Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Αίτημα για μια μη δημιουργική πόλη

Αίτημα για μια μη δημιουργική πόλη

Των BAVO

Πέντε σημεία πριν από οποιαδήποτε συζήτηση για την προώθηση ενός πολιτιστικού αντίβαρου ενάντια στην σημερινή εκτόξευση του Ρότερνταμ σε πολιτιστική πρωτεύουσα της Ολλανδίας. Πρώτο προσχέδιο ενός χειρογράφου προς ολοκλήρωση. Ρότερνταμ, 31 Αυγούστου 2006.


Μόνο η δημιουργική τάξη μπορεί να μας σώσει τώρα;

Σύμφωνα με τα παραδοσιακά πρότυπα, το Ρότερνταμ περνάει σήμερα μια θαυμαστή φάση. Όλοι θυμόμαστε τις μέρες, όταν η προοδευτική πολιτική συνοψιζόταν στην εκπαίδευση, την οργάνωση και χειραφέτηση της εργατικής τάξης –άφθονα παρούσας στο Ρότερνταμ. Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου αυτών των μη προνομιούχων και δυσαρεστημένων μαζών –με την παροχή, για παράδειγμα, στέγασης, υγειονομικής περίθαλψης, μόρφωσης και ανέσεων– θεωρήθηκε ως εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για τη δημιουργία υψηλής κοινωνικής συνοχής όπως επίσης και σταθερής οικονομίας. Η πολιτική που επιδιώκεται από το Ρότερνταμ σήμερα αντιστρέφει αυτή τη λογική. Η προοδευτική πολιτική δεν πασχίζει πλέον να σταθεροποιήσει την οικονομία αλλά να την κάνει πιο επιθετική και καινοτόμο σε συνάρτηση με την διεθνή της ανταγωνιστικότητα. Δεν αποσκοπεί πια στη δημιουργία ολοκληρωμένων, οργανικών κοινοτήτων αλλά τονώνει την ατομικότητα και τη διαφορετικότητα. Γι’ αυτό, δεν επενδύει πλέον στη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού –τη μεσαία τάξη– αλλά σε μικρότερες, πιο συγκεκριμένες ομάδες που –όπως πιστεύεται– δίνουν χρώμα και ζωή στην κοινότητα του Ρότερνταμ, όπως στους καλλιτέχνες, τους σχεδιαστές, τα «φυτά» της τεχνολογίας της πληροφορίας (ICT) αλλά και τους μάνατζερ, τους γιάπηδες, τους διευθύνοντες σύμβουλοι (CEO) [1]. Οι εκδηλώσεις αυτής της αλλαγής νοοτροπίας είναι σήμερα ορατές παντού στο Ρότερνταμ. Σκεφτείτε για παράδειγμα την περιοχή Lloyd Quarter, μια μεγα-ανάπτυξη που συνέλαβε ο Δήμος του Ρότερνταμ και οι προνομιούχοι εταίροι του, ως μια όαση να ζεις και να εργάζεσαι για τη δημιουργική τάξη. Ένα μικρότερο αλλά εξίσου ενδεικτικό πρότζεκτ είναι το πρότζεκτ στέγασης De dichterlijke vrijheid στο Spangen, όπου σπίτια κυριολεκτικά δωρίζονται στους νεαρούληδες που εργάζονται στον δημιουργικό τομέα.
Η γενική πολιτική πίσω από αυτά τα δύο παραδείγματα είναι ξεκάθαρη: Αντί να βελτιώνεται το επίπεδο ευημερίας της μεγαλύτερης ομάδας του πληθυσμού, το δημιουργικό κεφάλαιο εντοπίζεται σε συγκεκριμένες ομάδες και «πλασάρεται» ότι έτσι εξυπηρετεί καλύτερα το κοινό καλό. Υπάρχει η πεποίθηση ότι μόνο η δημιουργικότητα μπορεί να αφυπνίσει ξανά την πολιτιστική, κοινωνική και οικονομική ζωή του Ρότερνταμ από τη χειμερία νάρκη. Τρεις λόγοι προτάσσονται συνήθως εδώ. Πρώτον η δημιουργική τάξη παρουσιάζεται ως βασική συνθήκη για μια ζωντανή αστική κουλτούρα. Σε αυτό το πλαίσιο συχνά αναφερόμαστε στην αντισυμβατική συμπεριφορά της, στις καθημερινές εκκεντρικές ενασχολήσεις της, στις ποικίλες -και συχνά αμίμητες- προτιμήσεις κατοικίας. Δεύτερον, αυτό το δημιουργικό αστικό κλίμα εδραιώνει μία ατμόσφαιρα διαρκούς καινοτομίας και ανανέωσης που διαμορφώνει εύφορο έδαφος για τις υπάρχουσες και τις νέες οικονομικές δραστηριότητες. Τελικά θεωρείται ότι ο δημιουργικός τομέας θα αναδείξει μια δυναμική που θα ελκύσει τα υψηλά εισοδήματα, έτσι ώστε ο πληθυσμός της πόλης να γίνει πιο ποικίλος. Λέγεται ότι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για δήμους όπως το Ρότερνταμ, καθώς θα του επιτρέψει να εξασφαλίσει τα απαραίτητα κεφάλαια ώστε να συνεχίσει να χρηματοδοτεί κοινωνικές υπηρεσίες για την πλειοψηφία του πληθυσμού –και αυτό χωρίς τεχνητά, αρνητικά μέτρα, όπως την «περίφραξη» της πόλης. Εν συντομία, το να κανακεύεις τη δημιουργική τάξη με τοπικά πλεονεκτήματα, φτηνή ζωή και εργασιακές συμφωνίες ή ελκυστικές παροχές ψυχαγωγίας δεν θεωρείται σήμερα μια μονομερής κοινωνική πολιτική που ευνοεί την όξυνση των κοινωνικών εντάσεων και επομένως την δημιουργία μιας ταξικής κοινωνίας δύο ταχυτήτων. Αντιθέτως προβάλλεται με τον μανδύα μιας προοδευτικής πολιτικής στην οποία καθένας -αν και μερικοί εκ φύσεως περισσότερο από ό,τι άλλοι- μπορούν στο έπακρο να εκμεταλλευτούν τη δημιουργική τους δυναμική.[2] 


Ας παράγουμε απλώς μια μποέμ ατμόσφαιρα!

Η δημιουργική τάξη δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον μόνο ως παραγωγός ενός δυναμικού αστικού κλίματος αλλά και λόγω της ακόρεστης καταναλωτικής της παρόρμησης. Δεν είναι σύμπτωση που ο Richard Florida χαρακτηρίζει το σημερινό δημιουργικό άτομο ως έναν μποέμ, έναν ηδονοθήρα που είναι πρόθυμος/η να πληρώσει πολλά χρήματα για την ποιότητα ζωής του/της. Αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα είναι ιδιαίτερα επιθυμητό σήμερα από τις πόλεις. Επιπλέον, ο Ron Boschma υποστηρίζει ότι «όπου ζει η δημιουργική τάξη, εγκαθίστανται εταιρείες, δημιουργούνται νέες επιχειρήσεις και η απασχόληση αυξάνεται. Η δημιουργική τάξη δεν είναι μόνο δημιουργική και καινοτόμος, ξοδεύει επίσης πολλά χρήματα σε διάφορα είδη παροχών ψυχαγωγίας… ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφέ, θέατρα, πράγμα που οδηγεί σε επιπλέον απασχόληση και συνεισφορά στην τοπική οικονομία» [3]. Ανατρέφοντας τους μποεμ ανάμεσα στους κατοίκους του είναι, επομένως, για το Ρότερνταμ μια επένδυση με βέβαιη «επιστροφή». Σε αντίθεσημε την παλιά στρατηγική της οικοδόμησης, για παράδειγμα, αθλητικών σταδίων, που σχεδόν πάντα πρόσφεραν μια χαμηλή ή αβέβαιη επιστροφή αξίας [4]. Για να μην αναφέρουμε τις ετήσιες επενδύσεις που εξαφανίστηκαν μέσα στη μαύρη τρύπα της κοινωνικής κατοικίας. Σήμερα πιστεύεται ότι μόνο αν στοιχηματίσει σε τομείς με υψηλή επιστροφή αξίας –όπως οι μποέμ– μπορεί να παραγάγει το Ρότερνταμ το απαραίτητο εισόδημα για τομείς που απαιτούν μεγαλύτερη φροντίδα όπως η κοινωνική κατοικία. Εν ολίγοις, η δημιουργική τάξη σήμερα λαμβάνεται υπόψη ως καταναλωτής ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των πόλεων. Συνεισφέρει στην κατασκευή μιας εύρωστης, τοπικής οικονομίας, παρέχοντας στο Ρότερνταμ τη δική του οικονομική βάση χωρίς πλέον να είναι εξαρτημένο από «εξωτερικές» δυνάμεις. Αυτή η πεποίθηση ενισχύεται περαιτέρω από τη συνειδητοποίηση ότι αν και το Ρότερνταμ, με τις λιμενικές του δραστηριότητες, πιθανά διατηρεί ένα οικονομικό-βιομηχανικό πλεονέκτημα διεθνούς σπουδαιότητας, η επιτυχία του είναι εντούτοις πολύ αβέβαιη. Μια απόφαση στην άλλη πλευρά του ωκεανού είναι πιθανό να «βυθίσει» το Ρότερνταμ αστραπιαία σε μια οικονομική κρίση, τα κύματα κλονισμού της οποίας θα διαδοθούν πέρα από τη μητροπολιτική περιοχή του. Συνεπώς, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για το Ρότερνταμ να κάνει σοβαρή δουλειά γύρω από τη δημιουργική του βιομηχανία εκτός από τις λιμενικές δραστηριότητες [5]. Ο «μεγάλος γείτονας», το Άμστερνταμ, λειτουργεί ως λαμπρό παράδειγμα γύρω από την αστική διαχείριση με επίκεντρο τη δημιουργικότητα –την ίδια στιγμή που αποτελεί τον πλησιέστερο ανταγωνιστή του Ρότερνταμ. Όταν συγκρίνεται με το Άμστερνταμ, το οποίο θεωρείται από πολλούς ως «δημιουργικό από τη φύση του», το Ρότερνταμ φαίνεται να έχει μια ιστορική εκκρεμότητα [6]. Και πράγματι, όταν ο Florida προπαγανδίζει τον ομοφυλόφιλο ως τον «ορισμό» του μποέμ και ανυψώνει αυτόν/αυτήν σε καίριο κριτήριο για τον προσδιορισμό της «δημιουργικότητας» των πόλεων, το Άμστερνταμ χωρίς αμφιβολία κερδίζει το Ρότερνταμ με κλειστά τα μάτια. Ωστόσο, όπως ήδη σημειώσαμε, το Ρότερνταμ δεν μένει άπραγο αλλά αντίθετα είναι πολύ απασχολημένο με το να παίρνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να δεσμεύσει τη δημιουργικότητα στην πόλη, να την κινητοποιήσει, να την υποκινήσει και να την οργανώσει. Συναντούμε εδώ μια ακραία αντίφαση στη θεωρία και την πρακτική της δημιουργικής πόλης. Αποτελεί θέσφατο ότι προκειμένου να είναι δημιουργική μια πόλη δεν πρέπει να κάνει απολύτως τίποτα, κυρίως να παραμείνει αυθεντική. Ο Arjo Klamer περιέγραψε αυτό ως «άραξε και μείνε αυθεντικός… περισσότερο σημασία έχει η γνώση απ’ ό,τι οι επενδύσεις σε υποδομές» [7]. Εν ολίγοις, το Ρότερνταμ δεν πρέπει να επιδιώκει τόσο πολύ νέα συμβόλαια με πολυεθνικές αλλά να προσφέρει χώρο σε νέες πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται αυθόρμητα «από-κάτω-προς-τα-πάνω». Παρόλες τις συζητήσεις σχετικά με την αυθεντικότητα και τον αυθορμητισμό, στην πράξη συμβαίνει το αντίθετο: όλες οι δημιουργικές πρωτοβουλίες διακρίνονται από μια ισχυρή επιχειρηματική στάση, όπως επίσης και από μία πίστη στην «ευπλαστότητα» της δημιουργικής πόλης. Υποτίθεται ότι η τελευταία μπορεί να αναπτυχθεί (Paul Rutten) ή τουλάχιστον να οργανωθεί (Siebe Thissen). Η τοπική κυβέρνηση προσπαθεί σκληρά να δεσμεύσει εταίρους και συμμέτοχους με όλους τους πιθανούς τρόπους στη σύλληψη και εκτέλεση νέων πρωτοβουλιών. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τις πολλές συνεργασίες δημόσιου - ιδιωτικού τομέα με τις οποίες η τεχνογνωσία και το κεφάλαιο των ιδιωτικών μερών χρησιμοποιούνται για την αναδόμηση της πόλης. Η παραχώρηση παλιών γηροκομείων, βιομηχανικών συγκροτημάτων και προπολεμικών κοινωνικών κατοικιών σε δημιουργικούς επαγγελματίες αποτελεί επίσης μέρος αυτής της παραγωγής δημιουργικότητας. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, το παλιό κτήριο VOC που τέθηκε στη διάθεση της μουσικής και κινηματογραφικής πλατφόρμας WORM@VOC. Τελικά, η προώθηση από τις τοπικές αρχές διαδραστικών πρότζεκτ στην πόλη όπως είναι το Groeibriljanten [Growth brilliants] –στο πλαίσιο του οποίου «επιτρέπεται» στον κοινό άνθρωπο να αναγνωρίζει και να εκμεταλλεύεται τη δημιουργική δυναμική της γειτονιάς του και έτσι να συνεισφέρει στην οικοδόμηση του νέου Ρότερνταμ– αποτελεί μέρος αυτής της αξιοσημείωτης αναγέννησης ενός κοινωνικού κονστρουκτιβισμού. Η δημιουργική εποχή, συνεπώς, δεν είναι απλώς ένα φυσικό συμβάν, που προέκυψε αυθόρμητα ως η επόμενη φάση της ιστορικής ανάπτυξης των πόλεων. Το Ρότερνταμ φαίνεται να τείνει χέρι βοηθείας στην ιστορία, αρχικά μέσω της κατασκευής και της εγκατάστασης της δημιουργικής τάξης –τοποθετώντας ένα μέρος του πληθυσμού στο θρόνο, από όπου όμως πρέπει έπειτα να συμπεριφέρονται αυθεντικά και δημιουργικά. [8]


Ο ηδονιστικός Καλβινιστής

Όταν ο Florida ισχυρίζεται ότι ο «τόπος» είναι η πιο σημαντική οικονομική και κοινωνική μονάδα της εποχής μας, δεν πρέπει να μας παραπλανά [9]. Δεν επιβεβαιώνει απλώς τη μαρξική πρόβλεψη για αυτό που ο David Harvey ονόμασε «κεντρική στιγμή της αστικής δομής». Ο Harvey ισχυρίζεται ότι «όλες οι πολιτικο-οικονομικές διαδικασίες που αντιλαμβανόμαστε διαμεσολαβούνται από το φίλτρο της αστικής οργάνωσης», και ότι συνεπώς «το άστυ και η πόλη δεν συγκροτούνται απλώς από κοινωνικές διαδικασίες αλλά ότι το πρώτο αντίστροφα συγκροτεί την τελευταία» [10]. Για τον Florida, αντίθετα, ο τόπος εξαρτάται πρωτίστως από αυτό που αποκαλεί «τα τρία Τ»: Τεχνολογία, Ταλέντο, Ανεκτικότητα (technology, talent and tolerance) [11] [12]. Παρόλο που ο Florida υποστηρίζει ότι αυτές οι τρεις αξίες είναι ίσης σημασίας, εντούτοις προτάσσει την ανεκτικότητα ως τη σημαντικότερη από τις τρεις –ως αξία που υπερέχει. Εν ολίγοις, είναι σαφές ότι ο Florida δεν ενδιαφέρεται τόσο πολύ για τον τόπο, αλλά για τα προσωπικά χαρακτηριστικά «του ανθρώπου»: μια ανεκτική διανοητική στάση. Εδώ, είμαστε αντιμέτωποι με την καθαρή καταδίκη της μαρξικής θέσης ότι το οικονομικο-χωρικό περίγραμμα της κοινωνίας διαμορφώνει τη βάση της κοινωνικής δομής –αυτού που αποκαλείται βάση– πάνω από το οποίο υψώνεται το πολιτισμικό-ιδεολογικό εποικοδόμημα. Η λειτουργία του τελευταίου θα ήταν να εξορθολογήσει και να κάνει αληθοφανείς τις οικονομικές αποφάσεις, μέσω για παράδειγμα της κινητοποίησης θρησκευτικών πεποιθήσεων ή πολιτιστικών κανόνων κι αξιών. Μέσα στη θεωρία της δημιουργικής πόλης αυτή η ιεραρχία αναποδογυρίζει. Η ψυχολογική στάση του ανθρώπου γίνεται τώρα ο καθοριστικός παράγοντας στη δόμηση της κοινωνίας, ενώ μια ακμάζουσα οικονομία θεωρείται αποτέλεσμα της σωστής στάσης ή πνευματικής κατάστασης. Μεταφρασμένο στη περίπτωση του Ρότερνταμ αυτό σημαίνει ότι μια βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη είναι συνδεδεμένη με την επιθυμία του ατόμου να ζήσει από την δημιουργικότητά του/της χωρίς περιορισμούς και να τη θέση στην υπηρεσία της κοινότητας. Βλέπουμε εδώ μια ανάπτυξη ανάλογη με αυτή που ο Boris Broys όρισε ως «ψυχολογικοποίηση» (psychologization) του κομμουνισμού κατά τη διάρκεια του σταλινισμού [13]. Τώρα που είναι σαφές ότι η αναδιαμόρφωση της κοινωνίας μέσα στο καπιταλιστικό καλούπι δεν είναι ικανή να τηρήσει τις υποσχέσεις της –την υπόσχεση, για παράδειγμα, μιας ανοιχτής και ελεύθερης κοινωνίας– οι υπήκοοί της επιστρατεύονται να συμπεριφερθούν σαν να είναι ήδη ελεύθεροι και δημιουργικοί [14]. Με ποιον τρόπο κινητοποιείται η δημιουργική τάξη για να εκπληρώσει τον επαναστατικό της ρόλο μέσα στην ιστορική εξέλιξη απέναντι σε μια δημιουργική κοινωνία; Στο παραδοσιακό μαρξικό σενάριο, η επαναστατικοποίηση του προλεταριάτου είναι μια λογική συνέπεια της θέσης που κατέχει μέσα στις σχέσεις παραγωγής –μια θέση που, στην περίπτωση του προλεταριάτου, λειτουργεί επίσης ως σύμβολο της δομικής αδικίας πάνω στην οποία είναι χτισμένος ολόκληρος ο κοινωνικός οργανισμός. Αλλά, όλη η συζήτηση για αυθεντικότητα στις καμπάνιες στρατολόγησης που επιχειρεί το Ρότερνταμ προς τους δημιουργικούς νέους, αποκαλύπτει πώς οι τελευταίοι κινητοποιούνται μέσα από την παγίδα του υπερεγώ. Η τωρινή γενιά των καλλιτεχνών και των σχεδιαστών θα έμπαιναν σε έναν αυτοκαταστροφικό φαύλο κύκλο αν δεν αποδέχονταν τα πολλά πλεονεκτήματα που τους προσφέρονται –ελεύθεροι χώροι διαμονής και εργασίας, συναρπαστικές υποδομές ψυχαγωγίας κ.λπ. Όλα αυτά έχουν σχεδιαστεί για να ικανοποιήσουν τις εσώτερες επιθυμίες τους: να δώσουν διέξοδο στην ενδογενή δημιουργικότητά τους, έτσι ώστε «να γίνουν ο εαυτός τους». Αυτό είναι το υπερεγώ στην πιο ύπουλη στιγμή του: το υποκείμενο εκβιάζεται να επιλέξει κάτι που δεν μπορεί να μην κάνει –αν δε θέλει να πάει ενάντια στη «φύση» του. Εν ολίγοις υποβαθμίζει μια συνειδητή επιλογή στο επίπεδο της φυσικής αναγκαιότητας. Βέβαια αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι. Η δημιουργική τάξη δεν πιέζεται μόνο να ζει από την εγγενή της ικανότητα για καινοτομία. Την ίδια στιγμή μια μαζική προσδοκία βαραίνει τους ώμους της. Αυτό προκαλεί την τυπική «σχιζοφρενική προσωπικότητα της δημιουργικής τάξης. Οι Gerald Marlet και Clemens van Woerkens ισχυρίζονται, λοιπόν, ότι η δημιουργική τάξη «συνδυάζει την καλβινιστική ηθική περί εργασίας (τη σκληρή δουλειά ως στόχο) με ένα ηδονιστικό τρόπο ζωής (την απόλαυση ως στόχο) [14]. Πώς μπορούμε να το αντιληφθούμε αυτό; Πεπεισμένη για την ιερή της αποστολή, η δημιουργική τάξη προσαρμόζει όλο τον τρόπο σκέψης και δράσης της σε αυτό τον στόχο, δηλαδή να σώσει την κοινωνία μέσω της δημιουργικότητας: μετά από μια γαμημένη μέρα γεμάτη προσπάθεια να κάνει την δημιουργικότητά της παραγωγική, αναζητά ικανοποίηση πέφτοντας με τα μούτρα στην αστική κουλτούρα της απόλαυσης. Η δημιουργική τάξη φαίνεται, επίσης, να απολαμβάνει ιδιαίτερα τον έντονο ρυθμό εργασίας της –που κάνει τη δομή της να μοιάζει με την παράδοξη δομή του μαζοχισμού, που βρίσκει ευχαρίστηση στον πόνο. Στους απέξω δεν είναι ποτέ σαφές πότε η δημιουργική τάξη στην πραγματικότητα «δουλεύει» και πότε «διασκεδάζει». Η εργασιακή της ρουτίνα είναι χαλαρή και σχεδόν εορταστική, ενώ η νυχτερινή της ζωή αποτελεί μέρος της δουλειάς της –δικτύωση κατά τη διάρκεια των εκθέσεων, τεχνικές συζητήσεις με συναδέλφους κατά τη διάρκεια του δείπνου, διαδραστικά dance labs, και λοιπά. Αντί να διασκεδάζουν αυθεντικά, φαίνεται να συμβαίνει το αντίθετο: ολόκληρο το «είναι» της δημιουργικής τάξης γίνεται μάρτυρας μιας ψυχαναγκαστικής «ανταπόκρισης» στην απαίτηση του να είναι δημιουργική.


Ρότερνταμ: Πρωτεύουσα της δημιουργικότητας... και του λαϊκισμού
Προκαλεί άραγε έκπληξη που μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο –στο οποίο όλα τα πλεονεκτήματα συγκεντρώνονται αφειδώς σε μια ήδη κακομαθημένη δημιουργική τάξη– το Ρότερνταμ έχει γίνει πρόσφατα μάρτυρας μις «έκρηξης» του λαϊκισμού; Είναι μέρος αυτού που αναφέρθηκε προηγουμένως ως «αντιστροφή όλων των αξιών» –όπου η Αριστερά επενδύει ανερυθρίαστα στη δημιουργική τάξη– το γεγονός ότι ανάμεσα σε όλους οι Δεξιοί λαϊκιστές είναι αυτοί που υιοθετούν μια παραδοσιακά αριστερίστικη στάση. Είναι το Βιώσιμο Ρότερνταμ το οποίο –στη συζήτηση για ένα δημιουργικό Ρότερνταμ– θέτει το προφανές ερώτημα, εάν είναι πράγματι ζήτημα ζωής και θανάτου για την πόλη να επιχορηγήσουν τον δημιουργικό τομέα και αναρωτιέται εάν οι «φυσιολογικοί» κάτοικοι του Ρότερνταμ χωράνε σ’ αυτό το μέλλον. Έτσι, είμαστε αντιμέτωποι στην περίπτωση του Ρότερνταμ με μια κατάσταση στην οποία μόνο η ακροδεξιά έχει το κουράγιο να πει αυτό που ο καθένας σκέφτεται σιωπηλά και να αμφισβητήσει ανοιχτά το επίσημο δόγμα που κρατά το Ρότερνταμ αιχμάλωτο: δηλαδή την πίστη ότι η δημιουργική τάξη είναι ο πολυαναμενόμενος αγγελιοφόρος του Θεού που θα αναβαθμίσει την χαλαρή ανταγωνιστικότητά του και συνεπώς θα διασφαλίσει την ευημερία όλων. 
Από τη μια πλευρά σου ζεσταίνει την καρδιά να βλέπεις πώς το Βιώσιμο Ροτερνταμ προσπαθεί να κινητοποιήσει τα τελευταία κομμάτια της δημοκρατικής συνείδησης του πληθυσμού του Ρότερνταμ. Στο προεκλογικό πρόγραμμα της περιόδου 2006-2010 αναφέρει: «Κάθε κάτοικος του Ρότερνταμ πρέπει να αισθάνεται ασφαλής / Κάθε κάτοικος του Ρότερνταμ που χρειάζεται βοήθεια, θα λαμβάνει βοήθεια / Κάθε γειτονιά του Ρότερνταμ πρέπει να γίνει ελκυστική…» [15]. Από την άλλη πλευρά έχουμε μείνει πεινασμένοι εδώ πέρα. Εάν η ιδέα μιας δημιουργικής πόλης είναι μια ιδεολογική κατασκευή που καλύπτει έναν συνηθισμένο συμβιβασμό ανάμεσα στον δημιουργικό τομέα και την ελίτ του Ρότερνταμ και υπηρετεί την εκλογίκευση μιας ξεκάθαρης και μονόπλευρης αστικής πολιτικής που δίνει έμφαση στα υψηλά εισοδήματα, είναι σίγουρο ότι χρειάζεται κάτι πιο ριζικό από το παθητικό αίτημα για μια πόλη στην οποία οι επιθυμίες και τα ενδιαφέροντα όλων θα ικανοποιούνται. Η ιδέα μιας συνολικής ή αδιαίρετης πόλης –στην οποία υπάρχει κάτι για τον καθένα– δεν είναι πλέον θεμελιωδώς ξένη με το δόγμα της δημιουργικής πόλης. Το τελευταίο παρουσιάζεται εξίσου «συμπεριληπτικό», αν και επιφανειακό. Δεν σκοπεύει απλώς ρητά να δώσει μια ευκαιρία στις αυθόρμητες πρωτοβουλίες από-τα-κάτω, επιπλέον βασίζεται στην ιδέα ότι επενδύοντας στη δημιουργική τάξη θα δημιουργήσει έναν στροβιλισμό στις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Πιστεύεται ότι κάθε «δημιουργική» δουλειά δημιουργεί Χ νέες δουλειές για χαμηλά ειδικευμένους εργάτες (για παράδειγμα σε υπηρεσίες delivery) και ότι οι δημιουργικές επιχειρήσεις παράγουν τα απαραίτητα κεφάλαια για τα πιλοτικά κοινωνικά πρότζεκτ. 
Αυτό που θέλουμε να πούμε είναι ότι τέτοια συμπεριληπτικά αστικά μοντέλα αποκλείουν την παραδοσιακή δημοκρατική χειρονομία κατά τρόπο που ο Jacques Rancière αναλύει θεωρητικά. Στοχεύουν να κατευνάσει τη δυσαρέσκεια των αποκλεισμένων μαζών συμπεριλαμβάνοντας παραδοσιακά ανειδίκευτο ή χαμηλά ειδικευμένο εργατικό δυναμικό στο συμβιβασμό μεταξύ κεφαλαίου και δημιουργικότητας. Έτσι, το Βιώσιμο Ρότερνταμ αγωνίζεται για αυτό που ο David Harvey αναφέρει ως «χωρικό συμβιβασμό» [16]. Αυτό σημαίνει ότι μια τερατώδη συμμαχία σφυρηλατείται ανάμεσα στις διαφορετικές τάξεις σε κάθε περιοχή, μέσα από την οποία κάθε τάξη εκφράζει την επιθυμία να αποκτήσει τον «φυσικό» της χώρο, ώστε να μπορεί να ανταγωνιστεί ανεμπόδιστα τους γείτονες. Η δημοκρατική χειρονομία την οποία καταδεικνύει ο Rancière στοχεύει ακριβώς στο αντίθετο: δεν αφορά μια στιγμή συναίνεσης (consensus) αλλά μια στιγμή στην οποία «ο δήμος (σ.σ. με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου), το πλήθος που δεν κατέχει τίποτε» υπονομεύει την υφιστάμενη διάκριση εξουσιών παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως «την πολιτική κοινότητα των ελεύθερων Αθηναίων» που λαμβάνουν μόνοι τους αποφάσεις [17]. Μέσα στο Ρότερνταμ μπορούμε για παράδειγμα να σκεφτούμε τους ημι-παράνομους Ανατολικο-ευρωπαίους εργάτες, αναπόσπαστα συνδεδεμένους με την οικονομία του Ρότερνταμ και υπαίτιους σε μεγάλο βαθμό της ανταγωνιστικότητας και άρα της ευημερίας του Ρότερνταμ, οι οποίοι ωστόσο δεν θεωρούνται οργανικό μέρος της κοινότητας του Ρότερνταμ. Γι’ αυτό έχουν και λιγότερα δικαιώματα στο «μερίδιο της πίτας» και μέσα στον χωρικό συμβιβασμό παίρνουν το πιο κοντό ξυλάκι. Εάν η δημοκρατία στο Ρότερνταμ σημαίνει ακόμη κάτι, πρέπει να δώσει φωνή σ’ αυτό το «πλήθος που δεν κατέχει τίποτε», την κοινωνική ομάδα που παρά την κρίσιμη συνεισφορά της στο αστικό δεν συμπεριλαμβάνεται στην επίσημη εκπροσώπηση της πόλης. 


Στο διάολο με τη δημιουργική σας πάλη!

Αυτή η απελπισμένη προσπάθεια να υποβαθμιστεί το αίτημα για δημοκρατία μέσα από τη σφυρηλάτηση μιας χωρικής συναίνεσης, κατά την οποία οι υφιστάμενες σχέσεις εξουσίας παραμένουν άθικτες, συμπίπτει με την τρέχουσα συζήτηση πάνω στην αξία της δημιουργικής πόλης. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει δημόσια συζήτηση για τη δημιουργική πόλη. Η Ολλανδία δεν θα ήταν η Ολλανδία αν –σ’ ολόκληρη τη χώρα– δεν είχαν οργανωθεί εκανοντάδες κύκλοι διαβούλευσης, εργαστήρια και συζητήσεις κατά τη διάρκεια των οποίων το νέο φαινόμενο της δημιουργικής τάξης συζητήθηκε από όλες τις πλευρές του. Παρά την διάχυτη ατμόσφαιρα της διαβούλευσης, οι συζητήσεις πολλές φορές κολλάνε στην προσπάθεια να προσδιοριστεί αυτό το «κάτι» που κάνει μια πόλη να είναι λίγο πιο δημιουργική από την άλλη, όπως επίσης και στο ερώτημα πώς θα αποκτηθεί ή θα διατηρηθεί αυτό το «κάτι». Αυτή η αναζήτηση είναι φυσικά μια χωρίς τέλος διαδικασία, επειδή η δημιουργικότητα είναι πάντοτε «σε κίνηση» και επανεφευρίσκει και επαναπροσδιορίζει τον εαυτό της συνεχώς. Ή όπως ο Florida το εκφράζει: «Οι οικονομίες είναι ρευστές και η δημιουργικότητα είναι ένα πλεονέκτημα που πρέπει να καλλιεργείται συνεχώς» [18]. Αυτή η μόνιμη συζήτηση, για το τι αξίζει την ετικέτα του δημιουργικού και τι όχι, πρέπει να κατανοηθεί σαν μια διαπαθητική [19] δραστηριότητα. Είχε ως στόχο να αποτρέψει το ίδιο το δημιουργικό δόγμα να τεθεί υπό αμφισβήτηση –δηλαδή να μην μπορεί να αναστοχαστεί θεμελιωδώς την αστική διαδικασία. Για να το θέσουμε διαφορετικά, η ασταμάτητη ροή των συζητήσεων εγκαθιδρύει ένα ευρύ πεδίο, στο οποίο η χρήση και το πλεονέκτημα της δημιουργικότητας θεμελιώνει τη θέση της ως πρωταρχικής σημασίας [20]. 
Αυτή η συναίνεση ωστόσο δεν σημαίνει ότι οι διαφορετικοί συμμετέχοντες στο διάλογο είναι «κώλος και βρακί» μεταξύ τους. Αντίθετα, μέσα στις δημιουργικές πόλεις υφίσταται μια συνεχόμενη σύγκρουση μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων για την απόκτηση της σφραγίδας γνησιότητας ως του πιο παραγωγικού και επικερδούς τμήματος. Κάθε ομάδα προσπαθεί να προβάλει τον εαυτό της ως την πιο δημιουργική από τις υπόλοιπες. Ανταποκρινόμενος στο πρόγραμμα Groeibriljanten –που αναφέρθηκε προηγουμένως– ο Wouter Vanstiphout παραπονιέται, για παράδειγμα, επειδή ο πολιτιστικός τομέας παραμελήθηκε εξαιτίας της μετατόπισης της δημιουργικής πρωτοβουλίας σε άλλο τμήμα της κοινωνίας: σε αυτό του μέσου ανθρώπου που τώρα επιτρέπεται να αφήσει ελεύθερη την φαντασία του/της στη ζωή του και να ανακαλύψει και να εκμεταλλευτεί τις κρυμμένες ευκαιρίες [21]. Το κίνημα των καταλήψεων διασφάλισε τη δική του δημιουργικότητα με το να υψώσει ένα καθαρό σύνορο ανάμεσα στην επονομαζόμενη αυθεντική δημιουργικότητα και στην θεσμική, εκχρηματισμένη, γιάπικη δημιουργικότητα. Τελικά, ο συχνός χαρακτηρισμός των καλλιτεχνών ως «γελοίων ελιτιστών» από τον Parco Pastors, καθοδηγητή του Βιώσιμου Ρότερνταμ, έχει προφανώς στόχο να υποστηρίξει ότι ό τομέας της τέχνης δεν είναι πλέον δημιουργικός και ότι η ζωτική δημιουργικότητα πρέπει να εντοπιστεί κάπου –ο Θεός γνωρίζει πού– αλλού [22]. 
Όλες αυτές οι θέσεις έχουν το εξής κοινό: εμπλέκονται στη σύγκρουση για το περιεχόμενο της έννοιας της δημιουργικότητας και τοποθετούν τη διαχωριστική γραμμή της σύγκρουσης σε οριζόντια βάση [23]. Ο Geert Lovink μιλάει επίσης και για «δημιουργική ταξική πάλη»: μια πάλη ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες με στόχο την πολιτιστική ηγεμονία [24]. Αλλά είναι μάλλον σωστότερο να τη δούμε σαν μια συνηθισμένη διαμάχη μεταξύ διαφορετικών ομάδων μέσα στην ίδια τάξη για την προνομιούχο θέση του να είσαι το δημιουργικό κεφάλαιο της αστικής οικονομίας ή, αν η μάχη έχει χαθεί, όπως στην περίπτωση του Vanstiphout, μια απελπισμένη προσπάθεια να καταχωρισθείς στους καλούς οδηγούς της πόλης. Αυτή η συχνά γελοία επίδειξη των δημιουργικών ομάδων που είναι απασχολημένες να μαλώνουν μεταξύ τους, δεν πρέπει να μας τυφλώνει απέναντι στην πραγματική ταξική πάλη –με την παραδοσιακή, Μαρξική σημασία του όρου. Οι Marlet και van Woerden, για παράδειγμα, συμπεραίνουν ότι στη θεωρία του Richard Florida η ταμπέλα «δημιουργική τάξη» τελικά περιλαμβάνει την παραδοσιακή κατηγορία των υψηλά αμειβόμενων [25]. Ωστόσο, αντί να παρακολουθούμε τους Marlet&co στην έρευνά τους για έναν ακριβέστερο ορισμό της δημιουργικής τάξης, θα ήταν πιο παραγωγικό να ακολουθήσουμε τη συμβουλή του Harvey, όταν υποστηρίζει ότι «εάν κάτι μοιάζει με ταξική πάλη και συμπεριφέρεται σαν τέτοιο, τότε πρέπει να ονομάζουμε ως τέτοιο». 
Σ’ αυτό το σημείο μπορούμε να διδαχθούμε από τη στάση που τήρησε ο André Thomsen απέναντι στην προσπάθεια της πόλης του Den Bosch να αναπλαστεί σύμφωνα με τις νέες απαιτήσεις της δημιουργικής εποχής [26]. Συγκεκριμένα, η αστική γειτονιά Boschveld «ψηφίστηκε» από το Δήμο και τους ιδιώτες εταίρους ως ένας «τέλειος τόπος» για την περαιτέρω δημιουργική επανάσταση (επρόκειτο να κατεδαφιστεί και να αντικατασταθεί από μια πιο δημιουργική, πρβλ.: ανάπτυξη της σικ αγοράς, αστικός σχεδιασμός). Ο Thomsen παρέβλεψε τον καυγά ανάμεσα στο Δήμο και τους κατασκευαστές από τη μια πλευρά και τους κατοίκους από την άλλη, όπου κυριαρχούσε η άποψη των πρώτων ότι οι πολίτες δεν πρέπει να συμπεριφέρονται ακοινώνητα και ότι πρέπει να θυσιαστούν για έναν ανώτερο σκοπό: δηλαδή να εκτοξεύσουν το Den Bosch στην δημιουργική εποχή. Διεξήγαγε έρευνα που αποκάλυπτε πως στην πραγματικότητα τα σπίτια που προορίζονταν για κατεδάφιση ήταν, δεδομένων των λίγων ασήμαντων επισκευών που είχαν γίνει, σε καλή κατάσταση, καταρρίπτοντας έτσι το βασικό επιχείρημα των εταιρειών και των κατασκευαστών ότι τα σπίτια ήταν εντελώς παλιά. Ο Thompsen συμπέρανε ότι δεν ήταν τόσο τα σπίτια όσο οι κάτοικοί τους που θεωρούνταν από τους κατασκευαστές και τις Αρχές εμπόδιο στο όνειρό τους για ένα δημιουργικό Den Bosch. Με άλλα λόγια, ο Thompsen αρνήθηκε να τοποθετήσει την ταξική πάλη «οριζόντια», αντίθετα απέδωσε μια «κάθετη» γραμμή: δηλαδή έκανε φανερό πώς η συζήτηση για τη δημιουργικότητα ως εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για μια εύπορη πόλη κρύβει τον τρόπο με τον οποίο η δημιουργική ελίτ καθορίζεται ως προτεραιότητα στον αστικό σχεδιασμό, απωθώντας τους ανεπιθύμητους κατοίκους σε έναν άγνωστο προορισμό. Αυτό μας επιτρέπει να επεκτείνουμε ένα βήμα παραπέρα τη θέση του Merijn Oudenampsen ότι μέσα στην δημιουργική πόλη «το ταλέντο είναι ο στόχος και τα κοινωνικά προβλήματα έχουν αποτραπεί» [27]. Το παράδειγμα του Den Bosch αποκαλύπτει ότι η στρατηγική προσέλκυσης και φιλοξενίας του ταλέντου από το δήμο και τους ιδιώτες εταίρους μπορεί να είναι η «μαγική συνταγή» για τα κοινωνικά προβλήματα μόνο με την απομάκρυνση των ανεπιθύμητων και ατάλαντων ομάδων. Είμαστε αντιμέτωποι με την συνθήκη της πιθανότητας της δημιουργικής πόλης: μπορεί να παρουσιάσει ως τέτοια τον ευατό της μεταφέροντας σε άλλα σημεία της Ολλανδίας ή του κόσμου την παλιά παραγωγική βιομηχανία και κατακερματίζοντας στην αστική περιοχή το απόθεμα των άνεργων ανειδίκευτων εργατών. Η πρότασή μας προς τους καλλιτεχνικούς παραγωγούς είναι, αντί να συμμετέχουν σ’ αυτόν τον δημιουργικό κύκλο, να χρησιμοποιήσουν τη δημιουργικότητά τους για να δημιουργήσουν στρατηγικές που θα εδραιώσουν το αίτημα του Dieter Lesage για το Ρότερνταμ, και να αγκαλιάσουν τη φτώχεια του αντί να ψάχνουν απελπισμένα για μια μητροπολιτική εικόνα [28]. Το πρώτο βήμα είναι να πάρουν εντελώς στα σοβαρά τη φιλοσοφία της αυτάρκειας που κηρύσσεται στον μέσο άνθρωπο. Αν το Ρότερνταμ στ’ αλήθεια πιστεύει πως πρέπει να μάθει να αυτοσυντηρείται, τότε πρέπει να δωρίσει τα παλιά σπίτια του αρχικά στους σημερινούς κατοίκους των προβληματικών γειτονιών, συμπεριλαμβανομένων και των άτυπων κατοίκων τους, όπως είναι τα τζανκι και ανατολικοευρωπαίοι εργάτες. Αυτό εναντιώνεται στο τρέχον σενάριο κατά το οποίο η αυτάρκεια αποτελεί άλλοθι με το οποίο οι ανεπιθύμητες κοινωνικές ομάδες παραδίδονται στους αντικειμενικούς νόμους της αγοράς ενώ κανακεύει τις επιθυμητές «δημιουργικές» ομάδες με ελέυθερα do-it-yourself σπίτια. Μόνο ως «πόλη της φτώχειας» μπορεί το Ρότερνταμ να επανακτήσει το δημοκρατικό του στάτους.


Σημειώσεις
1. Στην περίπτωση του Ρότερνταμ, η κατηγορία της δημιουργικής τάξης συνήθως διευρύνεται για να καλύψει όχι μόνο τον παραδοσιακό καλλιτέχνη σε μια παλαιά βιομηχανική αποθήκη αλλά επίσης και τον τομέα των δημιουργικών υπηρεσιών και την ελίτ του μάνατζμεντ. Σκεφτείτε την παρέμβαση του Gerard Marlet κατά τη διάρκεια της συζήτησης: Creatieve klasse: kansen voor stad en regio, που οργανώθηκε από τον Nirov στις 2-12-2004 στο Άμστερνταμ. Βλ. Σχ.: De creatieve stad: hype of kans, στο:ndhttp://www.nirov.nl/nirov/docs/signalen/sig3884.pdf
2. Σχετικά με αυτό, ο Richard Florida αναφέρεται στη δημιουργικότητα ως «τον μεγάλο ισοπεδωτή» Richard Florida, The rise of the creative class, Basic Books 2004, σ. 19. 
3. Ron Boschma a.o., Creatieve klasse en regionaal-economische groei, Departement Sociale geografie en planologie, Universiteit Utrecht, version Juni 21st 2005, p. 2.
4. Richard Florida, όπ.π., σ. 24.
5. Βλ. Σχ. Economische Verkenning Rotterdam 2005, στο: www.obr.rotterdam.nl
6. Για μια σύγκριση των δημιουργικών βιομηχανιών του Ρότερνταμ και του Άμστερνταμ, βλ. Paul Rutten a.o., Creatieve industrie in Rotterdam, TNO Rapport EPS 2005-06, Delft 2005.
7. Κατά της διάρκειας της συζήτησης που οργανώθηκε από το Rotterdam board for Art and Culture στις 24-2-2005. Βλ. Σχ. Stad als laboratorium, στο: http://www.rrkc.nl/laboratorium/lab2_3.htm
8. Gerard Marlet en Clemens van Woerkens, Het economisch belang van de creatieve klasse, στο: ESB 11-6-2004, σσ. 280-283.
9. «… ο τόπος είναι η βασική οικονομική και κοινωνική μονάδα οργάνωσης του χρόνου μας». Zie: Richard Florida, όπ.π., σ. 19.
10. David Harvey, "Contested Cities: social process and spatial form", στο: Transforming Cities, Routledge, London 1998, σ. 19 και 23. 
11. Richard Florida, όπ.π., σ. 19.
12. Βλ. σχ. για τους όρους στο Λεξικό μας.
13. Ο Boris Groys ισχυρίζεται ότι κάποτε ήταν σαφές ότι το νέο οικονομικό μοντέλο της Σοβιετικής Ένωσης δεν παρήγαγε αυτομάτως έναν νέο Σοβιετικό άνθρωπο, η «προηγούμενη παράλογη πίστη στην τεχνολογία αντικαταστάθηκε από μια ισότιμα παράλογη πίστη στη λανθάνουσα ανθρώπινη δύναμη». Είναι αυτή η υπεράνθρωπη δύναμη που αποτυπώθηκε στα έργα τέχνης του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού. Βλ.: Boris Groys,The total art of Stalin, Princeton University Press, New Jersey 1998, p. 60 κ.ε.
14. Εάν οι μάζες δεν είναι προετοιμασμένες για να το κάνουν αυτό, οι πόλεις μπορούν πάντοτε να κάνουν χρήση της γνωστής στρατηγικής των ΗΠΑ για να δημιουργήσουν, όπως σημειώνει ο Florida, μια ελεύθερη και ανοιχτή κοινωνία επενδύοντας μαζικά στην δημιουργικότητα (εκπαίδευση, έρευνα, πολιτισμός) και προσελκύοντας (Ευρωπαίους) διανοούμενους. Richard Florida, όπ.π., σ. 23. 
15. G. Marlet en C. van Woerkens, όπ.π., σσ. 280-283.
16. http://www.leefbaarrotterdam.nl/index.php/info/leidraad 
17. David Harvey, Spaces of global capitalism, Verso, London 2006, σ. 102 κ.ε.
18. Jacques Rancière, Disagreement, Minnesota University Press, 1999, σ. 9 κ.ε.
19. Σ.τ.Μ.: Διαπαθητικός/διαπαθητικότητα (interpassive/interpassivity): όρος-λογοπαίγνιο που χρησιμοποιεί ο S. Zizek αντιστρέφοντας τον πολυχρησιμοποιημένο όρο: διαδραστικός/διαδραστικότητα (interactive/interactivity). 
20. Richard Florida, όπ.π., σ. 23.
21. Μπορούμε συνεπώς να ισχυριστούμε ότι η σημερινή έκρηξη «λόγου» (discourse) περί της πόλης συμπίπτει με την κατάρρευσή της – μια κατάρρευση που συγκρίνεται με αυτή που εμφανίστηκε στις στημένες πολιτικές δίκες του Στάλιν. 
22. Στο πλαίσιο του προγράμματος Groeibriljanten ο Vanstiphout μιλάει για «αντιστροφή των πολιτιστικών πολιτικών». Ισχυρίζεται ότι: «Αντί να κοιτάξουν το Ρότερνταμ από μια διεθνή σκοπιά, ως υποκείμενο μιας σταθερής αλλαγής αρχιτεκτονικής καινοτομίας, εξαναγκάζονται (οι πολιτιστικοί διαχειριστές της πόλης και οι δημόσιοι υπάλληλοι) να υποβαθμίσουν τον εαυτό τους στο επίπεδο των κατοίκων και να δουλέψουν από εκεί προς τα πάνω. Τελικά, λειτουργεί ως βάρβαρη προβοκάτσια προς την καλλιτεχνική και αρχιτεκτονική ελίτ της πόλης, καταστρέφοντας φαινομενικά κάθε πιθανότητα για μεγάλα πολιτιστικά προγράμματα με κεντρική στήριξη σε ένα μνημειακό επίπεδο, και στρέφοντας την πολιτιστική και αρχιτεκτονική καινοτομία στους δρόμους». Βλ.: Wouter Vanstiphout, Dirty Minimalism, In: Archis #5, 2004, σσ.77-78.
23. Βλ.: http://www.leefbaarrotterdam.nl/index.php/weblog/comments_marco/oenen_krijgen_wel_subsidie/
24. Ο βαθύτερος δεσμός μεταξύ λαϊκισμού και «δημιουργισμού» έρχεται στο προσκήνιο μέσα από τη δημοφιλή ιδέα που υπάρχει στους διαχειριστές της πόλης ότι η δημιουργική τάξη είναι αρέσκεται εξίσου στις ήσυχες, ασφαλείς και ευχάριστες γειτονιές. 
25. Geert Lovink, Creatieve klassenstrijd, mei 2006, στο: http://www.networkcultures.org/geert/creatieve-klassenstrijd/
26. G. Marlet en C. van Woerkens, όπ.π., σσ. 280-283.
27. In the Tegenlicht-documentary ‘Planner’s blight: de strategie van het gummetje’, June 26th 2005. Βλ.:http://www.vpro.nl/programma/tegenlicht/afleveringen/22966523/items/22153505/
28. «Dit is de nieuwe logica van insluiting en uitsluiting in de stadsvernieuwing. In het I Amsterdam model wordt talent gezocht en sociale problemen geweerd». Βλ.: Merijn Oudenampsen, Total Makeover, September 2005, οπ.π.: www.flexmens.org
29. Dieter Lesage, Omtrent Metropolitane machinaties, στο: MetropolisM #2, 2005, οπ.π. σσ. 80-84. 

Πρωτότυπο κείμενο:
BAVO, "Plea for an uncreative city"
Στο διαδίκτυο (αγγλ.): http://www.bavo.biz/texts/view/156

Μετάφραση:
ratnet, 2009

 

 

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης