Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Steve Wright's Storming Heaven. Ταξική σύνθεση και αγώνες στον ιταλικό αυτόνομο μαρξισμό.

Steve Wright's Storming Heaven. Ταξική σύνθεση και αγώνες στον ιταλικό αυτόνομο μαρξισμό.

 

Μια βιβλιοκριτική από τον  Sergio Bologna*

Το Storming Heaven  είναι το αποτέλεσμα μιας έρευνας που έγινε για μια διδακτορική διατριβή και σαν τέτοια, είναι η πρώτη απόπειρα μιας κριτικής ιστορικής αναδόμησης της σκέψης και των μαχητικών πρακτικών του Ιταλικού Εργατισμού. Αυτή η έρευνα ακολουθεί τα κριτήρια κριτικής ανάλυσης των πηγών και παρουσιάζει την αναγκαία αποστασιοποίηση από τα γεγονότα καθώς και την ικανότητα να κατανοεί το αντικείμενο της που απορρέει μέσα από ένα δυνατό αίσθημα προσωπικής ανάμειξης με τις ιδέες και τα κίνητρα επαναστατικών κινημάτων.

 

Είναι η πρώτη ιστορική μελέτη πάνω στον Ιταλικό Εργατισμό που διαρρηγνύει την αυτοβιογραφική - απομνημονευτική παράδοση και την εκτεταμένη παραγωγή επιπόλαιων και συχνά περιφρονητικών απολογισμών διαθέσιμων μέχρι σήμερα. Ο Wright χρησιμοποιεί την έννοια της “ταξικής σύνθεσης” σαν το  επεξηγηματικό νήμα που διατρέχει τις ιδιαίτερες πολιτικές και διανοητικές υποθέσεις του Ιταλικού Έργατισμού. Με αυτό τον τρόπο, αναγνωρίζει τη σημασία μιας έννοιας που, συχνά, ακόμη και κάποιοι Eργατιστές παραμελούσαν ή θεωρούσαν ως απλώς κριτήριο της καθαρής εμπειρικής έρευνας, δευτερεύον σε σχέση με τη «Μεγάλη Πολιτική Θεωρία» (για το κράτος, το κόμμα, την επανάσταση, την τάξη, τη γενική διανόηση, κ.α.).

 

Ο Wright σωστά υπογραμμίζει ότι η έννοια  της “ταξικής σύνθεσης” συνδέεται στενά με τη προσέγγιση της “conricerca” (συν-έρευνα) και ότι και οι δύο έννοιες παραπέμπουν πίσω σε ένα τυπικά εργατίστικο τρόπο σφυρηλάτησης συνεργασιών μεταξύ διανοουμένων και εργατών, ή ευρύτερα, διανοουμένων και  προλεταριάτου, βασισμένη σε διαφορετικούς λόγους από εκείνους, χαρακτηριστικούς της σχέσης μεταξύ κόμματος και τάξης στη Δεύτερη, Τρίτη και Τετάρτη Διεθνή.  Οι Ιταλοί εργατιστές δεν στόχευαν να είναι ούτε η «πρωτοπορία της τάξης» ούτε πολιτική τάξη ή «μικρό κόμμα», και ως εκ τούτου βίωσαν μέχρι το πικρό τέλος τις αντιφάσεις άσκησης πολιτικής θεωρίας, ενώ παράλληλα αρνούνταν τα παραδοσιακά μοντέλα οργάνωσης.

 

Ταυτόχρονα, εξετάζοντας τους λόγους για τους οποίους ο Ιταλικός εργατισμός έχει παραμείνει επί μακρόν άγνωστος στον αγγλοσαξονικό κόσμο, ο Wright παρατηρεί ότι η κυκλοφορία των γραπτών των Negri, Tronti, Alquati και Virno ήταν δυνατή μόνο χάρη στην εργασία μερικών εθελοντών, όπως ο Ed Emery. Πρέπει πιθανώς να προσθέσουμε σε αυτό την εξαιρετική επιτυχία της Αυτοκρατορίας των  Negri & Hardt.

 

Το πρώτο κεφάλαιο του Storming Heaven δίνει έμφαση στα ρεύματα και στις πολιτικές προσωπικότητες της ιταλικής μεταπολεμικής περιόδου των δεκαετιών του '40 και του '50  που επιδίωξαν μια “αριστερή” εναλλακτική λύση στις πολιτικές του PCI και συγκεκριμένα, σε αυτές του Τολιάτι. Η προσοχή μας στράφηκε αμέσως σε ανθρώπους όπως ο Morandi και ο Raniero Panzieri· ο τελευταίος ήταν ιδρυτής και συντονιστής της περιοδικού Quaderni Rossi (κόκκινα τετράδια), γύρω από τον οποίο ενώθηκαν για πρώτη φορά όλοι οι πρωταγωνιστές του Ιταλικού Εργατισμού σε μια συντακτική επιτροπή.

 

To δεύτερο κεφάλαιο είναι πολύ σημαντικό γιατί καθορίζει με σαφήνεια το βασικό θεωρητικό πλαίσιο του ιταλικού Εργατισμού μέσω μιας ευφυούς ανάγνωσης των γραπτών του Mario Tronti πάνω στο εργοστάσιο και στην κοινωνία που εκδόθηκαν στο Quaderni Rossi. Η μελέτη του Tronti αναδιατυπώνει τον μαρξισμό του 20ου αιώνα μέσω μια επανάγνωσης του δεύτερου τόμου του Κεφαλαίου του Μαρξ και κατορθώνει να εισάγει πολύ πρωτότυπα στοιχεία. Ο Tronti καθορίζει τα “θεμέλια” του Εργατισμού. Η ίδια η έννοια της ταξικής σύνθεσης ήταν μια απόπειρα να μεταφράσει στη πράξη μερικές από τις έννοιες που ο Tronti είχε αρχικά διευκρινίσει. Η πλήρης κατανόηση της σημασίας και της σπουδαιότητας των γραπτών του Tronti παρέχει στον  Steve Wright το κλειδί για την αναδόμηση της ιστορίας του ιταλικού Eργατισμού. Ο Wright εντοπίζει επίσης την «καινοτομία» του Quaderni Rossi στο πνευματικό επίπεδο, όπως και μέχρι ποιο βαθμό ταρακούνησε το κίνημα των Ιταλών εργατών και το ξύπνησε από τη κρίση που είχε υποστεί εξαιτίας των ηττών των αρχών του ΄50. Η καινοτομία του Quaderni Rossi συνίσταται στην “inchiesta operaia” (εργατική  έρευνα). Στην πιεστική ερώτηση από που να αρχίσουμε , αυτή η έκδοση απάντησε: «από τη κατανόηση της εργατικής τάξης, της “νέας” εργατικής τάξης και πιο συγκεκριμένα στην ψυχολογία των νέων γενεών που υπερασπίστηκαν τη δημοκρατία από τα νέα ξεσπάσματα του φασισμού, πολεμώντας την αστυνομία στους δρόμους τον Ιούλιο του 1960.»

 

O Romano Alquati είναι η κεντρική φιγούρα πίσω από την εργατική έρευνα της μαρξικής προσέγγισης. Αυτός ορίζει τη μεθοδολογία της  conricerca (συν-έρευνας ) με τους Romolo Gobbi και Gianfranco Faina. Ο τελευταίος δεν αναφέρεται στο βιβλίο του Steve Wright αλλά κατείχε κεντρικό ρόλο στα αρχικά στάδια του Ιταλικού Εργατισμού. Ο Faina δίδασκε ιστορία στο πανεπιστήμιο της Γένοβας όταν η πόλη ήταν το επίκεντρο των αναταραχών του Ιούλη του 1960 που επέφερε το μπλοκάρισμα του νεο-αυταρχικού πειράματος της κυβέρνησης Tambroni. Συμμετείχε στις εμπειρίες της  Classe Operaia αλλά δεν ήταν μέλος στην  Potere Operaio. Είχε σχέσεις με αναρχικές ομάδες που ενεπλάκησαν στην ένοπλη πάλη στη διάρκεια της δεκαετίας του '70. Εστάλη στη φυλακή και πέθανε εκεί από καρκίνο το 1981 (δείτε το απομνημόνευμα που εκδόθηκε στο Primo Maggio νο 19/20, Χειμώνας 1983/84 από τους  Rinaldo Manstretta και Pierpaolo Poggio).

 

Ο Wright ασχολείται με τη συνεισφορά του Alquati στη φάση που προηγήθηκε τη γέννηση του εργατισμού στις σελίδες 46-58, μετά από μια ενότητα στον Panzieri (σελ. 41-46). Ο Panzieri άνοιξε το δρόμο για νέες θεωρητικές εξελίξεις με την επανάγνωση του Πρώτου τόμου του Κεφαλαίου. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στη σχέση μεταξύ εργατικής τάξης και τεχνολογικής ανάπτυξης (η ερώτηση για τις μηχανές) και συνήγαγε συμπεράσματα που ήταν ιδιαίτερα κριτικά για τη κουλτούρα του συνδικάτου CGIL και της υποδεέστερης στάσης του  ως προς την καπιταλιστική ανάπτυξή. Ο Panzieri προβληματίζεται για ένα θέμα που θα επανερχόταν αργότερα και αναπτύχθηκε από το Quaderni Rossi και ύστερους: είναι δυνατόν να έχουμε μια κοινωνιολογία της εργασίας και της βιομηχανίας που δεν θα είναι στην υπηρεσία της τεχνολογικής ανάπτυξης του Κεφαλαίου αλλά επικεντρωμένη στην εργατική πάλη; Όπως ξέρουμε, η ερώτηση του Panzieri προώθησε έναν διαφορετικό τρόπο κατανόησης της κοινωνιολογίας που θα ήταν σημείο αναφοράς για την συντακτική επιτροπή του Quaderni Rossi από το οποίο αναδύθηκαν μερικοί από τους σημαντικότερους ιταλούς κοινωνιολόγους (Rieser, Mottura, Paci κ.α.).

 

Γιατί ο Panzieri διαχωρίστηκε από τους ανθρώπους που προχώρησαν αργότερα στη δημιουργία της Classe Operaia, το πρώτο περιοδικό του ιταλικού Εργατισμού; Γιατί οι Tronti, Negri και Alquati παράτησαν το Quaderni Rossi; Η απάντηση του Steve Wright σε αυτές τις ερωτήσεις είναι σύντομες αλλά τα λίγα που λέει είναι αληθινά· από τη μια πλευρά, ο Panzieri επιθυμούσε να παράγει μια στροφή εντός του εργατικού κινήματος: το CGIL, το PSI (όπου ήταν μέλος της κεντρικής επιτροπής) και το PCI. Από την άλλη πλευρά, οι υπόλοιποι ήθελαν να δημιουργήσουν ένα νέο κίνημα που θα μπορούσε να αναπτυχθεί στην μετακομμουνιστική εποχή και να πειραματιστεί με ένα νέο τρόπο άσκησης πολιτικής με την εργατική τάξη. Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος του Toni Negri έγινε κεντρικός και αποφασιστικός. Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, είχε τη θέληση να αναλάβει ένα τέτοιο σχέδιο και προσπάθησε σκληρά να πείσει τους Panzieri και Vittorio Rieser ότι αυτός είναι ο σωστός δρόμος. (Η αποφασιστική ρήξη έλαβε χώρα  στις αρχές Σεπτέμβρη του ΄63,στο δωμάτιο μου στο Μιλάνο, σε ένα διαμέρισμα που μοιραζόμουν με άλλους δύο συντρόφους από την ομάδα του Quaderni Rossi). Οι διενέξεις αυτές είχαν ένα πολύ πραγματικό υπόβαθρο. Η επιλογή του σχεδίου Negri ή τουλάχιστον η τοποθέτηση εντός της παράδοσης του εργατικού κινήματος συνεπαγόταν επίσης την απόφαση ως προς το εάν ο καθένας ενέκρινε συγκεκριμένες μορφές αγώνα μέσα στο εργοστάσιο και τις βίαιες ταραχές στους δρόμους, όπως αυτές που έπληξαν το Τορίνο το καλοκαίρι του 1962, επίσης γνωστές ως “οι ταραχές της Piazza Statuto”, όταν οι εργάτες εισέβαλαν στα γραφεία ενός σοσιαλδημοκρατικού συνδικάτου (UIL - Unione Italiana del Lavoro), που κατηγορήθηκε ως εργοδοτικό.

 

Το τρίτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο εξολοκλήρου στην ανάλυση των γραπτών των Tronti και Alquati από το περιοδικό Classe Operaia και τις πολεμικές που προκαλούσε. Υπάρχουν όμως μερικά κενά στην ανάλυση: αυτό που απουσιάζει είναι μια ιστορία του περιοδικού και της πολύπλευρης φύσης του. Επίσης προφανώς, στερείται  μιας ανάλυσης πάνω στο ρόλο και τη συνεισφορά του Toni Negri, καθώς και μιας κατανόησης του διεθνισμού του Ιταλικού Εργατισμού, επιπρόσθετα του σχηματισμού της ιδέας του πολυεθνικού εργάτη. Δε γίνεται επίσης καμία αναφορά στην εντατικοποίηση των σχέσεων με την αμερικανική Αριστερά (new Left), κεντρικό ρόλο στην οποία έπαιζε ο Ferruccio Gambino.

Αυτές είναι πτυχές που ήταν μεγάλης σημασίας στο διάλογο των εργατιστών με το φοιτητικό κίνημα του '68, στις οργανώσεις βάσεις του 1968/69, και στα κινήματα της δεκαετίας του ΄70. Ως εκ τούτου, αυτό που διαφαίνεται είναι ένας εργατισμός μειωμένος σε λίγα, αλλά ουσιώδη, θέματα.

 

Αναμφίβολα, το άρθρο του Tronti “Ο Λένιν στην Αγγλία”, που εκδόθηκε στο πρώτο τεύχος της  Classe Operaia, ήταν μια κρίσιμη καμπή. Το άρθρο εγκαινίασε τη “σκληρή” φάση του Εργατισμού ενώ θέτει  τις βάσεις για την πρώτη κρίση της, η οποία κατέληξε σε μια ακόμη διάσπαση, κατά το τέλος του δεύτερου χρόνου του περιοδικού και την επιστροφή στο PCI ανθρώπων όπως οι Tronti, Asor Rosa και Rita Di Leo. Το άρθρο “Ο Λένιν στην Αγγλία” επανεισήγαγε το θέμα του κόμματος – το οποίο ήταν επίσης γνωστό σαν τακτικό ζήτημα- στην ημερήσια διάταξη και κάλεσε τους αγωνιστές να ασχοληθούν και πάλι με τη θεσμική πολιτική. Επίσης εμπλούτισε με το παράδειγμα της “κοινωνίας-εργοστάσιο” τη θεωρητική διαμάχη και δημιούργησε νέες προοπτικές για δράση. Ο Romano Alquati και άλλοι, πιο συγκεκριμένα οι σύντροφοι που ήταν ενεργοί σε πόλεις με ισχυρή εργατική παρουσία (Μιλάνο, Τορίνο, Πόρτο Μαγκρέρα) προσπάθησαν να κατανοήσουν τις δυναμικές της εργατικής τάξης και να προβλέψουν τις στιγμές εξέγερσης και απεργίας προκειμένου να συνδεθούν το ένα με το άλλο. Οι εργατιστές θεωρούσαν πως εργάζονται για την «επανένωση της εργατικής τάξης». Η Classe Operaia ήταν όχι μόνο ένα εξαιρετικό εργαστήριο ιδεών, αλλά έθεσε επίσης σε κίνηση νέες πολιτικές εμπειρίες στις πόλεις με υψηλή συγκέντρωση ακτιβιστών που θα επεκτείνονταν έτσι και σε άλλα περιβάλλοντα. Το 1964 στο Μιλάνο, τα φυλλάδια της Classe Operaia μοιράστηκαν με πολιτικές παρεμβάσεις που κάλυπταν μέχρι και 15 εργοστάσια ταυτόχρονα μεταξύ Μιλάνου, San Giovanni και άλλες περιοχές της περιφέρειας και βοήθησαν να πυροδοτήσουν ξαφνικούς αγώνες στο Innocenti, ένα εργοστάσιο που παρήγαγε λάμπες για  μηχανάκια και αυτοκίνητα, που έκανε τους εργαζομένους να διαδηλώσουν και να εισβάλουν στην πόλη. Το φοιτητικό κίνημα του Trento, σπίτι ενός πανεπιστημίου που ιδρύθηκε το 1965 που έμελλε να γίνει ένα από τα επίκεντρα στους φοιτητικούς αγώνες του '68, συνάντησε τυχαία τον Jimmy Boggs μέσω της Classe Operaia κατά τη διάρκεια μιας υπέροχης συνάντησης (θυμάμαι το χαρούμενο πρόσωπο του Jimmy όταν με αγκάλιασε για την θερμή υποδοχή που έλαβε αυτός και η Grace Lee από τους φοιτητές). Η ομάδα των νέων φιλοσόφων στο πανεπιστήμιο του Μιλάνου, μαθητές του Enzo Paci (Nanni Filippini, Giairo Daghini, Paolo Gambazzi, Guido Neri, Paolo Caruso) και οι φοιτητές ψυχολογίας του Cesare Musatti (όπως ο  Renato Pozzi) είχαν στενές σχέσεις με την Classe Operaia. Για τις καινοτόμες ιδέες του, ο Εργατισμός ασκούσε έλξη στους νέους φιλοσόφους πριν από το ΄68. Πολλοί αρχιτέκτονες, πολεοδόμοι και ειδικοί πάνω στο χώρο όπως ο Alberto Magnaghi  από το Τορίνο (ο οποίος θα γινόταν γενικός γραμματέας της Potere Operaio το 1971) άρχισαν να εισάγουν τις θεματικές του Εργατισμού στις επιστήμες τους. Μέχρι το τέλος της Classe Operaia το 1966, ένας πυρήνας νέων αγωνιστών που επρόκειτο να διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο το ΄68 και τη δεκαετία του '70, είχε σχηματιστεί στη νεότερη γενιά.

 

O Steve Wright δίνει έμφαση σε δύο σημαντικές πτυχές: η συζήτηση για το ρόλο των “τεχνικών” (που θα ήταν αρκετά δημοφιλές στα  φυσικομαθηματικά τμήματα και πολυτεχνεία) και δεύτερον,  τη συμμετοχή Γάλλων και Ιταλών εργατιστών στον Μάη του '68 στη Γαλλία, που ακολουθήθηκε από την έκδοση αρκετών άρθρων που προσέφεραν μια συνολική ανάγνωση της εξέγερσης των εργατών και φοιτητών στο Παρίσι. Η γαλλική εμπειρία  κληροδοτήθηκε και μεσολαβήθηκε από τους εργατιστές στην Ιταλία. Μερικά από τα κενά για λογαριασμό του Wright έχουν να κάνουν με τις δυναμικές που οδήγησαν στην παρέμβαση στη ΦΙΑΤ στο Τορίνο την άνοιξη του '69. Πιθανώς, προκειμένου να ανασυντεθεί με  ακρίβεια αυτό το συμβάν, που αντιπροσώπευσε, αναμφισβήτητα, μέγιστη νίκη για τον Εργατισμό, ο Wright θα χρειαζόταν να είχε πρόσβαση σε ένα ιστορικό υλικό που είναι δυσεύρετο, ειδικότερα τα φυλλάδια που μοιράζονταν στα εργοστάσια (αυτό το υλικό βρισκόταν συνήθως στις προσωπικές συλλογές  μεμονωμένων Εργατιστών, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του κατασχέθηκε και καταστράφηκε κατά τη διάρκεια και μετά το κύμα συλλήψεων του '79). Οι δύο μπροσούρες από την εργατική ομάδα  “Linea di Massa” είχαν επίσης σημαντικό ρόλο. Η πρώτη από αυτές, η “Lotte alle Pirelli” (Οι αγώνες στην Πιρέλι) γράφτηκε βάσει ενός απολογισμού που δόθηκε από έναν από τους ιδρυτές του Comitato di Base για τη Πιρέλι στο Μιλάνο, Raffaello De Mori; Η δεύτερη που ονομαζόταν  “Lotte dei tecnici alla Snam Progetti” (Οι αγώνες των τεχνικών στο/στην Snam Progetti) από το ερευνητικό εργαστήριο της ΕΝΙ (Εnte Νazionale Ιdrocarburi) στο San Donato Milanese, γράφτηκε βάσει ενός απολογισμού από τους τεχνικούς στο Comitato di Base (ΕΝΙ είναι η κρατική βιομηχανία πετρελαίου) που είναι ακόμα ενεργοί στο τομέα αυτό μέχρι σήμερα.  Αυτές οι δύο μπροσούρες μαζί με το περιοδικό  “La Classe” που πρωτοεκδόθηκε τη πρωτομαγίά του '69, ένα μήνα πριν το ξέσπασμα αυθόρμητων αγώνων στη ΦΙΑΤ στο Τορίνο (Ιούνιος-Ιούλιος 1969) αντιπροσώπευε την κορύφωση της παραβολής του ιταλικού εργατισμού. Κατά τη διάρκεια αυτών των σημαντικών χρόνων που καθόρισαν τη μοίρα του επαναστατικού κινήματος στην Ιταλία (1967, 1968, Άνοιξη 1969) το Μιλάνο και τα περίχωρα ήταν τα μέρη που συναντιόνταν οι πιο σημαντικές εμπειρίες∙  από τις ομάδες που αναφέρονταν στη κινεζική επανάσταση (Edizioni Oriente), ένα δικτύο υποστήριξης του αντάρτικου της Νότιας Αμερικής στη Βενεζουέλα, Βολιβία και Περού (Centro Frantz Fanon), στη δημιουργία εκδοτικών οίκων και κέντρων για την ιστορική έρευνα (εκδοτικός οίκος Feltrinelli, βιβλιοθήκη G.G. Feltrinelli, η έκδοση Avanti!), στις συντακτικές ομάδες περιοδικών όπως το  Quaderni Piacentin, το Κέντρο για τη Μελέτη του Λαϊκού Πολιτισμού (Istituto di Martino) και μια ομάδα για τη μελέτη των δημοτικών τραγουδιών (Nuovo Canzoniere Italiano). Οι σφαίρες δράσης αυτών των  πρωτοβουλιών ήταν οι εργατικές οργανώσεις στην αυτοβιομηχανία (Alfa Romeo, Innocenti, O.M., Pirelli, Magneti Marelli), στα χημικά και φαρμακευτικά εργοστάσια (Snia Viscosa, Montecatini, Farmitalia, Carlo Erba), εργοστάσια στη βαριά και ελαφριά βιομηχανία μετάλλου (Siemens, Breda, Falck, T.I.B.B.) στα εργαστήρια της πετρελαϊκής βιομηχανίας ΕΝΙ και στα γραφεία του Olivetti για τον βιομηχανικό σχεδιασμό και εμπορική τέχνη. Στη δεκαετία του ’60 ο εργατισμός είχε, περισσότερό ή λίγότερό, σχέση με όλα αυτά τα μέρη. Μετά το ξέσπασμα των αγώνων στη ΦΙΑΤ (Μάϊος - Ιούνιος 1969) και το κύκλο απεργιών γνωστών ως “Θερμό Φθινόπωρο” (Ιούνιος- Δεκέμβριος 1969) δεν εκπλήσσει ότι στο Μιλάνο βλέπουμε να εμφανίζεται η κρατική τρομοκρατία (12 Δεκεμβρίου 1969 βόμβα στη Piazza Fontana). Μερικές εβδομάδες νωρίτερα είχε συλληφθεί ο Francesco Tolin, διευθυντής της εφημερίδας Potere Operaio.

 

Η ιστορία των εργατιστών στη δεκαετία του '70, αν και εκείνη την εποχή λίγοι από τους συμμετέχοντες όριζαν τους εαυτούς τους ως τέτοιους, είχε μια παράδοξη ανάπτυξη. Από οργανωτική σκοπιά των πολιτικών κινημάτων ο ρόλος τους ήταν μειοψηφικός. Η ίδια η δαιμονοποίηση της Potere Operaio και αργότερα της Autonomia Operaia από τα μίντια, επέτρεψε στον Εργατισμό να επιβιώσει αρκετά πέρα από τις δυνατότητες του. Ο Steve Wright σωστά εντοπίζει την εγγενή θεωρητική και πολιτική αδυναμία της Potere Operaio. Η ομάδα των αγωνιστών, απομονωμένη πλέον από τους εργοστασιακούς αγώνες, περιπλανιόταν χωρίς κατεύθυνση, αναζητώντας νέα σημεία αναφοράς: οι αγώνες των έγχρωμων Αφροαμερικανών και των ανέργων της Νότιας Ιταλίας. Η αποτυχία εύρεσής τους, οδήγησε στην τόνωση του βολονταριστικού και ύστερου Λενινιστικού χαρακτήρα των μαχητικών ενεργειών τους. Η εξέγερση των γυναικών που ξέσπασε μέσα από τις γραμμές της  Potere Operaio και οδήγησε στο σχηματισμό της πρώτης ιταλικής φεμινιστικής ομάδας στη δεκαετία του ’70. Δημιούργησαν μια δικιά τους εφημερίδα με τίτλο Le operaie della casa (οι οικιακές εργάτριες). Η κρίση στο εσωτερικό της οργάνωσης ήταν εμφανής. Αρκετά χρόνια μετά, κάποιος μπορεί να πει ότι η ίδρυση της πολιτικής ομάδας Potere Operaio ήταν μια μεγάλη αναβάθμιση για το τότε πολιτικό κίνημα στην οποία εγώ ήμουν μερικώς συνυπεύθυνος.  Φάνηκε ακόμα πιο πολύ όταν συγκρίνουμε την ένδεια της Potere Operaio με τον ανεξάντλητο πλούτο της διασκορπισμένης εμπειρίας της δεκαετίας του ΄70. Στη δημιουργικότητα και την αισιοδοξία που είχαν προσπαθήσει να γυρίσουν το κόσμο ανάποδα –«να βάλουν το κεφάλι πάνω στα πόδια» δηλαδή, για να αλλάξει η σφραγίδα των πραγμάτων στην εργασία και την καθημερινή ζωή, τονίζοντας τη σημασία τους. Οι οργανώσεις βάσεις στα εργοστάσια, που αναγνωρίστηκαν από τα συνδικάτα, περιελάμβαναν δεκάδες χιλιάδες εργάτες και υπαλλήλους .Οι αγώνες στη υγεία, στα σχολεία, στις μεταφορές καθόρισαν ένα κύκλο που κράτησε για δέκα χρόνια. Έτσι, αντιμετωπίζοντας αυτό, τι σημασία είχαν οι πράξεις μιας μικρής ομάδας, η οποία είχε την αξία να καταστήσει το πνεύμα της εξέγερσης εύφορο ενώ ταυτόχρονα απουσιάζει η ταπεινοφροσύνη της αναγνώρισης της και τη διάλυση σε αυτή την πραγματικότητα, απείρως πλουσιότερη από την ασφυξία στις διακηρύξεις της; Πέρα από μερικούς από μας που έφυγαν μέσα στους πρώτους μήνες, ήταν ο Toni Negri που πρώτος το κατάλαβε αυτό όταν κατόρθωσε να σχηματίσει ένα υπέροχο εργαστήριο σχηματισμού και μετάδοσης των ιδεών που περιστρέφεται γύρω από τη σειρά ‘Materiali Marxisti’ από τις εκδόσεις Feltrinelli. Κείμενα όπως Operai e Stato, Crisi e organizzazione operaia, L'operaio multinazionale κ.α.  άφησαν το στίγμα τους. Θα μπορούσε όμως κανείς να παρατηρήσει ότι η Potere Operaio  επηρέασε έναν αριθμό ατόμων που δε συμμετείχαν σε αυτή και οδήγησε σε ένα ριζοσπαστιμό της σκέψης που δε μπορούσε να βρεθεί πουθενά αλλού. Ήταν ένα “ιδιωτικό” ζήτημα καθώς σε ένα βαθμό το κίνημα συνέχισε μόνο του, χωρίς να έχει ανάγκη τους εργατιστές. Επιπλέον, ο  Steve Wright δεν είχε πρόβλημα να το αναγνωρίσει  πως ξεδιπλωνόταν με δυναμικό τρόπο ο σχηματισμός μιας “πολιτικής τάξης” σαν ένα ξεχωριστό σώμα. Το θέμα της «εξέγερσης στην ημερήσια διάταξη» και η επιστροφή του «μπολσεβικικού» σκηνικού έριξαν την Potere Operaio πίσω πενήντα χρόνια και ήταν άρνηση των ίδιων των συνθηκών του εργατισμού. Εάν είχε παραμείνει στην αριστερά των εξωκοινοβουλευτικών ομάδων, ίσως η Potere Operaio να ήταν ικανή να βρει το δρόμο της αλλά η έναρξη του περίφημου “ένοπλου αγώνα” απο τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και άλλους  σήμανε το τέλος της  Potere Operaio. “Το πιο πολύτιμο μάθημα της δεκατίας του '60 – η προσεκτική μελέτη της συμπεριφοράς της εργατικής τάξης- θυσιάστηκε, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, στην πολιτική ανυπομονησία και σε μια όλο και περισσότερο άκαμπτη εννοιολογική κατασκευή” (σελ. 151).

 

Τα επόμενα δύο κεφάλαια του βιβλίου ασχολούνται εκτενώς με τον Toni Negri και τη θεωρία του για τον κοινωνικό εργάτη καθώς και  για το περιοδικό Primo Maggio. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι, ο συγγραφέας των μαχητικών ενεργειών μιας ομάδας μέσω του οποίου ο  Toni Negri και το περοδικό Rosso προώθησαν την ανάπτυξη των όρων πολιτικής οργάνωσης, με τις δραστηριότητες μιας ομάδας είδε τον εαυτό της απλώς σαν μια συντακτική επιτροπή, εξετάζονται σε μεγάλο εύρος. Παρόλα αυτά είναι περιοδικά διαφορετικής αντίληψης γιατί βασίζονταν και ξεπήδησαν μέσα από διαφορετικές και αποκλίνουσες πολιτικές αφετηρίες.  Αυτή είναι μια επιλογή που, με μια πρώτη ματιά, μπερδεύει και δεν είναι σίγουρο  αν ο αναγνώστης θα καταφέρει να το κατανοήσει  διαβάζοντας την αναδόμηση του Steve Wright.

Το κεφάλαιο για τον Toni Negri καλύπτει επαρκώς την ανάγκη να καταλάβουμε τι ήταν η Autonomia Operaia τόσο σαν πολιτική μορφή όσο και σαν επαναστατική θεωρία. Παρόλα αυτά είναι απαραίτητο να γίνει σαφής διαχωρισμός μεταξύ του σταδίου της κύησης αυτής της νέας τάσης (1973-1975) και τη στιγμή που η τάση συναντά ένα «νέο» κίνημα, το πρώτο μετά το κίνημα του '68, που αποτελείται από μια διαφορετική γενιά σε αντίθεση με αυτή δέκα χρόνια πριν. Η σχέση μεταξύ του περιοδικού Rossο και το κίνημα του 1977 (όπως ονομάστηκε, επειδή αυτό το  έτος εξερράγη στην Ιταλία) είναι ίδια όπως αυτή της Classe Operaia και του κινήματος του '68. Μια νέα οργανωτική δομή στήθηκε στην Πάντοβα και στα περίχωρα της που οφείλεται εν μέρει στις στάχτες της Potere Operaio και εν μέρει στη γενιά αγωνιστών που μεγάλωσε μετά το 1968. Η δομή αυτή αποκαλούσε τον εαυτό της Autonomia Operaia αλλά στη πραγματικότητα αποτελείτο από φοιτητές και νεαρούς προλετάριους. Παρόμοιες ομάδες είχαν στηθεί και σε άλλες πόλεις, εν μέρει από τις στάχτες εξωκοινοβουλευτικών ομάδων και εν μέρει από τη νέα γενιά. Ωστόσο, παρά τη φυλάκιση σχεδόν όλων των μελών της το 1979-80 και 1981 (όσοι δεν συνελήφθησαν έφυγαν στην εξορία) η ομάδα της Πάντοβα (και στη συνέχεια της Mestre και Βενετίας) παρέμεινε η ισχυρότερη και μεγαλύτερης διάρκειας,  δημιούργησε το έδαφος που αντιπροσωπεύει ακόμα  και σήμερα μια από τις ισχυρότερες πραγματικότητες του ιταλικού κινήματος, ένα κίνημα  που έχει αλλάξει ριζικά τη φύση του κατά τη διάρκεια των ετών, ειδικότερα στην άρνηση της βίας και τις ενέργειες της ένοπλης πάλης.

 

Η περίπτωση του Primo Maggio είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Ενώ είναι αλήθεια  ότι οι ιδρυτές του ήταν μέλη της Potere Operaio (Lapo Berti, Franco Gori, Andrea Battinelli, Guido de Masi και εγώ), ήταν τυπικό η τοποθέτηση του μέσα σε ένα δίκτυο πρωτοβουλιών αυτο-οργάνωσης «στην υπηρεσία του κινήματος» (a servizio del movimento). Το βιβλιοπωλείο του Primo Moroni, Calusca, στο Μιλάνο ήταν ό,τι πιο αυθεντικό και σημαντικό για αυτές τις πρωτοβουλίες. Αν το Primo Maggio δεν είχε ενταχθεί σε αυτό το δίκτυο, δε θα είχε κερδίσει ποτέ μια τέτοια επιρροή -επιρροή που ακόμη σήμερα αναγνωρίζεται. Από αυτή τη σκοπιά σωστά ο Wright τοποθετεί το περιοδικό στην παράδοση του ιταλικού εργατισμού. Στην πραγματικότητα, ενώ το Primo Maggio αναγνωρίζει ρητά τον εαυτό του σε αυτή την εμπειρία και υποστήριξε ανοιχτά τη συνέχεια με αυτό, για τον Negri, ο Εργατισμός είχε ήδη πεθάνει το 1973 και η ιστορία του ολοκληρώθηκε με το τέλος της Classe Operaia. Το Primo Maggio ήταν επίσης ικανό να παράγει  ενδιαφέρον, νέο και μακρόπνοο υλικό στις αναλύσεις του οικονομικού κεφαλαίου, του κράτος πρόνοιας, ιστορίας και την ταξικής σύνθεσης γιατί η συντακτική του ομάδα αποτελείτο από συντρόφους που διέφεραν σε ηλικία και εμπειρία από αυτή του “κλάσικου Εργατισμού” όπως οι Cesare Bermani, Bruno Cartosio, Marco Revelli, Christian Marazzi and Marcello Messori.

 

Η βασική διαφορά ανάμεσα στο Primo Maggio και την Autonomia Operaia και ο λόγος που φαίνεται λάθος και αποπροσανατολιστικό να τοποθετήσουμε και τα δύο μαζί στο ίδιο καλάθι έγκειται στην αντίληψη  του ρόλου τους ως διανοούμενοι. Στο Primo Maggio στοχεύαμε να αλλάξουμε τους κανόνες της θέσης των επιστημών,  ενδιαφερθήκαμε για την καινοτομία στους τομείς της μεθοδολογίας της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, των οικονομικών και της πολιτικής επιστήμης. Νιώθαμε ότι βρισκόμασταν πολύ κοντά με περιοδικά όπως το Sapere, που είχαν ένα παρόμοιο ρόλο στο  επιστημονικό πεδίο (φυσική, ιατρική κ.α.) αλλά, καθώς δε βλέπαμε τους εαυτούς μας σαν τους νέους Μπροντέλ, Αϊνσταϊν ή Βεμπερ, πιστεύαμε, όπως οι σύντροφοι από το Sapere, ότι στο τέλος ο πιο σημαντικός στόχος ήταν η αλλαγή του “κοινωνικού ρόλου” του πανεπιστημιακού λέκτορα, του γιατρού, του φυσικού, του κοινωνιολόγου, του δικηγόρου, του αρχιτέκτονα κ.ο.κ.. Με αυτήν την προϋπόθεση, έπρεπε εξίσου να αλλάξει και ο ρόλος του πολιτικού διανοούμενου: από το να γίνει νέος Λένιν ή νέος Ροβεσπιέρος, στο να γίνει “πάροχος υπηρεσιών” για το αποκεντρωμένο κίνημα, ικανός να προσφέρει στο κίνημα μια καλύτερη κατανόηση του εαυτού του, δημιουργώντας νέες δυνατότητες και ορίζοντες. Αυτός είναι ο λόγος που αντιληφθήκαμε πρόωρα ότι ο φορντικός  τρόπος παραγωγής παρήκμαζε για  να δώσει τη θέση του σε έναν νέο τρόπο παραγωγής που περιελάμβανε εντός του, συγχρόνως στοιχεία ελευθερίας από την εργασιακή διαδικασία, και στοιχεία αυξανόμενης καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

 

O Steve Wright εντοπίζει μερικές σημαντικές πτυχές σε αυτή την πολύπλοκη πορεία (το Primo Maggio ξεκινά το 1973 και καταλήγει το 1986).  Φωτίζει κυρίως την αυθεντικότητα και τον καινοτόμο χαρακτήρα με τον οποίο το Primo Maggio ασχολήθηκε με το πρόβλημα της ιστορίας και της μνήμης, αναμένοντας τον αγώνα πάνω σε ένα θέμα που θα γινόταν εκρηκτικό μερικά χρόνια αργότερα, ως συνέπεια της επίθεσης του ιστορικού ρεβιζιονισμού.

 

Στο τελευταίο κεφάλαιο, «Η κατάρρευση του εργατισμού», ο Wright αναλύει τη στάση της Autonomia Operaia και της ομάδας του Primo Maggio ως προς το κίνημα του 1977.  Αυτή ήταν και η τελευταία προσπάθεια μιας πολιτικής γενιάς που γεννήθηκε τη δεκαετία του 1960 να κρατηθεί στα γεγονότα. Αγωνίστηκε για να το καταφέρει αυτό αλλά, ξαναδιαβάζοντας τι γράψαμε έπειτα, το έκανε με αξιοπρέπεια. Εντούτοις, τα γεγονότα έτρεχαν πολύ γρήγορα και τελικά μας ξεπέρασαν. Το 1978, η απαγωγή του Aldo Moro από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες άλλαξε εντελώς τη διάθεση μέσα στις ομάδες της Autonomia Operaia, οι οποίες αισθάνθηκαν να συνθλίβονται ανάμεσα στο κράτος, από τη μια μεριά, που αναδιοργανώθηκε για να αντιμετωπίσει την τρομοκρατική απειλή και, από την άλλη, από διάφορες ένοπλες ομάδες που συνέχιζαν “να ανεβάζουν τον πήχη”. Το 1979 ο Toni Negri και όλοι οι σύντροφοι που συμμετείχαν στην Potere Operaio μέχρι το 1973, είχαν συλληφθεί και άλλοι διέφυγαν στο εξωτερικό (μερικοί είναι ακόμα σε εξορία). Το φθινόπωρο του 1980 η ΦΙΑΤ επέβαλε μαζικές απολύσεις και μια απεργία διάρκειας 35 ημερών εγκαινίασε έναν απίστευτο αγώνα που τελείωσε με την πιο πικρή και βαθιά ήττα των εργατών από την δεκαετία του '50. Για να δώσουμε μια εικόνα της τραγικής φύσης της ήττας για τους εργάτες της ΦΙΑΤ, αρκεί να πούμε  πως τους μήνες που ακολούθησαν καταγράφτηκαν περισσότερες από εκατό αυτοκτονίες. Περίπου 5.000 αγωνιστές του κινήματος συνελήφθησαν ή αναγκάστηκαν να διαφύγουν στο εξωτερικό, 1.000 από αυτούς καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης κατά μέσο όρο  άνω των δέκα ετών. Ο Wright, αντί να δίνει έμφαση σε αυτά τα γεγονότα τα οποία είναι γνωστά και επαρκώς παρόντα στη λογοτεχνία, επικεντρώνεται με λεπτομέρεια στις δυναμικές που οδήγησαν στην τελευταία ταξική διαμάχη της ΦΙΑΤ (1978-1980) στο κεφάλαιο που έχει το τίτλο “Η οικογένεια Gasparazzo πηγαίνει στη ΦΙΑΤ”. Αυτό ήταν επίσης το θέμα της τελευταίας “έρευνας” του εργατισμού στη ΦΙΑΤ.

 

Στο σύντομο συμπέρασμα του, o Wright απαριθμεί τις αδυναμίες του εργατισμού, οι οποίες είναι στη βάσης της ύπαρξης του σαν πολιτική θεωρία στο σήμερα: «Η πρώτη από αυτές συνίσταται στην τάση του εργατισμού για ευρείες (σφαιρικές) κατηγορίες που και στην επιδίωξη να εξηγηθούν όλα, πολύ συχνά  διευκρινίζονταν ελάχιστα [...] μια ακόμη από τις πιο προφανείς αδυναμίες του ιταλικού εργατισμού...  ήταν μια πάρα πολύ στενή προσκόλληση πάνω σε αυτό που ο Μαρξ όρισε σαν άμεση διαδικασία παραγωγής, σαν απαραίτητη πηγή εμπειρίας και αγώνα για την εργατική τάξη» (σελ. 225). Η τρίτη αδυναμία είναι η “πολιτική ανυπομονησία”. Δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε μαζί του, ακόμα και αν και είναι εξίσου αλήθεια, όπως γράφει αργότερα, παραθέτοντας ένα Άγγλο και έναν Ιταλό σύντροφο, ότι «τα ερωτήματα που τέθηκαν τότε, δύο δεκαετίες πριν, αρνούνται πεισματικά να απομακρυνθούν» και ότι, «ο καλύτερος τρόπος για την υπεράσπιση του εργατισμού σήμερα είναι να προχωρήσουμε πέρα από αυτόν» (σελ. 227).

 

Οφείλουμε να έρθουμε σε ένα συμπέρασμα για αυτή τη βιβλιοκριτική που είναι επίσης και ένας προσωπικός απολογισμός. Η αξία του βιβλίου του  Wright είναι ότι καταλαβαίνει το πνεύμα (και το γράμμα) των κειμένων του εργατισμού, το οποίο δεν είναι εύκολο έργο για έναν αλλοδαπό. Δεν είναι λιγότερο σημαντική, η δυνατότητα να τοποθετήσει αυτά τα γραπτά σε σχέση με τα γεγονότα που τα καθόρισαν, καθώς και να αναγνωρίσει το βάθος και την πολυπλοκότητα των συλλογισμών του εργατισμού και, με αυτόν τον τρόπο, σπάζοντας την παράδοση εντός της οποίας ο Εργατισμός είτε δυσφημήθηκε είτε εξιδανικεύτηκε, χωρίς σοβαρή ενασχόληση με την ουσία του. Για αυτά και μόνο, όλοι οι εργατιστές οφείλουν να είναι ευγνώμονες στον Wright. Υπάρχουν προφανώς πολλά κενά, ειδικά στους απολογισμούς του κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου του Εργατισμού, αλλά αυτό είναι κατανοητό δεδομένου ότι πολύ λίγα επέζησαν υπό τη μορφή γραπτών αποδείξεων των πλούσιων αρθρώσεων των εμπειριών του κινήματος στην Ιταλία στη δεκαετία του '70, και ό,τι έχει επιζήσει σαν περιγραφή είναι είτε πολύ υποκειμενικό είτε πολύ σχηματικό. Ενώ από τη μία πλευρά οι διαστρεβλώσεις αφθονούν, από την άλλη δεν υπάρχουν γραπτές ιστορίες της δεκαετίας του '70 στην Ιταλία και ως εκ τούτου η επίσημη εκδοχή που δηλώνει ότι ήταν απλά “τα χρόνια του μολυβιού”  τείνει να σκεπάσει τα πάντα.. Ούτε ήταν ο Steve Wright ικανός να συμβουλευτεί  τις περίπου πενήντα συνεντεύξεις εργατιστών της δεκαετίας του '60 που πραγματοποιήθηκαν από τους σπουδαστές του Romano Alquati, αγωνιστές της νέας χιλιετίας.  Ήταν ένα παράξενο γεγονός και μας εξέπληξε όλους, δεδομένου ότι ανάμεσα μας υπήρξαν άνθρωποι που δεν είχαν μιλήσει ούτε είχαν άλλες προσωπικές σχέσεις μεταξύ τους σε οποιοδήποτε επίπεδο για πολλά χρόνια -τόσο αποκλίνουσες ήταν οι ατομικές μας πορείες.

 

Μια μέρα, το 2000, χωρίς να αρνούνται το παρελθόν τους, αν και κριτικοί των εμπειριών τους, συμφώνησαν να αναγνωρίσουν στον εαυτό τους μια κοινή παράδοση. Αυτό εμφανίζεται στο Futuro Anteriore. Dai `Quaderni Rossi' ai movimenti globali: ricchezze e limiti dell'operaismo italiano, επιμέλεια από τους Guido Borio, Francesca Pozzi, Gigi Roggero και εκδόθηκε από το DeriveApprodi το Φλεβάρη του 2002, με το CD των συνεντεύξεων, ένα βιβλίο που απαιτεί μια κριτική από μόνο του αν το επέτρεπε ο χώρος -τον οποίον έχουμε ήδη καταχραστεί-. Θα έπρεπε να μας ξαφνιάζει ότι οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου είναι ανάμεσα σε αυτούς που συνεισφέρουν σημαντικά στο σχηματισμό των μελών των «νέων κινημάτων» που ξεκίνησε στο Σιάτλ και στη Γένοβα (βλ. www.conricerca.it); Ο σπόρος του εργατισμού μπορεί να είναι ακόμα γόνιμος, ακριβώς σε μια στιγμή όταν -εκδίκηση της ιστορίας!- η ΦΙΑΤ καταρρέει, κατεστραμμένη  από μια ανάρμοστη και ανεύθυνη διαχείριση και μαραζωμένη από μια παθητική και κατώτερη των περιστάσεων εργατική δύναμη, συνεργό μιας πολιτικής και συνδικαλιστικής Αριστεράς, που με το χέρι βοηθείας των κεντροαριστερών κυβερνήσεων ώθησαν στο άκρο την ' financialisation'  της οικονομίας, αρκούμενη σε μικρές ανταμοιβές με τις στρατηγικές αποφάσεις της ιταλικής οικονομικής ελίτ.  Η ΦΙΑΤ βγήκε μετά από δέκα χρόνια ταξικών συγκρούσεων (1969-1980) γεμάτη από καινοτόμες ενέργειες. Τώρα, μετά από εικοσιδύο χρόνια κοινωνικής ειρήνης (1980-2002), διαλύεται σε κομμάτια. Οι εργατιστές δεν είπαν ότι οι αγώνες της εργατικής τάξης επιταχύνουν την καπιταλιστική ανάπτυξη;

 

Θα ήθελα να καταλήξω σε μια ερώτηση που θα ενδιαφέρει αυτούς, αν υπάρχουν,  που θα αναλάβουν στο μέλλον την ιστορία του εργατισμού. Είναι δυνατό να εφαρμοστεί η κατηγορία της συνέχειας  (continuity) σε αυτό το κίνημα. Η συνέχεια δεν ανήκει στις παραδοσιακές μεθόδους γραφής της ιστορίας; Δεν είναι κατάλληλη για την ιστορία των δυναστειών και των κομμάτων; Αυτοί που, από την αρχή, τοποθετούσαν τον εαυτό τους έξω από την προοπτική ενός κόμματος, που θεωρούσαν την επανάσταση σαν μια πηγή ζωτικότητας αντί ενός γεγονότος έχουν το δικαίωμα στη συνέχεια, πρέπει να υποβληθούν σε αυτήν;  Ίσως η εξερεύνηση στις μεθόδους της ιστορίας και της εργασίας του ιστορικού, που ξεκίνησε με το Primo Maggio και ανακτήθηκε τη δεκαετία του 1990 από το περιοδικό Altre Ragioni και στη συνέχεια από το LUMHI (Libera Università di Milano e del Suo Hinterland) -ένα σχέδιο που ακόμη γεννιόταν, αλλά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί και μπορεί να προορίζεται  για την επανεμφάνιση στο νέο ιταλικό πολιτικό κλίμα

 



* Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε αρχικά στο Sozial.Geschichte. Zeitschrift für historische Analyse des 20. und 21. Jahrhunderts.  Heft 3. 2003. Bern: Peter Lang, 2003. S. 132-147

 

Μεταφράστηκε στα αγγλικά από την Arianna Bove

 

Για τις ανάγκες της ελληνικής μετάφρασης χρησιμοποιήθηκε τόσο το αγγλικό κείμενο όσο και το γερμανικό πρωτότυπο, με έμφαση στο τελευταίο.

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης