Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Επισφαλής εργασία, μια φεμινιστική ματιά

Ιστορία και προέλευση της επισφαλούς και άυλης εργασίας

 

Η πρώτη µου θέση είναι ότι σίγουρα το θέµα της επισφάλειας πρέπει να είναι στην πολιτική ατζέντα µας. Η σχέση µας µε τη µισθωτή εργασία γίνεται πιο ασυνεχής, και εποµένως είναι κρίσιµη µια συζήτηση σε σχέση µε την επισφαλή εργασία για να κατανοήσουµε πώς θα υπερβούµε τον καπιταλισµό. Οι θεωρίες που αναπτύσσω αφορούν βασικές πτυχές των εξελίξεων που έχουν πραγµατοποιηθεί στην οργάνωση της εργασίας, και µας φέρνουν επίσης πίσω σε µια ανδροκεντρική αντίληψη της εργασίας και του αγώνα.

Μια σηµαντική υπόθεση της θεωρίας των ιταλών αυτόνοµων σε σχέση µε την επισφαλή εργασία είναι ότι η επισφαλιοποίηση, από τα τέλη της δεκαετίας '70 µέχρι σήµερα, είναι η καπιταλιστική απάντηση στον αγώνα της δεκαετίας του '60, που έβαζε κεντρικά την άρνηση της εργασίας, όπως εκφραζόταν στο σύνθηµα "περισσότερα χρήµατα λιγότερη δουλειά". Ήταν µια απάντηση σε έναν κύκλο αγώνων που συγκρούστηκε µε την εργασία, πραγµατοποιώντας από µία άποψη την άρνηση των εργαζοµένων στην πειθαρχία, άρνηση µιας ζωής που οργανώθηκε από τις ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής, µια ζωής που ξοδεύτηκε σε ένα εργοστάσιο ή σε ένα γραφείο.

Ένα άλλο σηµαντικό θέµα είναι ότι η επισφαλιοποίηση της εργασίας έχει ρίζες και στην αναδιάρθρωση της παραγωγής που ξεκίνησε από τη δεκαετία του '80. Είναι το πέρασµα από τη βιοµηχανική εργασία σε αυτό που οι Negri και Virno αποκαλούν «άυλη εργασία». Ο Negri και οι άλλοι έχουν υποστηρίξει ότι η αναδιάρθρωση της παραγωγής ως απάντηση στους αγώνες της δεκαετίας του '60 έχει αρχίσει µια διαδικασία µε την οποία η βιοµηχανική εργασία πρόκειται να αντικατασταθεί από µια διαφορετικού τύπου, µε τον ίδιο τρόπο όπως η βιοµηχανική αντικατέστησε τη γεωργική εργασία. Καλούν το νέο τύπο της εργασίας «άυλη εργασία» επειδή υποστηρίζουν ότι µε τον υπολογιστή και την πληροφοριακή επανάσταση η κυρίαρχη µορφή εργασίας έχει αλλάξει. Σαν τάση, η κυρίαρχη µορφή εργασίας είναι αυτή που δεν παράγει υλικά αντικείµενα, αλλά πληροφορίες, ιδέες και σχέσεις.

Με άλλα λόγια, η βιοµηχανική εργασία γίνεται τώρα λιγότερο σηµαντική και δεν αποτελεί τη µηχανή της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Στη θέση της βρίσκουµε την «άυλη εργασία», που είναι στην ουσία της πολιτιστική, γνωστική και πληροφοριακή.

Οι ιταλοί αυτόνοµοι θεωρούν ότι η εργασιακή επισφάλεια και η εµφάνισης της άυλης εργασίας εκπληρώνει την πρόβλεψη που έκανε ο Marx στο Grundisse σε ένα γνωστό απόσπασµα για τις µηχανές. Σύµφωνα µε το απόσπασµα αυτό, κατά την εξέλιξη του καπιταλισµού όλο και λιγότερο η καπιταλιστική παραγωγή στηρίζεται στην ζωντανή εργασία και όλο και περισσότερο στην επιστήµη, τη γνώση και την τεχνολογία που συσσωρεύεται στη διαδικασία παραγωγής.

Ο Virno και ο Negri βλέπουν τη µετατόπιση στην επισφαλή εργασία ως πραγµατοποίηση αυτής της πρόβλεψης. Κατά συνέπεια, η σηµασία της γνωστικής εργασίας και της ανάπτυξης της πληροφοριακής εργασίας βρίσκεται στο γεγονός ότι είναι ένα τµήµα µιας ιστορικής τάσης του καπιταλισµού προς τη µείωση της εργασίας.

Η επισφάλεια της εργασίας εδράζεται στις νέες µορφές παραγωγής. Πιθανώς, η µετατόπιση στην άυλη εργασία δηµιουργεί επισφάλεια επειδή η δοµή της γνωστικής εργασίας είναι διαφορετική από αυτήν της βιοµηχανικής, ζωντανής εργασίας. Η γνωστική και πληροφοριακή εργασία στηρίζεται λιγότερο στη συνεχή φυσική παρουσία του εργαζοµένου σε αυτό που ήταν ο παραδοσιακός εργασιακός χώρος. Οι ρυθµοί της εργασίας είναι πολύ περισσότεροι ρευστοί και ασυνεχείς.

Η ανάπτυξη της επισφαλούς εργασίας και η µετατόπιση στην άυλη εργασία δεν είναι για τον Negri και τους άλλους αυτόνοµους µαρξιστές ένα απολύτως αρνητικό φαινόµενο. Αντίθετα, την βλέπουν ως εκφράσεις µιας τάσης µείωσης της εργασίας και της εκµετάλλευσης, ως αποτέλεσµα της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε απάντηση του ταξικού ανταγωνισµού. Αυτό σηµαίνει ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάµεων σήµερα µας δίνει ήδη µια αναλαµπή ενός κόσµου στον οποίο η εργασία µπορεί να ξεπεραστεί.

Οι αυτόνοµοι µαρξιστές θεωρούν επίσης ότι αυτή η ανάπτυξη δηµιουργεί ένα νέο είδος «κοινού τόπου» λόγω του γεγονότος ότι η άυλη εργασία αντιπροσωπεύει πιθανώς µία µετάβαση στην κοινωνικοποίηση και την οµογενοποίηση της εργασίας. Η ιδέα είναι ότι οι διαφορές µεταξύ των τύπων εργασίας που ήταν παλιότερα πολύ σηµαντικοί (παραγωγική/αναπαραγωγική εργασία π.χ. η γεωργική/βιοµηχανική, «συναισθηµατική εργασία») ελαττώνεται, καθώς όλες οι εργασίες αφοµοιώνονται και ενσωµατώνουν την γνωστική εργασία. Επιπλέον, όλες οι δραστηριότητες εντάσσονται όλο και περισσότερο στην καπιταλιστική ανάπτυξη και όλες εξυπηρετούν τη διαδικασία συσσώρευσης, καθώς η κοινωνία γίνεται ένα απέραντο εργοστάσιο. Έτσι κατά συνέπεια, η διάκριση µεταξύ της παραγωγικής και µη παραγωγικής εργασίας εξαφανίζεται επίσης.

Αυτό σηµαίνει ότι ο καπιταλισµός όχι µόνο µας οδηγεί πέρα από την εργασία, αλλά δηµιουργεί τους όρους για τη «συλλογικοποίηση» της εργασιακής εµπειρίας µας. Αντιλαµβανόµαστε γιατί αυτές οι θεωρίες έχουν γίνει δηµοφιλείς. Έχουν εκείνα τα ουτοπικά στοιχεία που είναι ιδιαίτερα ελκυστικά για τους γνωστικούς εργαζόµενους, τους cognitariat όπως τους αποκαλούν ο Negri και µερικοί ιταλοί ακτιβιστές. Με τη νέα θεωρία ένα νέο λεξιλόγιο έχει εφευρεθεί. Αντί του προλεταριάτου έχουµε το cognitariat. Αντί της εργατικής τάξης, έχουµε το «πλήθος», πιθανώς επειδή η έννοια του πλήθους αποκαλύπτει την ενότητα που δηµιουργείται από τη νέα κοινωνικοποίηση της εργασίας. Για όλες τις µορφές εργασίας ενσωµατώστε τα στοιχεία της γνωστικής εργασίας, της πληροφοριακής εργασίας και ούτω καθ' εξής.

Αυτή η θεωρία έχει κερδίσει πολλή δηµοτικότητα, λόγω της πληθώρας νέων ακτιβιστών, που µετά από τόσα χρόνια σχολείου και πτυχίων δουλεύουν σε επισφαλείς θέσεις. Οι θεωρίες είναι πολύ δηµοφιλείς επειδή θεωρούν ότι παρά τη δυστυχία και την εκµετάλλευση, κινούµαστε προς ένα υψηλότερο επίπεδο παραγωγής και κοινωνικών σχέσεων. Αυτό είναι µια γενίκευση των εργαζοµένων του οκταώρου που βλέπουν αυτή τη ρουτίνα ως φυλακή. Βλέπουν την επισφάλεια ως κάτι που θα τους δώσει νέες δυνατότητες, τις οποίες οι γονείς τους δεν είχαν. Οι νέοι άντρες σήµερα για παράδειγµα δεν είναι τόσο πειθαρχηµένοι όσο οι γονείς τους, που περίµεναν ότι η σύζυγός ή η σύντροφός τους θα εξαρτώταν οικονοµικά από αυτούς. Τώρα µπορούν να βασιστούν στις κοινωνικές σχέσεις που περιλαµβάνουν την πολύ λιγότερη οικονοµική εξάρτηση. Επίσης οι περισσότερες γυναίκες έχουν αυτόνοµη πρόσβαση στο µισθό και αρνούνται συχνά να κάνουν παιδιά.

Έτσι αυτή η θεωρία είναι ελκυστική για τη νέα γενιά, οι οποία παρά τις δυσκολίες της επισφάλειας βλέπει σ' αυτήν ορισµένες δυνατότητες. Θέλουν να αρχίσουν από εκεί. Δεν ενδιαφέρονται για έναν αγώνα για την πλήρη απασχόληση. Αλλά υπάρχει επίσης µια διαφορά εδώ µεταξύ της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Στην Ιταλία π.χ. υπάρχει µεταξύ του κινήµατος το αίτηµα του εγγυηµένου εισοδήµατος. Το καλούν «flexicurity». Είµαστε, λένε, χωρίς δουλειά, είµαστε επισφαλείς γιατί το κεφάλαιο έτσι µας χρειάζεται, οπότε πρέπει να πληρώσουν για αυτό. Έχουν υπάρξει διάφορες κινητοποιήσεις για το εγγυηµένο εισόδηµα, ειδικά την 1η Μαΐου. Στο Μιλάνο, την φετινή πρωτοµαγιά, υπήρχε και η φιγούρα του «Άγιου Πρεκάριου», του προστάτη των επισφαλών εργαζοµένων. Η ειρωνική αυτή φιγούρα υπάρχει σε πολλές κινητοποιήσεις που αφορούν το θέµα της επισφάλειας.

 

Κριτική της επισφαλούς εργασίας

 

Θα συνεχίσω µε µια κριτική αυτών των θεωριών, µια κριτική από µια φεµινιστική σκοπιά. Η κριτική αυτή, δεν έχει σκοπό να απαξιώσει τη σηµασία των θεωριών αυτών. Έχουν εµπνευστεί µέσα από έντονη πολιτική οργάνωση και προσπαθούν να κατανοήσουν τις αλλαγές που έχουν πραγµατοποιηθεί στην οργάνωση της εργασίας, η οποία έχει επηρεάσει όλη µας τη ζωή. Στην Ιταλία, τα τελευταία χρόνια, η επισφαλής εργασία είναι µια από τις κύριες κατευθύνσεις του κινήµατος µαζί µε τον αγώνα για τα δικαιώµατα των µεταναστών.

Δεν θέλω να απαξιώσω τη δραστηριόητα που πραγµατοποιείται γύρω από τα ζητήµατα της επισφάλειας. Σαφώς, αυτό που βλέπουµε την τελευταία δεκαετία είναι µια νέα µορφή αγώνα. Ένα νέο είδος οργάνωσης πραγµατοποιείται, έξω από τα όρια του παραδοσιακού εργασιακού χώρου. Όπου ο εργασιακός χώρος ήταν το εργοστάσιο ή το γραφείο, βλέπουµε τώρα µια µορφή αγώνα που βγαίνει έξω από το εργοστάσιο, στο "έδαφος", συνδέοντας διαφορετικές θέσεις εργασίας, οικοδοµώντας νέα κινήµατα. Οι θεωρίες της επισφαλούς εργασίας προσπαθούν να αποτελέσουν τις πτυχές της καινοτοµίας στην οργάνωση της εργασίας και της προσπάθειας να γίνουν κατανοητές οι µορφές οργάνωσης.

Αυτό είναι πολύ σηµαντικό, αν και συγχρόνως, η επισφαλής εργασία έχει σοβαρές ελλείψεις όπως προηγουµένως υπαινίχτηκα. Θα περιγράψω και θα συζητήσω έπειτα το θέµα των εναλλακτικών λύσεων.

Η πρώτη κριτική µου είναι ότι αυτή η θεωρία στηρίζεται σε µια λανθασµένη κατανόηση για το πώς λειτουργεί ο καπιταλισµός. Θεωρεί ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη κινείται προς υψηλότερες µορφές παραγωγής και εργασίας. Στο Πλήθος, οι Negri και Hardt γράφουν ότι η εργασία γίνεται περισσότερο «ευφυής». Το αποτέλεσµα είναι ότι η καπιταλιστική οργάνωση και ανάπτυξη δηµιουργούν ήδη τους όρους για την εξάλειψη της εκµετάλλευσης. Πιθανώς, σε κάποιο σηµείο, ο καπιταλισµός που δίνει συνοχή αυτή τη στιγµή στην κοινωνία θα διαρραγεί και οι δυνατότητες που έχουν δηµιουργηθεί µέσα σε αυτήν θα ελευθερωθούν. Υπάρχει µια υπόθεση ότι αυτή η διαδικασία είναι ήδη ορατή στην παρούσα οργάνωση της παραγωγής. Κατά την άποψή µου, αυτό είναι µια παρανόηση των αποτελεσµάτων της αναδόµησης που παράγεται από την κεφαλαιοκρατική παγκοσµιοποίηση και τη νεοφιλελεύθερη στροφή.

Αυτό που οι Negri και Hardt δεν βλέπουν είναι ότι το τεράστιο τεχνολογικό άλµα που ήταν αναγκαίο για το µετασχηµατισµό της εργασίας έχει πληρωθεί µε κόστος την τεράστια αύξησης της εκµετάλλευσης σε άλλα σηµεία της παραγωγικής διαδικασίας. Υπάρχει µια συνέχεια µεταξύ του εργαζοµένου στο χώρο της τεχνολογίας και του εργαζοµένου στο Κονγκό που σκάβει για κοβάλτιο µε τα χέρια του, προσπαθώντας να επιζήσει µέσα στην εκµετάλλευση, από τους επαναλαµβανόµενους κύκλους της διαρθρωτικής προσαρµογής και κλοπής των φυσικών πόρων και του εδάφους του.

Η θεµελιώδης αρχή είναι ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη είναι µια διαδικασία που συγχρόνως εµπεριέχει και µια διαδικασία υπανάπτυξης. Η Maria Mies το περιγράφει εύγλωττα στην εργασία της: «Αυτό που εµφανίζεται ως ανάπτυξη σε ένα µέρος του καπιταλιστικού κόσµου είναι υπανάπτυξη σε ένα άλλο µέρος».

Αυτή η σύνδεση αγνοείται παντελώς από αυτή τη θεωρία. Στην πραγµατικότητα ολόκληρη η θεωρητική ανάλυση ισχυρίζεται ότι η διαδικασία της εργασίας µας φέρνει κοντά. Όταν οι Negri και Hardt λένε «να γίνουν κοινά» τα της εργασίας και χρησιµοποιούν την έννοια του πλήθους για να δείξουν το νέο κοµουναλισµό που χτίζεται µέσω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάµεων, πιστεύω ότι είναι τυφλοί σε ένα µεγάλο µέρος αυτού που συµβαίνει µε το παγκόσµιο προλεταριάτο.

Είναι τυφλοί όταν δεν βλέπουν την καταστροφή της ζωής και του οικολογικού περιβάλλοντος. Δεν βλέπουν ότι η αναδιάρθρωση της παραγωγής έχει στοχεύσει στην αναδόµηση των εργασιακών σχέσεων, παρά στην εξάλειψή τους. Η ιδέα ότι η ανάπτυξη του µικροτσίπ δηµιουργεί τις νέες αστικές τάξεις είναι παραπλανητική. Ο κοινοτισµός µπορεί µόνο να είναι µόνο προϊόν του αγώνα, και όχι της καπιταλιστικής παραγωγής.

Μια από τις κριτικές µου στους Negri και Hardt είναι ότι θεωρούν την καπιταλιστική οργάνωση της εργασίας ως έκφραση µιας υψηλότερης ορθολογιστικής ικανότητας και ότι αυτή η ανάπτυξη είναι απαραίτητη για να δηµιουργήσει τους υλικούς όρους για τον κοµµουνισµό. Αυτή η πεποίθηση είναι στο κέντρο της θεωρίας της επισφαλούς εργασίας. Θα µπορούσαµε να συζητήσουµε εδώ εάν αντιπροσωπεύει τη σκέψη του Marx. Βεβαίως το κοµµουνιστικό µανιφέστο µιλά για τον καπιταλισµό µε τέτοιους όρους όπως επίσης και µερικά κεφάλαια του Grundrisse. Αλλά δεν είναι σαφές ότι αυτό ήταν ένα κυρίαρχο θέµα στην εργασία του Marx, όχι τουλάχιστον στο Κεφάλαιο.

 

Επισφαλής Εργασία και Αναπαραγωγική εργασία

 

Άλλη µια κριτική που κάνω ενάντια στην θεωρία της επισφαλούς εργασίας είναι το ότι παρουσιάζει τον εαυτό της σε ουδέτερο γένος. Υποθέτει πως η αναδιοργάνωση της παραγωγής δεν σχετίζεται µε τις σχέσεις εξουσίας και τις ιεραρχίες που υπάρχουν µέσα στην εργατική τάξη βάσει της φυλής, του φύλου και της ηλικίας, και εποµένως δεν ενδιαφέρεται για την εξέταση αυτών των σχέσεων εξουσίας. Δεν έχει τα θεωρητικά και πολιτικά εργαλεία για να σκεφτεί πώς να αντιµετωπίσει αυτά τα ζητήµατα. Δεν υπάρχει καµία συζήτηση στους Negri, Virno και Hardt για το πώς ο µισθός χρησιµοποιούνταν και συνεχίζει να χρησιµοποιείται στην οργάνωση αυτών των διαχωρισµών και πώς εποµένως πρέπει να προσεγγίσουµε τον αγώνα για µισθό έτσι ώστε να πάψει να αποτελεί αιτία περαιτέρω διαχωρισµών, αλλά αντ' αυτού να µας βοηθήσει να τους ξεπεράσουµε. Για µένα αυτό είναι ένα από τα πρωτεύοντα ζητήµατα που πρέπει να εξετάσουµε µέσα στο κίνηµα.

Η έννοια του "πλήθους" προτείνει ότι οι διαχωρισµοί µέσα στην εργατική τάξη δεν υφίστανται πλέον ή ότι πλέον δεν είναι πολιτικά σχετικοί. Αλλά αυτό είναι προφανώς µια ψευδαίσθηση. Μερικές φεµινίστριες έχουν επισηµάνει ότι η επισφαλής εργασία δεν είναι ένα νέο φαινόµενο. Οι γυναίκες είχαν πάντα µια αβέβαιη σχέση µε την εργασία. Αλλά αυτή η κριτική οδηγεί αρκετά µακριά.

Η ανησυχία µου είναι ότι η θεωρία της επισφαλούς εργασίας του Negri αγνοεί ή παρακάµπτει, µια από τις σηµαντικότερες συνεισφορές της φεµινιστικής θεωρίας και του φεµινιστικού αγώνα, η οποία είναι ο επαναπροσδιορισµός της εργασίας και η αναγνώριση της απλήρωτης αναπαραγωγικής εργασίας των γυναικών ως βασική πηγή κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Στον επαναπροσδιορισµό των οικιακών ως ΕΡΓΑΣΙΑ, ως όχι προσωπική υπηρεσία αλλά εργασία που παράγει και αναπαράγει την εργατική δύναµη, οι φεµινίστριες έχουν αποκαλύψει ένα νέο κρίσιµο έδαφος της εκµετάλλευσης, που ο Marx και η µαρξιστική θεωρία αγνόησαν παντελώς. Όλες οι σηµαντικές πολιτικές ιδέες που περιλαµβάνονται σε αυτή την ανάλυση παραµερίστηκαν ως τελείως άσχετες για την κατανόηση της παρούσας οργάνωσης της παραγωγής.

Υπάρχει µια εξασθενηµένη ηχώ της φεµινιστικής ανάλυσης στο συνυπολογισµό της αποκαλούµενης «συναισθηµατικής εργασίας» στο φάσµα των παραγωγικών δραστηριοτήτων που είναι κατάλληλα ως «άυλη εργασία». Εντούτοις, το καλύτερο που οι Negri και Hardt µπορούν να εντοπίσουν είναι η περίπτωση των γυναικών που εργάζονται ως αεροσυνοδοί ή στη βιοµηχανία υπηρεσιών τροφίµων, τις οποίες αποκαλούν «συναισθηµατικές εργάτριες» επειδή τους ζητείται να χαµογελούν στους πελάτες τους.

Αλλά τι είναι η «συναισθηµατική εργασία;» Και γιατί συµπεριλαµβάνεται στη θεωρία της άυλης εργασίας; Φαντάζοµαι ότι συµπεριλαµβάνεται επειδή δεν παράγει απτά προϊόντα αλλά «καταστάσεις της ύπαρξης», δηλαδή, παράγει συναισθήµατα. Και πάλι, για να τεθεί απερίφραστα, σκέφτοµαι ότι αυτό είναι ένα κόκκαλο που ρίχνεται στο φεµινισµό, ο οποίος σήµερα αποτελεί µια προοπτική που έχει κάποια κοινωνική υποστήριξη και δεν µπορεί πλέον να αγνοηθεί.

Όµως η έννοια της «συναισθηµατικής εργασίας» απογυµνώνει την φεµινιστική ανάλυση της οικιακής εργασίας από την αποµυστικοποιητική της δύναµη. Στην πραγµατικότητα, φέρνει την αναπαραγωγική εργασία πίσω στον µυστικοποιηµένο κόσµο, προτείνοντας ότι η αναπαραγωγή των ανθρώπων είναι µονάχα θέµα παράγωγης «συγκινήσεων» και «συναισθηµάτων». Παλιότερα αποκαλούνταν «εργασία του έρωτα-αγάπης». Οι Negri και Hardt αντ' αυτού έχουν ανακαλύψει την έννοια του «συναισθήµατος».

Η φεµινιστική ανάλυση της λειτουργίας του σεξουαλικού καταµερισµού της εργασίας, της λειτουργίας των ιεραρχιών του κοινωνικού φύλου, η ανάλυση του τρόπου που ο καπιταλισµός έχει χρησιµοποιήσει την αµοιβή για να κινητοποιήσει την εργασία των γυναικών στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναµης, όλα αυτά χάνονται κάτω από την ετικέτα της «συναισθηµατικής εργασίας».

Το ότι η φεµινιστική αυτή ανάλυση αγνοείται στην εργασία των Negri και Hardt επιβεβαιώνει τις υποψίες µου ότι η θεωρία τους εκφράζει τα συµφέροντα µιας επίλεκτης οµάδας εργαζοµένων, ακόµα κι αν θεωρεί πως απευθύνεται σε όλους τους εργαζοµένους, όλους όσους συγχωνεύονται στο µεγάλο καζάνι του πλήθους. Στην πραγµατικότητα, η θεωρία της επισφαλούς και άυλης εργασίας αναφέρεται στην κατάσταση και τα συµφέροντα των εργαζοµένων που εργάζονται στο πιο υψηλό επίπεδο καπιταλιστικής τεχνολογίας. Η αδιαφορία τους για την αναπαραγωγική εργασία και η υπόθεσή του ότι όλες οι µορφές εργασίας συνθέτουν κάτι κοινό, αποκρύπτουν το γεγονός ότι ενδιαφέρονται για το πιο προνοµιούχο τµήµα της εργατικής τάξης. Αυτό σηµαίνει ότι δεν είναι µια θεωρία που µπορούµε να χρησιµοποιήσουµε για να χτίσουµε ένα πραγµατικά αυτοαναπαραγώµενο κίνηµα.

Για αυτόν τον στόχο η συνεισφορά του φεµινιστικού κινήµατος παραµένει κρίσιµη σήµερα. Οι φεµινίστριες στη δεκαετία του '70 προσπάθησαν να καταλάβουν τις ρίζες της καταπίεσης και εκµετάλλευσης των γυναικών και των ιεραρχιών βάσει του κοινωνικού φύλου. Τα περιέγραψαν ως προερχόµενα από µια άνιση κατανοµή της εργασίας που ανάγκασε τις γυναίκες να εργαστούν για την αναπαραγωγή της εργατικής τάξης. Αυτή η ανάλυση αποτέλεσε τη βάση µιας ριζικής κοινωνικής κριτικής, οι επιπτώσεις της οποίας πρέπει ακόµα να γίνουν κατανοητές και να αναπτυχθούν στο µέγιστο των δυνατοτήτων τους.

Όταν είπαµε ότι η οικιακή εργασία είναι στην πραγµατικότητα εργασία για το κεφάλαιο, η οποία αν και είναι απλήρωτη εργασία συµβάλλουν στη συσσώρευση του κεφαλαίου, καθιερώσαµε κάτι εξαιρετικά σηµαντικό για τη φύση τoυ καπιταλισµού ως σύστηµα της παραγωγής. Καθιερώσαµε το ότι ο καπιταλισµός στηρίζεται σε ένα απέραντο ποσό απλήρωτης εργασίας, η οποία δεν στηρίζεται αποκλειστικά ή πρώτιστα σε συµβατικές σχέσεις και ότι η σχέση του µισθού κρύβει την απλήρωτη, µε µορφή σκλαβιάς, φύση ενός τόσο µεγάλου µέρους της εργασίας επάνω στην οποία βασίζεται η καπιταλιστική συσσώρευση.

Επίσης, όταν είπαµε ότι τα «οικιακά» είναι η εργασία που αναπαράγει όχι µόνο «τη ζωή», αλλά «την εργατική δύναµη», αρχίσαµε να χωρίζουµε δύο διαφορετικές σφαίρες, της ζωής µας και της εργασίας, οι οποίες έµοιαζαν αναπόσπαστα συνδεµένες. Γίναµε ικανές να συλλάβουµε µια πάλη ενάντια στα οικιακά που έγιναν κατανοητά τώρα ως αναπαραγωγή της εργατικής δύναµης, ως η αναπαραγωγή του σηµαντικότερου εµπορεύµατος του κεφαλαίου: την ικανότητα του εργαζοµένου να εργαστεί, την ικανότητα του εργαζοµένου/ης να είναι εκµεταλλεύσιµος/η. Με άλλα λόγια, αναγνωρίζοντας ότι η «αναπαραγωγική εργασία» είναι στην πραγµατικότητα ένα πεδίο συσσώρευσης και εποµένως ένα πεδίο εκµετάλλευσης, ήµαστε σε θέση να δούµε επίσης την αναπαραγωγή ως πεδίο του αγώνα, και πολύ σηµαντικό, να συλλάβουµε ένα αντικαπιταλιστικό αγώνα ενάντια στην αναπαραγωγική εργασία που δεν θα κατέστρεφε τους εαυτούς µας ή τις κοινότητές µας.

Πώς αγωνίζεσαι κατά και πέρα από την αναπαραγωγική εργασία; Δεν είναι το ίδιο µε το να αγωνίζεσαι στο παραδοσιακό εργοστάσιο και να εναντιόνεσαι, για παράδειγµα, στην ταχύτητα µιας γραµµής συναρµολόγησης, Στην άλλη άκρη του αγώνα υπάρχουν άνθρωποι όχι πράγµατα. Από την στιγµή που λέµε πως η αναπαραγωγική εργασία είναι πεδίο αγώνα πρέπει πρωτίστως και άµεσα να αντιµετωπίσουµε το θέµα για το πώς αγωνιζόµαστε σε αυτό το πεδίο χωρίς καταστροφή των ανθρώπων τους οποίους φροντίζουµε. Αυτό είναι ένα πρόβληµα το οποίο οι µητέρες, οι δασκάλες/οι και οι νοσοκόµες/οι γνωρίζουν πολύ καλά.

Για αυτό είναι κρίσιµο να γίνει ένας διαχωρισµός µεταξύ της δηµιουργίας των ανθρώπινων όντων και της αναπαραγωγής τους ως εργατική δύναµη, ως µελλοντικούς εργαζοµένους, οι οποίοι εποµένως πρέπει να εκπαιδευθούν, όχι απαραιτήτως σύµφωνα µε τις ανάγκες και τις επιθυµίες τους, για να πειθαρχηθούν και να επιστρατευθούν µε έναν συγκεκριµένο τρόπο.

Ήταν σηµαντικό για τις φεµινίστριες να δουν, παραδείγµατος χάριν, ότι αρκετή από την οικιακή εργασία καθώς και η ανατροφή των παιδιών είναι εργασία αστυνόµευσης των παιδιών µας, έτσι ώστε να προσαρµοστούν στην εργασιακή πειθαρχία. Αρχίσαµε έτσι να βλέπουµε πως µε την άρνηση των ευρέων τοµέων της εργασίας, όχι µόνο θα µπορούσαµε να ελευθερωθούµε εµείς αλλά θα µπορούσαµε επίσης να ελευθερώσουµε τα παιδιά µας. Είδαµε ότι ο αγώνας µας δεν ήταν εις βάρος των ανθρώπων για τους οποίους νοιαζόµαστε, αν και µπορούµε να αποφύγουµε την προετοιµασία µερικών γευµάτων ή τον καθαρισµό του πατώµατος. Πραγµατικά η άρνησή µας άνοιξε το δρόµο για την δική τους άρνηση και την διαδικασία της απελευθέρωσης.

Μόλις είδαµε ότι εκτός από την αναπαραγωγή της ζωής επεκταθήκαµε και την καπιταλιστική συσσώρευση και αρχίσαµε να καθορίζουµε την αναπαραγωγική εργασία ως εργασία για το κεφάλαιο, ανοίξαµε επίσης τη δυνατότητα µιας διαδικασίας ανασύνθεσης µεταξύ των γυναικών.

Σκεφτείτε παραδείγµατος χάριν το κίνηµα των πορνών το οποίο καλούµε σήµερα κίνηµα των «εργατριών του σεξ». Στην Ευρώπη η προέλευση αυτού του κινήµατος πρέπει να αναζητηθεί πίσω στο 1975 όταν διάφορες εργάτριες του σεξ στο Παρίσι κατέλαβαν µια εκκλησία, ως διαµαρτυρία ενάντια σε έναν νέο κανονισµό για τον πολεοδοµικό διαχωρισµό τους που το εξέλαβαν ως απειλή για την ασφάλειά τους. Υπήρξε µια σαφής σύνδεση µεταξύ εκείνης της προσπάθειας, η οποία διαδόθηκε σύντοµα σε όλη την Ευρώπη και τις Ηνωµένες Πολιτείες, και των σκέψεων και των προκλήσεων πάνω στην οικιακή εργασία που έβαζε το φεµινιστικό κίνηµα. Η δυνατότητα να ειπωθεί ότι η σεξουαλικότητα για τις γυναίκες είναι εργασία έχει οδηγήσει σε έναν ολόκληρο νέο τρόπο σκέψης για τις σεξουαλικές σχέσεις, συµπεριλαµβανοµένων των οµοφυλοφιλικών σχέσεων. Λόγω του φεµινιστικού κινήµατος και του κινήµατος των οµοφυλόφιλων έχουµε αρχίσει να σκεφτόµαστε για τους τρόπους µε τους οποίους ο καπιταλισµός έχει εκµεταλλευτεί τη σεξουαλικότητά µας, και την έχει καταστήσει «παραγωγική».

Συµπερασµατικά, αποτέλεσε µια µείζονα καινοτοµία το ότι οι γυναίκες άρχισαν να αντιλαµβάνονται την απλήρωτη εργασία και την παραγωγή που συνεχίζεται στο σπίτι καθώς επίσης και έξω από το σπίτι ως αναπαραγωγή του εργατικού δυναµικού. Αυτό έχει επιτρέψει µια επανεξέταση κάθε πτυχής της καθηµερινής ζωής - ανατροφή παιδιών, σχέσεις µεταξύ των ανδρών και των γυναικών, οµοφυλοφιλικές σχέσεις, σεξουαλικότητα γενικά σε σχέση µε την καπιταλιστική εκµετάλλευση και συσσώρευση.

 

Δηµιουργώντας κινήµατα αυτο-αναπαραγωγής

 

Οπως κάθε πτυχή της καθηµερινής ζωής έγινε κατανοητή στη δυνατότητά της για απελευθέρωση και εκµετάλλευση, είδαµε τους πολλούς τρόπους µε τους οποίους συνδέονται οι γυναικείοι αγώνες µε τις γυναίκες. Αντιληφθήκαµε τη δυνατότητα «συµµαχιών» που δεν είχαµε φανταστεί και για τον ίδιο λόγο τη δυνατότητα να γεφυρωθούν οι διαχωρισµοί που έχουν δηµιουργηθεί µεταξύ των γυναικών, επίσης βάσει της ηλικίας, της φυλής, της σεξουαλικής προτίµησης.

Δεν µπορούµε να χτίσουµε ένα κίνηµα που να είναι βιώσιµο χωρίς µια κατανόηση αυτών των σχέσεων εξουσίας. Πρέπει επίσης να µάθουµε από τη φεµινιστική ανάλυση της αναπαραγωγικής εργασίας, καθώς κανένα κίνηµα δεν µπορεί να επιζήσει πάρα µόνο εάν ενδιαφέρεται για την αναπαραγωγή των µελών του. Αυτό είναι µια από τις αδυναµίες του κινήµατος κοινωνικής δικαιοσύνης στις ΗΠΑ.

Πηγαίνουµε σε διαδηλώσεις, δηµιουργούµε γεγονότα, και αυτό µετατρέπεται σε αιχµή του αγώνα µας. Η ανάλυση για το πώς αναπαράγουµε αυτές τις κινήσεις, πώς αναπαραγόµαστε εµείς οι ίδιες/οι δεν είναι στο κέντρο της κινηµατικής οργάνωσης. Θα έπρεπε να είναι. Χρειάζεται να πάµε πίσω στην ιστορική παράδοση της εργατικής τάξης που οργάνωνε την «αµοιβαία βοήθεια» και να ξανασκεφτούµε εκείνη την εµπειρία, όχι απαραιτήτως επειδή θέλουµε να την αναπαράγουµε, αλλά για να ανασύρουµε σηµεία έµπνευσης για το παρόν.

Πρέπει να χτίσουµε ένα κίνηµα που να βάζει στην ηµερήσια διάταξή του την ίδια την αναπαραγωγή του. Ο αντικαπιταλιστικός αγώνας πρέπει να δηµιουργήσει τις µορφές υποστήριξης και πρέπει να έχει τη δυνατότητα να χτίσει συλλογικά µορφές αναπαραγωγής.

Πρέπει να εξασφαλίσουµε ότι δεν θα συγκρουόµαστε µε το κεφάλαιο µόνο κατά την διάρκεια µιας κινητοποίησης, αλλά ότι θα συγκρουόµαστε µε αυτό συλλογικά σε κάθε στιγµή των ζωών µας. Αυτό που συµβαίνει διεθνώς αποδεικνύει ότι µόνο όταν έχεις αυτές τις µορφές συλλογικής αναπαραγωγής, όταν έχεις κοινότητες που αναπαράγονται συλλογικά, έχεις τελικά αγώνες που κινούνται µε έναν πολύ ριζοσπαστικό τρόπο ενάντια στην καθιερωµένη τάξη, όπως παραδείγµατος χάριν ο αγώνας των ιθαγενών στη Βολιβία ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού ή στο Εκουαδόρ ενάντια στην καταστροφή της ιθαγενικής γης από τις πετρελαϊκές εταιρίες.

Θέλω να κλείσω λέγοντας πως εάν εξετάσουµε το παράδειγµα των αγώνων σε Oaxaca, Βολιβία, και Εκουαδόρ, βλέπουµε ότι οι ριζοσπαστικότερες συγκρούσεις δεν δηµιουργούνται από τους διανοούµενους ή γνωστικούς/διανοητικούς εργαζοµένους ή από το κοινό του Διαδικτύου. Αυτό που έδωσε τη δύναµη στους ανθρώπους της Oaxaca ήταν η βαθιά αλληλεγγύη που έδεσε όλους µεταξύ τους, µια αλληλεγγύη που για παράδειγµα οδήγησε τους ιθαγενείς από κάθε µέρος της χώρας να υποστηρίξει τους «maestros» (στµ δασκάλους), τους οποίους αντιµετώπισαν ως µέλη των κοινοτήτων τους. Στη Βολιβία επίσης, οι άνθρωποι που αντιστάθηκαν στην ιδιωτικοποίηση του νερού είχαν µια µακροχρόνια παράδοση κοινοτικών αγώνων. Η οικοδόµηση αυτής της αλληλεγγύης, η κατανόηση του πώς µπορούµε να υπερνικήσουµε τους διαχωρισµούς µεταξύ µας, είναι ένας στόχος που πρέπει να τοποθετηθεί στην ηµερήσια διάταξη. Συµπερασµατικά το κύριο πρόβληµα της θεωρίας της επισφαλούς εργασίας είναι ότι δεν µας δίνει τα εργαλεία για να υπερνικήσουµε τον τρόπο µε τον οποίο διαιρούµαστε. Αλλά αυτοί οι διαχωρισµοί, που αναδηµιουργούνται συνεχώς, είναι η θεµελιώδης αδυναµία µας όσον αφορά την ικανότητά µας να αντισταθούµε στην εκµετάλλευση και να δηµιουργήσουµε µια δίκαιη κοινωνία.

 


 

Το κείµενο «Precarious Labor: A Feminist Viewpoint» πρόκειται για διάλεξη που παρουσιάστηκε το 2006 στη Νέα Υόρκη και δημοσιεύθηκε πρώτη φορά το 2008 στην επιθεώρηση The journal of aesthetics and protest http://www.scribd.com/full/3108724?access_key=key-27agtedsy1ivn8j2ycc1

 


 

Η Silvia Federici είναι µελετητήρια, ακτιβίστρια και καθηγήτρια από τη σκοπιά της ριζικής φεµινιστικής µαρξιστικής παράδοση. Συµµετείχε τη δεκαετία του 70 στην Ιταλία σε οµάδες της αυτονοµίας και του ριζοσπαστικού φεµινισµού όπως η Lotta Feminista. Σήµερα διδάσκει κοινωνικές και πολιτικές επιστήµες στο πανεπιστήµιο Hofstra της Νέας Υόρκης. Είναι επίσης συνιδρυτής της επιτροπής για τη ακαδηµαϊκή ελευθερία στην Αφρική.

To πιο πρόσφατο βιβλίο της είναι το « Leopoldina Fortunati».

Μεταξύ άλλων επιχειρηµατολογεί ενάντια στις µαρξιστικές αναλύσεις ότι η πρωτόγονη συσσώρευση ήταν ένας απαραίτητος πρόδροµος για τον καπιταλισµό αλλά ισχυρίζεται ότι η ίδια η πρωτόγονη συσσώρευση ήταν το θεµελιώδες χαρακτηριστικό του καπιταλισµού. Εκείνος ο καπιταλισµός, προκειµένου να διαιωνιστεί, απαιτούσε µια συνεχή µετάγγιση της κεφαλαιακής απαλλοτρίωσης.

Συνδέει αυτήν την απαλλοτρίωση µε την απλήρωτη εργασία των γυναικών και την αναπαραγωγή, τις οποίες πλαισιώνει ως ιστορική προϋπόθεση για την άνοδο της καπιταλιστικής οικονοµίας.

Σε συνδυασµό µε αυτό περιγράφει την ιστορική πάλη των αστικών τάξεων και τους αγώνες για το κοµουναλισµό. Αντί να δει τον καπιταλισµό ως µια ζυγισµένη ήττα της φεουδαρχίας, η Federici ερµηνεύει την άνοδο του καπιταλισµού ως αντιδραστική κίνηση για να υπονοµευθεί η πληµµυρίδα των κοµουναλισµών και για να διατηρηθεί η βασική κοινωνική σύµβαση.

Τοποθετεί τη θεσµοποίηση του βιασµού και της πορνείας, καθώς επίσης και το κυνήγι µαγισσών, το κάψιµο και τα βασανιστήρια στο κέντρο µιας συστηµατικής υποταγής των γυναικών και του σφετερισµού της εργασίας τους.

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης