόμενες από διαδηλώσεις αυξανόμενου μεγέθους και έντασης. Το κίνημα της άμεσης δημοκρατίας των 'αγανακτισμένων', έγινε το επίκεντρο της προσοχής το καλοκαίρι, εκφράζοντας την κρίση της νομιμοποίησης της κοινοβουλευτικής πολιτικής. Τον Σεπτέμβριο, οι πρακτικές αυτoσυρρίκνωσης σε απάντηση στη νέα φορολογία έγιναν πιο συχνές, ενώ τα πανεπιστήμια και τα σχολεία τελούσαν υπό κατάληψη, τα μεν ενάντια στο νομοσχέδιο για την ανώτερη εκπαίδευση, τα δε για τις καθυστερήσεις στην έκδοση των βιβλίων. [1] Τον Οκτώβριο, μια 48ωρη γενική απεργία με την αυξανόμενη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και συνοδευόμενη από τις καταλήψεις των περισσοτέρων δημοσίων υπηρεσιών και υποδομών ανά τη χώρα, ακινητοποίησε τα πάντα. Παρ' ότι ονομάστηκε από πολλούς 'η μητέρα όλων των απεργιών' με τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις δεκαετιών που πολλοί πίστευαν ότι θα ανατρέψουν την κυβέρνηση, το κοινοβούλιο πέρασε το νομοσχέδιο που ουσιαστικά ακυρώνει τις συλλογικές συμβάσεις και ανοίγει τον δρόμο για μείωση μισθών κάτω από το κατώτατο όριο. Αυτό έστειλε το μήνυμα ότι μια μεγάλη 48ωρη απεργία δεν είναι αρκετή για να κερδίσεις τη μάχη και ότι τα χειρότερα έπονται.

 

Αυτό γίνεται στο διάστημα που ο αγώνας για το μεροκάματο είναι θέμα επιβίωσης. Μέσα σ' ένα χρόνο οι μισθοί, ακόμα και αυτών που θεωρούνταν αρκετά εύποροι, πέφτουν κάτω του επιπέδου στοιχειώδους διαβίωσης, σε σημείο που η πληρωμή λογαριασμών, ενοικίων και η αγορά βασικών αγαθών να γίνονται πρόβλημα για όλο και περισσότερους. Αυτό σε συνδυασμό με τη στάση πληρωμών από τους εργοδότες, τα υψηλά ποσοστά ανεργίας και την μείωση των μικροαστών, καθώς οι μικροεπιχειρήσεις φαλιρίζουν η μία μετά την άλλη, ανάγει την επιβίωση σε κεντρικό ζήτημα σήμερα και την ύπαρξη ενός μισθού την πιο κρίσιμη διεκδίκηση. 'Ομως δεν είναι μόνο η αδίστακτη και απότομη επίθεση στους μισθούς και τα εργατικά δικαιώματα, που επιδεινώνεται με την εντατικοποίηση της αστυνομικής καταστολής, αυτό που κάνει τους συγκεκριμένους αγώνες ιδιαίτερα σκληρούς. Οι τωρινοί αγώνες αντιμετωπίζουν μία ζοφερή προοπτική, καθώς οι διεκδικήσεις που εκφράζουν παρουσιάζονται ως ανέφικτες. Ακόμα και αν κερδηθούν μικρές μάχες, δεν είναι σαφές το πως είναι δυνατόν να κερδηθεί ο πόλεμος, όταν δεν δίδεται σε επίπεδο εθνικής οικονομίας αλλά στο μέσον μιας παγκόσμιας κρίσης, με την Ελλάδα ένα από τα επίκεντρα της. Αυτές οι μάχες έρχονται αντιμέτωπες με τον κίνδυνο μιας πτώχευσης, που θα μπορούσε να ταρακουνήσει το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα και να επιφέρει μια βαθύτερη ύφεση και εξαθλίωση. Στο βαθμό που μια πτώχευση θα μπορέσει όντως να προκληθεί από την ανικανότητα της κυβέρνησης να εφαρμόσει τη λιτότητα, αυτοί οι αγώνες φαίνονται αυτοκαταστροφικοί. Αλλά και αν ακόμα είναι αναπόφευκτη η πτώχευση, η προοπτική της στέκεται εμπόδιο σε κάθε ελπίδα για μακροπρόθεσμη νίκη που θα μπορούσε να δώσει τα περιθώρια στους εργάτες να βγούνε στην επίθεση. Σε μια τέτοια κατάσταση γίνεται δύσκολο ακόμα και να θέτεις αμυντικές μισθολογικές διεκδικήσεις με τρόπο αποτελεσματικό και ανάλογο της επίθεσης του κεφαλαίου. Οι έντονοι αγώνες που συνεχίζουν να δίνονται έχουν το αίσθημα της απόγνωσης, του αδιεξόδου.

 

Αυτή η κατάσταση δεν χαρακτηρίζει μόνο την ταξική πάλη στην Ελλάδα, ούτε προέκυψε ξαφνικά στην τρέχουσα κρίση. Η παγκόσμια καπιταλιστική αναδόμηση, η οποία καταλύει όλους τους κοινωνικούς δημοκρατικούς θεσμούς που εγγυώνται την επιβίωση των άνεργων πληθυσμών, άρχισε πολύ πριν. Αντιπροσωπεύει με πολλούς τρόπους την επιστροφή της εργατικής τάξης στη 'σωστή' της θέση, στη 'σωστή' και πλήρη εξάρτηση της από το κεφάλαιο. Η ανεργία, ως συνεχής κίνδυνος, ως εν δυνάμει μακροπρόθεσμη κατάσταση, ως επισφάλεια και ως αναπόσπαστο κομμάτι της εργατικής τάξης, γίνεται όλο και πιο εμφανής σήμερα. Όμως το τρέχον στάδιο της κρίσης και της αναδόμησης δεν είναι η επιστροφή σε μια κατάσταση που προϋπήρχε της γέννησης της κοινωνικής δημοκρατίας. Η καπιταλιστική αναδόμηση που άρχισε στο τέλος της δεκαετίας του '70 – που χαρακτηριζόταν από την εκστρατεία για τη μείωση του κόστους του εργατικού δυναμικού μέσα από την ανάπτυξη προχωρημένης τεχνολογίας, από τις διεθνείς ζώνες παραγωγής και την χρηματιστικοποίηση, από τους φθείνοντες μισθούς να συμπληρώνονται με πίστωση (μέχρι το 2007) για να βοηθήσουν στην αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού στον δυτικό κόσμο – ήταν η απάντηση σε μια πρότερη κρίση υπερσυσσώρευσης. Η προοπτική μιας ανανεωμένης 'συμφωνίας', κατά τη θεωρία του Κέυνς, για την επανευθυγράμμιση της κατανάλωσης με τους μισθούς, τον 'παραγωγικό' βιομηχανικό καπιταλισμό και τον διαχωρισμό των εθνικών οικονομιών, δεν είναι πλέον εφικτή, λόγω του ότι ήταν αυτό ακριβώς που έπρεπε να καταργηθεί ώστε να ξεπεραστεί εκείνη η κρίση.

Ακόμα πιο σημαντικό το γεγονός ότι η πραγματική συμπερίληψη της εργασίας στο κεφάλαιο έχει προχωρήσει σε ένα τέτοιο επίπεδο, που δεν υπάρχει πλέον καμία δυνατότητα φυγής απ' αυτό για πλεονάζοντες πληθυσμούς, όπως ήταν π.χ. στην περίπτωση της δημιουργίας των εναλλακτικών, μη-καπιταλιστικών κοινοτήτων του 19ου αιώνα και της Αμερικής κατά την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης. Ο ταξικός αγώνας αναγκάζεται να ασχοληθεί με την ίδια του τη σχέση με το κεφάλαιο, τη στιγμή που το κεφάλαιο αρνείται τον ρόλο του προλετάριου ως παραγωγική τάξη, κάτι που υποσκάπτει σοβαρά την ικανότητα του τελευταίου για επιβεβαίωση σ' αυτόν τον ανταγωνισμό, όπως πολύ σωστά διατείνεται η Τεορί Κομουνίστ.

 

Αυτό περιπλέκεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχει πλέον μια ενιαία εμπειρία εργατικής τάξης, η οποία θα μπορούσε να παράξει μια κοινή ταυτότητα από τη μια πλευρά της ταξικής πάλης. Οι παγκόσμιες και τοπικές ζώνες παραγωγής και η αυξημένη επισφάλεια έχουν διασπάσει τις εργατικές κοινότητες ωθώντας, στη Δύση, ένα μεγάλο τμήμα τους σε χρόνια ανεργία και στην επιβίωση μέσω παραοικονομιών. Στον παγκόσμιο Νότο, σημαντικοί πληθυσμοί έχουν εξαναγκαστεί να μεταναστεύσουν στη Δύση, παρ' όλη τη βάναυση καταπίεση.

 

Σ' αυτή τη φάση της παγκόσμιας κρίσης, αυτή η τάση εκδηλώνεται με μεγαλύτερη ένταση στη 'δεύτερη' ζώνη της καπιταλιστικής ανάπτυξης και ειδικότερα στην Ελλάδα. Όταν το δικαίωμα στην εργασία δεν μπορεί να ικανοποιηθεί σε ένα ευρύτερο, συστημικό επίπεδο, πόσο μάλλον η ικανότητα ενός μισθού να καλύψει την διαβίωση, ακόμα και οι αμυντικές μισθολογικές διεκδικήσεις φαίνονται δομικά παράνομες όσο και αν τίθεται θέμα επιβίωσης. Η εργατική τάξη περνάει δύσκολες ώρες προσπαθώντας να επιβεβαιωθεί ως ζώσα – ως εργατική δύναμη που χρειάζεται να αναπαραχθεί - πόσο μάλλον ως παραγωγική δύναμη σε σχέση με το κεφάλαιο και το κράτος που στο παρελθόν εγγυώταν την επιβίωση της. Το ζήτημα της χαμένης 'ενότητας' επίσης προκύπτει σαν κεντρικό, καθώς εντείνονται και οι διαμάχες στους κόλπους του ίδιου του αγώνα. Η αντίφαση ανάμεσα στην αναγκαιότητα της διεκδίκησης μισθού και της χαμένης νομιμότητας της επανεμφανίστηκε στο κίνημα των αγανακτισμένων, της άμεσης δημοκρατίας. Η 'άμεση δημοκρατία τώρα' απέρριψε, σαν βασική αρχή, ένα αποκηρυγμένο πολιτικό κατεστημένο και βουλευτικό σύστημα ως αποδέκτη διεκδικήσεων. Απέρριψε τις κυρίαρχες οδούς αντιπροσώπευσης – τα πολιτικά κόμματα και τις μεγάλες συνδικαλιστικές ενώσεις – και πρότεινε την αυτο-οργάνωση: 'να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας'. Αλλά, παρ' όλη τη γλώσσα της αυτονομίας, το κίνημα ωθείτο επίσης από ένα και μοναδικό αίτημα, αυτό της καταψήφισης του μεσοπρόθεσμου προγράμματος στη βουλή. [2] Αυτό μας λέει ότι το να κτίζεις μια άμυνα μέσα σ' αυτή την αντιπαράθεση έχει ακόμα προτεραιότητα έναντι οποιασδήποτε διεκδίκησης για αυτο-οργάνωση και ανάληψη εξουσίας.

 

'Να καεί η βουλή', φώναζε το πλήθος, αλλά αυτό δεν ισοδυναμούσε με απόρριψη της πολιτικής. Το κίνημα της άμεσης δημοκρατίας ήταν σαφώς πολιτικό και προσπάθησε να δημιουργήσει μια νέα πολιτική από τα κάτω, ακόμα δε και πολιτικό πρόγραμμα. Λειτουργώντας κυρίως σε επίπεδο πολιτικού διαλόγου, το όραμα της 'άμεσης δημοκρατίας' προέβλεπε ένα συνολικό σύστημα αποφάσεων από κάτω προς τα πάνω, αυτο-οργανωμένη αντίσταση και αμοιβαία στήριξη σε γειτονιές και εργασιακούς χώρους. Παρόμοιο με τις εκστρατείες των αγανακτισμένων της Ισπανίας και τώρα των ΗΠΑ, αιχμαλωτίστηκε από την πεποίθηση ότι θα ήταν εφικτή μια πιο 'αξιοπρεπής' ζωή αν ο λαός είχε την πολιτική εξουσία. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η κυρίαρχη πεποίθηση ήταν ότι η άμεση δημοκρατία από μόνη της, με τη μορφή της λήψης αποφάσεων, θα ήταν ικανή να κάνει την καπιταλιστική παραγωγή να ανταποκριθεί στις ανθρώπινες ανάγκες, ή κατά μια πιο μαχητική εκδοχή, ότι η δημοκρατική αυτοδιεύθυνση της παραγωγής θα διασφάλιζε την κάλυψη αυτών των αναγκών. Ο διάλογος περί αυτοδιεύθυνσης, προερχόμενος κυρίως από εναλλακτική αναρχική τάση και την ευρύτερη αντίληψη περί 'εναλλακτικών' – συμπεριλαμβανομένων και εικασιών περί εναλλακτικού νομίσματος και αυτόνομης κυκλοφορίας αγροτικών προϊόντων – αναζητούσε ιδέες για να επιβιώσει της κρίσης ή, με λιγότερη μετριοφροσύνη, διεξόδους από τον καπιταλισμό. Όμως όλες εκείνες οι ιδέες, πέραν των περιορισμών τους στην πράξη ιστορικά, παραμένουν μόνον ιδέες, με εξαίρεση τη δημιουργία μιας προσωρινής αυτο-οργανωμένης περιοχής σε δημόσιο χώρο. Η προσπάθεια δημιουργίας άμεσων κοινωνικών σχέσεων μέσα σ' αυτήν (η απόρριψη χρημάτων, μια δωρεάν συλλογική κουζίνα, δωρεάν μαθήματα για άστεγα παιδιά) γρήγορα άγγιξε τα όρια μιας ευρείας σχέσης κεφαλαίου (με την επιστροφή χρημάτων και το κλείσιμο της κουζίνας επειδή την 'εκμεταλλεύθηκαν' οι ναρκομανείς και οι άστεγοι).

 

Η δημόσια πολιτική συζήτηση, την οποία το κίνημα άμεσης δημοκρατίας έβλεπε σαν τη κύρια δύναμη της, ήταν και το όριο της. Η κύρια αρχή των πολιτών του κινήματος, στον ενδοταξικό χαρακτήρα των οποίων ήταν εγγενής η δημοκρατική συζήτηση, ήταν εξηγήσιμη μέσα από τις ολέθριες επιπτώσεις των μέτρων λιτότητας στους μικροαστούς. Απόπειρες πιο μαχητικών μελών να φέρουν τη συζήτηση σε επίπεδο ταξικής διαμάχης ήρθαν αντιμέτωπες με την αρχή της 'λαϊκής' ενότητας. Εν μέσω ανηλεών επιθέσεων στους μισθούς, οι συζητήσεις γύρω από 'το τι πρέπει να γίνει' ήταν συγκεχυμένες και ανήμπορες να αναφερθούν στο κοινό ταξικό ζήτημα, ενώ σποραδικές εκκλήσεις για γενική απεργία διαρκείας και άλλες άμεσες δράσεις παρέμειναν στο επίπεδο της συζήτησης. Η συνέλευση του Συντάγματος, καθώς και εκείνες των γειτονιών και άλλων πόλεων σε όλη τη χώρα, κατέφευγαν κυρίως σε συμβολικές διαμαρτυρίες, δημόσιες δηλώσεις και εκφράσεις αλληλεγγύης, προωθώντας ή συνδέοντας τους ήδη υπάρχοντες αγώνες. Προσπάθησαν να εισάγουν δράσεις πέραν των καταλήψεων, οι οποίες όμως σύντομα άγγιξαν τα όρια τους.

 

Η φαντασιακή ενότητα των πολιτών ενάντια σ' ένα αποτυχημένο σύστημα διακυβέρνησης και αποφάσεων σήμαινε επίσης ότι οι μετανάστες αποκλείονταν εξ' ορισμού, με εξαίρεση τη συμβολική πράξη της πρόσκλησης τους για να μιλήσουν και να οργανώσουν γεγονότα για μια μέρα. Παρ' όλη την ενεργή αποβολή των ακραίων φασιστικών ομάδων από την κατάληψη της πλατείας Συντάγματος, οι πολίτες του κινήματος ευθυγραμμίστηκαν με μια αυξανόμενη εθνικιστική, αντι-ιμπεριαλιστική τάση, ως απάντηση στη διάβρωση της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας υπό τον έλεγχο της Τρόικας. [3] Αυτό παρήχε το φυσικό περιβάλλον σε μια εθνικιστική εκστρατεία ενάντια στο Μνημόνιο, τους '300 Έλληνες', για να στήσουν το μαγαζί τους και στους αυτόνομους εθνικιστικές – οι οποίοι ήταν από πολλές απόψεις μη αναγνωρίσιμοι όσο δεν εκδηλώνονταν – για να πάρουν μέρος στο κίνημα. [4]

 

Γεμάτο αντιφάσεις, το κίνημα της άμεσης δημοκρατίας βίωσε μια φευγαλέα νίκη κατά τη διάρκεια της γενικής απεργίας της 15ης Ιουνίου. Ήταν το καλύτερο γεγονός του αγώνα για το ευρύτερο αντιπολιτευτικό κίνημα, με τον Πρωθυπουργό σχεδόν να παραιτείται. Η αστυνομική καταστολή, οι εκτεταμένες συγκρούσεις ενάντια της και οι εξεγέρσεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της απεργίας, όμως, έφεραν στην επιφάνεια νέες διαμάχες στους κόλπους της συνέλευσης του Συντάγματος, όταν η πλειοψηφία των ψηφοφόρων απέρριψε την πρόταση που καταδίκαζε 'όλες τις μορφές βίας'. Εκείνη η στιγμή ήταν η πιο κρίσιμη καμπή που έβγαλε στην επιφάνεια τη συνεχή συζήτηση περί της προλεταριακής βίας. Η σχετική ανοχή του κινήματος της άμεσης δημοκρατίας απέναντι στις έντονες συγκρούσεις με την αστυνομία δεν είναι τόσο ενδεικτική της αναρχικής επιρροής, όσο της ευρύτερης τάσης για άσκηση τέτοιων πρακτικών. Παρόλο που τέτοιες πρακτικές έχουν ταυτιστεί με τους αναρχικούς, ένας αυξανόμενος αριθμός των συμμετεχόντων σε αυτές είναι των χαμηλότερων τάξεων, επισφαλώς εργαζόμενοι ή άνεργοι νέοι – παρ' ότι οι ηλικιακές ομάδες διευρύνονται – οι οποίοι πάνω-κάτω είναι άσχετοι με το αναρχικό περιβάλλον. Ήταν μια σημαντική υποδιαίρεση του κινήματος της άμεσης δημοκρατίας, σε βαθμό δε που πολλοί από το κοινό της συνέλευσης απάντησαν στις θεωρίες συνωμοσίας περί 'βίαιων προβοκατόρων' λέγοντας ότι οι 'προβοκάτορες είμαστε εμείς'. Μετά την ήττα της 29ης Ιουνίου, όταν το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Λιτότητας τελικά πέρασε στο Κοινοβούλιο, οι εξεγέρσεις, καθώς επίσης και η αστυνομική καταστολή τους, έγιναν ιδιαίτερα βίαιες, οδηγώντας ακόμα περισσότερους από αυτούς που μέχρι τότε ήταν υπέρ των 'φιλειρηνικών διαμαρτυριών' να αλλάξουν γνώμη. Όμως αυτή η αλλαγή δεν μπορούσε να μεταφραστεί σε πράξη τη δεδομένη στιγμή. Με αποδυναμωμένο το κίνημα της άμεσης δημοκρατίας λόγω της ήττας του και με τις εσωτερικές διαμάχες σε συνδυασμό με τη μηδενική ανοχή της αστυνομίας, προετοιμάστηκε το έδαφος για έναν νέο γύρο αγώνων.

 

Την ψηφοφορία μέσα από το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Λιτότητας διαδέχθηκε η γρήγορη ψήφιση του νέου νομοσχεδίου για την Ανώτατη Εκπαίδευση του Αυγούστου, το οποίο περιορίζει τις σπουδές σε 3 έτη, καθιστά πιο ευέλικτα τα συμβόλαια εργασίας και οργανώνει ορθολογιστικά τα πανεπιστήμια, παίρνοντας μέτρα προς ένα εργασιακό μοντέλο ανώτερης εκπαίδευσης. Σημαντικότερο όλων, καταργεί το 'πανεπιστημιακό άσυλο' – το νόμο που ορίζει ότι ο χώρος του πανεπιστημίου είναι εκτός δικαιοδοσίας της αστυνομίας – κάτι που έχει παίξει έναν πολύ σημαντικό, πρακτικό ρόλο στους κοινωνικούς αγώνες από τη θεσμοθέτηση του μετά την πτώση της χούντας το 1974. Όταν οι φοιτητές απάντησαν με καταλήψεις ανά τη χώρα μετά την έναρξη του ακαδημαϊκού έτους, φάνηκε ότι ήταν ήδη πολύ αργά. Το αποκορύφωμα των ενεργειών τους ήταν τον Σεπτέμβριο, δείχνοντας ότι οι μακρόχρονες καταλήψεις του 2006-7 δεν θα επαναλαμβάνονταν εκείνη τη χρονιά.

 

Το φθινόπωρο επίσης έφερε το γρήγορο και ανελέητο κόψιμο έμμεσων και άμεσων μισθών, στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, μέσα από περικοπές και κατεπείγουσα φορολογία. Σε απάντηση, οι πρακτικές αυτοσυρρίκνωσης εξαπλώθηκαν, έχοντας αρχίσει ένα χρόνο πριν σε πιο περιορισμένη κλίμακα με το κίνημα 'Δεν Πληρώνω' υπό την αιγίδα του αριστερίστικου κόμματος 'Ανταρσυα'. Η ένωση των εργαζομένων της Δημόσιας Εταιρείας Ηλεκτρισμού αρνήθηκε να εφαρμόσει τη νέα φορολογία μέσω των λογαριασμών του ηλεκτρικού, λογαριασμών που κάηκαν έξω από Εφορίες, και υπήρχε σιωπηρή συμφωνία ότι συγκεκριμένοι φόροι απλά δεν θα πληρώνονταν. Η συζήτηση γύρω από αυτές τις ενέργειες είχε πάλι, εκ φύσεως, έναν ενδοταξικό, νομικίστικο χαρακτήρα. Παρ' όλα αυτά, το γεγονός ότι ήταν λιγότερο συμβολικές και περισσότερο πολιτικές ενέργειες επιβίωσης, που έδιναν μια απάντηση στην κυβερνητική πολιτική, καθώς ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού είναι ανήμπορο να πληρώσει αυτούς τους φόρους, συνδέει άμεσα αυτές τις εκστρατείες με την κρίση της μισθολογικής σχέσης. Αφήνοντας δε ελάχιστο χώρο για την ανάπτυξη των εργατικών αγώνων γύρω από μισθολογικές διεκδικήσεις, αυτές οι πρακτικές έχουν καταφέρει να πάρουν πίσω ένα ελάχιστο κλάσμα έμμεσων μισθών, εκτοπίζοντας τη διαμάχη εκτός των χώρων εργασίας.

 

Το αίσθημα της απόγνωσης σε σχέση με τις νικηφόρες διεκδικήσεις, όμως, δεν σηματοδοτεί το τέλος των μισθολογικών αγώνων. Όταν η κυβέρνηση ανακοίνωσε την επικείμενη κατάργηση του κατώτατου μισθού και των συλλογικών συμβάσεων, καθώς επίσης και τις μαζικές απολύσεις στον δημόσιο τομέα, εξαγγέλθηκαν δύο γενικές απεργίες από τα μεγάλα συνδικάτα τον Οκτώβριο. Αυτό παρήχε τη βάση για οργάνωση σε όλες τις βαθμίδες στους χώρους εργασίας, για να πιέσουν τη συμμετοχή στην απεργία και στις καταλήψεις στον δημόσιο τομέα, ειδικότερα στις περιπτώσεις που υπήρχε αντίσταση εκ μέρους των διευθυντών ή τομεαρχών. Όλως περιέργως, παρ' ότι όλος ο δημόσιος τομέας έπαψε να λειτουργεί για πάνω από μια βδομάδα λόγω των μαζικών καταλήψεων, η υποστήριξη του κοινού ήταν μεγάλη και εκφράστηκε σε επεισόδια, όπως αυτό που κάτοικοι μπλόκαραν τη συλλογή απορριμάτων από απεργοσπάστες ιδιωτικής εταιρείας – και κατάφεραν έτσι να αναγκάσουν τους οδηγούς των απορριματοφόρων να κατέβουν και αυτοί σε απεργία. Η μαζική κλίμακα της γενικής απεργίας της 19-20 Οκτωβρίου και η εμφάνιση της οργάνωσης σε όλες τις βαθμίδες στην κρίσιμη στιγμή δεν δείχνει ότι ο αγώνας γύρω από τους μισθούς είναι αυτό που ωθεί την κινητοποίηση της κοινωνίας στην Ελλάδα σήμερα. Το ότι παραμένει αυτή η οργάνωση, παρά την ανικανότητα της γενικής απεργίας να επιτύχει τους στόχους της, είναι το άξιο προσοχής. Αν ο αγώνας κλιμακωθεί μέχρι του σημείου του να αντιπαρατεθεί στα επίσημα συνδικάτα, αλλά οι απεργίες και οι καταλήψεις να μην είναι ακόμα αρκετές στο να κρατηθούν οι μισθοί σε βιώσιμο επίπεδο, σε τι είδους πρακτικές θα καταφύγουν οι εργαζόμενοι;

 

Το αδιέξοδο των διεκδικήσεων και η έλλειψη προοπτικών ακόμα και για τη βασική διαβίωση, σ' ένα μέλλον με μισθούς φτώχειας, υψηλά ποσοστά ανεργίας και ακραία αστυνομική καταστολή, φαινομενικά συμπίπτουν με τις αυξανόμενες δυναμικές συγκρούσεις κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, συγκρούσεις με την αστυνομία και μεταξύ διαδηλωτών. Ο πολλαπλασιασμός των άμεσων επιθέσεων ενάντια στην αστυνομία, σε ιδιωτική και δημόσια ιδιοκτησία, καθώς και σε τράπεζες και εμπόδια στην αναπαραγωγή μέσω λεηλασιών – με τις τελευταίες πολύ περιορισμένες σε σχέση με τις πρόσφατες εξεγέρσεις στη Βρετανία και εκείνες του Δεκεμβρίου του 2008 στην Ελλάδα – προειδοποιούν ότι για πολλούς τα διακυβευόμενα είναι μηδενικά στις κοινωνικές σχέσεις.

Οι παρατεταμένες επιθέσεις ενάντια στην αστυνομία δεν είναι 'εκτός θέματος'. Κατ' ουσίαν είναι επιθέσεις ενάντια στην εγκάθετη αναπαραγωγή κοινωνικών σχέσεων, όπως έχουν επιβληθεί σήμερα. Το γεγονός ότι οι εξεγέρσεις γίνονται κατά τη διάρκεια γενικών απεργιών μας δείχνει ότι υπάρχει μια άμεση αντίδραση στην αντίφαση που αντιμετωπίζουν οι αγώνες γύρω από τον μισθό. Συμβαίνουν στο επίπεδο της αναπαραγωγής διότι εκεί ακριβώς βιώνεται η τάση του μισθού να εξαφανίζεται.

 

Οι σοβαρές συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της γενικής απεργίας της 20ής Οκτωβρίου μπροστά στη Βουλή, ανάμεσα στα στρατιωτικά στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος, του ΠΑΜΕ και στους διαδηλωτές που είχαν συγκρουστεί με την αστυνομία την προηγούμενη μέρα, είναι ενδεικτικές αυτής της τάσης. Τη δεύτερη μέρα της πιο δυναμικής γενικής απεργίας και της πιο μαζικής και έντονης διαδήλωσης δεκαετιών, το Κομμουνιστικό Κόμμα έπαιξε τον παραδοσιακό του ρόλο: της προσπάθειας του να ηγηθεί των εργατικών αγώνων, κρατώντας τους συγχρόνως υπό έλεγχο, περικυκλώνοντας και προστατεύοντας το κοινοβούλιο και τους βουλευτές, αντικαθιστώντας επιτυχώς τον ρόλο της αστυνομίας. Οι υπόλοιποι διαδηλωτές τους επιτέθηκαν σαν να ήταν η αστυνομία, πυροδοτώντας μια άγρια μάχη στους δρόμους. Αυτό δεν ήταν μια απλή διαμάχη πολιτικών τακτικών, όμως. Όπως έχουν επισημάνει και οι 'Παράγοντες του Χάους' σ' ένα πρόσφατο κείμενο τους, αυτό δεν ήταν μια διαμάχη μεταξύ αναρχικών και σταλινιστών κομμουνιστών, όπως πολλοί ισχυρίζονται. [5] Είναι η θεμελιώδης διαμάχη μεταξύ προλεταριακών πρακτικών, παραγόμενη από τον τρέχοντα κύκλο αγώνων: από τη μια πλευρά, η επίμονη προσπάθεια επιβεβαίωσης του παραγωγικού εργατικού δυναμικού για να κερδίσει διεκδικήσεις στη σχέση του με το κεφάλαιο, ακόμα και το όνειρο 'να πάρει στα χέρια του τα μέσα παραγωγής', και από την άλλη, καταστροφικές πρακτικές χωρίς διεκδικήσεις από το εναπομείναν εργατικό δυναμικό, το οποίο δεν μπορεί πλέον να επιβεβαιωθεί στη σχέση του με το κεφάλαιο – μια σχέση που δεν του παρέχει τη δυνατότητα αναπαραγωγής ως εργατικό δυναμικό.

 

Οι σημερινοί αγώνες στην Ελλάδα εμπεριέχουν την κεντρική αντίφαση που συνεχώς αναπαράγεται στις μέρες μας: η εργατική τάξη βιώνει τα όρια των αγώνων της, τα οποία ενυπάρχουν στην ίδια της τη φύση ως ζωντανό εργατικό δυναμικό και στις σχέσεις που το καθιστούν τέτοιο. Αυτοί οι αγώνες συνεχίζονται παρά τον κίνδυνο της αυτοκαταστροφικής έκβασης, εν τω προκειμένω μιας (άτακτης) πτώχευσης. Η απειλή της καταστροφής του κεφαλαίου και μαζί μ' αυτό, η αδυναμία εύρεσης εργασίας δεν σταματά τους αγώνες. Αυτό δείχνει ότι μπορεί να κλιμακωθούν με τρόπους που έρχονται σε αντίθεση με τις 'λογικές επιλογές' που τους παρουσιάζονται. Εν τω μεταξύ, οι επιθέσεις σε δομές κοινωνικού ελέγχου, ιδιοκτησίας και τραπεζών, οι εξεγέρσεις χωρίς διεκδικήσεις και οι αναπόφευκτες διαμάχες που παράγονται μέσα στους ίδιους τους αγώνες, είναι πιθανό να εντατικοποιηθούν. Είναι ο πολλαπλασιασμός αυτού του είδους της διαμάχης και όχι ο θρίαμβος του παραγωγικού εργατικού δυναμικού και της ενότητας της εργατικής τάξης που θα διαμορφώσουν τους αγώνες που έρχονται.

Δήμητρα Κοτουζά

 

 

Σημείωση

 

Αυτό το κείμενο γράφτηκε σε φυσική απόσταση από τα γεγονότα. Πολλές ευχαριστίες στους φίλους που εμπλέκονται στο περιοδικό Μπλάουμαχεν για τις ανεκτίμητες πληροφορίες, ιδέες και το υλικό που μου παρήχαν.

 

 

Υποσημειώσεις

 

[1] 'Αυτοσυρρίκνωση' είναι η πράξη, μέσω της οποίας οι καταναλωτές, στον τομέα της κατανάλωσης, και οι εργάτες, στον τομέα της παραγωγής, αναλαμβάνουν να μειώσουν την τιμή δημoσίων υπηρεσιών, στέγασης, ηλεκτρικού, φορολογίας. Ή στο εργοστάσιο, τον ρυθμό παραγωγής.

 

[2] Το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα περιελάμβανε περικοπές σε υπηρεσίες, μισθούς, συντάξεις και (ό,τι απέμεινε από) επιδόματα, και απολύσεις στον δημόσιο τομέα, μαζί με μια μακρά λίστα ιδιωτικοποιήσεων – το πρώτο βήμα προς το ολικό ξεπούλημα που απαιτεί η 'Τρόικα'. Μια ενδιαφέρουσα 'καινοτομία' ήταν ότι οι εργάτες και οι συνταξιούχοι θα χρεώνονταν έναν επιπλέον 'φόρο αλληγεγγύης' για το ετήσιο επίδομα του αυξανόμενου αριθμού ανέργων. Επιπλέον, έχει προβλεφθεί ότι ακόμα και αν παρθούν όλα τα μέτρα, το εξωτερικό χρέος της Ελλάδας μέχρι το 2015 θα έχει μειωθεί μόνο κατά ένα μηδαμινό κλάσμα.

 

[3] 'Η Τρόικα' είναι όρος της καθομιλουμένης για τα τρία ιδρύματα που έχουν τη μεγαλύτερη εξουσία στο οικονομικό μέλλον της Ελλάδας – ή τουλάχιστον το μέλλον όπως ορίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση: την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (EC), το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (IMF), και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ECB).

 

[4] Η εμφάνιση του αυτόνομου εθνικισμού και των συχνών βίαιων επιθέσεων σε μετανάστες, κυρίως από εργάτες ακροδεξιών ομάδων συμβαίνει εκ νέου στο πλαίσιο της διάσπασης της εργατικής τάξης. Οι μετανάστες θεωρούνται ως η αιτία της αποτυχίας των διεκδικήσεων και στην προσπάθεια να επανακτήσει την διαπραγματευτική του δύναμη, ένα τμήμα της εργατικής τάξης έχει χάσει την ελπίδα για τη διεκδίκηση 'δουλειές για Έλληνες εργάτες' και παίρνει ευθέα μέτρα για να τρομοκρατήσει τους μετανάστες και να τους αναγκάσει να φύγουν από τη χώρα, παραβλέποντας τους νόμους μιας ξεπουλημένης κυβέρνησης που έχει 'προδώσει' τους πολίτες της. Η ανικανότητα της, όμως, να ενώσει τους 'Ελληνες εργάτες' σημαίνει ότι αυτή η τάση είναι οριακή παρά την ανάπτυξή της.

 

[5] Οι Παράγοντες του Χάους, ['Χωρίς Εσένα, Γρανάζι Δεν Γυρνά], Οκτώβριος 2011, http://libcom.org/library/without-you-not-single-cog-turns...

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης