Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Η παρέμβαση και το ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης

Παρά τον τίτλο της, η συζήτηση αυτή δεν έχει να κάνει με το ζήτημα της παρέμβασης ως τέτοιας, αλλά με το κοινωνικό γίγνεσθαι της έννοιας-κλειδιού της θεωρίας μας: της κομμουνιστικοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, με τη διαμόρφωση μιας κατάστασης μέσα στην οποία θα πρέπει να οραματιστούμε ότι μια μορφή παρέμβασης είναι δυνατή, με κάθε επιφύλαξη για τη χρησιμοποίηση του όρου όταν σημαίνει μια δράση που έρχεται από έξω σε ένα πλαίσιο που την καλωσορίζει ή την απορρίπτει. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε να απορρίψουμε όλη τη δουλειά που έχει να γίνει γύρω από την επιβεβαίωση μιας επαναστατικής θεωρίας, τη διάχυσή της, το σχηματισμό σ’ αυτή τη βάση περισσότερο ή λιγότερο σταθερών πυρήνων και τις δραστηριότητες των πυρήνων αυτών. Ωστόσο αντί για «παρέμβαση», είναι προτιμότερο να κάνουμε λόγο για τη δραστηριότητα των υπέρμαχων της κομμουνιστικοποίησης που εμπλέκονται στους ταξικούς αγώνες καθώς και στις συγκρούσεις και τις αποκλίσεις που διατρέχουν τους τελευταίους.
Η δραστηριότητα αυτή λαμβάνει χώρα στην καθημερινή πορεία της ταξικής πάλης που παράγει συγκεκριμένα και στην πραγματικότητα το ίδιο το ξεπέρασμά της ως κομμουνιστική επανάσταση. Αυτή η δραστηριότητα πρέπει να νοηθεί ως παραγόμενη εντός αυτής της πορείας, σαν να συγκροτεί έναν από τους πρακτικούς προσδιορισμούς της, ένα από τα στοιχεία της, και αυτό στα ίδια τα θεωρητικά χαρακτηριστικά της (με τη στενή έννοια του όρου «θεωρητικά»). Αυτή η θεωρητική παραγωγή δεν υφίσταται από μόνη της ως συγκροτημένο σώμα που αντικρίζει την άμεση πορεία της ταξικής πάλης όντας προγενέστερή της, και αυτός είναι ο λόγος που η θεωρία πρέπει να νοηθεί ως ένα πραγματικό στοιχείο της ταξικής πάλης. Η κατάσταση που προκύπτει από την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου είναι τέτοια που δεν υπάρχει πλέον καμία βάση για την επιβεβαίωση του προλεταριάτου ώστε να απελευθερώσει  την παραγωγική εργασία. Η άμεση εργασία (η μόνη που παράγει υπεραξία) δεν είναι πλέον το ουσιαστικό στοιχείο της διαδικασίας της εργασίας, ακόμα και αν παραμένει, και θα παραμένει πάντα, ουσιαστική στην παραγωγική διαδικασία ως παραγωγή υπεραξίας. Δεν υπάρχει πλέον μια διακριτή εργατική ταυτότητα που βρίσκεται απέναντι στο κεφάλαιο και που επιβεβαιώνεται από αυτό. Σήμερα η κοινωνική ύπαρξη του προλεταριάτου βρίσκεται και παραμένει απέναντί του ως το ίδιο το κεφάλαιο και μόνο. Έτσι, η αντίφαση του προλεταριάτου με το κεφάλαιο είναι άμεσα αντίφαση με την ίδια του τη φύση ως τάξης του κεφαλαίου. Η σχέση με το κεφάλαιο που ορίζει το προλεταριάτο ως τάξη εμφανίζεται ως εξωτερικός καταναγκασμός που επιβάλλεται από το κεφάλαιο.
Το ξεπέρασμα του κεφαλαίου είναι η κατάργηση όλων των τάξεων, επομένως και του προλεταριάτου, στα πλαίσια της κατάργησης του κεφαλαίου, της κομμουνιστικοποίησης της κοινωνίας η οποία έτσι καταργείται ως κοινότητα διαχωρισμένη από τα μέλη της. Η κοινωνία είναι η κοινότητα διαχωρισμένη από τα μέλη της, είναι πάντα μια ταξική κοινωνία ενσαρκωμένη στην άρχουσα τάξη. Η κατάργηση της άρχουσας τάξης, της τάξης του κεφαλαίου, είναι η κατάργηση του κράτους και της κοινωνίας που αυτό αντιπροσωπεύει ως το Κράτος του Κεφαλαίου. Οι προλετάριοι καταργούν το κεφάλαιο παράγοντας ενάντιά του μια κοινότητα που είναι άμεση στα μέλη της. Μετατρέπονται σε άμεσα κοινωνικά άτομα, με άμεσες δι-ατομικές και υπερ-ατομικές σχέσεις. Σ’ αυτές τις σχέσεις ανάμεσα σε μοναδικά άτομα και ομάδες συνάφειας ο καθένας δεν είναι πλέον η ενσάρκωση μιας κοινωνικής κατηγορίας, ούτε ακόμα και των αποκαλούμενων φυσικών κατηγοριών, που στην πραγματικότητα έχουν δοθεί από την κοινωνία, όπως τα κοινωνικά φύλα του άνδρα και της γυναίκας. Η κατάργηση των τάξεων, η κατάργηση της κοινωνίας είναι επίσης άμεσα η κατάργηση του έμφυλου διαχωρισμού της: η ανδρική κυριαρχία προσδιορίζει κάποιους ανθρώπους ως άνδρες, οι οποίοι μεσολαβούν στην καπιταλιστική εκμετάλλευση της αναπαραγωγικής ικανότητας του μισού πληθυσμού, δηλαδή της παραγωγής της εργατικής δύναμης, μιας λειτουργίας που ανατίθεται σε άλλους ανθρώπους ως γυναίκες. Η κατάργηση των τάξεων είναι η κατάργηση των αντρών και των γυναικών ως καθορισμένων κοινωνικών λειτουργιών.
Αυτή η επαναστατική διαδικασία είναι κομμουνιστικοποίηση, είναι παραγωγή του κομμουνισμού χωρίς άλλη μετάβαση από την επανάσταση την ίδια. Δεν υπάρχουν στάδια ανάμεσα στην επανάσταση και τον κομμουνισμό, ούτε ο σοσιαλισμός ούτε καμία άλλη μορφή εργατικής εξουσίας ή σταθερής εργατικής διαχείρισης. Η τωρινή κατάσταση της σχέσης ανάμεσα στις τάξεις είναι το προϊόν του συνόλου της ιστορικής εξέλιξης του κεφαλαίου: ως εκμετάλλευσης, ως τρόπου παραγωγής, ως οικονομίας, ως καπιταλιστικής κοινωνίας, ως κράτους, δηλαδή ως μιας μόνιμης αντίφασης (της εκμετάλλευσης), μιας αντίφασης αναλλοίωτης, που συνεχώς βαθαίνει, ανάμεσα στην καπιταλιστική τάξη και το προλεταριάτο. Στους προηγούμενους κύκλους αγώνων, το προλεταριάτο, στην αμοιβαία συνεπαγωγή του με το κεφάλαιο, παρήγε το κομμουνιστικό ξεπέρασμα με έναν τρόπο που αντιστοιχούσε στο περιεχόμενο της αντίφασής του με το κεφάλαιο. Αυτή η επανάσταση, παρόλο που ήταν αδύνατη με τους όρους της, ήταν το πραγματικό ξεπέρασμα. Η αδυνατότητά του είναι φανερή μόνο από τη σκοπιά του ξεπεράσματος που σήμερα παράγεται από την αντίφαση ανάμεσα στις τάξεις. Με τη διαμόρφωση της παρούσας κατάστασης, το προλεταριάτο πλέον δεν αντιπαραθέτει στο κεφάλαιο τη θετικότητα που το τελευταίο επιβεβαίωνε: το να είναι η τάξη της παραγωγικής εργασίας. Το προλεταριάτο παλαιότερα προέβαλλε αυτή του την επιβεβαίωσή βάζοντας ως πρόγραμμα ένα ιστορικό στάδιο ελεύθερης ανάπτυξης της παραγωγικότητας μέσω του οποίου θα προέκυπτε η παρακμή της αξίας. Αυτό το μεταβατικό στάδιο προς τον κομμουνισμό ήταν ο αναγκαίος επωμισμός από το προλεταριάτο και κάτω από τον έλεγχό του, της ιστορικής διαδρομής του κεφαλαίου. Αυτή η περίοδος μπορούσε να σημαίνει Εργατικό Κράτος (για τους μαρξιστές) ή διαχείριση από την κομμούνα ή από το συνδικάτο (για τους αναρχικούς), δεν αλλάζει τίποτα σημαντικό. Η αδυνατότητα του επωμισμού της ιστορικής διαδρομής του κεφαλαίου ήταν η αδυνατότητα της αυτο-εκμετάλλευσης, καθώς η εκμετάλλευση είναι πάντοτε μια σχέση ανάμεσα σε διακριτές τάξεις.
Στη Ρωσία πολύ γρήγορα, ύστερα από κάποιες απόπειρες αυτοδιαχείρισης, μια νέα εκμεταλλευτική τάξη αναδύθηκε από τις επαναστατικές δομές, καθώς η αστική τάξη είχε μεν εκδιωχθεί, η παραγωγική εργασία ωστόσο εξακολουθούσε να είναι προς ανάπτυξη. Ήταν μια αντεπανάσταση αντίστοιχη μιας προγραμματικής επανάστασης, όχι λιγότερο αιματηρή ή βάρβαρη από μια πιο προφανή αστική αντεπανάσταση. Είναι ακριβώς λόγω της φύσης αυτής της αντεπανάστασης που η υπεραριστερά αδυνατούσε να δει ότι αυτό που αποκαλούσε κρατικό καπιταλισμό ήταν στ’ αλήθεια ο σοσιαλισμός. Πράγματι, η συγκεκριμένη αντεπανάσταση δεν επανέφερε την ατομική ιδιοκτησία, έλυσε το πρόβλημα της αδυνατότητας της αυτο-εκμετάλλευσης των εργατών επινοώντας μια εκμετάλλευση από ένα εργατικό κράτος και την τάξη του, το Κόμμα, το οποίο ήταν ανεχτικό σε μια επιλεκτική άνοδο των εργατών στην ιεραρχία. Αυτός ο εντελώς συγκεκριμένος τύπος καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι που εξηγεί και το γιατί ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης των δυτικών αστικών καπιταλιστικών χωρών προσκολλήθηκε σ’ αυτόν. Η «προγραμματική» αυτή μορφή του ταξικού αγώνα έχει πλέον παγκοσμίως ξεπεραστεί (μαζί και η αντεπανάστασή της) και ο ορίζοντας είναι πέρα για πέρα καπιταλιστικός. Ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» (που ήταν πραγματικά σοσιαλισμός, δηλαδή κρατικοποιημένη καπιταλιστική οικονομία, με εργατική ιδεολογία και χωρίς ελεύθερη αγορά εργασίας) κατέρρευσε με την αναδιάρθρωση της πραγματικής κυριαρχίας του κεφαλαίου, στην οποία δεν είχε πλέον θέση. Έγινε φανερό ότι η πραγματική κυριαρχία ερχόταν σε άμεση αντίθεση προς αυτή την a priori κατανομή του κέρδους και την απουσία αγοράς εργασίας. Καθώς ο σοσιαλισμός είχε συναρθρωθεί με τον παγκόσμιο καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς, η πλανητική αναδιάρθρωση τον ξεφορτώθηκε, και η εξαφάνισή του ήταν τόσο απότομη που έδωσε την εκπληκτική εντύπωση ότι εξατμίστηκε κάτω από τους ήλιους του Τσέρνομπιλ και του Αφγανιστάν για να χαθεί στο σκοτάδι του «πολέμου των άστρων» του Ρέιγκαν.
Η εξαφάνιση αυτή, και η ταυτόχρονη εξαφάνιση του εργατικού κινήματος, διαιώνισαν το κεφάλαιο στο πεδίο της οικονομίας και της κοινωνίας, το μόνο χρονικό πεδίο που μπορεί να υπάρξει μέχρι την κατάργησή τους. Μέσα σ’ αυτή τη διαιώνιση του κεφαλαίου, ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός έθαψε και συγχρόνως αναπλήρωσε τον προγραμματισμό, τοποθετώντας τους ταξικούς αγώνες μπροστά στο ίδιο τους το όριο: για το προλεταριάτο, η ίδια του η ύπαρξη ως τάξης είναι και το όριο που ο αγώνας του ως τάξης πρέπει να ξεπεράσει. Ο Ριζοσπαστικός Δημοκρατισμός είναι λοιπόν η αυτοτελής συγκρότηση των πραγματικών ορίων των αγώνων ως μια σειρά διεκδικήσεων και «λύσεων» στα προβλήματα του κεφαλαίου: απαιτώντας από το κεφάλαιο να φανεί αντάξιο της ιδεολογίας του, η οποία κηρύσσει τη δημοκρατία και την κοινωνική ισότητα, απαιτώντας την πλήρη δημοκρατία, το αλληλέγγυο εμπόριο και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Παρόλο που ο Ριζοσπαστικός Δημοκρατισμός μάλλον κορυφώθηκε ανάμεσα στο 1995 και το 2003, παραμένει ένα εμπόδιο που οι αγώνες πρέπει να γκρεμίσουν. Ο σημερινός χαρακτήρας της αντίφασης ανάμεσα στις τάξεις, που δεν επιτρέπει την ύπαρξη ενός (σοσιαλιστικού) «επέκεινα» του κεφαλαίου μέσα στο παρόν του κεφαλαίου, επιβεβαιώνει τη διαιώνιση του κεφαλαίου και ταυτόχρονα προσδιορίζει την κατάργησή του.
Ο διεκδικητικός χαρακτήρας των ταξικών αγώνων δεν μπορεί να ξεπεραστεί στην ίδια του τη βάση. Εντός της κρίσης της εκμεταλλευτικής σχέσης, η κυρίευση καπιταλιστικών μονάδων παραγωγής είναι μια άμεση ανάγκη επιβίωσης και συνεπάγεται την ανάπτυξη της αυτοδιαχείρισης άλλων στοιχείων που είναι απαραίτητα για την επιβίωση αυτών που είχαν αρχικά κυριευτεί. Η κίνηση αυτή επιβάλλει στον εαυτό της τη συνέχισή της σαν αγώνα· γίνεται ο ίδιος της ο σκοπός ως συνέχιση του αγώνα.
Η συγκρουσιακή επέκταση, εντός και ενάντια στο κεφάλαιο, της κυρίευσης κάθε είδους στοιχείων της καπιταλιστικής κοινωνίας, αυτή η ανάπτυξη της αυτοδιαχείρισης, έρχεται σε αντίφαση με τον ίδιο της τον εαυτό, ως αυτοδιαχείριση, εξαιτίας της εξέλιξης, η οποία λαμβάνει χώρα εντός της, του ξεπεράσματος της ανταλλαγής μέσω της χαριστικότητας και της ενοποίησης των στοιχείων που έχουν κυριευτεί. Συγκροτείται μια κοινότητα προλετάριων που δε θέλουν να παραμείνουν τέτοιοι και, μέσω του αγώνα, μετατρέπονται σε άτομα άμεσα κοινωνικά μέσα στη μοναδικότητά τους. Η αυτοδιαχείριση, η αυτο-οργάνωση, ξεπερνούν τον εαυτό τους και γίνονται κομμουνιστικοποίηση: ξεπερνούν τον εαυτό τους όταν αρνούνται κάθε παγίωση που θα σήμαινε τη δημιουργία μιας οικονομίας οργανωμένης από το κράτος ή μιας οικονομίας κρίσης που δυνητικά θα ήταν αντεπαναστατική. Αυτό το ξεπέρασμα είναι ένας αγώνας εσωτερικός και ταυτόχρονα αγώνας ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία.
Η κομμουνιστικοποίηση είναι επανάσταση μέσα στην επανάσταση.
Είναι αγώνας των προλετάριων για την ενότητά τους εντός του αγώνα, είναι αγώνας μέσα στον οποίο παύουν να είναι προλετάριοι! Η κομμουνιστικοποίηση δεν είναι η επανοικειοποίηση των επιμέρους κεφαλαίων από τους προλετάριους που καθένα από αυτά εκμεταλλεύεται· οι προλετάριοι δεν επανοικειοποιούνται τίποτα. Τα κεφάλαια απο-καπιταλιστικοποιούνται ριζικά, δεν είναι ιδιοκτησία πια, απο-αντικειμενοποιούνται ως κεφάλαιο, ως πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, επιστρέφουν στη ενδεχόμενη χρήση τους ως μέσα επιβίωσης και/ή επέκτασης της απο-καπιταλιστικοποίησης.
Η πραγματική κομμουνιστικοποίηση δεν είναι η πρακτική εφαρμογή μιας αφηρημένης θεωρητικής πρόβλεψης. Η έννοια της κομμουνιστικοποίησης δεν είναι μια διανοητική εφεύρεση που αντιστοιχεί σε μια πρακτική κοινωνική κατάσταση αφόρητη και βουβή, αλλά το προϊόν της αυτοκριτικής αντίληψης που φέρουν οι ίδιοι οι αγώνες, αγώνες που από τη δεκαετία του ’60 δείχνουν το τέλος του προγράμματος, καθώς οι προλετάριοι δεν εκφράζουν πλέον καμιά επιθυμία να επιβεβαιώσουν τον εαυτό τους μέσω του κράτους. Οι αγώνες επίσης δείχνουν μέσω μεταβαλλόμενων δραστηριοτήτων, ταραχών, απεργιών χωρίς αιτήματα κατά τη δεκαετία του ’70, μέσω αποκλίνουσων δραστηριοτήτων και ταραχών κατά τις δεκαετίες ’90 και του 2000, την ενεργό άρνηση -ενάντια στο κεφάλαιο- της προλεταριακής συνθήκης, ακόμα και στο πλαίσιο της αυτοδιαχείρισης.
Η επεξεργασία της θεωρίας της κομμουνιστικοποίησης έλαβε χώρα στην αρχή της κρίσης που αντιμετώπισε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και στο ξεκίνημα της αντεπαναστατικής διαδικασίας που ήταν η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου στην αρχή της δεκαετίας του ’70. Είναι το ξεπέρασμα της αντίφασης στην οποία είχε βρεθεί εγκλωβισμένη η υπεραριστερά, η οποία ασκούσε κριτική στις μορφές της επιβεβαίωσης και ενίσχυσης του προλεταριάτου (κόμμα, συνδικάτο, κοινοβουλευτισμός) διατηρώντας ταυτόχρονα την αντίληψη της επανάστασης ως επιβεβαίωσης της τάξης. Είναι επίσης το ξεπέρασμα του αδιεξόδου -ευτυχώς λιγότερο αιματηρού- της εργατικής αυτονομίας των δεκαετιών ‘60/’70. Η μερική και τυπική κριτική της υπεραριστεράς, που ακόμα τασσόταν υπέρ της άμεσης επιβεβαίωσης [της τάξης] μέσω εργατικών συμβουλίων, ριζοσπαστικοποιήθηκε σε θεωρία της αυτο-άρνησης ενός θεωρητικού προλεταριάτου το οποίο πάντα αντιμετωπιζόταν ως επαναστατικό εκ φύσεως· ένα θεωρητικό επαναστατικό προλεταριάτο, ξεκάθαρα διαχωρισμένο από την αλλοτριωμένη εργατική τάξη, η οποία μπορούσε μόνο να γίνει αντιληπτή σαν προασπιστής της μισθωτής εργασίας. Καθώς η αναδιάρθρωση εξελισσόταν και η ταυτότητα της εργατικής τάξης εξαφανιζόταν, αυτή η ιδέα της αντίφασης μεταξύ προλεταριάτου και εργατικής τάξης οδήγησε στην εγκατάλειψη της ιδέας της επαναστατικής φύσης του προλεταριάτου, έστω και κρυμμένης πίσω από την εργατική τάξη. Η αντίφαση προλεταριάτου/εργατικής τάξης ήταν ένας μεταβατικός τρόπος για να παρακαμφθεί η αδυνατότητα της επιβεβαίωσης της τάξης, και αυτή η καθαρή μάχη εννοιών υπονοούσε ότι η φύση του προλεταριάτου μπορούσε να εκδηλωθεί μόνο με την καταστροφή όλων των μορφών ύπαρξης της τάξης στην καπιταλιστική κοινωνία, μιας τάξης που θα μπορούσε να ονομάζεται ακόμα και «μεταβλητό κεφάλαιο».
Οποιαδήποτε επιβεβαίωση μιας επαναστατικής φύσης, ακόμη και υπό τη μορφή της επιβεβαίωσης μιας καθαρής αρνητικότητας, ξεπερνιέται όταν η επανάσταση ως παραγωγή του κομμουνισμού είναι το μέσο τόσο της καταστροφής του καπιταλισμού όσο και της κατάργησης των τάξεων. Σ’ αυτή την παραγωγή, καμιά φύση του προλεταριάτου δεν εκφράζεται, μόνο η αντίφαση ανάμεσα στις τάξεις. Ο κομμουνισμός παράγεται ενάντια στο κεφάλαιο απλώς επειδή είναι συνειδητά αναγκαίος για τον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση και την ίδια την κρίση της εκμετάλλευσης. Μια συνεκτική κριτική του κεφαλαίου, που περιλαμβάνει την ιστορική του διαδικασία, είναι τώρα αδιαχώριστη από την επιβεβαίωση της προοπτικής της κομμουνιστικοποίησης. Η κριτική αυτή που συστηματοποιεί το περιεχόμενο των αποκλίσεων μέσα στο όριο των αγώνων, βρίσκεται σε πολεμική με τους αριστερούς αναρχικούς και τους θιασώτες του κομμουνισμού-εδώ-και-τώρα. Η θεωρία της μελλοντικής κομμουνιστικοποίησης, δηλαδή ενός ξεπεράσματος της αυτοάμυνας των προλετάριων ενάντια στο κεφάλαιο καθώς αυτό απειλεί την άμεση αναπαραγωγή τους, δεν προκύπτει ούτε ως λύση ούτε ως στρατηγική επιλογή που οι προλετάριοι πρέπει να κάνουν.
Η προοπτική της κομμουνιστικοποίησης υφίσταται ως μέσο αυτοκατανόησης του κινήματος υπέρβασης των αμυντικών αγώνων που έχουν απλά βλέψεις «κοινωνικοποίησης». Σήμερα αυτή η προοπτική αποτελεί απλώς μια ενίσχυση των δραστηριοτήτων που δείχνουν προς την κατεύθυνση αυτής της υπέρβασης, με το να ασκεί κριτική στην αυτοοργάνωση και την αυτοδιαχείριση της οικονομίας από τους εργαζομένους. Η προοπτική της κομμουνιστικοποίησης είναι μια συνάρθρωση ανάμεσα στον χαρακτήρα των αγώνων ως παραγωγών θεωρίας και την παραγωγή «θεωρίας» με τη στενή έννοια. Είναι μέσα σ’ αυτή την κατάσταση που υπάρχει η πιθανότητα μιας επιδημικής επέκτασης της έννοιας της κομμουνιστικοποίησης.
Η συνέχιση της επεξεργασίας μιας προοπτικής κομμουνιστικοποίησης συνεπάγεται ότι αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα αυτή να μη μπορεί να παρακαμφθεί από κανέναν υπέρμαχο μιας επανάστασης, ακόμα και, όπως λένε μετριοπαθώς οι ριζοσπάστες δημοκράτες, ενός κοινωνικού μετασχηματισμού. Το επαναστατικό εργατικό πρόγραμμα δεν υφίσταται πλέον. Ο ριζοσπαστικός δημοκρατισμός ήταν η εξαφάνισή του και ό,τι απέμεινε από αυτό ως πολιτική (ή πολιτικάντικη) μορφή του ορίου των αγώνων. Σ’ αυτόν τον κύκλο αγώνων η συνάρθρωση με τους άμεσους αγώνες θα πρέπει έτσι να γίνει αντιληπτή υπό το πρίσμα των παρακάτω θεωρητικών στοιχείων:

Η θεωρία ως πραγματικό στοιχείο των αγώνων.

Οι αγώνες ως παραγωγοί θεωρίας.

Ο σχηματισμός αποκλίσεων στον ταξικό χαρακτήρα των αγώνων, δηλαδή μέσα στο όριό τους, που συμπίπτει με την ίδια τους τη φύση ως ταξικών.

Η εμφάνιση ενός θεωρητικού ρεύματος της κομμουνιστικοποίησης.

Η παραγωγή μιας υπέρβασης κατά τη διάρκεια της ολότητας του κύκλου αγώνων που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70. Η υπέρβαση όχι ως μετεξέλιξη των αγώνων, άρα ως κάτι που καθιστά μια ρήξη αναγκαία.

Η κατανόηση της οικονομικής κρίσης ως κρίσης της σχέσης εκμετάλλευσης, ως κρίσης της αναπαραγωγής των τάξεων.

Το στοιχείο σύνθεσης θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη του ρεύματος της κομμουνιστικοποίησης.
Μπορούμε πιθανά να συσχετίσουμε τη δράση των υπέρμαχων της κομμουνιστικοποίησης με την εμφάνιση αποκλίσεων στους αγώνες, χωρίς να τους θεωρούμε ως πυροκροτητές, αλλά μάλλον «κυνηγούς» των αποκλίσεων. Η ιστορική περίσταση συνεπάγεται τη δημιουργία αποκλίσεων εντός των αγώνων: οι υπέρμαχοι της κομμουνιστικοποίησης βρίσκονται, εκ φύσεως, στο ίδιο μήκος κύματος μ’ αυτές τις δυνατότητες.
Είναι αδύνατο να σκεφτεί κανείς ότι η κομμουνιστικοποίηση θα μπορούσε να λάβει χώρα χωρίς να της δοθεί ένα όνομα. Όμως, η ηγεμονική επέκταση της έννοιας δεν είναι σε καμία περίπτωση προϋπόθεση της κομμουνιστικοποίησης, καθώς αυτή καθορίζεται από την επαναστατική κρίση της σχέσης εκμετάλλευσης. Ωστόσο, η διαδικασία της υπέρβασης που είναι η κομμουνιστικοποίηση θα δει την έννοια αυτή να εξαπλώνεται, με συγκρουσιακό τρόπο, μέσα στους αγώνες και μέσα στην αυτοοργάνωση. Ήδη υπάρχει μια σύγκρουση ανάμεσα στο ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης και στα απολιθωμένα απομεινάρια της συμβουλιακής-μπορντιγκιστικής υπεραριστεράς. Βέβαια, τα απομεινάρια αυτά είναι ασήμαντα, αλλά υπάρχει επίσης, αν όχι σύγκρουση, τουλάχιστον πολεμική με ένα ρεύμα του κομμουνισμού-εδώ-και-τώρα/εναλλακτισμού που είναι πολύ λιγότερο αμελητέο. Η ηγεμονία της έννοιας σήμερα απαιτεί περισσότερο μια αυτοκριτική ανάλυση των σύγχρονων αγώνων παρά την ήδη ξεπερασμένη κριτική του προγράμματος.
Αυτή η σύγκρουση και η πολεμική δεν έχουν σκοπό να κάνουν δημοφιλή την έννοια, που αφορά τη σημασία των αγώνων, τη σημασία της πορείας του κεφαλαίου, το αποτέλεσμα των αγώνων μέσα στην επερχόμενη κρίση. Ωστόσο, εξαπλώνουν την έννοια και αυτή μπορεί να ενσωματωθεί σε πολυάριθμα a-priori επαναστατικά σχέδια. Μπορεί να γίνει συνώνυμη με την κολεκτιβοποίηση, με την αυτοδιαχείριση (πιστέψτε με, το έχω δει!). Μπορεί να γίνει συνώνυμη με τη συγκρότηση της προλεταριακής ενότητας στον αγώνα. Οι αγωνιζόμενοι προλετάριοι δημιουργούν μεταξύ τους νέες σχέσεις των οποίων η μεσολάβηση είναι ο ίδιος ο αγώνας εναντίον της μεσολάβησης, δηλαδή του κεφαλαίου. Το να αποκαλεί κανείς την ενότητα αυτή στους αγώνες κομμουνιστικοποίηση, σημαίνει, για όσους το κάνουν, ότι όντως αντιλαμβάνονται την άμεση σύνδεση ανάμεσα στους τωρινούς αγώνες και την επανάσταση, και αυτό είναι ουσιώδες. Αλλά η σύνδεση αυτή έχει εδώ έναν χαρακτήρα «εδώ-και-τώρα», αυτονομεί τη δυναμική της περιόδου και κατασκευάζει την ιδεολογία της που αναπόφευκτα οδηγεί σε έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής. Και δεν είναι αυτός ο τρόπος ζωής καθαυτός στον οποίο πρέπει να ασκηθεί κριτική, αλλά μάλλον στην παρεμβατική στάση που προκύπτει απ’ αυτόν. Οι τάσεις αυτές θα είναι λάθος μέχρι ν’ αποδειχθούν σωστές, αλλά τότε θα το ξέρουν όλοι! Ο όρος κομμουνιστικοποίηση θεωρήθηκε επίσης από ορισμένους ως σαφέστερος από τον αναρχοσυνδικαλισμό, χωρίς να κατανοείται η αντίθεση μεταξύ τους. Ο όρος μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτική ετικέτα, που θα αποδοθεί σε όλους όσους μιλούν για κομμουνιστικοποίηση· θα είναι κομμουνιστικοποιητές, όπως κάποιος μπορεί να είναι τροτσκιστής ή υπεραριστερός, έτσι έχουν τα πράγματα και πρέπει να «ζήσουμε μ’ αυτό».
Η ανάπτυξη της έννοιας, ένα έργο που το ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης αναλαμβάνει μόνιμα, είναι επίσης η ανάπτυξη ενός δικτύου μικρών ομάδων και ατόμων που δεν είναι ομοιογενές και περιλαμβάνει διαφοροποιήσεις. Ακόμη πιο διαφορετικές θα είναι όμως, όπως έχουμε δει, οι οικειοποιήσεις της έννοιας πέρα από αυτό το δίκτυο. Οι διαφωνίες, ή ακόμη και οι αντιφάσεις, στην κατανόηση της έννοιας, η οποία αναφέρεται στη θετική καταστροφή του κεφαλαίου από τους προλεταρίους που μετατρέπονται σε άμεσα κοινωνικά άτομα, είναι αναπόφευκτες, αλλά δεν φέρουν καμία πιθανότητα η πραγματική κομμουνιστικοποίηση να «πάρει το λάθος δρόμο», επειδή η έννοια δε δημιουργεί κίνημα: είναι μια απαραίτητη αυτοκατανόηση του κινήματος. Το ρεύμα της κομμουνιστικοποίησης αναπτύσσεται σε σύνδεση με τους αγώνες (όποια μορφή κι αν παίρνει αυτή η σύνδεση), οι έννοιές του χρησιμοποιούνται προκειμένου οι αγώνες να ενταχθούν σε μια προοπτική, αυτή η χρήση οδηγεί σε διαφωνίες και σε ερμηνείες που μπορούν να είναι υπέρ του εδώ-και-τώρα κομμουνισμού, του εναλλακτισμού, να είναι ιδεολογικές ή απίστευτα παραγωγικές!
Η θεωρία της κομμουνιστικοποίησης, στη σχέση της με την ταξική πάλη, παράγει το νερό μέσα στο οποίο κολυμπά. Το φυσιολογικό γίγνεσθαι αυτής της θεωρίας είναι ήδη πραγματικό στοιχείο των αγώνων και θα της επιτρέψει να γίνει, ολοένα και περισσότερο, η κριτική θεωρία αγώνων οι οποίοι γίνονται όλο και περισσότερο παραγωγοί θεωρίας. Η επέκταση της έννοιας της κομμουνιστικοποίησης θα είναι η ενοποίηση των δύο μορφών της θεωρίας και θα τους επιτρέψει να έχουν κοινή γλώσσα. Η επέκταση αυτή θα δώσει έδαφος σε πολεμικές και στην ανάδυση, μέσα στους αγώνες, μιας πιθανής έκφρασης της προοπτικής της υπέρβασης που δε θα είναι πλέον, όπως συχνά είναι τώρα, ένα υπονοούμενο που πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί.
Ας είμαστε προετοιμασμένοι να εκπλαγούμε και να αναστατωθούμε από την επιτυχία της κομμουνιστικοποίησης.

B.L.

 

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης