Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Μάθε να ζεις χωρίς αφέντες

  1. ΝΑ ΑΠΑΛΛΑΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΆΛΛΟ.

OGR: Τελικά, φαίνεται σαν το φιλοσοφικό και πολιτικό σχέδιο σας να είναι το ξεπέρασμα των διαφόρων αδιεξόδων των εξωτερικών σε αντίθεση με τους εσωτερικούς λογαριασμούς των πάντων, από τον κινηματογράφο μέχρι την επιστήμη και την πολιτική, χωρίς να παίζετε με τους όρους των υστερικών που θέλουν να τους δώσετε τον «νέο νόμο». Αυτό θα εξηγούσε γιατί ο λόγος σας (και η πρακτική σας) δεν μπορεί απλά να ακολουθήσει τις συμβάσεις του λόγου του πανεπιστημίου. Για να το θέσω αλλιώς, εκεί είναι που καταλήγετε όταν δηλώνετε ότι ο στόχος είναι «να απαλλαγούμε από τον μεγάλο Άλλο» σε όλες του τις μορφές (συμπεριλαμβανομένου αυτού του «οργανικού διανοουμένου»);

SZ: Ήταν ήδη ο Ζακ-Αλαίν Μίλερ που επεξεργάστηκε την ιδέα ότι η δημοκρατία περιλαμβάνει ένα είδος ένδειας του μεγάλου Άλλου, με άμεση αναφορά στον Κλωντ Λεφόρ: «Είναι η δημοκρατία ένα κύριο-σημαίνον; Χωρίς καμιά αμφιβολία. Είναι το κύριο-σημαίνον που λέει ότι δεν υπάρχει κύριο σημαίνον, τουλάχιστον ένα κύριο-σημαίνον που θα μπορούσε να σταθεί μόνο του, ώστε κάθε κύριο-σημαίνον πρέπει να τοποθετήσει τον εαυτό του σοφά μαζί με άλλα. Η δημοκρατία είναι το Λακανικό μεγάλο S του παραγραμμένου A, που λέει: Είμαι το σημαίνον του γεγονότος ότι ο Άλλος έχει μια τρύπα, ή ότι δεν υπάρχει».

Φυσικά, ο Μίλερ γνωρίζει ότι ΚΑΘΕ κύριο-σημαίνον μαρτυρεί το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποιο κύριο-σημαίνον, κανένα Άλλο του Άλλου, ότι υπάρχει έλλειψη στον Άλλο κτλ. – το ίδιο το κενό μεταξύ του S1 και του S2 δημιουργείται εξαιτίας αυτής της έλλειψης (όπως με τον Θεό στον Σπινόζα, το Κύριο-Σημαίνον εξ ορισμού γεμίζει το κενό στην ακολουθία των «συνηθισμένων» σημαινομένων). Η διαφορά είναι ότι, με την δημοκρατία, αυτή η έλλειψη εγγράφεται κατευθείαν στο κοινωνικό οικοδόμημα, θεσμοποιείται σε έναν κώδικα διαδικασιών και κανονισμών- ώστε να μην προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Μίλερ επιδοκιμαστικά παραθέτει τον Μαρσελ Γκοσέτ στο πως, στην δημοκρατία, η αλήθεια προσφέρεται «σε διαίρεση και αποσύνθεση».

Αυτό είναι όλο που μπορεί να λεχθεί εδώ; Ας θυμηθούμε την παλιά υπεράσπιση της πολυκομματικής δημοκρατίας του Καρλ Καούτσκυ: Ο Καούτσκυ συνέλαβε την νίκη του σοσιαλισμού ως την κοινοβουλευτική νίκη του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, και ακόμη πρότεινε ότι η κατάλληλη πολιτική μορφή του περάσματος από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό είναι ο κοινοβουλευτικός συνασπισμός των προοδευτικών αστικών και σοσιαλιστικών κομμάτων. (κανείς δελεάζεται να φέρει αυτή την συλλογιστική στα άκρα της και να υποθέσει ότι, για τον Καούτσκυ, η μόνη αποδεκτή επανάσταση θα λάμβανε χώρα ύστερα από ένα δημοψήφισμα που τουλάχιστον το 51% των ψηφοφόρων θα την ενέκριναν). Στα γραπτά του 1917, ο Λένιν φύλαξε την πιο οξεία ειρωνεία του για αυτούς που εμπλέκονται στην ατέλειωτη αναζήτηση για κάποιου είδους «εγγύηση» της επανάστασης. Αυτή η εγγύηση παίρνει δύο κύριες μορφές: είτε την πραγματοποιημένη έννοια της κοινωνικής Αναγκαιότητας (κανείς δεν θα πρέπει να διακινδυνεύσει την επανάσταση πιο νωρίς. Πρέπει να περιμένει για την σωστή στιγμή, όταν η κατάσταση θα είναι «ώριμη» όσον αφορά τους νόμους της ιστορική ανάπτυξης: «είναι πολύ νωρίς για την Σοσιαλιστική επανάσταση, η εργατική τάξη δεν είναι ακόμη ώριμη») είτε την κανονιστική («δημοκρατική») νομιμότητα («η πλειοψηφία του πληθυσμού δεν είναι ακόμα με το μέρος μας, άρα η επανάσταση δεν θα είναι πραγματικά δημοκρατική»)-όπως ο Λένιν το θέτει διαρκώς, είναι σαν, πριν το επαναστατικό υποκείμενο διακινδυνεύσει την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, να πρέπει να πάρει την άδεια από κάποια φιγούρα του μεγάλου Άλλου (να οργανώσει ένα δημοψήφισμα που θα διασφαλίσει ότι η πλειοψηφία υποστηρίζει την επανάσταση). Για τον Λένιν, όπως για τον Λακάν, το συμπέρασμα είναι ότι μια επανάσταση «δεν επιτρέπεται από την ίδια» (ΣτΜ: Γαλλικά στο κείμενο): κανείς θα πρέπει να προσλάβει την επαναστατική ΠΡΑΞΗ μη αναστελλόμενη από τον μεγάλο Άλλο- ο φόβος της ανάληψης εξουσίας «πρόωρα», η αναζήτηση της εγγύησης, είναι ο φόβος της αβύσσου της πράξης.

Δημοκρατία είναι λοιπόν όχι μόνο η «θεσμοθέτηση της έλλειψης στον Άλλον». Θεσμοθετώντας την έλλειψη, την εξουδετερώνει –την ομαλοποιεί-, ώστε η ανυπαρξία του μεγάλου Άλλου (το «δεν υπάρχει μεγάλος Άλλος» του Λακάν) πάλι αναστέλλεται: ο μεγάλος Άλλος είναι εδώ πάλι με την ενδυμασία της δημοκρατικής νομιμοποίησης/εξουσιοδότησης των πράξεων μας- σε μια δημοκρατία, οι πράξεις μου είναι «καλυμμένες» ως οι νόμιμες πράξεις που εκπροσωπούν την θέληση της πλειοψηφίας. Σε αντίθεση σε αυτή την λογική, ο ρόλος των χειραφετητικών δυνάμεων δεν είναι να «αντανακλούν» παθητικά την γνώμη της πλειοψηφίας, αλλά να δημιουργήσουν μια νέα πλειοψηφία.

2. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥ

OGR: Φαίνεται να ισχυρίζεστε ότι ακόμα και στην δημοκρατία αναζητούμε νέους αφέντες, νέα καθοδήγηση και νέες συνταγές, όταν στην πραγματικότητα θα πρέπει να πασχίσουμε να τα ξεφορτωθούμε όλα αυτά. Για να είμαστε συνεπείς με αυτή την προοπτική κανείς θα πρέπει να αμφισβητήσει επίσης την θέση του στρατευμένου διανοούμενου, όπως εσείς, ο οποίος πολύ πιο συχνά από ότι φαίνεται, εμφανίζεται ως η «ανεπτυγμένη» συνείδηση της κοινωνίας, αυτός ο οποίος προτείνει νέες μορφές κοινωνικού και πολιτικού πειραματισμού και καινοτομίας. Έχετε επιδοκιμαστικά απεικονιστεί ως τέτοιος πολλές φορές, ως ένας πειραματικός παρουσιαστής ή ως ένας καινοτόμος στοχαστής, για παράδειγμα από την Σαν Φρανσίσκο Κρόνικλ μερικά χρόνια πριν, μετά την παρουσίαση της ταινίας «Ζίζεκ!». Όμως, αν απορρίπτετε αυτόν τον ρόλο για τον διανοούμενο ως μιας πειστικής μορφής πολιτικής δράσης στην παρούσα κατάσταση, τότε ποιος είναι/θα έπρεπε να είναι ο κατάλληλος ρόλος του δημοσίου ή του πολιτικά στρατευμένου διανοούμενου; Έχουν οι διανοούμενοι κάνει οτιδήποτε με κάποια σημασία, όπως το έθεσε ένας Βρετανός δημοσιογράφος μετά τον θάνατο του Ζακ Ντεριντά; Ή είναι η μοίρα τους να αποτυγχάνουν (πολιτικά) ακόμα και αν πετυχαίνουν;

SZ: Τι μπορεί να κάνει ένας φιλόσοφος σήμερα, τι μπορεί αυτός ή αυτή να πει στην κοινή γνώμη που στοιχειώνεται από τα προβλήματα της οικολογίας, του ρατσισμού, των θρησκευτικών συρράξεων, κ.α.; Ο σκοπός δεν είναι να παρέχει απαντήσεις, αλλά να δείξει πως ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε ένα πρόβλημα μπορεί να είναι μέρος του προβλήματος, μυστικοποιώντας το αντί να μας επιτρέπει να το λύσουμε. Δεν υπάρχουν μόνο λάθος απαντήσεις, υπάρχουν επίσης και λάθος ερωτήσεις.

Μια ψευδής αίσθηση επείγοντος διέπει τον Αριστερό-φιλελεύθερο ανθρωπιστικό λόγο: «Μια γυναίκα βιάζεται κάθε έξι δευτερόλεπτα σε αυτή την χώρα», «Στον χρόνο που θα σου πάρει να διαβάσεις αυτή την παράγραφο, δέκα παιδιά θα πεθάνουν από την πείνα»… Το να τονίζεις όλα αυτά είναι ένα υποκριτικό αίσθημα ηθικής προσβολής. Αυτό το είδος του ψευδο-επείγοντος έτυχε εκμετάλλευσης από τα  καταστήματα καφέ Στάρμπακς μερικά χρόνια πριν: στην είσοδο του καταστήματος, οι αφίσες που καλωσόριζαν τους πελάτες τόνιζαν ότι σχεδόν τα μισά από τα κέρδη της αλυσίδας πήγαιναν στην υγειονομική περίθαλψη των παιδιών της Γουατεμάλα, την πηγή του καφέ τους, με το συμπέρασμα να είναι ότι με κάθε κούπα καφέ που πίνεις, σώζεις την ζωή ενός παιδιού.

Υπάρχει ένα θεμελιώδες αντι-θεωρητικό κενό σε αυτές τις επείγουσες διαταγές. Δεν υπάρχει χρόνος να συλλογιστούμε: πρέπει να δράσουμε τώρα. Μέσω αυτής της ψευδούς έννοιας του επείγοντος, οι μετα-βιομηχανικοί πλούσιοι, ζώντας στον απομονωμένο εικονικό κόσμο τους, όχι μόνο δεν αρνούνται ή αγνοούν την σκληρή πραγματικότητα έξω από την περιοχή τους-αναφέρονται ενεργά σε αυτή συνεχώς. Όπως ο Μπιλ Γκέιτς το έθεσε πρόσφατα: « Τι σημασία έχουν οι υπολογιστές όταν εκατομμύρια πεθαίνουν χωρίς λόγο από δυσεντερία;» Ενάντια σε αυτό το ψευδές επείγον, θα θέλαμε ίσως να τοποθετήσουμε την εξαίρετη επιστολή του Μαρξ προς τον Ένγκελς το 1870, όταν για μια στιγμή φαινόταν ότι μια Ευρωπαϊκή επανάσταση ήταν ξανά προ των πυλών. Το γράμμα του Μαρξ μεταφέρει τον καθαρό πανικό του: δεν μπορούν οι επαναστάτες να περιμένουν μερικά χρόνια; Δεν έχει ακόμα ολοκληρώσει το Κεφάλαιο του.

Μια κριτική ανάλυση της παρούσας παγκόσμιας συγκυρίας –μιας συγκυρίας η οποία δεν προσφέρει καμιά σαφή λύση, καμιά «πρακτική» συμβουλή για το τι πρέπει να γίνει και δεν αφήνει να διαφανεί κανένα φως στο τέλος του τούνελ, αφού κανείς γνωρίζει καλά ότι αυτό το φως μπορεί να ανήκει σε ένα τραίνο που κατευθύνεται με ταχύτητα πάνω μας- συνήθως αντιμετωπίζει την κατηγορία: «Εννοείς ότι δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα; Απλώς να κάτσουμε και να περιμένουμε;» Ένας θα πρέπει να έχει το κουράγιο να απαντήσει: «ΝΑΙ, ακριβώς αυτό!» Υπάρχουν περιπτώσεις όταν το μόνο αληθινά «πρακτικό» πράγμα που μπορεί να κάνει κανείς είναι να αντισταθεί στον πειρασμό να ασχοληθεί αμέσως και να «περιμένει να δει» με όρους μιας υπομονετικής, κριτικής ανάλυσης.

Υπάρχει ένα πολύ γνωστό σοβιετικό ανέκδοτο για τον Λένιν. Επί σοσιαλισμού, η συμβουλή του Λένιν προς τους νέους, η απάντησή του στο τι έπρεπε να κάνουν, ήταν «Μελετήστε, μελετήστε και μελετήστε» Την επικαλείτο συνέχεια και μπορούσε να τη δει κανείς στους τοίχους όλων των σχολείων. Το ανέκδοτο έχει ως εξής: Ρωτούν τον Μαρξ, τον Ένγκελς και τον Λένιν αν θα προτιμούσαν να είχαν μια σύζυγο ή μια ερωμένη. Όπως είναι αναμενόμενο, ο Μαρξ, μάλλον συντηρητικός στα προσωπικά ζητήματα, απαντά, «Μια σύζυγο!», ενώ ο Ένγκελς, περισσότερο τύπος μπον βιβέρ, προτιμά μια ερωμένη. Προς έκπληξη όλων, ο Λένιν λέει: «Εγώ θα ήθελα να είχα και τα δυο!» Γιατί; Μήπως υπάρχει μια κρυφή φλέβα παρακμιακού ηδονιστή πίσω από την αυστηρή επαναστατική εικόνα του; Όχι – εξηγεί: «Για να μπορώ να λέω στη σύζυγό μου ότι πηγαίνω στην ερωμένη μου και στην ερωμένη μου ότι πρέπει να μείνω με τη σύζυγό μου...» «Και τότε, τι θα έκανες;» «Θα πήγαινα σ’ ένα απομονωμένο μέρος για να μελετήσω, να μελετήσω και να μελετήσω!»

Αυτό ακριβώς δεν έκανε ο Λένιν έπειτα από τον όλεθρο του 1914;  Αποτραβήχτηκε σ’ ένα μοναχικό μέρος στην Ελβετία, όπου «μελέτησε, μελέτησε και μελέτησε», εντρυφώντας στη λογική του Χέγκελ. Και αυτό ακριβώς πρέπει να κάνουμε κι εμείς σήμερα, όταν τα μέσα ενημέρωσης μας βομβαρδίζουν με εικόνες βίας. Πρέπει να «μελετήσουμε, να μελετήσουμε και να μελετήσουμε» τι προκαλεί αυτή τη βία.

Αυτό, φυσικά, με κανένα τρόπο δεν σημαίνει ότι κανείς θα πρέπει να συμφωνήσει με την φιλελεύθερη κοινή άποψη σύμφωνα με την οποία οι φιλόσοφοι στην πολιτική υποστηρίζουν μια καταστροφική δυστυχία: ξεκινώντας με τον Πλάτωνα, είτε αποτυγχάνουν οικτρά είτε επιτυγχάνουν … να υποστηρίζουν τους τυράννους. Ο λόγος, ώστε η ιστορία να συνεχίζεται, είναι ότι οι φιλόσοφοι προσπαθούν να επιβάλλουν την Έννοια τους πάνω στην πραγματικότητα, παραβιάζοντας τη - δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι, από τον Πλάτωνα έως τον Χάιντεγκερ, είναι αποφασιστικά αντιδημοκρατικοί (με την εξαίρεση κάποιων εμπειριστών και πραγματιστών), απορρίπτοντας το πλήθος του «λαού» ως θύμα των σοφιστών, στο έλεος της τυχαίας πλειοψηφίας… Έτσι όταν η κυρίαρχη άποψη ακούει τους Μαρξιστές που υπερασπίζονται τον Μαρξ, να λένε ότι οι ιδέες του δεν εφαρμόστηκαν πλήρως στον Σταλινισμό, απαντούν: Δόξα τω Θεώ! Θα ήταν ακόμα χειρότερα αν εφαρμόζονταν πλήρως! Ο Χάιντεγκερ τουλάχιστον ήταν πρόθυμος να συναγάγει συμπεράσματα από την καταστροφική του εμπειρία και παραδέχτηκε ότι αυτοί που σκέφτονται οντολογικά πρέπει να σφάλλουν οντικά, ότι το κενό είναι αγεφύρωτο, ότι δεν υπάρχει ορθή «φιλοσοφική πολιτική». Με αυτόν τον τρόπο φαίνεται ότι ο Τσέστερτον δικαιώνεται πλήρως με την ειρωνική του πρόταση να εγκαθιδρυθεί «ένα ειδικό σώμα αστυνομικών, αστυνομικοί που θα είναι επίσης φιλόσοφοι»:

«Είναι δική τους δουλειά να παρακολουθούν τις αρχές αυτής της συνωμοσίας, όχι απλώς με μια εγκληματική αλλά με μια αμφιλεγόμενη έννοια. /…/ Η δουλειά του φιλοσοφικού αστυνομικού /…/  γίνεται αμέσως πιο τολμηρή και πιο λεπτή από αυτή του συνηθισμένου ντέντεκτιβ. Ο συνηθισμένος ντέντεκτιβ πηγαίνει σε σπίτια για να συλλάβει κλέφτες, εμείς πάμε σε καλλιτεχνικές συνάξεις για να εντοπίσουμε πεσιμιστές. Ο συνηθισμένος ντέντεκτιβ ανακαλύπτει από ένα κατάστιχο ή ένα ημερολόγιο ότι ένα έγκλημα έχει διαπραχθεί. Εμείς ανακαλύπτουμε από ένα βιβλίο με σονέτα ότι ένα έγκλημα θα διαπραχθεί. Πρέπει να εντοπίσουμε την πηγή αυτών των τρομερών σκέψεων που οδηγούν τους ανθρώπους τελικά στον διανοητικό φανατισμό και στο διανοητικό έγκλημα.»

Στοχαστές τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους όπως ο Ποππέρ, ο Αντόρνο και ο Λεβινάς δεν θα συντασσόταν με μια ελαφρώς παραλλαγμένη εκδοχή αυτής της ιδέας, όπου το πραγματικό πολιτικό έγκλημα ονομάζεται «ολοκληρωτισμός» και το φιλοσοφικό έγκλημα συμπυκνώνεται στην έννοια της «ολότητας»; Ένας ευθύς δρόμος οδηγεί από την φιλοσοφική έννοια της ολότητας στον πολιτικό ολοκληρωτισμό, και η αποστολή της «φιλοσοφικής αστυνομίας» είναι να ανακαλύπτει από ένα βιβλίο διαλόγων του Πλάτωνα ή μια διατριβή πάνω στο κοινωνικό συμβόλαιο του Ρουσσώ ότι ένα πολιτικό έγκλημα θα διαπραχθεί. Ο συνηθισμένος πολιτικός αστυνομικός πηγαίνει σε μυστικούς οργανισμούς για να συλλάβει επαναστάτες. Ο φιλοσοφικός αστυνομικός πηγαίνει σε φιλοσοφικά συμπόσια για να εντοπίσει υπέρμαχους της ολότητας. Ο συνηθισμένος αστυνομικός της αντιτρομοκρατικής προσπαθεί να εντοπίσει αυτούς που ετοιμάζονται να ανατινάξουν κτίρια και γέφυρες. Ο φιλοσοφικός αστυνομικός προσπαθεί να εντοπίσει αυτούς που είναι έτοιμοι να αποδομήσουν τα θρησκευτικά και ηθικά θεμέλια των κοινωνιών μας…

Κανείς θα πρέπει να απορρίψει πλήρως όχι μόνο αυτή την ποινικοποίηση των διανοουμένων, αλλά, ακόμη περισσότερο, την αμυντική εξημέρωση των ριζοσπαστών διανοουμένων που, όπως λέγεται, εισηγούνται μια προκλητική διόρθωση στην δημοκρατία, ώστε μέσω της υπερβολής αυτής, να καθίστανται φανερές οι ασυνέπειες και οι αδυναμίες του δημοκρατικού σχεδίου. Η ιδέα είναι ότι οι ριζοσπαστικές θεωρίες είναι προκλήσεις οι οποίες δεν είναι πραγματικά για να «τις πάρει κανείς τοις μετρητοίς», αλλά στοχεύουν, μέσω του προβοκατόρικου χαρακτήρα τους, να μας ξυπνήσουν από την δημοκρατική-δογματική αδράνεια και έτσι να συνεισφέρουν στην αναζωογόνηση της ίδιας της δημοκρατίας… Αυτός είναι ο τρόπος που το καθεστώς θέλει να είναι οι «ανατρεπτικοί» στοχαστές: να μετατραπούν σε ακίνδυνες αλογόμυγες που μας δαγκώνουν και έτσι μας ξυπνούν από τις ασυνέπειες και την ατέλεια του δημοκρατικού μας οικοδομήματος- Θεός φυλάξοι από το να πάρουν το σχέδιο τους σοβαρά και να προσπαθήσουν να ζήσουν σύμφωνα με αυτό…

3. ΟΧΙ ΕΝΩΜΕΝΑ ΑΛΛΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ

OGR: Πολλοί από τους αυτό-διοριζόμενους φίλους σας απαιτούν να γράφετε «πιο αυστηρά», «πιο γεωμετρικά» θυμάμαι έναν από αυτούς να λέει. Όπως και να έχει, φαίνεται ότι ένα μέρος που κάνει την παρέμβαση σας τόσο ενοχλητική είναι ακριβώς η άρνηση σας, να παίξετε τον ρόλο του mainstream ακαδημαϊκού. Κάτι σαν τους Κυνικούς της Αρχαίας Ελλάδας, που δεν ήταν τόσο Έλληνες, και των οποίων η πολιτική πρόθεση και η φιλοσοφική άποψη δεν ήταν λιγότερο επιδραστική και αυστηρή από των υπόλοιπων μετά-Σωκρατικών.

Όπως ξέρουμε, οι τελευταίοι συχνά κατέληγαν να διδάσκουν αυτοκράτορες, κοντά στην εξουσία, ενώ δεν έχουμε πληροφορίες για κανέναν από τους Κυνικούς που να συναναστρέφεται άνετα με αυτούς που κυβερνούν. Έτσι, ίσως να υπάρχει κάποια πολιτική αλήθεια στην άρνηση του να ακολουθήσει κανείς τους όρους του σύγχρονου ακαδημαϊκού καθεστώτος, που είναι δεσμευμένο στην αυτό-επαναστατική παρόρμηση του μοντέρνου/αποικιακού καπιταλισμού και στην ενσωμάτωση του «πλεονάζοντος» στο φυσιολογικό, ενώ είναι ξεκάθαρα «αυστηρός». Αντιθέτως, η παρέμβαση σας φαίνεται να τοποθετείται στην θέση του αναλυτή, διαχωρίζοντας αυτό που στον κοινωνικό ιστό φαίνεται μαζί σε σχέση. Δεν είναι αυτή ακριβώς, η θέση της εξέγερσης και της επανάστασης, που διαχωρίζει, ακόμα καταστρέφει τους δεσμούς και τις σχέσεις που χαρακτηρίζουν την τωρινή κατάσταση;

SZ: Αντιμετωπίζοντας πολύπλοκες ιστορικές καταστάσεις, η αποστολή μας δεν είναι να ενώσουμε την εμπειρική πολλαπλότητα, αλλά να μειώσουμε την πολυπλοκότητα στην βαθύτερη ελάχιστη διαφορά. Η άμεση εμπειρία μας μιας κατάστασης στην πραγματικότητα μας, είναι αυτή ενός πλήθους συγκεκριμένων στοιχείων που συνυπάρχουν-ας πούμε μια κοινωνία αποτελείται από ένα πλήθος στρωμάτων ή ομάδων, και ο σκοπός της δημοκρατίας γίνεται αντιληπτός ως κάποιος που θα καταστήσει ικανή μια βιώσιμη συνύπαρξη όλων των στοιχείων: όλες οι φωνές θα πρέπει να ακούγονται, τα ενδιαφέροντα τους και τα αιτήματα τους να λαμβάνονται υπ’ όψιν. Ο σκοπός της ριζοσπαστικής, χειραφετητικής πολιτικής είναι, αντιθέτως, αυτός της «αφαίρεσης» από αυτή την πολλαπλότητα, της βαθύτερης ανταγωνιστικής έντασης (βλέπουμε αμέσως εδώ πόσο μακριά είμαστε εδώ από την διαδεδομένη κριτική της «δυαδικής λογικής»: ο σκοπός είναι ακριβώς να μειώσουμε την πολλαπλότητα στην «ελάχιστη διαφορά»). Με άλλα λόγια, στην πολλαπλότητα των στοιχείων, των μερών, θα πρέπει να απομονώσουμε «το μέρος του μη-μέρους», το μέρος εκείνων που, αν και τυπικά περιλαμβάνονται στην «τάξη» της κοινωνίας, δεν έχουν θέση μέσα σε αυτή. Αυτό το στοιχείο είναι το συμπωματικό σημείο της οικουμενικότητας: αν και ανήκει στο πεδίο της, υποσκάπτει την παγκόσμια αρχή της. Αυτό που σημαίνει είναι ότι σε αυτή, η συγκεκριμένη διαφορά επικαλύπτει την παγκόσμια διαφορά: αυτό το μέρος δεν διαφοροποιείται μόνο από άλλα συγκεκριμένα στοιχεία της κοινωνίας μέσα στην περιλαμβανόμενη παγκόσμια ενότητα, είναι επίσης σε μια ανταγωνιστική ένταση με την ίδια την κυρίαρχη παγκόσμια έννοια/αρχή της κοινωνίας. Είναι σαν η κοινωνία να πρέπει να συμπεριλάβει, ως ένα από τα μέρη της, ένα στοιχείο που αρνείται την ίδια του την προσδιοριστική παγκοσμιότητα. Η χειραφετητική πολιτική πάντα εστιάζει σε ένα τέτοιο «μέρος του μη-μέρους»: μετανάστες που είναι «εδώ αλλά όχι από εδώ», αυτοί που ζουν σε τρώγλες και που είναι επίσημα πολίτες, αλλά αποκλείονται από τον δημόσιο νόμο και την πολιτική τάξη, κτλ. κτλ. Με αυτό τον τρόπο μειώνει την πολυπλοκότητα του πολύπλοκου κοινωνικού σώματος στην «ελάχιστη διαφορά» μεταξύ της κυρίαρχης/εξουσιαστικής παγκόσμιας κοινωνικής αρχής και αυτών που η ίδια τους η ύπαρξη υποσκάπτει αυτή την αρχή.

Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 οι Δίδυμοι Πύργοι χτυπήθηκαν˙ δώδεκα χρόνια νωρίτερα, στις 9 Νοεμβρίου 1989 το Τείχος του Βερολίνου έπεσε. Η 9η Νοεμβρίου ανήγγειλε τα «ευτυχισμένα 90s», το όνειρο του Φράνσις Φουκουγιάμα για «τέλος της ιστορίας», την πεποίθηση ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία είχε, στη θεωρία, νικήσει, ότι η αναζήτηση τελείωσε, ότι η έλευση μιας παγκόσμιας, φιλελεύθερης παγκόσμιας κοινότητας είναι κοντά, ότι τα εμπόδια γι’ αυτό το υπερ-Χολλυγουντιανό ευτυχισμένο τέλος είναι μονάχα εμπειρικά και απρόοπτα (τοπικοί θύλακες αντίστασης που οι ηγέτες δεν κατάλαβαν ότι ο καιρός τους τελείωσε). Σε αντίθεση με αυτή, η 11η/9ου είναι το βασικό σύμβολο του τέλους των Κλιντονικών ευτυχισμένων 90s, της επερχόμενης εποχής στην οποία νέα τείχη αναδύονται παντού, ανάμεσα στο Ισραήλ και την Δυτική Όχθη, γύρω από την Ευρωπαϊκή Ένωση, στα σύνορα Η.Π.Α.-Μεξικού.

Τι κι αν η νέα προλεταριακή θέση είναι αυτή των κατοίκων των φτωχογειτονιών στις νέες μεγαλουπόλεις; Η εκρηκτική ανάπτυξη των φτωχογειτονιών τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα στις μεγαλουπόλεις του Τρίτου Κόσμου, από την Πόλη του Μεξικού και άλλες Λατινοαμερικάνικες πρωτεύουσες μέχρι την Αφρική (Λάγος, Τσαντ) και μέχρι την Ινδία, την Κίνα, τις Φιλιππίνες και την Ινδονησία, είναι ίσως το κρίσιμο γεωπολιτικό γεγονός των καιρών μας. Η περίπτωση του Λάγος, του μεγαλύτερου κόμβου στον διάδρομο παραγκουπόλεων με τους 70 εκατομμύρια ανθρώπους που φτάνει από το Αμπιτζάν μέχρι το Ιμπαντάν, είναι υποδειγματική εδώ: σύμφωνα με τις επίσημες πηγές περίπου τα δύο τρίτα της Πολιτείας του Λάγος, συνολικής έκτασης 3.577 τετραγωνικών χιλιομέτρων, μπορούν να χαρακτηρισθούν ως παράγκες ή φτωχογειτονιές˙ κανείς δεν γνωρίζει το μέγεθος του πληθυσμού της, επισήμως είναι 6 εκατομμύρια αλλά οι περισσότεροι ειδικοί τον υπολογίζουν στα 10 εκατομμύρια. Αφού κάποια στιγμή πολύ σύντομα (ή ίσως, δεδομένης της ανακρίβειας των απογραφών στον Τρίτο Κόσμο, έχει συμβεί ήδη) ο αστικός πληθυσμός της γης θα ξεπεράσει τον αγροτικό πληθυσμό, και αφού οι κάτοικοι των φτωχογειτονιών θα αποτελούν την πλειοψηφία του αστικού πληθυσμού, τότε σε καμία περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με περιθωριακό φαινόμενο. Έτσι γινόμαστε μάρτυρες της γρήγορης πληθυσμιακής ανάπτυξης εκτός κρατικού ελέγχου, που ζει σε συνθήκες σχεδόν εκτός νόμου, με τεράστια ανάγκη σε ελάχιστες μορφές αυτό-οργάνωσης. Αν και ο πληθυσμός τους συνθέτεται από περιθωριακούς εργάτες, απολυμένους δημόσιους υπαλλήλους και πρώην χωρικούς, δεν είναι απλά ένα περιττό πλεόνασμα: ενσωματώνονται στην παγκόσμια οικονομία με διάφορους τρόπους, πολλοί απ’ αυτούς δουλεύοντας ως άτυποι μισθωτοί εργάτες ή αυτό-απασχολούμενοι επιχειρηματίες, χωρίς επαρκή ασφάλιση υγείας ή κάλυψη κοινωνικής πρόνοιας. (Η βασική πηγή της ανόδου τους είναι η συμπερίληψη των χωρών του Τρίτου Κόσμου στην παγκόσμια οικονομία, με φθηνές εισαγωγές τροφίμων από τις χώρες του Πρώτου Κόσμου που καταστρέφουν την τοπική γεωργία.) Αυτοί είναι το αληθινό «σύμπτωμα» σλόγκαν τύπου όπως «Ανάπτυξη», «Εκμοντερνισμός», και «Παγκόσμια Αγορά»: όχι ένα κακότυχο ατύχημα, αλλά ένα απαραίτητο προϊόν της ενδότατης λογικής του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Δεν αποτελεί έκπληξη ότι η ηγεμονική μορφή ιδεολογίας στις φτωχογειτονιές είναι ο Πεντηκοστιανός Χριστιανισμός, με το μείγμα του βασισμένου στα θαύματα και τα θεάματα χαρισματικού φονταμενταλισμού του και κοινωνικών προγραμμάτων όπως συνοικιακές κουζίνες και η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων. Ενώ, φυσικά, θα έπρεπε να αντιστεκόμαστε στον εύκολο πειρασμό να ανυψώσουμε και να εξιδανικεύσουμε τους κατοίκους των φτωχογειτονιών ως μία νέα επαναστατική τάξη, πρέπει εντούτοις, με τους όρους του Μπαντιού, να αντιληφθούμε τις φτωχογειτονιές ως έναν από τους λίγους αυθεντικούς «τόπους συμβάντων» στην σημερινή κοινωνία. Οι κάτοικοι των φτωχογειτονιών είναι κυριολεκτικά μια συλλογή απ’ αυτούς που δεν ανήκουν πουθενά, το «υπεράριθμο» στοιχείο της κοινωνίας, αποκλεισμένοι από τα οφέλη της υπηκοότητας, οι ξεριζωμένοι, αυτοί που ουσιαστικά «δεν έχουν τίποτα να χάσουν εκτός από τις αλυσίδες τους». Είναι απροσδόκητο το πόσα γνωρίσματα των κάτοικων των φτωχογειτονιών ταιριάζουν στον παλιό καλό Μαρξιστικό προσδιορισμό του προλεταριακού επαναστατικού υποκειμένου: είναι «ελεύθεροι» με το διπλό νόημα της λέξης ακόμα περισσότερο κι από το κλασσικό προλεταριάτο («απελευθερωμένοι» απ’ όλους τους ουσιαστικούς δεσμούς˙ κατοικούν σε έναν ελεύθερο χώρο, έξω από την αστυνομική διευθέτηση του κράτους), είναι μία μεγάλη συλλογικότητα, πεταμένοι βιαίως μαζί, «πεταμένοι» σε μία κατάσταση που πρέπει να εφεύρουν κάποιον τρόπο συμβίωσης, και ταυτοχρόνως στερημένοι από οποιαδήποτε υποστήριξη σε παραδοσιακούς τρόπους ζωής, σε κληρονομημένες θρησκευτικές ή εθνικές μορφές ζωής.

Φυσικά, υπάρχει μία κρίσιμη διαφορά ανάμεσα τους κατοίκους των φτωχογειτονιών και την κλασσική Μαρξιστική εργατική τάξη: ενώ η τελευταία ορίζεται με τους ακριβείς όρους της οικονομικής «εκμετάλλευσης» (τον σφετερισμό της υπεραξίας που δημιουργείται από την κατάσταση στην οποία αναγκάζεσαι να πουλήσεις την εργατική σου δύναμη ως εμπόρευμα στην αγορά), το καθοριστικό χαρακτηριστικό των κατοίκων των φτωχογειτονιών είναι κοινωνικοπολιτικό, αφορά την (μη) ενσωμάτωση τους στον νόμιμο χώρο της υπηκοότητας με τα (περισσότερα από τα) δεσμευτικά δικαιώματα. Για να το θέσουμε με απλοποιημένους όρους, περισσότερο από έναν πρόσφυγα, ο κάτοικος των φτωχογειτονιών είναι ένας homo sacer (καταραμένος άνθρωπος), ο συστηματικά παραγμένος «ζωντανός νεκρός» του παγκόσμιου καπιταλισμού. Είναι κάτι σαν ένα αρνητικό του πρόσφυγα: πρόσφυγας από την ίδια του την κοινότητα, εκείνος τον οποίον η εξουσία δεν προσπαθεί να ελέγξει μέσω συγκέντρωσης, εκεί που αυτοί (για να επαναλάβουμε το αξέχαστο λογοπαίγνιο από το «Να ζει κανείς ή να μην ζει» του Έρνστ Λούμπιτς) που βρίσκονται στην εξουσία συγκεντρώνουν ενώ οι πρόσφυγες κατασκηνώνουν, αλλά πιεσμένοι μέσα στον χώρο του «εκτός-ελέγχου», σε αντίθεση με τις Φουκωϊκές μικρό-πρακτικές πειθαρχίας, ο κάτοικος των φτωχογειτονιών είναι αυτός αναφορικά με τον οποίον η εξουσία απαρνείται το δικαίωμα της να εξασκεί πλήρη έλεγχο και πειθαρχία, βρίσκοντας το περισσότερο κατάλληλο να τον αφήσει να κατοικεί στην ζώνη του λυκόφωτος των φτωχογειτονιών.

Αυτό που βρίσκει κάποιος στις «αληθινά-υπάρχουσες φτωχογειτονιές» είναι, φυσικά, ένα μείγμα αυτοσχεδιασμένων τρόπων κοινωνικής ζωής, από θρησκευτικές «φονταμενταλιστικές» ομάδες που διατηρούν την συνοχή τους μέσω χαρισματικών ηγετών και εγκληματικές συμμορίες μέχρι και μικρόβια νέας «σοσιαλιστικής» αλληλεγγύης. Οι κάτοικοι των φτωχογειτονιών είναι η αντι-τάξη της άλλης νέας ανερχόμενης τάξης, της αποκαλούμενης «συμβολικής τάξης» (μάνατζερ, δημοσιογράφοι και άτομα του τομέα δημοσίων σχέσεων, ακαδημαϊκοί, καλλιτέχνες, κ.λπ.) η οποία είναι επίσης ξεριζωμένη και αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως ευθέως παγκόσμια (ένας Νεοϋορκέζος ακαδημαϊκός έχει περισσότερα κοινά με έναν Σλοβένο ακαδημαϊκό παρά με τους μαύρους στο Χάρλεμ 800 μέτρα μακριά από τους χώρους του πανεπιστημίου του). Είναι αυτός ο νέος άξονας του ταξικού αγώνα, ή είναι η «συμβολική τάξη» εγγενώς διαχωρισμένη, έτσι ώστε κάποιος να μπορεί να μεταφέρει το χειραφετικό στοίχημα στον συνασπισμό μεταξύ κατοίκων των φτωχογειτονιών και το «προοδευτικό» μέρος της συμβολικής τάξης; Αυτό το οποίο θα πρέπει να ψάχνουμε είναι τα σημάδια νέων μορφών κοινωνικής συναίσθησης που θα αναδυθούν από τις συλλογικότητες των φτωχογειτονιών: αυτές θα είναι τα μικρόβια του μέλλοντος.

4. ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΣΗΜΕΡΑ

OGR: Αυτό που υπονοείται εδώ είναι ότι σήμερα η δουλειά της ριζοσπαστικής πολιτικής δεν είναι η σύνθεση (η λαϊκή σύνθεση, η κοσμοπολιτική σύνθεση), με μία φράση, να χτίσει έναν ‘κόσμο’ ικανό να συμπεριλάβει όλη την ‘ανθρωπότητα’ (για την ακρίβεια, ο καπιταλισμός το κάνει ήδη αυτό) αλλά μάλλον, όπως στοχαστές σαν τον Αγκάμπεν ή τον Κώστα Δουζίνα στην Ευρώπη και τον Ενρίκε Ντουσσέλ και τον Φένγκ Τσεά το θέτουν αλλού, να διαχωρίσει και να διακρίνει: τον κόσμο σε κατάσταση εξέγερσης από το έθνος σε κατάσταση εξαίρεσης, τον νόμο και την βία που προκαλείται από φόβο από την άρνηση της βίας χωρίς να τον φόβο της, την παγκοσμιοποίηση από την εθνική ή μετα-εθνική απελευθέρωση.

SZ: Ο Πίτερ Χόλγουαρντ ήταν σωστός όταν επισήμανε ότι η ποιητική της «αντίστασης», της αποεδαφικοποιημένης νομαδικής κινητικότητας, της δημιουργίας γραμμών σύγκλισης, του να μην είσαι ποτέ εκεί που θα περίμενε κάποιος να ζει, δεν είναι αρκετά˙ έχει έρθει η ώρα να αρχίσουμε να δημιουργούμε αυτό που κάποιος θα έμπαινε σε πειρασμό να ονομάσει απελευθερωμένες περιοχές, τους καλά καθορισμένους και σκιαγραφημένους κοινωνικούς χώρους στους οποίους η κυριαρχία του Συστήματος έχει ανασταλεί: μία θρησκευτική ή καλλιτεχνική κοινότητα, μία πολιτική οργάνωση, και άλλες μορφές of a place of one’s own. Αυτό είναι που κάνει τις φτωχογειτονιές τόσο ενδιαφέρουσες: ο εδαφικός τους χαρακτήρας. Ενώ η σημερινή κοινωνία συχνά χαρακτηρίζεται ως η κοινωνία του απόλυτου ελέγχου, οι φτωχογειτονιές είναι οι περιοχές εντός των ορίων ενός κράτους από τις οποίες το κράτος (εν μέρει, τουλάχιστον) έχει αποσύρει τον έλεγχό του, περιοχές που λειτουργούν ως λευκά σημεία, κενά, στον επίσημο χάρτη της κρατικής περιοχής. Αν και είναι εκ των πραγμάτων περιλαμβανόμενες μέσα σε ένα κράτος λόγω των συνδέσμων με την μαύρη οικονομία, το οργανωμένο έγκλημα, τις θρησκευτικές ομάδες, κ.λπ., ο κρατικός έλεγχος έχει μολαταύτα ανασταλεί εκεί, είναι πεδία εκτός της κυριαρχίας του νόμου. Στον χάρτη του Βερολίνου από τον καιρό της πλέον εκλιπούσας Ανατολικής Γερμανίας, η περιοχή του Δυτικού Βερολίνου αφέθηκε κενή, μία παράξενη τρύπα στην λεπτομερή δομή της μεγάλης πόλης. Όταν η Κρίστα Βολφ, η γνωστή Ανατολικογερμανίδα μισο-αντικαθεστωτική συγγραφέας, πήγε την μικρή κόρη της στον ψηλό πύργο της τηλεόρασης στο Ανατολικό Βερολίνο, από τον οποίο είχες ωραία θέα στο απαγορευμένο Δυτικό Βερολίνο, το κοριτσάκι φώναξε χαρούμενο: «Κοίτα, μητέρα, δεν είναι άσπρο εκεί πέρα, υπάρχουν σπίτια με ανθρώπους όπως εδώ» - σαν να ανακάλυψε μια απαγορευμένη ζώνη φτωχογειτονιών…

Γι’ αυτό οι «αποδομημένες» μάζες, φτωχές και στερημένες από τα πάντα, τοποθετημένες στο μη-προλεταριακό αστικό περιβάλλον, αποτελούν έναν από τους πρωταρχικούς ορίζοντες της πολιτικής που έρχεται. Συνεπώς, αυτές οι μάζες είναι ένας σημαντικός παράγοντας στο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Η αληθινή παγκοσμιοποίηση, σήμερα, θα μπορούσε να είναι η οργάνωση αυτών των μαζών –σε παγκόσμια κλίμακα, αν είναι δυνατόν- των οποίων οι συνθήκες ύπαρξης είναι ουσιαστικά οι ίδιες;

Όποιος ζει στα περίχωρα του Μπαμάκο ή της Σανγκάης δεν είναι ουσιωδώς διαφορετικός από κάποιον που ζει στα περίχωρα του Παρισιού ή τα γκέτο του Σικάγου. Ουσιαστικά, αν ο βασικός σκοπός της χειραφετητικής πολιτικής του 19ου αιώνα ήταν να σπάσει το μονοπώλιο των φιλελεύθερων αστών πολιτικοποιώντας την εργατική τάξη, και αν η εργασία του 20ου αιώνα ήταν να αφυπνίσει πολιτικά τον τεράστιο αγροτικό πληθυσμό της Ασίας και της Αφρικής, τότε η πρωταρχική εργασία το 21ου αιώνα είναι να πολιτικοποιήσει, οργανώσει, πειθαρχήσει τις «αποδομημένες μάζες» των κατοίκων των φτωχογειτονιών. Το μεγαλύτερο κατόρθωμα του Ούγκο Τσάβεζ στα πρώτα χρόνια της κυβέρνησής του ήταν ακριβώς αυτή η πολιτικοποίηση (συμπερίληψη στην πολιτική ζωή, κοινωνική κινητοποίηση) των κατοίκων των φτωχογειτονιών˙ σε άλλες χώρες συνήθως εμμένουν στην απολιτική αδράνεια. Ήταν αυτή η πολιτική κινητοποίηση των κατοίκων των φτωχογειτονιών που τον έσωσε από το υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ πραξικόπημα: προς έκπληξη όλων, συμπεριλαμβανόμενου και του Τσάβεζ, οι κάτοικοι των φτωχογειτονιών κατηφόρισαν μαζικά προς το εύπορο κέντρο της πόλης, αλλάζοντας την ισορροπία της δύναμης προς όφελός του.

Η πορεία για την οποία ο Τσάβεζ αναχώρησε το 2006 είναι το ακριβώς αντίθετο των μάντρας (ΣτΜ: τα μάντρας είναι ινδικές λέξεις/συλλαβές/ήχοι ικανές σύμφωνα με την βεδική παράδοση να προκαλέσουν πνευματική μεταμόρφωση) της μεταμοντέρνας Αριστεράς για την απο-εδαφικοποίηση, την άρνηση της κρατικής πολιτικής, κ.λπ.: μακριά από την «αντίσταση στην κρατική εξουσία», πήρε την ίδια την εξουσία (πρώτα με μια απόπειρα πραξικοπήματος, και μετά δημοκρατικά), χρησιμοποιώντας ανηλεώς εξοπλισμούς του κράτους και παρεμβάσεις για να προωθήσει τους στόχους του˙ επιπλέον, στρατιωτικοποίησε τις φαβέλες, οργανώνοντας την εκπαίδευση οπλισμένων μονάδων εκεί. Και, η απόλυτη τρομάρα: τώρα που νιώθει τα οικονομικά αποτελέσματα της «αντίστασης» στην κυβέρνηση του πάνω στο κεφάλαιο (περιοδικές ελλείψεις μερικών αγαθών στα επιδοτούμενα από το κράτος σούπερ μάρκετ), ανακοίνωσε την σύσταση δικού του πολιτικού Κόμματος! Ακόμα και μερικοί σύμμαχοί του είναι επιφυλακτικοί σχετικά μ’ αυτήν την κίνηση: μήπως σηματοδοτεί την επιστροφή στην τυπική πολιτική κόμματος-κράτους; Όμως, θα έπρεπε να υποστηρίζεται ολοκληρωτικά αυτή η ριψοκίνδυνη επιλογή: ο σκοπός είναι να κάνει αυτό το κόμμα να λειτουργεί όχι σαν ένα συνηθισμένο κόμμα (λαϊκιστικά ή φιλελευθερο-κοινοβουλευτικά), αλλά ως το επίκεντρο για την πολιτική κινητοποίηση νέων μορφών πολιτικής (όπως τις επιτροπές βάσης των φτωχογειτονιών).

Οπότε τι πρέπει να πούμε σε κάποιον σαν τον Τσάβεζ; «Όχι, μην αρπάξεις την κρατική εξουσία, απλά αφαίρεσε τον εαυτό σου, άσε του νόμους του Κράτους/κατάστασης εκεί που είναι»; Ο Τσάβεζ συνήθως απορρίπτεται ως ένας κωμικός που θυμίζει κλόουν – αλλά μία τέτοια αφαίρεση δεν θα τον έκανε μία νέα έκδοση του Subcomandante Marcos του κινήματος των Ζαπατίστας στο Μεξικό, τον οποίον πολλοί αριστεριστές πλέον δίκαια αποκαλούν «Subcomediante Marcos» (ΣτΜ: περιπαικτική παράφραση της λέξης subcomadante χρησιμοποιώντας τον όρο media); Σήμερα, είναι οι μεγάλοι καπιταλιστές, από τον Μπιλ Γκέιτς μέχρι τους οικολογικούς ρυπαντές, που αντιστέκονται στο Κράτος…

Είναι εδώ που το υλιστικό-διαλεκτικό πέρασμα από το Δύο στο Τρία αποκτά όλο το βάρος του: το αξίωμα της Κομμουνιστικής πολιτικής δεν είναι απλά η δυϊστική «πάλη των τάξεων», αλλά ακριβέστερα, η Τρίτη στιγμή ως αφαίρεση από τις Δύο ηγεμονικές πολιτικές. Με άλλα λόγια, το ηγεμονικό ιδεολογικό πεδίο μας επιβάλλει ένα πεδίο (ιδεολογικής) ορατότητας με την δικιά του «πρωταρχική αντίφαση» (σήμερα, είναι η αντίθεση μεταξύ αγοράς-ελευθερίας-δημοκρατίας και φονταμεταλισμού-τρομοκρατίας-απολυταρχισμού – Ισλαμοφασισμός κ.λπ.), και το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να αρνηθούμε (να αφαιρέσουμε από) αυτήν την αντίθεση, να την αντιληφθούμε ως μία λάθος αντίθεση προορισμένη να μπερδέψει την αληθινή γραμμή διαίρεσης. Ο τύπος του Λακάν γι’ αυτόν τον αναδιπλασιασμό είναι 1+1+α: ο «επίσημος» ανταγωνισμός (οι Δύο) συμπληρώνεται πάντα από ένα «αδιαίρετο υπόλοιπο» που υποδεικνύει την αποκλεισμένη διάστασή του. Για να το θέσουμε με άλλους όρους, ο αληθινός ανταγωνισμός είναι πάντα αντανακλαστικός, είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ του «επίσημου» ανταγωνισμού και αυτού που είναι αποκλεισμένος απ’ αυτόν (γι’ αυτό στα μαθηματικά του Λακάν 1+1=3). Σήμερα, για παράδειγμα, ο αληθινός ανταγωνισμός δεν είναι αυτός μεταξύ του πολυπολιτισμικού φιλελευθερισμού και του φονταμενταλισμού, αλλά μεταξύ του ίδιου του πεδίου της αντίθεσης τους και του αποκλεισμένου Τρίτου (ριζοσπαστική χειραφετητική πολιτική).

Αυτό, τότε, είναι η αφαίρεση που πρέπει να γίνει: η αφαίρεση από το ηγεμονικό πεδίο που, ταυτόχρονα, παρεμβαίνει βιαίως σ’ αυτό το πεδίο, ελαττώνοντάς το στην απορροφημένη ελάχιστη διαφορά του. Μία τέτοια αφαίρεση είναι εξαιρετικά βίαιη, ακόμα πιο βίαιη κι από την καταστροφή/κάθαρση: είναι μείωση μέχρι την ελάχιστη διαφορά, μέχρι την διαφορά μέρους/μη-μέρους, 1 και 0, ομάδων και προλεταριάτου. Δεν είναι μόνο μία αφαίρεση του υποκειμένου από το ηγεμονικό πεδίο, αλλά μία αφαίρεση που επηρεάζει βιαίως αυτό το ίδιο το πεδίο, αφημένο γυμνό στις αληθινές του συντεταγμένες. Μία τέτοια αφαίρεση δεν προσθέτει ένα τρίτο πρόσωπο στις δύο θέσεις των οποίων η ένταση χαρακτηρίζει το ηγεμονικό πεδίο (έτσι ώστε να έχουμε σήμερα, στην κορυφή του φιλελευθερισμού και του φονταμενταλισμού, επίσης την ριζοσπαστική Αριστερή χειραφετητική πολιτική)˙ αυτός ο τρίτος όρος περισσότερο «αποπολιτογραφεί» όλο το ηγεμονικό πεδίο, εκμαιεύοντας την υποβόσκουσα ανάμιξη των αντίθετων πόλων που την αποτελούν. Ας πάρουμε τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα του Σαίξπηρ: η ηγεμονική αντίθεση εκεί είναι αυτή μεταξύ των Καπουλέτων και των Μοντέγων, είναι η αντίθεση στην θετική τάξη της Ύπαρξης, ένα ηλίθιο ζήτημα του να ανήκεις σε μία συγκεκριμένη φατρία. Το να γίνει αυτό το ζήτημα μία «ελάχιστη διαφορά», το να υποτάξει όλες τις άλλες επιλογές σ’ αυτήν ως την μόνη επιλογή που πραγματικά σημαίνει κάτι, είναι μία λάθος κίνηση. Η κίνηση του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας αναφορικά μ’ αυτήν την ηγεμονική αντίθεση είναι ακριβώς αυτή της αφαίρεσης: η αγάπη τους τούς διακρίνει, αφαιρούν τους εαυτούς τους από το κράτημα της, απαρτίζοντας τον δικό τους χώρο αγάπης που, την στιγμή που εξασκείται ως γάμος, όχι απλώς σαν μια υπερβατική κρυφή σχέση, διαταράζει την ηγεμονική αντίθεση. (Το σημαντικό που πρέπει να προσέξουμε εδώ είναι ότι μία τέτοια αφαιρετική κίνηση εκ μέρους της αγάπης «λειτουργεί» μόνο αναφορικά με τις «ουσιαστικές» διαφορές συγκεκριμένων –εθνικών, θρησκευτικών- τομέων, όχι αναφορικά με την διαφορά τάξης: η ταξική διαφορά είναι «μη-αφαιρετική», δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε απ’ αυτήν γιατί δεν είναι διαφορά μεταξύ συγκεκριμένων περιοχών κοινωνική ύπαρξης, αλλά ξεπερνά τα όρια όλου του κοινωνικού χώρου. Όταν αντιμετωπίζει μια ταξική διαφορά, υπάρχουν δύο λύσεις για τον δεσμό αγάπης, δηλαδή, το ζευγάρι πρέπει να διαλέξει πλευρά: είτε ο χαμηλής τάξης σύντροφος σπλαχνικά γίνεται δεκτός στην ανώτερη τάξη, ή ο σύντροφος υψηλής τάξης απαρνείται την τάξη του σε μία πολιτική χειρονομία αλληλεγγύης με την χαμηλή τάξη.)

Ένα από τα ονόματα αυτής της αφαίρεσης είναι η «δικτατορία του προλεταριάτου». Η «δικτατορία» προσδιορίζει τον ηγεμονικό ρόλο στον πολιτικό χώρο, και το «προλεταριάτο» τους δυσμενείς στον κοινωνικό χώρο, το «μέρος του μη-μέρους» με την ανεπάρκεια μιας κατάλληλης θέσης μέσα του. Γι’ αυτό η κάθε γρήγορη απόρριψη του προλεταριάτου ως «παγκόσμιας τάξης» χάνει το νόημα: το προλεταριάτο δεν είναι η «παγκόσμια τάξη» με την ίδια έννοια που για τον Χέγκελ η κρατική γραφειοκρατία είναι η «παγκόσμια τάξη», άμεσα ταγμένη υπέρ του παγκόσμιου κοινωνικού συμφέροντος (σε αντίθεση με άλλες «περιουσίες» που τάσσονται υπέρ των συγκεκριμένων συμφερόντων τους). Αυτό που κάνει το προλεταριάτο να διαθέτει τις προϋποθέσεις γι’ αυτήν την θέση είναι τελικά ένα αρνητικό χαρακτηριστικό: όλες οι άλλες τάξεις είναι (εν δυνάμει) ικανές να φτάσουν την κατάσταση της «άρχουσας τάξης», ενώ το προλεταριάτο δεν μπορεί να το κάνει αυτό χωρίς να εξαλείψει τον εαυτό του ως τάξη – ή όπως το έθεσε ο Μπουλέντ Σομέι:

«αυτό που κάνει την εργατική τάξη έναν οργανισμό και του παρέχει μία αποστολή δεν είναι ούτε η φτώχεια του, ούτε η στρατιωτική και ψευδο-στρατιωτική οργάνωσή του, ούτε η εγγύτητά του στα (πρωτίστως βιομηχανικά) μέσα παραγωγής. Είναι μόνο η δομική ανεπάρκειά του να οργανώσει τον εαυτό του ως άλλη μία άρχουσα τάξη που παρέχει στην εργατική τάξη μία αποστολή. Το προλεταριάτο είναι η μόνη (επαναστατική) τάξη στην ιστορία που εξαλείφει τον εαυτό του κατά την διάρκεια της εξάλειψης του αντιπάλου του. ‘Ο λαός’ από την άλλη πλευρά, αποτελούμενος από μυριάδα τάξεων και υπο-τάξεων, κοινωνικά και οικονομικά στρώματα, δεν μπορεί δομικά να φέρει εις πέρας μία τέτοια αποστολή. Το αντίθετο, όταν μία ‘ιστορική εργασία’ αναθέτεται στον ‘λαό’ ως τέτοιον, το αποτέλεσμα ήταν ότι πάντα μία εμβρυακή αστική τάξη αποκτούσε πάντα τα πρωτεία και μέσω μιας επιταχυνόμενης αναπτυξιακής διαδικασίας οργάνωνε τον εαυτό της ως μία άρχουσα τάξη.» Υπάρχει έτσι περισσότερη υποκρισία από το γεγονός ότι, στο υψηλότερο σημείο του Σταλινισμού, όταν όλο το κοινωνικό οικοδόμημα ήταν θρυμματισμένο από τις καθάρσεις, το νέο σύνταγμα προκήρυξε το τέλος του «ταξικού» χαρακτήρα της Σοβιετικής εξουσίας (δικαιώματα ψήφου δόθηκαν ξανά σε μέλη τάξεων που προηγουμένως είχαν εξαιρεθεί), και ότι τα Σοσιαλιστικά καθεστώτα θα λέγονταν «λαϊκές δημοκρατίες». Η αντίθεση του προλεταριάτου και του «λαού» είναι κρίσιμη εδώ: στην γλώσσα του Χέγκελ, η αντίθεση τους είναι η ίδια η αντίθεση της «σωστής» και «λανθασμένης» παγκοσμιότητας. Ο λαός είναι περιεκτικός, το προλεταριάτο αποκλειστικό˙ ο λαός πολεμά εισβολείς, παράσιτα, αυτούς που εμποδίζουν την αυτο-επιβολή του, το προλεταριάτο δίνει έναν αγώνα που διαιρεί τον λαό στον πυρήνα του. Ο λαός θέλει να επιβληθεί, το προλεταριάτο θέλει να εξαλείψει τον εαυτό του.

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης