Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Ταξικός αγώνας: από την Κρίση στην Έξοδο

από Commonwealth, κεφ 3.2, σελ 150-165 , The Belknap Press of Harvard University Press, Cambridge, Massachusetts, 2009

Έχω βαρεθεί από τον νηφάλιο τόνο

Καιρός να παίξει ο αληθινός διάβολος ξανά

Γιόχαν Βόλφγκανγκ Φον Γκαίτε,  Φάουστ

Η Ανοιχτή Κοινωνική Σχέση μεταξύ Εργασίας και Κεφαλαίου

Στο πλαίσιο της βιοπολιτικής παραγωγής ανακαλύψαμε ότι  το κεφάλαιο πρέπει να κατανοείται όχι απλώς ως μία κοινωνική σχέση αλλά ως μία ανοιχτή κοινωνική σχέση. Το κεφάλαιο προηγουμένως κατείχε από κοινού  εντός του την εργατική δύναμη και την κυριαρχία πάνω στην εργασία,  ή στη γλώσσα του Μαρξ,  είναι ικανό να κατασκευάζει μία οργανική σύνθεση μεταβλητού κεφαλαίου (μισθωτής εργατικής δύναμης) και σταθερού κεφαλαίου. Αλλά σήμερα υπάρχει μία αυξανόμενη ρήξη εντός της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, μία προοδευτική αποσύνθεση του κεφαλαίου στην οποία το μεταβλητό κεφάλαιο (και ειδικά η βιοπολιτική εργατική δύναμη) διαχωρίζεται από το σταθερό κεφάλαιο μαζί με τις σταθερές δυνάμεις της κυριαρχίας και του ελέγχου. Η βιοπολιτική εργασία τείνει να γεννά τις δικές της μορφές κοινωνικής συνεργασίας  και να παράγει αξία αυτόνομα. Στην πραγματικότητα όσο πιο αυτόνομη η κοινωνική οργάνωση της βιοπολιτικής παραγωγής, τόσο πιο παραγωγική είναι. Το κεφάλαιο επομένως έχει όλο και περισσότερη δυσκολία στην παραγωγή ενός συνεκτικού κύκλου παραγωγής και σύνθεσης ή υπαγωγής της εργατικής δύναμης στη διαδικασία παραγωγής αξίας. Ίσως δεν θα έπρεπε καν να χρησιμοποιούμε πλέον τον όρο «μεταβλητό κεφάλαιο» για να αναφερόμαστε σε αυτή την εργατική δύναμη αφού η παραγωγική της σχέση με το σταθερό κεφάλαιο είναι πιο αδύναμη από ποτέ.

Συνεπώς θα έπρεπε να διακηρύσσουμε ότι το κεφάλαιο είναι καταδικασμένο, τελειωμένο;  Η επανάσταση ήδη ξεκίνησε;  Ή σε πιο τεχνικούς όρους, το μεταβλητό κεφάλαιο οριστικά απελευθερώθηκε από τις λαβές του σταθερού κεφαλαίου;   Όχι - η κρίση, όπως είπαμε νωρίτερα, δεν σημαίνει κατάρρευση, και οι αντιφάσεις του καπιταλισμού, σοβαρές ωστόσο, ποτέ δεν συνεπάγονται από μόνες τους την διάλυσή τους, ή ακόμα περισσότερο, τη δημιουργία μίας εναλλακτικής λύσης στον καπιταλιστικό κανόνα. Πραγματικά η ρήξη εντός του κεφαλαίου και η αναδυόμενη αυτονομία της βιοπολιτικής εργασίας παρουσιάζουν ένα πολιτικό άνοιγμα. Μπορούμε να στοιχηματίσουμε στην ρήξη της σχέσης του καπιταλισμού και να χτίσουμε πολιτικά στην αναδυόμενη αυτονομία της βιοπολιτικής εργασίας. Η ανοιχτή πολιτική σχέση υποβληθείσα από το κεφάλαιο παρέχει μία ευκαιρία, αλλά η πολιτική οργάνωση απαιτείται για να την προώθηση πέρα από το όριο. Όταν ο αββάς Σεγιές  στην παραμονή της Γαλλικής Επανάστασης ρωτάει ποια είναι η αξία της Τρίτης Τάξης – τα πάντα! Αλλά πολιτικά αξίζει τίποτα!- εξαπολύει μία πολιτική και φιλοσοφική πολεμική βασισμένη σε ένα παρόμοιο όριο υποβληθέν από την οικονομική κατάσταση. Η Τρίτη Τάξη, η οποία αναδύθηκε στο κέντρο της κοινωνικής παραγωγής, δεν ήταν πλέον πρόθυμη να αποδέχεται την υποταγή της και να πληρώνει φόρους στις κανονιστικές δυνάμεις του αρχαίου καθεστώτος.  Αυτό που έχουμε να αναπτύξουμε αφού έχουμε σκιαγραφήσει τις γενικές γραμμές της βιοπολιτικής παραγωγής, εκμετάλλευσης και ελέγχου είναι οι όροι του ταξικού αγώνα σήμερα: σε ποιες πηγές - πόρους βασίζεται, ποιες είναι οι κύριες κοινωνικές γραμμές της σύγκρουσης,  και ποιες οι διαθέσιμες πολιτικές μορφές για την οργάνωσή της;

Ας αρχίσουμε με ορισμένα βασικά. Η αναδυόμενη αυτονομία της βιοπολιτικής εργασίας σε σχέση με το κεφάλαιο, η οποία διαρρηγνύει ανοιχτά  την κοινωνική σχέση του κεφαλαίου, στηρίζεται κυρίως σε δύο γεγονότα. Πρώτων είναι ο νέος κεντρικά ή εντατικοποιημένος ρόλος του κοινού (the common) στην οικονομική παραγωγή, τόσο στη βάση όσο και στο προϊόν, που έχουμε ήδη  εν μέρει διερευνήσει. Δεύτερων το γεγονός ότι η παραγωγικότητα της εργατικής δύναμης όλο και περισσότερο υπερβαίνει τα δεσμά που μπαίνουν στην εργασία της από το κεφάλαιο. Η εργατική δύναμη πάντα υπερέβαινε την σχέση της με το κεφάλαιο σε όρους δυνατοτήτων, με την έννοια ότι οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να κάνουν και να παράγουν πολύ περισσότερα από ότι κάνουν στη δουλειά. Στο παρελθόν, όμως, η παραγωγική διαδικασία, ειδικά η βιομηχανική διαδικασία, περιόριζε σοβαρά την πραγματοποίηση των δυνατοτήτων που υπερβαίνουν τα καπιταλιστικά όρια. Ο εργάτης αυτοκινητοβιομηχανίας, για παράδειγμα, έχει εξαιρετικές  μηχανολογικές  και τεχνολογικές δεξιότητες και γνώσεις, αλλά αυτές τοποθετούνταν κατά κανόνα σε συγκεκριμένο χώρο: μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μόνο στο εργοστάσιο και συνεπώς σε σχέση με το κεφάλαιο, εκτός ίσως από κάποια μαστορέματα με το αυτοκίνητο στο γκαράζ του σπιτιού. Αντιθέτως τα συναισθηματικά και διανοητικά ταλέντα, οι ικανότητες που γεννούν συνεργασία και οργανωτικά δίκτυα, οι δεξιότητες επικοινωνίας, και οι υπόλοιπες ικανότητες που χαρακτηρίζουν τη βιοπολιτική εργασία, είναι γενικές και όχι σε συγκεκριμένο χώρο. Μπορείς να σκεφτείς και να διαμορφώσεις σχέσεις όχι μόνο στη δουλειά αλλά επίσης και στο δρόμο, στο σπίτι, με τους γείτονές σου και τους φίλους σου. Οι ικανότητες της βιοπολιτικής εργατικής δύναμης υπερβαίνουν την εργασία και εξαπλώνονται στη ζωή. Διστάζουμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη «υπέρβαση» για αυτή την ικανότητα γιατί από την προοπτική της εργατικής δύναμης ή από την θέση της κοινωνίας ως σύνολο, αυτή δεν είναι ποτέ τόσο μεγάλη. Αυτή είναι υπέρβαση μόνο από την προοπτική του κεφαλαίου γιατί δεν παράγει οικονομική αξία που μπορεί να αιχμαλωτισθεί από τον ατομικό καπιταλιστή – έστω και αν, όπως θα δούμε σύντομα, τέτοια παραγωγή παράγει οικονομική αξία που μπορεί να αιχμαλωτισθεί από το κεφάλαιο σε ένα ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο, γενικώς ως εξωτερικότητες.

Σε αυτό το σημείο μπορούμε να διακινδυνεύσουμε μία πρώτη υπόθεση: ο ταξικός αγώνας στο βιοπολιτικό πλαίσιο παίρνει τη μορφή της εξόδου. Με την έξοδο εννοούμε εδώ, τουλάχιστον αρχικά, μία διαδικασία αφαίρεσης από τη σχέση με το κεφάλαιο με μέσα πραγματοποίησης της δυνητικής αυτονομίας της εργατικής δύναμης. Επομένως η έξοδος δεν είναι μία άρνηση της παραγωγικότητας της βιοπολιτικής  εργατικής δύναμης αλλά μάλλον μία άρνηση των αυξανόμενων περιοριστικών δεσμών που θέτονται στις παραγωγικές ικανότητες  από το κεφάλαιο. Αυτή είναι μία έκφραση των παραγωγικών δυνατοτήτων που υπερβαίνουν τη σχέση με το κεφάλαιο που έχει επιτευχθεί βηματίζοντας μέσω του ανοίγματος  της κοινωνικής  σχέσης  του κεφαλαίου και πέραν του ορίου. Ως μία πρώτη προσέγγιση, τότε, σκεφτείτε αυτή τη μορφή ταξικού αγώνα ως ένα είδος maroonage (Σ.τ.Μ. Maroon: δραπέτες σκλάβοι της   Λ. Αμερικής κυρίως,  που συλλογικά φτιάξανε ανεξάρτητες κοινότητες). Όπως οι σκλάβοι  που συλλογικά δραπετεύουν από τις αλυσίδες της δουλείας για να οικοδομήσουν αυτό-κυβερνώμενες  κοινότητες και quilombos (οικισμοί των Maroon), η βιοπολιτική εργατική δύναμη αφαιρούμενη  από τη σχέση της με το κεφάλαιο πρέπει  να ανακαλύψει και να κατασκευάσει νέες κοινωνικές σχέσεις, νέες μορφές ζωής που θα της επιτρέπουν να πραγματοποιήσει τις παραγωγικές της δυνάμεις. Αλλά σε αντίθεση με εκείνη των maroons, αυτή η έξοδος δεν σημαίνει απαραίτητα να πηγαίνεις κάπου αλλού. Μπορούμε να ακολουθήσουμε μία γραμμή πτήσης ενώ μένουμε ακριβώς εδώ, μεταμορφώνοντας τις σχέσεις παραγωγής και τον τρόπο κοινωνικής οργάνωσης κάτω από τον οποίο ζούμε.

Ο ταξικός αγώνας, φυσικά, ακόμα περιλαμβάνει αντίσταση στις καπιταλιστικές εντολές και επίθεση στις βάσεις της καπιταλιστικής εξουσίας, την οποία θα αντιμετωπίσουμε με περισσότερες λεπτομέρειες αργότερα, αλλά απαιτεί επίσης μία έξοδο από τη σχέση με το κεφάλαιο και από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Και παρόλο που οι απαιτήσεις για αντίσταση είναι άμεσα δοσμένες στους εργάτες στην ίδια την εργασιακή σχέση – οι εργάτες πάντα έχουν τη δύναμη να που όχι, να σταματήσουν να διαθέτουν την εργασία τους στο κεφάλαιο, και η ικανότητά τους να ανατρέψουν την παραγωγική διαδικασία είναι σταθερά παρούσα στην  αυτούσια ικανότητα τους να παράγουν – οι απαιτήσεις  για την έξοδο δεν είναι προφανείς. Η έξοδος είναι δυνατή μόνο στη βάση του κοινού – μαζί και η πρόσβαση στο κοινό και η ικανότητα χρήσης του – και η καπιταλιστική κοινωνία φαίνεται να οδηγείται να εξαλείφει  ή να αποκρύπτει το κοινό μέσω της ιδιωτικοποίησης των μέσων παραγωγής και αληθινά όλων των όψεων της κοινωνικής ζωής. Πριν στραφούμε στις ερωτήσεις της πολιτικής οργάνωσης, λοιπόν, χρειαζόμαστε να διερευνήσουμε πιο αναλυτικά τις υπάρχουσες μορφές του κοινού που είναι διαθέσιμες στην κοινωνία σήμερα.

Φάσματα του Κοινού

Φάσματα του κοινού εμφανίζονται σε όλη την καπιταλιστική  κοινωνία, έστω και σε κεκαλυμμένες ή μυστηριώδεις μορφές. Παρά την ιδεολογική του αποστροφή, το κεφάλαιο δεν μπορεί να κάνει χωρίς το κοινό, και σήμερα με όλο και ποιο σαφείς τρόπους. Για να εντοπίσουμε τα φάσματα του κοινού, θα χρειαστούμε να ακολουθήσουμε  το μονοπάτι της παραγωγικής κοινωνικής συνεργασίας και των ποικίλλων μορφών αφαίρεσης που την αντιπροσωπεύουν στην καπιταλιστική κοινωνία. Αποκαλύπτοντας ορισμένες από αυτές τις πραγματικά υπάρχουσες μορφές του κοινού είναι ένα πρώτο βήμα προς την καθιέρωση των βάσεων για μία έξοδο του πλήθους από τη σχέση του με το κεφάλαιο.

Ένα απέραντο απόθεμα του κοινού πλούτου είναι η ίδια η μητρόπολη. Ο σχηματισμός των σύγχρονων πόλεων, όπως μας εξηγούν πολεοδόμοι και αρχιτέκτονες ιστορικοί, ήταν στενά συνδεδεμένος με την ανάπτυξη του βιομηχανικού κεφαλαίου. Η γεωγραφική συγκέντρωση των εργατών, η εγγύτητα των πόρων και άλλων βιομηχανιών, τα συστήματα επικοινωνίας και μεταφορών, και τα άλλα χαρακτηριστικά της αστικής ζωής είναι απαραίτητα στοιχεία για τη βιομηχανική παραγωγή. Κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου και εικοστού αιώνα η ανάπτυξη των πόλεων και οι ποιότητες του αστικού χώρου καθορίστηκαν από το βιομηχανικό εργοστάσιο, τις ανάγκες του, τους ρυθμούς και τα σχήματα της κοινωνικής οργάνωσης. Σήμερα, ωστόσο,  είμαστε μάρτυρες μίας αλλαγής, από τη βιομηχανική στη βιοπολιτική μητρόπολη. Και στη βιοπολιτική οικονομία υπάρχει μία αυξανόμενη έντονη και άμεση σχέση μεταξύ της παραγωγικής διαδικασίας και του κοινού που αποτελεί την πόλη. Η πόλη, φυσικά, δεν είναι μόνο ένα οικοδομημένο περιβάλλον αποτελούμενο από κτίρια και δρόμους και υπόγειες διαβάσεις και πάρκα και υπόνομους και καλώδια επικοινωνιών αλλά επίσης και μία ζωντανή δυναμική πολιτισμικών πρακτικών, διανοητικών κυκλωμάτων, συναισθηματικών δικτύων και κοινωνικών θεσμών. Αυτά τα στοιχεία του κοινού περιέχονται στην πόλη δεν είναι μόνο οι προϋποθέσεις για τη βιοπολιτική παραγωγή αλλά επίσης και τα αποτελέσματά της, η πόλη είναι η πηγή του κοινού και το δοχείο μέσα στο οποίο ρέει. (θα εξερευνήσουμε πιο πλήρως τις δυναμικές της βιοπολιτικής μητρόπολης στο κεφάλαιο De Corpore 2, στο μέρος 4 του commonwealth) Ένας φακός για την αναγνώριση του κοινού πλούτου της μητρόπολης και των προσπαθειών ιδιωτικοποίησής του διατίθεται από την οικονομία της αγοράς ακινήτων (real estate), ένα πεδίο με απεγνωσμένη ανάγκη απομυθοποίησης. Είναι χρήσιμο να θυμόμαστε ότι η γαιοπρόσοδος και η αξία της γης παρουσίασε τεράστιες δυσκολίες στους κλασσικούς της πολιτικής οικονομίας. Αν η εργασία είναι η πηγή όλου του πλούτου, σύμφωνα με το αξίωμα του Άνταμ Σμιθ, τότε τι αντιπροσωπεύει η αξία της γης ή των ακινήτων γενικότερα; Η εργασία ενσωματώνεται  στη γη, φυσικά, δουλεύοντας το έδαφος και κατασκευάζοντας πάνω του, αλλά αυτό ξεκάθαρα δεν λαμβάνεται υπόψη επαρκώς για την αξία του ακινήτου, ειδικά σε αστικό περιβάλλον. Ούτε το να πούμε ότι η γαιοπρόσοδος είναι μία μονοπωλιακή τιμή απευθύνεται στο κεντρικό πρόβλημα. Η αξία του ακινήτου δεν μπορεί να εξηγηθεί εσωτερικά αλλά μπορεί να κατανοηθεί μόνο με αναφορά σε εξωτερικούς παράγοντες. (1)

Οι σύγχρονοι οικονομολόγοι των ακινήτων είναι πλήρως συνειδητοποιημένοι, φυσικά, ότι η  αξία ενός διαμερίσματος ή ενός κτιρίου ή οικοπέδου σε μία πόλη δεν αντιπροσωπεύεται αποκλειστικά από τα εγγενή χαρακτηριστικά της περιουσίας, όπως η ποιότητα και το μέγεθος της κατασκευής, αλλά κυρίως καθορίζεται από εξωτερικότητες – π.χ. αρνητικές εξωτερικοτητες είναι η ατμοσφαιρική ρύπανση, η κυκλοφοριακή συμφόρηση, οι θορυβώδεις γείτονες, τα υψηλά επίπεδα εγκληματικότητας, και η ντισκοτέκ κάτω στις σκάλες  που κάνει αδύνατο το να κοιμηθείς τα βράδια του Σαββάτου ενώ θετικές εξωτερικότητες είναι η εγγύτητα σε παιδικές χαρές, οι δυναμικές τοπικές πολιτιστικές σχέσεις, τα πνευματικά κυκλώματα ανταλλαγής, και οι ειρηνικές, παρορμητικές κοινωνικές  αλληλεπιδράσεις. Σε αυτές τις εξωτερικότητες συναντάμε ένα φάσμα του κοινού. Η κύρια έγνοια αυτών των οικονομολόγων είναι ότι οι εξωτερικότητες βρίσκονται έξω από το βασίλειο των σχέσεων ιδιοκτησίας και συνεπώς αντιστέκονται στην λογική της αγοράς και της ανταλλαγής. Σε αποτελεσματικές ελεύθερες αγορές, ισχυρίζονται, οι άνθρωποι κάνουν λογικές αποφάσεις, αλλά όταν υπάρχουν «στρεβλώσεις της αγοράς», όταν εξωτερικότητες μπαίνουν στο παιχνίδι και τα κοινωνικά κόστη δεν ισούνται με τα ιδιωτικά κόστη, η λογική της αγοράς χάνεται και καταλήγει σε «αποτυχία της αγοράς». Το τρελό είναι ότι ειδικά σε αστικά περιβάλλοντα η αξία των ακινήτων καθορίζεται πρωταρχικά από εξωτερικότητες. Η αποτυχία της αγοράς είναι ο κανόνας. Οι πιο ορθόδοξοι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι συνεπώς ξοδεύουν το χρόνο τους επινοώντας σχήματα για να «εξορθολογήσουν» την κατάσταση και να ιδιωτικοποιήσουν το κοινό έτσι ώστε να μπορεί να εμπορευθεί  και να υπακούσει στους κανόνες της αγοράς, αναζητώντας τρόπους να νομισματοποιήσουν τη ρύπανση ή το κυκλοφοριακό, για παράδειγμα, με σκοπό τα κοινωνικά κόστη να ισούνται με τα ιδιωτικά κόστη και συνεπώς να αποκαταστήσουν τη λογική στις συναλλαγές της αγοράς. (2)

Παρενθετικά θα έπρεπε να σημειώσουμε ότι ο σημαντικός και αυξανόμενος ρόλος των εξωτερικοτήτων μας επιτρέπει να ξανασκεφτούμε ορισμένες από τις σταθερές παραδοχές της πολιτικής οικονομίας. Όπως υπάρχει σήμερα μία αντιστροφή της εξέλιξης που παραδοσιακά υποθέτονταν από τους οικονομολόγους από το ενοίκιο στο κέρδος, όπως είπαμε νωρίτερα, έτσι επίσης υπάρχει μία αντιστροφή της δεδομένης  τάσης από το «απόλυτο ενοίκιο» (βασισμένο σε απλή εκτίμηση) στο «σχετικό ενοίκιο» (βασισμένο στην προστιθέμενη αξία στην περιουσία). Στην έκταση που η εργασία που γίνεται σε μία περιουσία έχει όλο και λιγότερη σημαντική επίδραση σε σχέση με την «κοινή εργασία» εξωτερική προς αυτή -στα γενικά κοινωνικά κυκλώματα βιοπολιτικής παραγωγής και αναπαραγωγής της πόλης- η τάση σήμερα κινείται προς τα πίσω από το σχετικό προς το απόλυτο ενοίκιο. (3)

Οι κτηματομεσίτες, οι καθημερινοί επαγγελματίες του εμπορίου της αστικής αξίας, με τα πόδια τους σταθερά στο έδαφος και τα χέρια τους άπληστα να κρατούν τις ατζέντες  τους,  δεν χρειάζονται καμία πολύπλοκη θεωρία για να καταλάβουν τον κυρίαρχο ρόλο του κοινού. Το μάντρα τους – «τοποθεσία, τοποθεσία, τοποθεσία» – είναι ο τρόπος τους έκφρασης της στρατηγικής να ελαχιστοποιήσουν τις αρνητικές εξωτερικότητες και να μεγιστοποιήσουν τις θετικές.  Τοποθεσία είναι απλά ένα όνομα για την εγγύτητα και πρόσβαση στον κοινό πλούτο – όχι μόνο σε σχέση με το πάρκο αλλά επίσης σε σχέση με την ποιότητα των σχέσεων στη γειτονιά, με τα μονοπάτια επικοινωνίας, τις διανοητικές και πολιτιστικές δυναμικές και πάει λέγοντας. Με το βλέμμα στο κοινό, είναι πολύ ικανοί να κάνουν λεφτά από τη μητρόπολη και τον «παραλογισμό» της.

Ο σκοπός μας, όμως, δεν είναι να δώσουμε συμβουλές πώς να γίνεις πλούσιος με την κτηματαγορά αλλά να εντοπίσουμε τα φάσματα του κοινού. Οι θεωρίες των οικονομολόγων των ακινήτων, μαζί με τις πρακτικές των κτηματομεσιτών, επιδεικνύουν πως η ίδια η μητρόπολη είναι μία τεράστια δεξαμενή του κοινού, όχι μόνο υλικών αλλά και επίσης και περισσότερο άυλων παραγόντων, και καλών και κακών μαζί. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι οικονομολόγοι, όμως, είναι από πού προέρχεται  ο κοινός πλούτος. Το κοινό μπορεί να είναι εξωτερικό από την προοπτική της αγοράς και των μηχανισμών της καπιταλιστικής οργάνωσης, αλλά είναι εντελώς εσωτερικό στη διαδικασία της βιοπολιτικής παραγωγής. Ο πλούτος που παράγεται από κοινού είναι αποσπασμένος, κυριευμένος και ιδιωτικοποιημένος, εν μέρει, από τους κερδοσκόπους και κεφαλαιούχους των ακινήτων, το οποίο, όπως είδαμε νωρίτερα, είναι ένα εμπόδιο στην παραπέρα παραγωγή του κοινού. Αυτό το δίλημμα επεξηγείτε από την κλασσική διαλεκτική των αστικών καλλιτεχνικών γειτονιών και τον αστικό εξευγενισμό (gentrification): φτωχοί καλλιτέχνες μετακομίζουν σε γειτονιές με χαμηλές αξίες περιουσιών επειδή δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά κάτι άλλο, και επιπρόσθετα παράγοντας την τέχνη τους παράγουν και ένα νέο αστικό τοπίο. Οι αξίες των ακινήτων ανεβαίνουν καθώς οι δραστηριότητές τους κάνουν τη γειτονία περισσότερο διανοητικά τονωμένη, πολιτιστικά δυναμική, και μοδάτη με αποτέλεσμα τελικά οι καλλιτέχνες να μην μπορούν πλέον να αντέξουν οικονομικά να ζουν εκεί και να πρέπει να μετακομίσουν αλλού. Έπειτα πλούσιοi μετακομίζουν, και σιγά σιγά η γειτονία χάνει τον πνευματικό και πολιτιστικό χαρακτήρα της, και γίνεται βαρετή και άγονη. Παρόλο το γεγονός ότι ο κοινός πλούτος της πόλης συνεχώς σφετερίζεται και ιδιωτικοποιείται στην αγορά και κερδοσκοπία ακινήτων, το κοινό εξακολουθεί να ζει ακόμα σαν φάσμα. (4)

Τα οικονομικά  είναι ένα άλλο τεράστιο βασίλειο στο οποίο μπορούμε να εντοπίσουμε φάσματα του κοινού. Ο Georg Simmel σημειώνει ότι οι ποιότητες της μητρόπολης είναι πολύ όμοιες με τις ποιότητες που το χρήμα απαιτεί:  ένας λεπτομερής καταμερισμός εργασίας, απρόσωπες συναντήσεις, συγχρονισμός χρόνου, και πάει λέγοντας. (5) Τι πραγματικά υπόκεινται σε αυτά τα ποικίλα χαρακτηριστικά σε ένα μεγάλο βαθμό είναι η δύναμη της αφαίρεσης. Το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο είναι μία τεράστια μηχανή αφαίρεσης η οποία συγχρόνως αντιπροσωπεύει και περιπλέκει το κοινό σαν να αντανακλάται σε έναν παραμορφωτικό καθρέφτη.(6)

Το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο εδώ και καιρό κατακρίνεται ότι ενισχύει τα οικονομικά ρίσκα και δεν παράγει τίποτα – και μετά την παγκόσμια κρίση του 2008 η εξύβριση του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου έχει γίνει ευρέως διαδεδομένη.  Τα χρηματοοικονομικά κατακρίνονται ότι είναι ένας καπιταλισμός καζίνου, λίγο περισσότερο από μία νόμιμη μορφή τζόγου χωρίς καμία κοινωνική χρησιμότητα. Η αξιοπρέπεια του βιομηχανικού κεφαλαίου, ισχυρίζονται, είναι ότι άμεσα δεσμεύει παραγωγικές δυνάμεις και παράγει αξία σε υλικά προϊόντα, ενώ τα προϊόντα του χρηματοοικονομικού είναι πλασματικά, φτιάχνοντας  χρήμα  από το χρήμα, παραμένοντας αφηρημένα  και συνεπώς παρασιτικά στην παραγωγή πραγματικής αξίας. Τέτοιες επικρίσεις είναι μερικώς αληθινές – αν και τα χρηματοοικονομικά εργαλεία χρησιμοποιούνται για διαχείριση κινδύνων και επίσης και ως κερδοσκοπία και η βιοπολιτική οικονομία αυξανόμενα προσανατολίζεται προς άυλα προϊόντα. Αλλά δεν πιάνουν την ουσιαστική φύση των χρηματοοικονομικών. Αν η χρηματοοικονομική κερδοσκοπία γίνεται αντιληπτή ως τυχερό παιχνίδι, είναι ένας διανοητικός, πληροφορημένος τύπου τζόγος στον οποίο ο επενδυτής, όπως ο οποιοσδήποτε στοιχηματίζει σε ιπποδρομίες  που υπολογίζει τη φυσική κατάσταση των ζώων και του στίβου, έχει να κρίνει τη μελλοντική επίδοση ενός τομέα παραγωγής μέσω μιας ποικιλίας δεικτών, ορισμένοι εξ’ αυτών πολύ αφηρημένων. Το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο είναι στη ουσία μία περίτεχνη μηχανή αναπαράστασης του κοινού, που αυτό είναι, οι κοινές σχέσεις και τα δίκτυα που είναι απαραίτητα για την παραγωγή συγκεκριμένου εμπορεύματος, ενός πεδίου εμπορευμάτων, ή ορισμένων άλλων τύπων περιουσιακών στοιχείων ή φαινομένων. Αυτή η αναπαράσταση περιλαμβάνει μια αξιοσημείωτη διαδικασία αφαίρεσης από το ίδιο το κοινό, και αληθινά τα χρηματοοικονομικά προϊόντα προσλαμβάνουν  περισσότερο από ποτέ αφηρημένα, εσωτερικά σχήματα που μπορεί να μην αναφέρονται άμεσα στην παραγωγή αλλά στις  αναπαραστάσεις της μελλοντικής παραγωγής ή αναπαραστάσεις των αναπαραστάσεων. Οι χρηματοπιστωτικές  δυνάμεις της αφαίρεσης ζαλίζουν, και αυτό γιατί τα μαθηματικά μοντέλα γίνονται τόσο κεντρικά. Η αφαίρεση η ίδια, ωστόσο, είναι δυνατή μόνο εξαιτίας της κοινωνικής φύσης του πλούτου που αναπαρίσταται. Με κάθε επίπεδο αφαίρεσης χρηματοπιστωτικών  εργαλείων αρπάζεται  ένα ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο των δικτύων που άμεσα ή έμμεσα συνεργάζονται στην παραγωγική διαδικασία. Αυτή η δύναμη της αφαίρεσης, με άλλα λόγια, στηρίζεται στο κοινό και συγχρόνως το περιπλέκει.(7)

Ο ρόλος των χρηματοοικονομικών σε σχέση με άλλες μορφές κεφαλαίου έχει επεκταθεί εκθετικά τις τελευταίες δεκαετίες. Ο Giovanni Arrighi ερμηνεύει αυτή την εξέλιξη ως ένα κυκλικό φαινόμενο παράλληλο με την άνοδο των χρηματοοικονομικών που επικεντρώνονταν στη Βρετανία στα τέλη του 19ου αιώνα αλλά και σε προηγούμενες εποχές. (8) Ωστόσο είναι πιο σημαντικό κατά την άποψή μας, να συνδέσουμε την άνοδο των χρηματοοικονομικών με την ταυτόχρονη ανάδυση κεντρικά της βιοπολιτικής παραγωγής. Στο βαθμό που η βιοπολιτική εργασία είναι αυτόνομη, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο είναι το επαρκές καπιταλιστικό εργαλείο για να οικειοποιηθεί τον παραγόμενο κοινό πλούτο, εξωτερικό προς αυτό και αποσπασμένο από την διαδικασία παραγωγής. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δεν μπορεί να ιδιοποιηθεί χωρίς κατά κάποιο τρόπο να αναπαραστήσει το προϊόν και την παραγωγικότητα της κοινής κοινωνικής ζωής. Από την άποψη αυτή το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο δεν είναι παρά η ίδια η εξουσία του χρήματος. «Το χρήμα αναπαριστά καθαρή ανταλλαγή στην πιο καθαρή μορφή της», γράφει ο Georg Simmel, «κάνει αντιληπτή την πιο αφηρημένη έννοια, είναι ένα ατομικό πράγμα του οποίου η ουσιαστική σημασία του είναι να φτάσει πέρα από τις ατομικότητες. Συνεπώς το χρήμα είναι η επαρκής  έκφραση της σχέσης του ανθρώπου στον κόσμο, που μπορεί να συλλαμβάνεται  μόνο σε μοναδικές και συγκεκριμένες στάσεις, όχι ακόμα πραγματικά αντιληπτό όταν το μοναδικό γίνεται η ενσωμάτωση της ζωντανής διανοητικής διαδικασίας η οποία συνυφαίνει όλες τις μοναδικότητες και  με αυτό τον τρόπο, δημιουργεί πραγματικότητα». (9)  Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο συλλαμβάνει το κοινό στην πιο ευρύτερη μορφή του και μέσω αφαίρεσης, εκφράζεται ως αξία που μπορεί να ανταλλαχθεί, περιπλέκοντας και ιδιωτικοποιώντας το κοινό με σκοπό να δημιουργήσει κέρδη. Δεν έχουμε πρόθεση να εξυμνήσουμε ή να καταδικάσουμε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Αντίθετα προτείνουμε να του φερθούμε ως ένα πεδίο έρευνας για την ανίχνευση των φασμάτων του κοινού που κρύβονται εκεί.

Και τα δύο μας παραδείγματα, η αγορά ακινήτων και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αποκαλύπτουν μία τεταμένη και διφορούμενη σχέση μεταξύ της αφαίρεσης και του κοινού. Πριν κλείσουμε αυτή τη συζήτηση, θα μπορούσαμε να διαφωτίσουμε αυτή τη αμφιθυμία, κοιτάζοντας  συνοπτικά στην προσέγγιση του Μαρξ στις καπιταλιστικές δυνάμεις αφαίρεσης. Η αφαίρεση είναι ουσιαστική για τη λειτουργία του κεφαλαίου και για την κριτική του. Το σημείο αφετηρίας του Μαρξ στο Κεφάλαιο, στην πραγματικότητα, είναι η ανάλυσή του για την αφηρημένη εργασία ως την αποφασιστική θεμελίωση της ανταλλακτικής αξίας  των εμπορευμάτων. Η εργασία στην καπιταλιστική κοινωνία, εξηγεί ο Μαρξ, πρέπει να αφαιρείται από τη συγκεκριμένη εργασία του ράφτη, του υδραυλικού, του μηχανικού  για να θεωρείται εργασία γενικώς, χωρίς αναφορές στην συγκεκριμένη εφαρμογή της. Αυτή η αφηρημένη εργασία παγωμένη στα εμπορεύματα είναι η κοινή ουσία που όλοι μοιράζονται, η οποία επιτρέπει οι αξίες να είναι παγκοσμίως ισόμετρες, και επιτρέπει τελικά στο χρήμα να λειτουργεί ως το γενικό ισοδύναμο. Πάρα πολλοί αναγνώστες του Μαρξ, πρόθυμοι να διακρίνουν τις πολιτικές συντεταγμένες από τις ανοιχτές σελίδες του κειμένου, αντιστοιχούν αυτές τις διακρίσεις σε πολιτικές θέσεις: για συγκεκριμένη εργασία ενάντια σε αφηρημένη εργασία, για αξία χρήσης και ενάντια σε ανταλλακτική αξία. Ο Μαρξ βλέπει την αφαίρεση, ωστόσο, με αμφιθυμία. Ναι, η αφηρημένη εργασία και το σύστημα ανταλλαγών είναι μηχανισμοί απόσπασης υπεραξίας και διατήρησης του καπιταλιστικού ελέγχου, αλλά η έννοια της αφηρημένης εργασίας –αναπαριστώντας τι είναι κοινό στην εργασία σε διαφορετικές απασχολήσεις– είναι ότι κάνει δυνατόν να σκεφτεί η εργατική τάξη. Χωρίς αφηρημένη εργασία δεν υπάρχει εργατική τάξη. Αυτό είναι ένα ακόμα παράδειγμα των τρόπων με τους οποίους το κεφάλαιο, επιδιώκοντας  τα συμφέροντά του και εγγυώμενο τις ουσιαστικές λειτουργίες του, δημιουργεί τα εργαλεία να αντισταθούμε και τελικά να ξεπεράσουμε τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.  Η καπιταλιστική αφαίρεση πάντα στηρίζεται στο κοινό και δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς αυτό, αλλά μπορεί αντίθετα μόνο να προσπαθεί συνεχώς να το περιπλέξει. Εξ ου  και η αμφιθυμία της αφαίρεσης.

Φθορά  και  Έξοδος

Κάθε κοινωνικός θεσμός στηρίζεται  στο κοινό και καθορίζεται, στην πραγματικότητα, από το κοινό που τον αξιοποιεί, διευθετεί και δημιουργεί. Οι κοινωνικοί θεσμοί συνεπώς είναι οι ουσιαστικοί πόροι για το σχέδιο της εξόδου. Αλλά θα πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν είναι όλες οι μορφές του κοινού επωφελείς. Όπως, στην γλώσσα των οικονομολόγων, μερικές εξωτερικότητες είναι θετικές και άλλες αρνητικές, μερικές μορφές του κοινού αυξάνουν τις δυνάμεις μας να σκεφτόμαστε και να δρούμε μαζί, όπως θα έλεγε ο Σπινόζα, και άλλες τις μειώνουν. Επωφελείς μορφές είναι οι κινητήρες της γέννησης, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι επιβλαβείς μορφές διασπείρουν τη διαφθορά, μπλοκάροντας  τα δίκτυα των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων και μειώνοντας τις δυνάμεις της κοινωνικής παραγωγής. Συνεπώς η έξοδος απαιτεί μία διαδικασία επιλογής, μεγιστοποιώντας τις επωφελείς μορφές του κοινού και  ελαχιστοποιώντας τις επιβλαβείς, αγωνιζόμενοι, με άλλα  λόγια, ενάντια στη διαφθορά. Σίγουρα το κεφάλαιο συνιστά μία μορφή φθοράς του κοινού, όπως έχουμε δει, μέσω των μηχανισμών τού ελέγχου και απαλλοτρίωσης, τεμαχίζοντας και ιδιωτικοποιώντας το κοινό, αλλά σχετικά ανεξάρτητες μορφές της φθοράς του κοινού βρίσκονται επίσης στους κυρίαρχους κοινωνικούς θεσμούς.

Οι τρεις πιο σημαντικοί κοινωνικοί θεσμοί της καπιταλιστικής κοινωνίας στους οποίους το κοινό εμφανίζεται σε διεφθαρμένη μορφή είναι η οικογένεια, η εταιρεία και το έθνος. Και οι τρεις θεσμοί κινητοποιούν και παρέχουν πρόσβαση στο κοινό, αλλά την ίδια στιγμή το περιορίζουν, το διαστρεβλώνουν και το παραμορφώνουν. Αυτοί οι θεσμοί αποτελούν τα κοινωνικά εδάφη στα οποία το πλήθος θα πρέπει να εργαστεί σε μία διαδικασία επιλογής, διαχωρίζοντας τις επωφελείς, δημιουργικές μορφές του κοινού από τις επιβλαβείς και διεφθαρμένες.

Η οικογένεια είναι ίσως ο κύριος  θεσμός στη σύγχρονη κοινωνία για την κινητοποίηση του κοινού. Για αρκετούς ανθρώπους, πραγματικά, η οικογένεια είναι το κύριο αν όχι το αποκλειστικό μέρος για συλλογική κοινωνική εμπειρία, συνεργατικές συμφωνίες εργασίας, φροντίδας και οικειότητας. Στέκεται στα θεμέλια του κοινού αλλά την ίδια στιγμή τα διαφθείρει, επιβάλλοντας μία σειρά από ιεραρχίες, περιορισμούς, αποκλεισμούς και διαστρεβλώσεις. Πρώτον, η οικογένεια είναι ένας μηχανισμός  έμφυλης κανονικότητας που συνεχώς αλέθει και συνθλίβει το κοινό. Η πατριαρχική δομή της οικογενειακής αρχής ποικίλλει σε διαφορετικούς πολιτισμούς αλλά διατηρεί τη γενική της μορφή, ο φυλετικός  καταμερισμός της εργασίας εντός της οικογένειας, αν και συχνά κατακρίνεται,  είναι εξαιρετικά ανθεκτικός, και το ετεροφυλικό μοντέλο υπαγορευμένο από την οικογένεια ποικίλλει εξαιρετικά πολύ λίγο σε όλο τον κόσμο. Η οικογένεια διαφθείρει το κοινό επιβάλλοντας  εμφυλες ιεραρχίες (gender hierarchies) και ενισχύει τις έμφυλες νόρμες και κανονικότητες, έτσι ώστε κάθε προσπάθεια εναλλακτικής πρακτικής ή έκφρασης εναλλακτικών σεξουαλικών επιθυμιών ανελλιπώς διακόπτονται και τιμωρούνται.

Δεύτερον, οι λειτουργίες της οικογένειας στο κοινωνικό φαντασιακό ως το μόνο παράδειγμα σχέσεων οικειότητας και αλληλεγγύης, επισκιάζουν και σφετερίζονται άλλες δυνατές μορφές. Οι διαγενειακές σχέσεις αναπόφευκτα παίρνουν τη μορφή του μοντέλου γονιός – παιδί (όπως οι δάσκαλοι που ασχολούνται, για παράδειγμα, θα έπρεπε να είναι προς τους μαθητές τους σαν του γονείς) και οι ενδογενειακές (samegeneration) φιλίες θέτονται ως αδελφικές σχέσεις (με μία ζώνη από αδελφούς  και  αδελφές σε αδελφότητες). Όλες οι εναλλακτικές δομές συγγένειας, βασιζόμενες σε σεξουαλικές σχέσεις ή όχι, είτε απαγορεύονται είτε περικλείνονται πίσω υπό τον κανόνα της οικογένειας. Η αποκλειστική φύση του μοντέλου της οικογένειας, που φέρει αναπόφευκτα όλες τις εσωτερικές του ιεραρχίες, πρότυπα των δύο φύλων, και ετεροκανονικότητα είναι μαρτυρία όχι μόνο της παθητικής έλλειψης κοινωνικής φαντασίας να συλλάβει άλλες μορφές οικειότητας και αλληλεγγύης αλλά και της έλλειψης ελευθερίας να δημιουργήσει και να πειραματισθεί με εναλλακτικές κοινωνικές σχέσεις και μη οικογενειακές δομές συγγένειας. (10)

Τρίτον, αν και η οικογένεια προσποιείται ότι  επεκτείνει επιθυμίες και συμφέροντα πέρα από το άτομο προς την κοινωνία, αυτή απελευθερώνει τις πιο ακραίες μορφές ναρκισσισμού και ατομικισμού. Είναι αξιοσημείωτο, πραγματικά, πόσο πολύ πιστεύουν οι άνθρωποι ότι δρώντας για τα συμφέροντα της οικογένειάς τους είναι ένα είδος αλτρουισμού όταν είναι αληθινά ο πιο τυφλός εγωισμός. Όταν οι σχολικές αποφάσεις θέτουν το καλό του παιδιού τους εναντίον των άλλων ή της κοινότητας ως σύνολο, για παράδειγμα, αρκετοί γονείς εκτοξεύουν τα πιο άγρια αντικοινωνικά επιχειρήματα υπό  ένα φωτοστέφανο της αρετής, κάνοντας ότι είναι απαραίτητο στο όνομα του παιδιού τους, συχνά με ένα παράξενο ναρκισσισμό που βλέπει το παιδί ως επέκταση ή  αναπαραγωγή των εαυτών τους. Ο πολιτικός λόγος που δικαιολογεί το ενδιαφέρον για το μέλλον μέσω της λογικής της οικογενειακής συνέχειας – πόσες φορές έχεις ακούσει ότι ορισμένη δημόσια πολιτική είναι απαραίτητη για το καλό των παιδιών σου?- μειώνοντας το κοινό σε ένα είδος σχεδιασμένου ατομικισμού μέσω των απογόνων κάποιου και προδίδει μία εξαιρετική ανικανότητα να αντιληφθεί το μέλλον με ευρύτερους κοινωνικούς όρους. (11)

Τέλος,  η οικογένεια διαφθείρει το κοινό υπηρετώντας σαν ένας κεντρικός θεσμός για την συσσώρευση και μεταβίβαση της ιδιωτικής περιουσίας. Η συσσώρευση ιδιωτικής περιουσίας θα  διακόπτονταν σε κάθε γενιά, αν δεν ήταν η νομική μορφή της κληρονομιάς βασισμένη στην οικογένεια. Κάτω λοιπόν η οικογένεια! – όχι, φυσικά, με σκοπό να γίνουμε πιο απομονωμένα άτομα, αλλά αντιθέτως για να πραγματοποιηθεί η ίση και ελεύθερη συμμετοχή στο κοινό που η οικογένεια υπόσχεται και συνεχώς αρνείται και παραποιεί.

Η εταιρεία είναι μία άλλη μορφή στην οποία το κοινό και παράγεται και διαφθείρεται μαζί. Η καπιταλιστική παραγωγή, γενικώς, είναι μία τεράστια μηχανή για την ανάπτυξη των κοινών δικτύων κοινωνικής συνεργασίας και αιχμαλώτισης των αποτελεσμάτων τους ως ιδιωτική συσσώρευση. Για αρκετούς εργάτες, φυσικά, ο χώρος εργασίας είναι το μοναδικό μέρος έξω από την οικογένεια όπου έχουν εμπειρία συνεργασίας με άλλους και συλλογικά σχέδια, το μόνο μέρος από όπου δραπετεύουν από τον ατομικισμό και την απομόνωση της σύγχρονης κοινωνίας. Παράγοντας μαζί με ένα προγραμματισμένο τρόπο υποκινείται η ζωντάνια (“animal spirit”), όπως λέει ο Μαρξ, και συνεπώς παράγει σε ένα χώρο εργασίας ανταμοιβές και απολαύσεις  κοινωνικότητας και παραγωγικής ανταλλαγής. Προβλέψιμα, οι εταιρείες  ενθαρρύνουν τους εργάτες να αποδώσουν τη διέγερση και την ικανοποίηση που βιώνουν στη δουλειά στην ίδια την εταιρεία, με επακόλουθα συναισθήματα αφοσίωσης και πίστης. Ότι είναι καλό για την εταιρεία, το ιδεολογικό ρεφραίν  πηγαίνει, είναι καλό για όλους μας. Είναι αλήθεια, και δεν θα μπορούσε κανείς να αρνηθεί το γεγονός, ότι η εργασία στην καπιταλιστική κοινωνία  προσλαμβάνει το κοινό και παρέχει ένα χώρο για κοινωνική και παραγωγική συνεργασία – σε ποικίλους βαθμούς, και φυσικά, συχνά πολύ λιγότερο στα κατώτερα επίπεδα του εργατικού δυναμικού. Όμως, όπως ήδη έχουμε εξηγήσει σε μάκρος, το κοινό που προσλαμβάνεται και γεννιέται στην παραγωγή δεν απαλλοτριώνεται μόνο αλλά επίσης δεσμεύεται και διαφθείρεται μέσω της επιβολής ιεραρχίας και ελέγχου του κεφαλαίου. Αντίθετα αυτό που θα έπρεπε να προσθέσουμε εδώ είναι ότι η εταιρεία είναι αξιοσημείωτα παρόμοια με την οικογένεια σε ορισμένους τρόπους που παράγει και παραποιεί το κοινό. Οι δύο θεσμοί μπορούν εύκολα να εμφανίζονται ως οάσεις κοινού στην έρημο της σύγχρονης κοινωνίας. Αν και στην εργασία όπως και στην οικογένεια, οι σχέσεις συνεργασίας υπόκεινται σε αυστηρές εσωτερικές ιεραρχίες και εξωτερικούς περιορισμούς. Σαν αποτέλεσμα, πολλοί από αυτούς που προσπαθούν να το σκάσουν από τις φρίκες της οικογένειας τρέχουν στην αγκαλιά της εταιρείας που τους καλωσορίζει, και αντίστροφα, άλλοι που το σκάνε από την εταιρεία, ψάχνουν καταφύγιο στην οικογένεια. Η πολυσυζητημένη «ισορροπία» μεταξύ εργασίας και οικογένειας είναι πραγματικά μία επιλογή μεταξύ του λιγότερου κακού, μεταξύ δύο διεφθαρμένων μορφών του κοινού, αλλά που για τόσο πολλούς στις κοινωνίες μας είναι οι μοναδικοί κοινωνικοί χώροι που παρέχουν πρόσβαση, οπωσδήποτε διαστρεβλωμένη, στο κοινό. (12)

Τέλος,  το  έθνος επίσης είναι ένας κοινωνικός θεσμός, στο οποίο το κοινό και αναπτύσσεται και διαφθείρεται. Πολλοί σίγουρα έχουν την εμπειρία να ανήκουν σε ένα έθνος ως ένα πεδίο του κοινού, το οποίο δεσμεύει συλλογικές πολιτιστικές, κοινωνικές και πολιτικές εκφράσεις του πληθυσμού. Το αίτημα του έθνους ως το κεντρικό πεδίο της κοινωνικής ζωής ενισχύεται σε καιρούς κρίσης και πολέμου, όταν ο πληθυσμός καλείτε να βάλει στην άκρη διαφορές για το συμφέρον της εθνικής ενότητας. Περισσότερο από μια ιστορία  που μοιράζεται ή ένα σύνολο γλωσσικών και πολιτιστικών παραδόσεων, το έθνος είναι σύμφωνα με την διατύπωση του Benedict Anderson, μία φαντασιακή κοινότητα, η οποία λέγοντάς το διαφορετικά είναι μία ανάπτυξη του κοινού. Όμως, τι θλιβερή ένδειξη της αξιοθρήνητης θέσης των εναλλακτικών  μας λύσεων ότι το έθνος γίνεται η μόνη νοητή κοινότητα, το μόνο σχήμα για την έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης  και της  απόδρασης από τον ατομικισμό.  Πόσο παθητικό είναι όταν η πολιτική μπορεί να διεξάγεται μόνο στο όνομα του έθνους! Φυσικά, στο έθνος επίσης, όπως και στην οικογένεια και στην εταιρεία, το κοινό υποτάσσεται σε σοβαρά περιοριστικές λειτουργίες: το έθνος καθορίζεται εσωτερικά και εξωτερικά από ιεραρχίες και αποκλεισμούς. Το έθνος αναπόφευκτα λειτουργεί  μέσω της κατασκευής και της επιβολής του «λαού», μίας εθνικής ταυτότητας που αποκλείει ή υποτάσσει όλους αυτούς που είναι διαφορετικοί. Είναι αλήθεια ότι το έθνος και ο λαός του, μαζί με τους κεντρομόλους μηχανισμούς τους που ενοποιεί το κοινωνικό πεδίο, έχουν σε ορισμένες περιπτώσεις, ειδικά σε αντιαποικιακούς και αντιιμπεριαλιστικούς αγώνες, λειτουργήσει σαν μέρος απελευθερωτικών σχεδίων, αλλά έστω και τότε το έθνος και η εθνική συνείδηση εμφανίζονται σαν «παγίδες», όπως ισχυρίζεται ο Frantz Fanon, που μπορεί να αναγνωρισθούν πλήρως μόνο όταν το παραλήρημα της μάχης ξεθυμάνει. Τα καλέσματα για θυσία για δόξα και ενότητα του έθνους και του λαού πάντα έχουν ένα φασιστικό κουδούνισμα στα αυτιά μας, αφού τα έχουμε ακούσει πολύ συχνά, σε κυρίαρχες και ομοίως σε υποταγμένες χώρες, όπως το επαναλαμβανόμενο ρεφραίν των εξουσιαστικών, ολοκληρωτικών και μιλιταριστικών περιπετειών. Αυτές είναι απλώς ορισμένες από τις αλλοιώσεις του κοινού που υποφέρει στα χέρια του έθνους. (13)

Παρόλο την αποστροφή που μας εμπνέουν, θα έπρεπε να θυμόμαστε  ότι, η οικογένεια, η εταιρεία και το έθνος, δεσμεύουν και κινητοποιούν το κοινό, έστω και με παραποιημένες μορφές, και έτσι παρέχουν σημαντικές πηγές - πόρους για την έξοδο του πλήθους. Όλοι αυτοί οι θεσμοί παρουσιάζουν δίκτυα παραγωγικής συνεργασίας, πηγές πλούτου που είναι ανοικτά προσπελάσιμος και κυκλώματα επικοινωνίας που συγχρόνως ακονίζουν την επιθυμία για το κοινό και ταυτόχρονα την ματαιώνουν.

Το πλήθος πρέπει να το σκάσει από την οικογένεια, την εταιρεία και το έθνος, αλλά την ίδια στιγμή να χτίσει πάνω στις υποσχέσεις του κοινού που κινητοποιούν. Ας κρατήσουμε κατά νου ότι το άνοιγμα και η επέκταση της πρόσβασης  στο κοινό στα πλαίσια την βιοπολιτικής παραγωγής σημαίνει κατάληψη του ελέγχου των μέσων παραγωγής  και αναπαραγωγής, που είναι η βάση για τη διαδικασία της αφαίρεσης από τον καπιταλισμό και  της οικοδόμησης της αυτονομίας του πλήθους, και ότι αυτό το σχέδιο της εξόδου είναι το κύριο σχήμα του ταξικού αγώνα σήμερα.

Οι αναγνώστες μας που έχουν μαχητική διάθεση ενδεχομένως να είναι απρόθυμοι να δεχτούν μία αντίληψη του ταξικού αγώνα ως εξόδου, διότι θα θεωρήσουν ότι δεν περιέχεται αρκετή πάλη-μάχη εντός της εξόδου. Να μην ανησυχούν. Ο Μωυσής έμαθε πολύ πριν ότι αυτοί στην εξουσία δεν θα μας αφήσουν να φύγουμε απλά χωρίς μάχη. Και το πιο σημαντικό, έξοδος δεν σημαίνει  να φύγεις ως μία γυμνή ζωή, ξυπόλητος και άφραγκος.  Όχι, χρειάζεται  να πάρουμε ότι είναι δικό μας, το οποίο σημαίνει επανοικειοποίηση του κοινού (reappropriating the common) – τα αποτελέσματα της παρελθούσης εργασίας μας και τα μέσα της αυτόνομης παραγωγής και αναπαραγωγής του μέλλοντός μας. Αυτό είναι το πεδίο της μάχης.

 

1. Ο Fredric Jameson  παρέχει μία άριστη ανάλυση του προβλήματος της γαιοπροσόδου στα πλαίσια της αρχιτεκτονικής και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου στο  “Brick and the Ballon Architecture, Idealism, and Land Speculation," στο The Cultural Turn: Selected Writings on the Postmodern, 1983-1998 (LondomVerso, 1998), pp. 162-190.

2. Βλέπε ως ένα παράδειγμα από μία τεράστια βιβλιογραφία  Edward Glaeser, "Market and Policy Failure in Urban Economics," στο  Chile: Political Economy of Urban Development, ed. Glaeser and John R . Meyer (Cambridge, Mass.: HarvardSchool o f Government, 2002), pp. 13—26.

3. Βλέπε  Antonio Negri and Carlo Vercellone, "Le rapport capital / travail dans le capitalisme cognitif," Multitudes, no. 32 (March 2008), 39-50.

4. Στο κοινό στο αστικό χώρο βλέπε  Henri Lefebvre, Critique of Everyday Life, 3 vols., trans.John Moore (LondomVerso, 1991

5. Βλέπε Georg Simmel, "The Metropolis and Mental Life," στο  The Sociology of Georg Simmel, ed. Kurt Wolff (Glencoe, 111.: Free Press, 1950), pp. 409- 424.

6. Για μία άριστη ανάλυση του χρήματος ως ισοδύναμου, του χρήματος ως μέσου κυκλοφορίας και του χρήματος ως κεφαλαίου βλέπε Michel Aglietta, Macroeconomie financiere (Paris: La decouverte, 2002) ΄και Aglietta και Andre Orlean, La monnaie: Entre violence et confiance (Paris: Odile Jacob, 2002).

7. Βλέπε Christian Marazzi, E il denaro va.Esodo e rivoluzione dei mercatifinanziari (Turin: Bollati Boringhieri, 1998)΄ και  Capital and Language: From the New Economy to the War Economy, μτφρ. Gregory Conti (NewYork: Semiotext(e),2008).

8. Βλέπε Giovanni Arrighi, The LongTwentieth Century (London:Verso, 1994).

9. Georg Simmel, The Philosophy of Money, 3rd ed., ed. David Frisby, μτφρ. Tom Bottomore και  David Frisby (NewYork: Routledge, 2004), p. 129.

10. Η Judith Butler δημιουργικά διαβάζει το αίτημα  της Αντιγόνης ενάντια στον Κρέοντα ως ένας τρόπος να σκεφθεί την ελευθερία να οικοδομήσει εναλλακτικές δομές συγγένειας έξω από τον κανόνα της ετεροκανονικής οικογένειας,  στο  Antigone's Claim: Kinship between Life and Death (New York: Columbia University Press, 2000). Βλέπε επίσης Valerie Lehr, Queer Family Values (Philadelphia: Temple University Press, 1999).

11. Βλέπε  Lee Edelman, No Future: Queer Theory and the Death Drive (Durham: Duke University Press, 2004).

12. Στους αγώνες των εργαζομένων ζευγαριών στις ΗΠΑ να ισορροπήσουν δουλειά και οικογένεια, βλέπε Arlie Russell Hochschild, The Time Bind: When Work Becomes Home and Home Becomes Work, 2nd ed. (New York: Holt, 2001)΄ και Kathi Weeks, "Hours for What We W i l l : Work, Family, and the Movement for Shorter Hours," Feminist Studies 35, no. 1 (Spring 2009).

13. Pheng Cheah προσφέρει ένα  από τα πιο ανθεκτικά επιχειρήματα υπέρ του έθνους σαν κέντρο σκέψης και πολιτικής και σαν τόπος ελευθερίας , ειδικά σε υποταγμένα μέρη του κόσμου. Βλέπε Spectral Nationality: Passages of Freedom from Kant to Postcolonial Literatures of Liberation (New York: Columbia University Press, 2003) ΄και  Inhuman Conditions: On Cosmopolitanism and Human Rights (Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 2007).


ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης