Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Πληροφοριακή εργασία και προσωρινότητα

«Δεν έχουμε μέλλον γιατί το παρόν μας είναι πολύ ρευστό. Η μόνη δυνατότητα που παραμένει είναι η διαχείριση του κινδύνου. Το πιο καλοϋφασμένο σενάριο της παρούσας στιγμής.» W.Gibson:”Pattern recognition”

Το φλεβάρη του 2003 ο αμερικανός δημοσιογράφος Bob Herbert δημοσίευσε στους New York Times τα αποτελέσματα μιας γνωστικής έρευνας από ένα δείγμα μερικών εκατοντάδων άνεργων νέων στο Σικάγο: κανένας απ’ τους συνεντευξιαζόμενους δεν περίμενε να βρει δουλειά τα επόμενα χρόνια, κανένας τους δεν περίμενε να είναι σε θέση να εξεγερθεί, ή να πυροδοτήσει μεγάλης κλίμακας συλλογικές αλλαγές. Η γενική αίσθηση της συνέντευξης ήταν ένα αίσθημα μιας βαθιά εδραιωμένης αδυναμίας. Η αντίληψη της παρακμής δεν φαινόταν εστιασμένη στην πολιτική, αλλά σε ένα βαθύτερο αίτιο, το σενάριο μιας κοινωνικής και φυσικής εμπλοκής που φαίνεται να ακυρώνει κάθε δυνατότητα δόμησης εναλλακτικών λύσεων. Ο κατακερματισμός του παρόντος χρόνου αντιστρέφεται στην δυνητική του μέλλοντος.

Στο “The Corrosion of Character: the Transformation of Work in Modern Capitalism (Norton:1998;Tr.It. L’ Uomo Flessibile”, ο Richard Sennett αντιδρά σ’ αυτή την υπαρξιακή συνθήκη της προσωρινότητας και του κατακερματισμού με νοσταλγία για μια εποχή του παρελθόντος όπου η ζωή ήταν δομημένη με σχετικά σταθερούς κοινωνικούς ρόλους, και ο χρόνος είχε επαρκή γραμμική συνέπεια για να ερμηνεύσει μονοπάτια ομοιότητας. «Το βέλος του χρόνου έχει σπάσει: σε μια οικονομία υπό διαρκή αναδόμηση που βασίζεται στο βραχύχρονο και μισεί τη συνήθεια, δεν μπορούν να υπάρξουν πλέον καθορισμένες τροχιές. Οι άνθρωποι νοσταλγούν σταθερές ανθρώπινες σχέσεις και μακρόχρονους σκοπούς.» (R.Sennett: The Corrosion of Character)

Όμως αυτή η νοσταλγία δεν χωράει στην παρούσα πραγματικότητα, και οι απόπειρες ενεργοποίησης της κοινότητας παραμένουν τεχνητές και στείρες.

Στο δοκίμιο «Precari-us?», η Angela Mitropoulos παρατηρεί ότι η προσωρινότητα είναι μια προσωρινή έννοια. Κι’ αυτό γιατί ορίζει το αντικείμενό της με ένα προσεγγιστικό τρόπο, αλλά και επειδή από αυτή την αντίληψη προέρχονται παράδοξα, αυτοαναιρέσεις, με άλλα λόγια στρατηγικές προσωρινότητας. Αν επικεντρώσουμε όλη την κριτική μας στον προσωρινό χαρακτήρα της εργασίας ποιό θα ήταν το προτεινόμενο αντικείμενό μας; Αυτό μιας σταθερής εργασίας, εγγυημένης για μια ζωή; Φυσικά όχι, αυτό θα ήταν μια πολιτιστική οπισθοδρόμηση που σίγουρα θα υποβίβαζε το ρόλο της εργασίας. Μερικοί άρχισαν να μιλούν για Κοινωνικό Μισθό2 εννοώντας μορφές μισθού ανεξάρτητες από την εκτέλεση εργασίας. Όμως απέχουμε πολύ ακόμα απ’ το να έχουμε μια στρατηγική ανασύνθεσης του εργατικού κινήματος ώστε να απαλλαγούμε από την απεριόριστη εκμετάλλευση. Πρέπει να ξαναπιάσουμε τον μίτο της ανάλυσης της κοινωνικής σύνθεσης και αποσύνθεσης αν θέλουμε να διακρίνουμε πιθανές γραμμές μιας διαδικασίας επερχόμενης ανασύνθεσης.

Τη δεκαετία του ‘70 η ενεργειακή κρίση, η επακόλουθη οικονομική ύφεση και τελικά η υποκατάσταση της εργασίας από αναρίθμητες μηχανές οδήγησε στη δημιουργία ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων χωρίς εχέγγυα. Από τότε το ζήτημα της προσωρινότητας έγινε κεντρικό στην κοινωνική ανάλυση, αλλά και στις φιλοδοξίες του κινήματος. Ξεκινήσαμε προτείνοντας αγώνες για μορφές εξασφαλισμένου εισοδήματος, αποσυνδεμένου από την εργασία, για να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του νεαρού πληθυσμού δεν είχε καμιά προοπτική εξασφαλισμένης απασχόλησης. Η κατάσταση έχει αλλάξει από τότε, διότι ό,τι φαινόταν μια περιθωριακή και προσωρινή κατάσταση έχει τώρα γίνει μια επικρατούσα μορφή των εργασιακών σχέσεων. Η προσωρινότητα δεν είναι πλέον ένα περιθωριακό και προσωρινό χαρακτηριστικό, αλλά η γενική μορφή της εργασιακής σχέσης σε μια παραγωγική, ψηφιοποιημένη σφαίρα, δικτυακή και ανασυνδυαστική.

Η λέξη «προσωρινός» γενικά αναπαριστά τον τομέα της εργασίας που δεν είναι πια ορίσιμος με σταθερούς όρους σχετικούς με την εργασιακή σχέση, με τον μισθό και τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Ωστόσο, αν αναλύσουμε το παρελθόν βλέπουμε ότι αυτοί οι κανόνες λειτούργησαν για μια περιορισμένη περίοδο στις ιστορικές σχέσεις μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Μόνο για μια μικρή περίοδο στην καρδιά του 20ου αιώνα, υπό τις πολιτικές πιέσεις ενώσεων και εργαζομένων, υπό συνθήκες (σχεδόν) πλήρους ανεργίας και χάρις στο ρόλο του λιγότερο ή περισσότερο δυνατού ρυθμιστικού κράτους στην οικονομία, μπόρεσαν να καθιερωθούν κάποια όρια στη φυσική βία της καπιταλιστικής δυναμικής. Οι νόμιμες υποχρεώσεις που σε συγκεκριμένες περιόδους προστάτεψαν την κοινωνία από τη βία του κεφαλαίου πάντα βασίζονταν στην ύπαρξη μιας σχέσης μιας δύναμης πολιτικού και υλικού είδους (εργατική βία ενάντια στη βία του κεφαλαίου). Χάρις στην πολιτική δύναμη έγινε δυνατή η επιβεβαίωση δικαιωμάτων, η θέσπιση νόμων και η προστασία τους ως προσωπικά δικαιώματα. Με την παρακμή της πολιτικής δύναμης του εργατικού κινήματος, επανεμφανίστηκε η φυσική προσωρινότητα των εργασιακών σχέσεων στον καπιταλισμό και την κτηνωδία του.

Το νέο φαινόμενο δεν είναι ο προσωρινός χαρακτήρας της αγοράς εργασίας, αλλά οι τεχνικές και πολιτιστικές συνθήκες στις οποίες η πληροφορική εργασία γίνεται προσωρινή. Οι τεχνικές συνθήκες είναι εκείνες του ψηφιακού ανασυνδυασμού της πληροφορικής εργασίας σε δίκτυα. Οι πολιτιστικές συνθήκες είναι εκείνες της εκπαίδευσης των μαζών και των προσδοκιών της κατανάλωσης που κληροδοτήθηκαν απ’ την κοινωνία στα τέλη του 20ου αιώνα και που συνεχώς τρέφονται από ολόκληρο το μηχανισμό της αγοράς και των μέσων επικοινωνίας.

Αν αναλύσουμε την πρώτη όψη, δηλ. τις τεχνικές μεταμορφώσεις που εισήχθησαν από την ψηφιοποίηση του παραγωγικού κύκλου, βλέπουμε ότι το βασικό σημείο δεν είναι ότι η εργασιακή σχέση γίνεται προσωρινή (που, σε τελική ανάλυση, ήταν πάντα προσωρινή), αλλά η διάλυση του ατόμου ως ενεργού παραγωγικού παράγοντα, η διάλυση της εργατικής δύναμης. Πρέπει να δούμε τον κυβερνοχώρο της παγκόσμιας παραγωγής ως μια απέραντη ανοικτή έκταση αποπροσωποποιημένου ανθρώπινου χρόνου.

Η πληροφορική εργασία, η παροχή χρόνου για την επεξεργασία και τον ανασυνδυασμό στοιχείων πληροφορικών εμπορευμάτων, είναι το έσχατο σημείο άφιξης μιας διαδικασίας αφαίρεσης από σταθερές δραστηριότητες που ο Μαρξ ανέλυσε ως μια τάση εγγεγραμμένη στην εργασιακή σχέση του κεφαλαίου.

Η διαδικασία της αφαίρεσης της εργασίας έχει σταδιακά απογυμνώσει τον εργασιακό χρόνο από κάθε συμπαγή και ατομική ιδιαιτερότητα. Το άτομο του χρόνου για τον οποίο μιλά ο Μαρξ είναι η ελάχιστη μονάδα της παραγωγικής εργασίας. Αλλά στη βιομηχανική παραγωγή, ο αφηρημένος χρόνος εργασίας προσωποποιήθηκε από ένα φυσικό και νομικό φορέα, ενσωματωμένο σε ένα εργάτη με σάρκα και οστά, με μια πιστοποιημένη και πολιτική ταυτότητα. Φυσικά το κεφάλαιο δεν αγόρασε μια προσωπική διάθεση, αλλά το χρόνο για τον οποίο οι εργάτες ήσαν οι φορείς του. Αν όμως το κεφάλαιο ήθελε να διαθέσει τον απαραίτητο χρόνο για τη διατίμησή του, ήταν απολύτως αναγκαίο να προσλάβει ένα ανθρώπινο όν, να αγοράσει όλο του το χρόνο και γι’ αυτό έπρεπε να αντιμετωπίσει τις υλικές ανάγκες και τις πολιτικές απαιτήσεις του εργατικού σωματείου των οποίων το άτομο ήταν φορέας.

Όταν κινούμαστε πάνω στη σφαίρα της πληροφορικής εργασίας δεν υπάρχει πλέον ανάγκη εξαγοράς ενός ατόμου για 8 ώρες αόριστα. Το κεφάλαιο δεν στρατολογεί πλέον ανθρώπους, αλλά αγοράζει πακέτα χρόνου, διαχωρισμένα από τους εναλλακτικούς και συνήθεις φορείς τους.

Ο αποπροσωποποιημένος χρόνος έχει γίνει ο αληθινός παράγοντας της διαδικασίας διατίμησης, και ο αποπροσωποποιημένος χρόνος δεν έχει δικαιώματα, ούτε απαιτήσεις. Μπορεί μόνο να είναι διαθέσιμος ή μη-διαθέσιμος, αλλά η εναλλακτική είναι μόνο θεωρητική διότι το φυσικό σώμα αν και δεν είναι ένα νομικά αναγνωρισμένο πρόσωπο εξακολουθεί να πρέπει να αγοράσει το φαγητό του και να πληρώσει το νοίκι του.

Οι πληροφορικές διαδικασίες του ανασυνδυασμού σημειωτικού υλικού έχουν ως αποτέλεσμα τη ρευστοποίηση του «αντικειμενικού» χρόνου ως προϋπόθεση για την παραγωγή του πληροφορικού εμπορεύματος. Όλο το χρόνο της ζωής οι ανθρώπινες μηχανές είναι εκεί, παλλόμενες και διαθέσιμες, σαν ένας εγκέφαλος σε αναμονή. Η επέκταση του χρόνου είναι σχολαστικά κυτταρική: κύτταρα παραγωγικού χρόνου μπορούν να επιστρατευθούν σε σημειακές, συνηθισμένες και κατακερματισμένες μορφές. Ο ανασυνδυασμός αυτών των μορφών πραγματοποιείται αυτόματα μέσα στο δίκτυο. Το κινητό τηλέφωνο είναι το εργαλείο που καθιστά εφικτή την επαφή μεταξύ των αναγκών του σημειολογικού κεφαλαίου και της κινητοποίησης της ζωντανής εργασίας του κυβερνοχώρου. Ο ήχος της κλήσης του κινητού καλεί του εργάτες να συνδέσουν τον αφηρημένο χρόνο τους στη δικτυωτή ροή.

Είναι παράξενη η λέξη με την οποία ταυτίζουμε την κυρίαρχη ιδεολογία στη μετα-ανθρώπινη μετάβαση προς την ψηφιακή σκλαβιά: φιλελευθερισμός. Η ελευθερία είναι ο θεμέλιος μύθος της, αλλά η ελευθερία ποιανού; Του κεφαλαίου, σίγουρα. Το κεφάλαιο πρέπει να είναι εντελώς ελεύθερο να εξαπλωθεί σε κάθε γωνιά του κόσμου ώστε να βρει το προς εκμετάλλευση κομμάτι του ανθρώπινου χρόνου διαθέσιμο για τον πιο μίζερο μισθό. Ωστόσο ο φιλελευθερισμός υποδηλώνει και την ελευθερία του ατόμου. Το νομικό πρόσωπο είναι ελεύθερο να εκφραστεί, να διαλέξει αντιπροσώπους, να δραστηριοποιηθεί σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο.

Πολύ ενδιαφέρον, μόνο που το πρόσωπο έχει εξαφανιστεί, ό,τι έχει απομείνει είναι ένα αδρανές αντικείμενο, άσχετο και άχρηστο. Το πρόσωπο είναι ελεύθερο, σίγουρα. Αλλά ο χρόνος του είναι σκλαβωμένος. Η ελευθερία του είναι μια νομική επινόηση στην οποία δεν ανταποκρίνεται τίποτα απ’ την συμπαγή καθημερινή ζωή του. Αν αναλογιστούμε τις συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες πραγματικά εκτελείται σήμερα η εργασία της πλειοψηφίας της ανθρωπότητας, προλεταριακής και διανοητικής, αν εξετάσουμε το επίπεδο του μέσου μισθού παγκοσμίως, αν αναλογιστούμε την παρούσα και προσφάτως τεράστια κατάργηση προηγούμενων εργατικών δικαιωμάτων, μπορούμε να πούμε χωρίς ρητορική υπερβολή ότι ζούμε σε ένα καθεστώς σκλαβιάς. Ο μέσος μισθός σε παγκόσμιο επίπεδο επαρκεί με δυσκολία για να αγοραστούν τα απολύτως αναγκαία για την επιβίωση του ατόμου, του οποίου ο χρόνος βρίσκεται στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Και ο κόσμος δεν έχει κανένα δικαίωμα στον χρόνο του οποίου είναι επισήμως ο κάτοχος, αλλά στην ουσία είναι απαλλοτριωμένος από αυτόν. Αυτός ο χρόνος δεν τους ανήκει στην πραγματικότητα, διότι είναι διαχωρισμένος από την κοινωνική ύπαρξη των ανθρώπων που τον διαθέτουν στο ανασυνδυαστικό παραγωγικό κύκλωμα. Ο εργασιακός χρόνος είναι κλασματοποιημένος, ανηγμένος σε ελάχιστα και συναρμολογούμενα κομμάτια, και η κλασματοποίηση καθιστά εφικτή για το κεφάλαιο την εύρεση συνθηκών για ελάχιστους μισθούς.

Πώς μπορούμε να αντιταχθούμε στον αποδεκατισμό της εργατικής τάξης και της συστημικής της αποπροσωποποίησης, στη σκλαβιά που επιβεβαιώνεται σαν ένα είδος εντολής της προσωρινής και αποπροσωποποιημένης εργασίας; Αυτό είναι το ερώτημα που τίθεται με επιμονή από όποιον έχει ακόμη μια αίσθηση ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ωστόσο, η απάντηση δεν έρχεται γιατί η μορφή της αντίστασης και του αγώνα που ήταν επαρκής στον 20ο αιώνα φαίνεται να έχει χάσει την ικανότητα διάδοσης και ενίσχυσής της, και ούτε μπορεί συνεπώς να σταματήσει την απολυταρχία του κεφαλαίου. Μια εμπειρία που προέρχεται απ’ τα πρόσφατα χρονικά των εργατικών αγώνων είναι το ότι οι αγώνες των αβέβαιων εργατών δεν κάνουν έναν κύκλο. Η κλασματοποιημένη εργασία μπορεί να εξεγερθεί σημειακά, αλλά αυτό δεν θέτει σε κίνηση κάποιο κύμα αγώνα. Ο λόγος είναι απλός. Για να φτιάξουν οι αγώνες έναν κύκλο πρέπει να υπάρχει μια χωρική εγγύτητα των σωμάτων της εργασίας και μια υπαρξιακή προσωρινή συνέχεια. Δίχως αυτήν την εγγύτητα και συνέχεια, μας λείπουν οι συνθήκες εκείνες ώστε τα κυτταροποιημένα σώματα να γίνουν κοινότητα. Δεν μπορεί να δημιουργηθεί κύμα, διότι οι εργάτες δεν μοιράζονται την ύπαρξή τους στο χρόνο, και οι συμπεριφορές μπορούν να γίνουν κύμα μόνο εάν υπάρχει μια συνεχής εγγύτητα στον χρόνο, την οποία η πληροφορική εργασία δεν μπορεί άλλο να επιτρέψει.


Σημειώσεις

1. Franco Berardi, o επονομαζόμενος Bifo. Πολιτικός ακτιβιστής, φιλόσοφος, με έντονα ελευθεριακές απόψεις. Αρχικά προσκείμενος στην Potere Operaio (εργατική εξουσία) και έπειτα ιστορική φιγούρα της δημιουργικής Αυτονομίας. Στο συνέδριο ενάντια στην καταστολή που έγινε στη Μπολώνια το 1977 υποστήριξε την τολμηρή άποψη ότι το νεανικό προλεταριάτο αντιπροσώπευε το νέο υποκείμενο και ότι οι εργάτες δεν μπορούσαν πλέον να αποτελούν το προνομιακό σημείο των ταξικών αναφορών. Πειραματίστηκε απο τη δεκαετία του ’70 με δομές αντι-κουλτούρας και αντι-πληροφόρησης. Ιδρυτής του περιοδικού A/traverso (1975-1981) και του ραδιοφωνικού σταθμού Radio Alice (1976-978) στη Μπολώνια. Τη δεκαετία το ‘80 έζησε στο Παρίσι όπου και συνεργάστηκε με τον Felix Guattari (1977-1989). Τη δεκαετία του ‘90 επιστρέφει στην Ιταλία και η θεωρητική του ανάλυση εστιάζει στο πώς η μεταβαλλόμενη φύση του καπιταλισμού χρησιμοποιεί σήμερα την τεχνολογία, την κουλτούρα και τις επικοινωνίες μέσα στο νέο καθεστώς της παραγωγής. Το 1991 έγραψε και πρωταγωνίστησε στο κινηματογραφικό έργο “Il Trasloco” το οποίο αναφέρεται στο 1977. Ο Franco Berardi έχει αναπτύξει τόσο θεωρητικό έργο όσο και δράση, ενώ τελευταία δραστηριοποιείται στην (αντι-)πληροφόρηση μέσω διαδικτύου. Πρόσφατα το 2002 συμμετείχε στο πείραμα telestreet, ενα δίκτυο απο μικρά τοπικά κανάλια διασπαρμένα σε όλη την Ιταλία ενάντια στην μιντιακή δικτατορία. Τέλος, έχει γράψει τα βιβλία: Ciberpunk e mutazione (1993), Cibernauti (1995), La nefasta utopia di Potere operaio (1997), Felix (2001), “Telestreet - Macchina immaginativa non omologata” (2003)

2. Εδώ ο Bifo αναφέρεται στον όρο flexicurity, σύνθετη λέξη απ’ τα αγγλικά flexibility και security, όρο βγαλμένο απ’ τη συστημική ανάλυση της κοινωνιολογίας και πολιτικής οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι μόνο. Ωστόσο στο κείμενο εννοεί τον όρο Κοινωνικό Μισθό που αποτέλεσε αίτημα του ιταλικού κινήματος και που διαφέρει απ’ τον άλλο, κυρίως στο ποιός ζητάει ευελιξία και ασφάλεια: το κεφάλαιο ή οι εργαζόμενοι.

3. Πληροφορίες για τον Franco Berardi Bifo καθώς και για το πείραμα Τelestreet στους διαδικτυακούς τόπους :

www.telestreet.it

theater.kein.org/berardi

www.mediaevo.com/stopmedia.htm

www.rekombinant.org

www.pixelache.ac/2005/helsinki/projects/franco-bifo-berardi-desc

 

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης