Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Κοινονισμός

Κοινονισμός

 

 

 

[Σημειώσεις μετάφρασης:

- Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον όρο “movement of movements”, το οποίο αναφέρεται στο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης και ενάντια του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, στο κείμενο μεταφράζεται για χάριν συντομίας ως κίνημα]

Εαν ο βασικός πυρήνας του καπιταλισμού είναι τα εμπoρικά αγαθά, ο βασικός πυρήνας μιας κοινωνίας που ξεπερνάει τον καπιταλισμό είναι τα κοινά. Ο Nick Dyer-Witheford εξετάζει τους τρόπους διανομής (circulation of commons) των κοινών καθώς και τις συνθήκες και προοπτικές που αναπτύσσουν για την δημιουργία νέων συλλογικών εγχειρημάτων και τρόπων οργάνωσης.

Έχουν περάσει 8 μουδιασμένα χρόνια για το κίνημα από την κορύφωση που είχε βιώσει το 1999 στο Σιάτλ. Από την 11η Σεπτεμβρίου 2001 μεγάλο μέρος των δράσεων tων διαφόρων κινημάτων έχει στραφεί ενάντια στην εισβολή στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και το Λίβανο, στην καταπάτηση κοινωνικών ελευθεριών καθώς και στην μιντιακή καθεστωτική προπαγάνδα. Όμως ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας έχει επιδράσει αρνητικά στις ελπίδες και στην φαντασία όσων εναντιώνονται σε αυτόν. Ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται σε εμένα έναν ακαδημαϊκό από τον Καναδά, του οποίου οι πολιτικές δράσεις έχουν περιοριστεί στην εναντίωση του στο πανεπιστήμιο του, το οποίο κατασκευάζει και εφοδιάζει με τανκς τον αμερικάνικο στρατό. Άλλοι σύντροφοι καταπιάνονται με την οργάνωση στους χώρους εργασίας, την αυτο-οργάνωση των άστεγων, τις δημοτικές εκλογές καθώς και άλλες δραστηριότητες. Όμως η ελπίδα και η πίστη για έναν άλλο κόσμο ο οποίος είναι εφικτός και προσβάσιμος έχει δώσει την θέση της σε μια πολύ πιο απαισιόδοξη διάθεση. Τα κινήματα και οι (σοσιαλιστικές) κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής αποτελούν μια πηγή έμπνευσης για τον όχι-πια-παγωμένο Βορρά, πέραν αυτού όμως οι ορίζοντες και οι προοπτικές φαίνονται περιορισμένες.

Ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός φαίνεται να είναι αρκετά ισχυρός -ως προς την κερδοφορία του-. Όμως μια σειρά από αλλεπάλληλες φυσικές καταστροφές, μια απρόσμενη μη δυνατότητα κάλυψης των αναγκών της παραγωγής από το πετρέλαιο (peaking oil), μια άλλη 11η Σεπτεμβρίου ή μια ανεξέλεγκτη ρήξη στις σχέσεις Κίνας-ΗΠΑ, όλες θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν το παγκόσμιο αυτό σύστημα. Αυτά τα σενάρια αν και είναι αρκετά πιθανά να συμβούν, παραμένει αβέβαιο αν θα προωθήσουν και θα ενισχύσουν την δημιουργία ριζοσπαστικών κινημάτων. Τα παραπάνω σενάρια είναι πολύ πιθανό να ενισχύσουν νεοφασίστες, φονταμενταλιστές και έναν πολύ πιο άγριο καπιταλισμό, εκτός εαν μπορέσει να υπάρξει εκ των προτέρων μια κατάλληλη προετοιμασία και ζύμωση σε οργανωτικό και διανοητικό επίπεδο, η οποία θα δημιουργήσει πρόσφορο έδαφος για μια καλύτερη εναλλακτική.

Για τον λόγο αυτό φαίνεται αρκετά σημαντικό να ανοίξει ένας διάλογος που θα επανεξετάζει το τι θέλουμε, σκεπτόμενοι όχι μόνο το τι αντιμαχόμαστε, αλλά και ποιο είναι αυτό για το οποίο πολεμάμε (και επίσης το ποιοι είμαστε “εμείς” που πολεμάμε) και να εξετάσουμε το τι μπορεί να επιτευχθεί κάτω από τις τωρινές συνθήκες και περιστάσεις. Πολλοί εντός του κινήματος είτε πρόκειται για άτομα της πράξης είτε για θεωρητικούς ασχολούνται σοβαρά με αυτό το ζήτημα. Η δικιά μου συνεισφορά θα είναι η πρόταση και η συζήτηση πάνω στον κοινονισμό (commonism) .

Tα “κοινά” είναι μια λέξη που συνοψίζει πολλές από τις βλέψεις του κινήματος. Είναι ένας δημοφιλής όρος πιθανόν επειδή παρέχει έναν τρόπο να αναφερόμαστε στην συλλογική ιδιοκτησία χωρίς να συνδέεται με βαριά και αρνητικά φορτισμένους ιστορικούς όρους (κομουνισμός), οι οποίοι παραπέμπουν και αντιλαμβάνονται ως μια συγκεντρωτική οικονομία σε συνδυασμό με ένα καταπιεστικό κράτος. Αν και κάποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει, προσωπικά θεωρώ πολύ έγκυρη την εν λόγω διάκριση, μιας και είναι σημαντικό να διαφοροποιούμε τους στόχους και τα μέσα μας από τις αποτυχίες του παρελθόντος, ενώ παράλληλα να επανερχόμαστε στην συζήτηση για μια κοινωνία πέραν του καπιταλισμού.

Η αρχική αναφορά στα “κοινά” γίνεται στις συλλογικές νησίδες/εδάφη, που περικλείονται εντός του καπιταλισμού μέσα σε μια διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης που ξεκινάει από τον Μεσαίωνα και φτάνει στο σήμερα. Οι συγκεκριμένες νησίδες είναι εως και σήμερα ένα διαρκές πεδίο σύγκρουσης σε διάφορα μέρη. Τα σημερινά υπάρχοντα κοινά παραπέμπουν κυρίως στην έννοια του συλλογικού, παρά σε αυτή της ιδιωτικής περιούσιας στις περισσότερες κατηγορίες, όπως τα οικολογικά κοινά (νερό, ατμόσφαιρα, αλιεία, δάση, κλπ.), κοινωνικά κοινά (υγεία, εκπαίδευση, κλπ.), κοινά στις επικοινωνίες ( το δικαίωμα προσβάσεις στα τηλεπικοινωνιακά μέσα).

Ας επεκτείνουμε όμως τον όρο των “κοινών” με έναν σχετικά ασυνήθιστο τρόπο. Ο Μαρξ είχε υποστηρίξει πως ο καπιταλισμός έχει έναν πυρήνα, από τον οποίο προέρχονται όλα τα συστήματα ανταλλαγής και εμπορίου. Αυτός ο πυρήνας ήταν τα εμπορεύματα, δηλαδή τα παραγόμενα προϊόντα που σκοπό είχαν την πώληση τους μεταξύ των ιδιωτών.

Εαν λοιπόν ο πυρήνας του καπιταλισμού είναι το εμπόρευμα, ο πυρήνας μιας κοινωνίας πέραν του καπιταλισμού είναι τα κοινά. Το εμπόρευμα είναι ένα προϊόν το οποίο παράγεται με σκοπό την πώληση, ενώ το κοινό είναι ένα προϊόν το οποίο παράγεται με σκοπό τον διαμοιρασμό. H ύπαρξη του εμπορεύματος -ορισμένη ως ένα προϊόν παραγόμενο προς πώληση-, προϋποθέτει την ύπαρξη ιδιωτών (υπό την έννοια των κατόχων μιας κάποιας ιδιωτικής περιουσίας) μεταξύ των οποίων δημιουργείται η (εμπορική) συναλλαγή. Η ύπαρξη των κοινών προϋποθέτει συλλογικότητες -είτε μέσω ενώσεων είτε μέσω συνελεύσεων- μεταξύ των οποίων οργανώνεται ο διαμοιρασμός των αγαθών. Εαν ο καπιταλισμός παρουσιάζει τον εαυτό του ως το σύστημα της συσσώρευσης αγαθών, ο κοινονισμός (commonism) . θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το σύστημα που επεκτείνει και αυξάνει τα κοινά.

Οι δυνάμεις μεταξύ του εμπορεύματος και των κοινών -της αγοράς και του κινήματος- βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ των τριων πεδίων που αναφέρθηκαν παραπάνω: του οικολογικού, του κοινωνικού και των τηλεπικοινωνιών.

Στο οικολογικό πεδίο, δεκαετίες οικολογικών αγώνων κατέδειξαν πως οι αγορές σε συνδυασμό με την μόλυνση του περιβάλλοντος καταστρέφουν την βάση των κοινών για την ανθρώπινη ζωή. Αυτή η καταστροφή συμπεριλαμβάνει φαινόμενα όπως χημικά, απαλλοτριώσεις τεράστιων δασικών εκτάσεων, την αφάνιση διαφόρων ειδών και αυτή την στιγμή κορυφώνεται μέσω του φαινομένου της υπερθέρμανσης του πλανήτη. H προοπτική μιας χαοτικής κλιματολογικής αλλαγής, η οποία θα επιφέρει τεράστιες καταστροφές στην γεωργία, στα αποθέματα νερού, στα επίπεδα της στάθμης των θαλασσών ανά την υφήλιο καθιστά ξεκάθαρα φανερό το μέγεθος της οικολογικής κρίσης. Επίσης προβάλλει ξεκάθαρα την ανεπάρκεια της “ελεύθερης αγοράς” ως βασικό κοινωνικό μοντέλο. Το μέγεθος της παρέμβασης που είναι αναγκαία αυτή την στιγμή αποτυπώνεται στην πρόταση του George Monbiot για ένα σχέδιο δράσεων αποτυπωμένο σε δέκα σημεία: το οποίο καταδεικνύει την άμεση μείωση των εκπομπών αερίων που συντελούν στην αύξηση του φαινομένου του θερμοκηπίου, οι οποίες βέβαια προέρχονται κυρίως από τον ανεπτυγμένο Βορρά (εννοώντας την Βόρεια Αμερική σε σύγκριση με την Νότια), την απαγόρευση και φορολόγηση των μέσων που έχουν υψηλές εκπομπές αερίων, την μεταστροφή των δημόσιων δαπανών προς την χρήση καθαρής ενέργειας και την περαιτέρω δημιουργία και ανάπτυξη των δημόσιων μέσων μαζικής μεταφοράς, μείωση των αερομεταφορών και των υπερμεγέθων πολυκαταστημάτων. Όλα τα σημεία της παραπάνω πρότασης μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση (από τους υποστηρικτές της αγοράς), όμως αν ο Monbiot είναι έστω και εν μέρει σωστός, τότε οι αναγκαίες ενέργειες ξεπερνάνε κάθε είδους ελεύθερης αγοράς, ή “πράσινων επιχειρήσεων”. Ανταυτού απαιτούν μεταρρυθμίσεις καθώς και δημόσιες επενδύσεις. H υπερθέρμανση του πλανήτη (σε συνδυασμό με άλλες οικολογικές κρίσεις) φέρνουν και πάλι στο προσκήνιο ακριβώς αυτό το οποίο ο νεοφιλελευθερισμός προσπαθεί να διαγράψει τον μαζικό κοινωνικό σχεδιασμό και οργάνωση.

Στο κοινωνικό πεδίο, τα διάφορα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά κινήματα εξετάζουν την προσπάθεια της αντικατάστασης των ταξικών διαχωρισμών του καπιταλισμό με διάφορες μορφές δράσεων και προτάσεων που κατευθύνονται προς τον κοινωνικό πλούτο ενάντια του ιδιωτικού. O Νεοφιλελευθερισμός είχε ως πρωταρχικό σκοπό την απαξίωση αυτής της πρόκλησης, το οποίο και κατάφερε με μεγάλη επιτυχία. Έχοντας σαν αποτέλεσμα την όξυνση των ανισοτήτων σε παγκόσμιο επίπεδο, των οποίων οι οδυνηρές επιπτώσεις, που δημιούργησαν αυτό που ο Mike Davis ονομάζει “πλανήτη των παραγκουπόλεων”, δεν μπορούν να αποκοπούν και να απομονωθούν από τoν πλανήτη των εμπορικών κέντρων, επανέρχονται είτε μέσω ασθενιών (ΗΙV ή άλλες πανδημίες) είτε μέσω ανταρσιών (“τρομοκρατία”). Ως απάντηση στην νεοφιλελεύθερη επέλαση δυο κινηματικές πρωτοβουλίες προσπαθούν να αναδείξουν και να πραγματώσουν μέσω διαφόρων δράσεων και προτάσεων την σημασία και την εγκαθίδρυση του κοινωνικού πλούτου. Το πρώτο είναι το κίνημα της “αλληλέγγυας οικονομίας” που επικεντρώνεται σε συνεργατικές επιχειρήσεις διαφόρων ειδών και συνδέεται με τις επιτυχημένες στρατηγικές της αριστεράς στην Λατινική Αμερική – το οποίο θα αναλυθεί περαιτέρω πιο κάτω Ενώ το δεύτερο έχει να κάνει με μια σειρά από προτάσεις και εκστρατείες κυρίως με ζητήματα που πραγματεύονται αυτό που είναι ευρέως γνωστό ως κατώτερο βασικό μισθό, ο οποίος εξασφαλίζει ένα βασικό επίπεδο διαβίωσης, έχοντας ένα ρόλο προστατευτικού μηχανισμού από την ελεύθερη παγκόσμια αγορά εργασίας. Τα συγκεκριμένα εγχειρήματα καταδεικνύουν επίσης και βασικά φεμινιστικά οικονομικά ζητήματα, αναφορικά με την απουσία οικονομικής ανταμοιβής από την αγορά των “εργασιών” που σχετίζονται με την οικιακή οικονομία (ανατροφή παιδιών, σπιτικές εργασίες κλπ). Το αίτημα του βασικού κατώτατου μισθού αρχικά προτάθηκε στις χώρες τις ΒΔ Ευρώπης και της Β. Αμερικής, κάτι που γενικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια συμπληρωματική κίνηση σε ένα ήδη εύπορο κράτος πρόνοιας. Όμως αιτήματα για βασικό κατώτατο μισθό έχουν αρχίσει να εμφανίζονται ως πρωτοποριακές πολιτικές στην Βραζιλία και την Ν. Αφρική. Μερικές ομάδες έχουν προτείνει και κοστολογήσει ένα βασικό παγκόσμιο εισόδημα που ανέρχεται στο 1 δολάριο την μέρα. Αν και το συγκεκριμένο φαντάζει μηδαμινό για τα δεδομένα της Β. Αμερικής, η συγκεκριμένη πρόταση θα διπλασίαζε το εισόδημα πάνω από 1 δις ανθρώπων, που αυτή την στιγμή ζούνε κάτω από τα όρια της απόλυτης φτώχειας. Εάν αυτό ακούγεται ουτοπικό σε κάποιους, αρκεί να αναλογιστεί πως ο προϋπολογισμός του πενταγώνου στις ΗΠΑ για το 2007 ανέρχεται στα 532 δις δολάρια. Σίγουρα μπορούν να υπάρξουν αρκετές απόψεις σχετικά με την εισαγωγή ενός παγκοσμίου κατώτατου μισθού, για παράδειγμα θα ήταν αρκετά καλύτερο να το αντιληφθούμε όχι ως ένα χρηματικό ποσό αλλά σαν ένα βασικό εξασφαλισμένο καλάθι αγαθών ή σαν ένα εγγυημένο παγκόσμιο επίπεδο διαβίωσης. Όμως η αποτυχία της trickle-down οικονομίας (ο όρος χρησιμοποιείται στις ΗΠΑ και αναφέρεται στις πολιτικές που στοχεύουν σε φοροαπαλλαγές και γενικότερες νομικές διευκολύνσεις κλπ στις επιχειρήσεις και τα μεγάλα εισοδήματα με σκοπό την βελτίωση της οικονομίας) να επιφέρει μια μείωση της φτώχειας και των ανισοτήτων καθώς και η περαιτέρω μεγένθυση της φτώχειας και των ανισοτήτων που αυτές οι πολιτικές δημιούργησαν, αποτελούν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για έναν νέο ακτιβισμό που αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση του κοινωνικού πλούτου.

Όσον αφορά το πεδίο των τηλεπικοινωνιών, η αποτυχία των αγορών διαφαίνεται με έναν διαφορετικό τρόπο, κυρίως μέσω της αδυναμίας του κεφαλαίου να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τους νέους τεχνολογικούς πόρους. Οι υπολογιστές και τα δίκτυα δημιούργησαν τις κατάλληλες υποδομές για την γρήγορη και πολύ φτηνή μετάδοση της επικοινωνίας και της γνώσης. Οι συγκεκριμένες υποδομές δημιουργήθηκαν εκτός της αγοράς, μέσω μιας ιδιόρρυθμης “συνεργασίας” δημόσια χρηματοδοτούμενων επιστημονικών επιχειρημάτων (μέσω πανεπιστημίων και στρατού) και αυτόνομων (και μερικές φορές επαναστατικών) χάκερ. H συνεισφορά του κεφαλαίου ήταν η προσπάθεια να μετασχηματίσει τις συγκεκριμένες καινοτομίες εντός των εμπορευματικών δομών, περιορίζοντας στην ουσία τις δυνατότητες τους εντός των ορίων της πληροφοριακής ιδιοκτησίας (information property) και των τιμολογήσεων της. Βέβαια οι ψηφιακές καινοτομίες έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τα επιβαλλόμενα όρια του κεφαλαίου. Τα δίκτυα διαμοιρασμού (peer-to-peer networks) καθώς και τα κινήματα των ανοικτών λογισμικών εκμεταλλεύτηκαν στον έπακρο βαθμό τις δυνατότητες δημιουργίας μη ανταγωνιστικών αγαθών καθώς και της συνεργατικής παραγωγής, τα οποία δημιούργησαν μια κουλτούρα που έρχεται σε αντιπαράθεση με τα εμπορευματικά ιδεώδη. Το κίνημα αντιλήφθηκε την δυναμική των προαναφερόμενων εγχειρημάτων από τα πρώτα χρόνια ανάπτυξης του με τον Harry Cleaver να αναφέρεται σε αυτά ως το “ηλεκτρονικό φάσμα του αγώνα”, μέσω της χρήσης του διαδικτύου για την μετάδοση της πληροφορίας, κινηματικών ειδήσεων, αναλύσεων και αλληλεγγύης. Τα ελεύθερα ανοικτά λογισμικά καθώς και τα δίκτυα διαμοιρασμού συνθέτουν ένα διαρκώς αυξανόμενο φάσμα ηλεκτρονικής παραγωγής, εξοπλίζοντας τους ανθρώπους με μια μεγάλη ποικιλία ψηφιακών εργαλείων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν με πολλούς τρόπους, από την εκπομπή ραδιοφωνικών σταθμών μέχρι την κατασκευή συνθετικών μικροτσίπ. Το κεφάλαιο προσπαθεί να καταστείλει άμεσα τις εν λόγω πρακτικές μέσω της εκστρατείας εναντίον της “ηλεκτρονικής πειρατείας” και της ποινικοποίησης της που έχουν να κάνουν με νομοθετικές ρυθμίσεις και δικαστικές διαμάχες πάνω στην πνευματική ιδιοκτησία. Όμως ήδη διάφορες κινηματικές δράσεις έχουν εκφράσει τις εναλλακτικές και τους τρόπους αντιμετώπισης ενάντια στο καθεστώς της πνευματικής ιδιοκτησίας που προσπαθεί να επιβληθεί μέσω της παγκόσμιας αγοράς.

Και τα τρια προαναφερόμενα πεδία -οικολογικό, κοινωνικό, τηλεπικοινωνιακό- καταδεικνύουν σε όλο τους το φάσμα αποτυχίες της αγοράς. Σε κάθε μια καταδεικνύονται οι αποτυχίες ενός εμπορευματικού καθεστώτος, οι οικολογικές καταστροφές μπορούν να χαρακτηριστούν ως η εκδίκηση των γνωστών ως “αρνητικών επιπτώσεων της αγοράς”, των οποίων οι ζημίες δεν έχουν και δεν μπορούν να αποτιμηθούν με οικονομικούς όρους. Η όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, με την απόλυτη εξαθλίωση μεγάλου μέρους της κοινωνίας εντός μιας φερόμενης ως κοινωνίας αφθονίας και πληρότητας, καταδεικνύει με τον πλέον άμεσο τρόπο την αυτοτροφοδοτούμενη ανάδραση της στέρησης και της συσσώρευσης, η οποία είναι εγγενή με την λειτουργία των αγορών. Ενώ οι τηλεπικοινωνίες δείχνουν την αδυναμία της αγοράς να περιλάβει και να διευρύνει τις θετικές επιπτώσεις που βρέθηκαν έστω και έμμεσα εντός της, με το να μην επιτρέπει την χρήση καινοτομιών και δομών οι οποίες ξεπερνάνε και δεν μπορούν να αφομοιωθούν από τους μηχανισμούς της αγοράς. Και οι τρεις μαζί συνθέτουν μια ιστορική καταγγελία του ίδιου του νεοφιλελευθερισμού και του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, του οποίου αποτελούν μόνο την πιο πρόσφατη αιχμή του δόγματος του.

Eπίσης και στα τρια πεδία, τα κινήματα προτείνουν, ως εναλλακτικές στις αποτυχίες της αγοράς, νέες μορφές κοινών, οι οποίες διαφοροποιούνται σε κάθε τομέα, αν και -όπως θα επιχειρηματολογήσω εν συνεχεία- αυτές οι διαφορές καταλήγουν να ξεπεραστούν και ως αποτέλεσμα να υπάρξει μια σύνδεση των τριων. Στο οικολογικό πεδίο, τα κοινά σχετίζονται κυρίως με μεταρρυθμιστικές διατάξεις (αλλά και με δημόσιες επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες και συστήματα μεταφορών). Στο κοινωνικό πεδίο, ένα παγκόσμιο βασικό επίπεδο διαβίωσης συνεπάγεται την δημιουργία κοινών που στοχεύουν στην ανακατανομή του πλούτου, ενώ η αλληλέγγυα οικονομία δημιουργούν πειραματισμούς πάνω στην σε μορφές συλλογικά διαχειριζόμενης παραγωγής. Όσο για τα κοινά των τηλεπικοινωνιών, αυτό το οποίο αναδύεται είναι κοινά μη ανταγωνιστικών πληροφοριακών αγαθών, τα οποία βρίσκονται σε αφθονία.

Βέβαια τα τρια αυτά πεδία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα συσχετίζεται άμεσα και με τα τρία, για παράδειγμα μια οικολογική και τηλεπικοινωνιακή δραστηριότητα αποτελεί ταυτόχρονα και ένα κοινωνικό κοινό και αντίστροφα. Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι πως η μορφή μιας νέας κοινωνικής οργάνωσης, αυτή του κοινονισμόυ, μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο μέσω των διαδράσεων, των σχέσεων καθώς και των συσχετισμών αυτών των πεδίων

Ο Μαρξ ανέλυσε και κατέδειξε πως στον καπιταλισμό, τα εμπορεύματα μετακινούνται κυκλικά. Το χρηματικό κεφάλαιο χρησιμοποιείται για την απόκτηση εργασίας, μηχανημάτων και πρώτων υλών, τα οποία με την σειρά τους χρησιμοποιούνται στην παραγωγή, δημιουργώντας νέα προϊόντα τα οποία ανταλλάσσονται έναντι μεγαλύτερου χρηματικού αντίτιμου, μέρος του οποίου διατηρείται ως κέρδος, και το υπόλοιπο χρησιμοποιείται για την απόκτηση νέων παραγωγικών μέσων με σκοπό την δημιουργία περισσότερων εμπορευμάτων, με την προαναφερόμενη διαδικασία να επαναλαμβάνεται συνεχώς δημιουργώντας έναν ατέρμονο οικονομικό κύκλο. Στο συγκεκριμένο οικονομικό κύκλο τα διάφορα είδη του κεφαλαίου -εμπορικό, βιομηχανικό και οικονομικό- έχουν τον δικό τους ρόλο. Για παράδειγμα η μετατροπή των εμπορευμάτων σε χρηματικές μονάδες είναι η βασική λειτουργία του εμπορικού κεφαλαίου, το οποίο συσχετίζεται με την ανταλλαγή, η πραγματική παραγωγή δημιουργείται από το βιομηχανικό κεφάλαιο και η μετατροπή του χρηματικού κεφαλαίου σε παραγωγικό κεφάλαιο υπόκειται στο οικονομικό κεφάλαιο (τράπεζες, επενδυτικά ιδρύματα κλπ).

Πρέπει να προσεγγίσουμε το συγκεκριμένο ζήτημα από την άποψη της κυκλοφορίας των κοινών, της διασύνδεσης και των ενισχύσεων μεταξύ τους. Τα οικολογικά κοινά καθορίζουν τις αναγκαίες φυσικές συνθήκες για τα κοινωνικά και τηλεπικοινωνιακά κοινά. Τα κοινωνικά κοινά που κατευθύνονται προς την κατεύθυνση της ισότιμης κατανομής του πλούτου, διατηρούν τα οικολογικά κοινά, εξαλείφοντας τις ακραίες οικολογικές καταστροφές που δημιουργούνται λόγω της υπερσυσσώρευσης πλούτου (SUVs, αλόγιστες αεροπορικές διαδρομές) και της φτώχειας (καύση άνθρακα, η αποψίλωση των δασών). Τα κοινωνικά κοινά δημιουργούν επίσης τις κατάλληλες συνθήκες για τα τηλεπικοινωνιακά κοινά παρέχοντας ένα βασικό πλαίσιο υγείας, ασφάλειας και εκπαίδευσης μέσω του οποίου οι άνθρωποι μπορούν να έχουν πρόσβαση στις παλιές και τις νεότερες μορφές πληροφόρησης κλπ. Εν συνεχεία τα τηλεπικοινωνιακά κοινά διανέμουν την πληροφόρηση που σχετίζεται τόσο με τα οικολογικά όσο και με τα κοινωνικά κοινά (καταγράφοντας τις παγκόσμιες κλιματολογικές συνθήκες, επιτρέποντας την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ιατρών, ακτιβιστών, ομάδων αντιμετώπισης καταστροφών). Οι τηλεπικοινωνίες παρέχουν και τα απαραίτητα κανάλια επικοινωνίας για την οργάνωση των οικολογικών και κοινωνικών κοινών μέσω της οργάνωσης τους, της αντιμετώπισης προβλημάτων και την εξέταση εναλλακτικών προτάσεων.

Υποθέστε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο (κοινωνικό κοινό) το οποίο δημιουργεί ένα λογισμικό και ένα δίκτυο το οποίο είναι διαθέσιμο σε συλλογικότητες ανοικτού λογισμικού (τηλεπικοινωνιακά κοινά), οι οποίες με την σειρά τους δημιουργούν βάσει αυτών ένα ελεύθερο λογισμικό το οποίο χρησιμοποιείται από μια αγροτική συλλογικότητα για την μέτρηση του νερού και του ηλεκτρισμού (οικολογικά κοινά). Το παραπάνω μπορεί να ληφθεί υπόψιν ως ένα παράδειγμα σε μικρή κλίμακα του πως η διανομή και ο ευρύτερος κύκλος των κοινών μπορούν να δουλέψουν.

H συγκεκριμένη αντίληψη των κοινών δεν περιορίζεται σε μια αμυντική λογική υπεράσπισης των συλλογικών χώρων, τα οποία δέχονται την διαρκή επίθεση του κεφαλαίου. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επιθετική και επεκτεινόμενη, η οποία περικλείει ένα σύνολο ετερογενών συλλογικοτήτων, δημιουργημένες από μια πληθώρα διαφορετικών μορφών που μοιράζονται την ίδια λογική, τα κοινά των μοναδικοτήτων. Μπορούμε να αναφερθούμε στα κοινά της γης, του κοινωνικού πλούτου, της εργασίας (με την ευρύτερη έννοια που περιλαμβάνει όλες τις διαφορετικές μορφές εργασίας) και της γλώσσας (επίσης με την ευρύτερη έννοια, που περιλαμβάνει την πληροφορία, την επικοινωνία και την ανταλλαγή πληροφοριών). Ο ίδιος ο κοινονισμός στην ουσία δημιουργείται από τις διασυνδέσεις και επεκτάσεις των διαφόρων κοινών.

Αυτή η αντίληψη έχει μια ξεκάθαρη συγγένεια με τα κινήματα της αλληλέγγυας οικονομίας, τα οποία δημιουργήθηκαν στην Λ. Αμερική και επεκτείνονται αυτή την στιγμή στην Β.Αμερική και την Ευρώπη. Συνοψίζοντας τις δράσεις των προαναφερόμενων κινημάτων, θα μπορούσαμε να πούμε πως στοχεύουν στην διασύνδεση των αυτοδιαχειριζόμενων συλλογικοτήτων που ασχολούνται με την παραγωγή, με τους οικονομικούς συντεχνιακούς οργανισμούς, με σκοπό την δημιουργία οικονομικών δικτύων που βασίζονται σε πρακτικές παραγωγής και κατανάλωσης με βάση τις κοινωνικές ανάγκες, των οποίων το πλεόνασμα επανεπενδύεται για κοινωνική και οικολογική ανοικοδόμηση. Ο Euclides Mance, ένας εκ των θεωρητικών του κινήματος, αναφέρεται σε αυτά τα “κοινωνικής βάσης συντεχνιακά δίκτυα” προσπαθώντας να ενισχύσει τα συστατικά τους μέρη, μέχρις ότου μια δυναμική ώθηση τα μετατρέψει από συμπληρωματικής και δευτερευούσης σημασίας οικονομικές λογικές και δραστηριότητες, σε βασική και κυρία μορφή της παραγωγικής διαδικασίας. Αυτού του είδους οι ενέργειες -στις οποίες ένα πρόγραμμα για την εγκαθίδρυση ενός βασικού εισοδήματος θα αποτελέσει συμπληρωματική κίνηση- φαίνεται να μοιάζουν με το είδος της ανάπτυξης των διαφόρων πεδίων των κοινών τα οποία αναλύθηκαν παραπάνω.

Ο Mance αναφέρει πως η συγκεκριμένη διαδικασία “δεν πρόκειται για τον πολιτικό έλεγχο της κράτους από την κοινωνία” αλλά για “τον δημοκρατικό έλεγχο της οικονομίας από την κοινωνία”. Οι ακτιβιστές στην Λ. Αμερική θα γνωρίζουν πολύ καλύτερα από εμένα βέβαια πως η δημιουργία εναλλακτικών δικτύων λαϊκής βάσης, μπορούν να επιτευχθούν σαφώς αποτελεσματικότερα με προστασία, έλεγχο, και υποστήριξη όταν φτάνουν σε πανεθνικό επίπεδο. Για τον λόγο αυτό, η διανομή των κοινών δεν περιορίζεται μόνο στις κυκλικές σχέσεις μεταξύ των πεδίων του (περιβαλλοντολογικό, κοινωνικό, τηλεπικοινωνιακό), αλλά επεκτείνεται και σε έναν ευρύτερο κύκλο που περικλείει νέες υποκειμενικότητες, και αυτόνομα συμβούλια (δίκτυα αλληλεγγύης, συντεχνίες, οικολογικές και κοινωνικές συλλογικότητες) και κυβερνητικούς οργανισμούς.

Το κίνημα έχει σιωπηρά διαχωριστεί σε αναρχικές και αυτόνομες ομάδες, με ισχυρές αντικρατικές προοπτικές και σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κινήματα, αφοσιωμένα στην κυβερνητική πολιτική και την πρόνοια αντίστοιχα. Αντί αυτές οι δυο τάσεις να αναλώνονται στην καταστολή της άλλης ή στην διαρκή αναπαραγωγή του, θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον και πιο κοντά στις πραγματικές πρακτικές πολλών ακτιβιστών να εστιάσουμε στην αλληλεπίδραση που αυτοί οι δυο πόλοι μπορούν να έχουν.

Οι δραστηριότητες που συσχετίζονται με τα κοινά απαιτούν έντονο σχεδιασμό, όπως η μείωση των εκπομπών του άνθρακα (ή άλλων οικολογικών ρύπων), η εξασφάλιση και διανομή ενός βασικού εισοδήματος (ή η δημόσια παιδεία και υγεία), η εγκατάσταση τηλεπικοινωνιακών εγκαταστάσεων, είναι όλα σχεδόν -αν όχι- ανέφικτα σε μεγάλο επίπεδο χωρίς την συμμετοχή των εκάστοτε κυβερνήσεων.

O εφιάλτης που δέσποζε στις προηγούμενες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού βασιζόταν στην παραδοχή πως οποιοσδήποτε κρατικός σχεδιασμός θα διεπόταν μια πληθώρα γραφειοκρατικών μορφών και διαδικασιών. Το “αντίδοτο” σε αυτό βασίζεται σε ένα πλουραλιστικό σύστημα σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων, το οποίο περιλαμβάνει ένα πλήθος από μη κρατικούς οργανισμούς ικανούς να προτείνουν και να προσδιορίσουν δημοκρατικά τις βασικές κατευθύνσεις του κυβερνητικού σχεδιασμού. Κατ' επέκταση μια κυβέρνηση ,που θα στηρίζεται στις αρχές του κοινονισμού, πρέπει να έχει δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες έτσι ώστε να μπορέσουν να δημιουργηθούν αυτόνομα συμβούλια τα οποία θα αντιπαρέλθουν την γραφειοκρατία και τον δεσποτισμό και θα παρέχουν ποικιλομορφία και η καινοτομία στο σχεδιασμό ιδέες. Ο σχεδιασμός και ο αντι-σχεδιασμός πρέπει να δημιουργηθούν το ένα εντός του άλλου, και για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Raymond Williams, πρέπει να υπάρχουν πάντα τουλάχιστον δύο σχέδια.

Όπως έχει υποδείξει ο Γιώργος Καφεντζής, το νεοφιλελεύθερο κεφάλαιο, αντιμετωπίζοντας τα αδιέξοδα των πολιτικών της ελεύθερης αγοράς, στρέφεται σε ένα “σχέδιο β”, στο οποίο εισάγονται μια σειρά περιβαλλοντολογικών πολιτικών (όπως το σύστημα αγοράς ρύπων), σχεδιασμών τοπικής ανάπτυξης καθώς και πρακτικών ανοιχτού λογισμικού και ελεύθερης ανταλλαγής δεδομένων, ως επιμέρους δραστηριότητες της καπιταλιστικής οικονομίας. Όμως το βασικό ερώτημα που βρίσκεται πίσω από αυτή την “σύγκλιση” είναι ποια από τις δυο αντιμαχόμενες λογικές θα επικρατήσει και θα υποτάξει την άλλη.

Ο κοινονισμός έχει σαφώς διαβαθμίσεις, μιας και έχει να δώσει μια μάχη σε μικρό και μακρό επίπεδο, με πρωτοβουλίες που θα λαμβάνουν χώρα σε ατομικό επίπεδο, σε δράσεις σε τοπικό επίπεδο αλά και σε ευρύ κινήματα. Αν η συγκεκριμένη ιδέα έχει νόημα και προοπτική, αυτό υπόκειται στο γεγονός πως ήδη εκατομμύρια άνθρωποι μέσω των πράξεων τους υπερασπίζονται και δημιουργούν διαφόρων ειδών κοινά, από συλλογικά αγροκτήματα εως υπηρεσίες διαμοιρασμού προϊόντων.

To κείμενο του Harry Cleaver “κινήματα που διασυνδέονται με ηλ.ττρόπους επικοινωνίας (computer linked movements) και η παγκόσμια απειλή του καπιταλισμού” ειναι διαθέσιμο στο http://www.eco.utexas.edu/~hmcleave/polnet.html.

Η ανάλυση του Γ. Καφεντζή αναφορικά με το νεοφιλελεύθερο “Σχέδιο Β” βρίσκεται στο κεφάλαιο του στο “Shut them Down” ( διαθέσιμο στο www.shutthemdown.org)

Ο Nick Dyer-Witheford είναι καθηγητής στο τμήμα Μ.Μ.Ε.Ττου πανεπιστημίου του δυτικού Οντάριο και μέλος της συλλογικότητα “Counter-Stryker” που αντιτίθεται στις συνεργασίες μεταξύ στρατού-πανεπιστημίων-επιχειρήσεων. Μπορεί να βρεθεί στο ncdyerwi@uwo.ca



 

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης