Το Ισλάμ, οι γυναίκες και η εκκοσμίκευση στο Ιράκ

Το Ιράκ γνώρισε, όπως και οι περισσότερες χώρες της Μέσης Ανατολής, μια συγκεκριμένη διαδικασία εκκοσμίκευσης από το 1958 με την ανάληψη της εξουσίας από τον στρατηγό Κασέμ, ο οποίος ήταν και αυτός που συνέβαλε στο να εκμοντερνιστεί η χώρα, θεσπίζοντας ιδιαίτερα ένα νόμο που παρείχε νέα ατομικά δικαιώματα στις γυναίκες. Πιο συγκεκριμένα, ο νόμος αυτός εξασφάλισε το δικαίωμα στην εκπαίδευση, το διαζύγιο και τη φύλαξη των παιδιών. Το μπααθιστικό κόμμα, που εκείνη την εποχή είχε εξαγγείλει ένα εκκοσμικευτικό και σοσιαλίζον πρόγραμμα, ανεβαίνει στην εξουσία το 1968 έχοντας αναμειχθεί τόσο στην άνοδο όσο και στην πτώση του στρατηγού Κασέμ. Έτσι, το κόμμα παραλαμβάνει μια κοινωνία ήδη σε μεγάλο βαθμό εκκοσμικευμένη και εκμοντερνισμένη και αρχικά ακολουθεί μια πολιτική σύμφωνη με το πρόγραμμά του. Πιο συγκεκριμένα, η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών θεωρητικά εξασφαλίστηκε από το προσωρινό σύνταγμα του 1970, ενώ το δικαίωμα ψήφου παραχωρήθηκε από τον Σαντάμ Χουσεΐν το 1980. Πρέπει επίσης να σημειωθεί πως «ο ιρακινός νόμος πάνω στα ατομικά δικαιώματα» προέβλεπε πως, στις μη προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, ίσχυε η σαρία: για παράδειγμα η πολυγαμία είναι νόμιμη έστω κι αν τείνει να εξαφανιστεί.

Εντούτοις, η εξαγγελθείσα εκκοσμίκευση του μπααθιστικού καθεστώτος, η οποία ήταν και αυτή που του εξασφάλιζε τη συμπάθεια ενός μέρους της διεθνούς αριστεράς, κατέστη τελικά το κεντρικό στοιχείο του μοντέρνου του εθνικισμού. Ιδιαίτερα, με την ανάληψη της εξουσίας και προσωπικά από τον Σαντάμ Χουσεΐν το 1979, η εκκοσμίκευση μετατράπηκε σε ένα από τα εργαλεία του ολοκληρωτισμού του, μιας και το Κόμμα μεταμορφώθηκε σε μια γιγαντιαία μηχανή επιτήρησης του πληθυσμού, απαιτώντας την απουσία οποιασδήποτε άλλης πολιτικής ή θρησκευτικής μορφής δικαιοδοσία –έστω και αν η συμμετοχή κάποιων θρησκευτικών ταγών ευνομούμενων του καθεστώτος επέτρεπαν στο κόμμα να ασκήσει, ιδιαίτερα στον τομέα αυτόν, την εξουσία του. Με τη σύγκρουση Ιράν-Ιράκ από το 1980 και έπειτα, το θρησκευτικό ζήτημα τέθηκε στο προσκήνιο μιας και ο σιισμός αφομοιώθηκε από τον ιρανικό του αντίπαλο.

Πρέπει να υπενθυμίσουμε πως ο σιισμός, που θεωρείται αίρεση από τους σουνίτες μουσουλμάνους, αναπτύχθηκε στο νότιο και κεντρικό Ιράκ κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Μπορεί η άρχουσα τάξη, προσδεμένη στην οθωμανική εξουσία, να είναι παραδοσιακά σουνίτικη, ωστόσο ο σιισμός κατέστη σημείο αναφοράς μιας όλο και μεγαλύτερης μερίδας του πληθυσμού που κατοικεί στις πόλεις και που στο μεγαλύτερό της μέρος αποτελείται από μικροεμπόρους και χειροτέχνες. Έτσι, συγκροτείται αφενός μεν μια νέα κοινότητα, αποδεσμευμένη από κάθε είδους φυλετική δικαιοδοσία, που σπέρματά της βρίσκονται ακόμα στην επαρχία, αφετέρου δε μια μορφή αντίστασης στην κεντρική εξουσία. Μετά και το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, το πάθος για το σιισμό αντικαθίσταται σταδιακά από την προσήλωση στις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος του Ιράκ, το οποίο γίνεται και ένα από τα πιο σημαντικά κομμουνιστικά κόμματα πέραν των «ανατολικών χωρών». Η βάση του όμως δεν είναι εργατική, κατά τρόπο ανάλογο για παράδειγμα με εκείνη της Γαλλίας ή της Ιταλίας την ίδια περίοδο, αλλά στηρίζεται περισσότερο στις λαϊκές τάξεις που κατοικούσαν στις πόλεις: σε μικροαστούς, με την κλασική έννοια του όρου, που θέλγονταν από την ταχεία ανάπτυξη της ΕΣΣΔ σε σχέση με την αγροτική και καθυστερημένη χώρα τους. Αυτοί άλλωστε είναι και οι όροι με τους οποίους οι τάξεις αυτές κατανοούσαν τη χώρα στην οποία ζούσαν, το Ιράκ.

Το μπααθιστικό κόμμα, με το να καταστεί προνομιακός εταίρος της Μόσχας, θα επωφεληθεί της προσδοκίας αυτής και έτσι θα παραγκωνίσει τον κομμουνιστικό του αντίπαλο. Παρόλα αυτά όμως, το μπααθιστικό κόμμα έμμεσα στηρίχτηκε και από τις σουνίτικες φυλές, όπως το έκανε άλλοτε και η Οθωμανική αυτοκρατορία. Η επίσημη ιδεολογία αρνείται κατηγορηματικά το γεγονός αυτό, αλλά οι πιθανότητες να ανέλθει κανείς στην ιεραρχία του μπααθιστικού κόμματος εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το αν ανήκει κανείς σε μια από τις υπό επιρροή φυλές. Για παράδειγμα οι Τακρίτοι, των οποίων μέλος είναι ο Σαντάμ Χουσεΐν, ευνοούνταν ιδιαίτερα. Η θρησκευτική διάσταση δεν είναι το βασικό στοιχείο, αλλά αποτελεί περισσότερο ένα δευτερεύον στοιχείο της φυλετικής κοινότητας, τη στιγμή που το κοινωνικό πεδίο κυριαρχείται από εκκοσμικευμένες, κατά κύριο λόγο, αξίες όπως και κατά τη δεκαετία του 1960 και του 1970. Ωστόσο, όταν το Ιράκ, το 1980, θα έλθει αντιμέτωπο με το ιρανικό καθεστώς στο οποίο εκδηλώνεται ο σιίτικος φονταμενταλισμός, αυτή η απόσταση θα καλυφθεί. Ο Σαντάμ Χουσεΐν ταυτίζει τον «σιίτικο» νότο –ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, μένει απείθαρχος απέναντι στην κεντρική εξουσία– με τον περσικό του αντίπαλο και εξορίζει δεκάδες χιλιάδες άτομα. Ομοίως, αναβαθμίζει την εκτίμησή του στο σιίτικο κλήρο, που ήταν υποτιμημένος μέχρι τότε και θεωρούνταν οπισθοδρομικός και υποκριτής ακόμα και από τους ίδιους τους «σιίτες». Το Ιράν θα επωφεληθεί της κατάστασης αυτής χρηματοδοτώντας τα ευνοϊκά προσκείμενα στην ύπαρξη ενός ισλαμικού καθεστώτος κινήματα της σιίτικης αντίστασης –πράγμα άλλωστε το οποίο έκανε σε μεγάλο βαθμό και σε όλη την περιοχή της Έγγειας και Μέσης Ανατολής.

Πρέπει να σημειωθεί πως ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ αποτέλεσε ένα πρώτο βήμα για την υποβάθμιση της κατάστασης των ιρακινών γυναικών. Όπως, δε, εξηγεί η ιρακινή φεμινίστρια Χουζάν Μαχμούτ: «το Ιράκ, έλεγε ο Σαντάμ, έχει ανάγκη τις γυναίκες στο σπίτι, να ταΐζουν τους συζύγους τους και τα παιδιά τους, να διαχειρίζονται την οικονομία και να μην δαπανούν πολλά, ώστε να βοηθήσουν τη χώρα να εξέλθει [Σ.τ.Μ.: από την κρίση]. Όλα αυτά κατέληξαν στη συνεχή καταπάτηση των δικαιωμάτων των γυναικών. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ του Ιράκ και του Ιράν οι γυναίκες εκπροσωπούσαν πάνω από το 70% των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά με τη λήξη της σύρραξης, το καθεστώς τις έστειλε στα σπίτια τους». Η υποβάθμιση αυτή συνοδεύτηκε από την υιοθέτηση πατριαρχικών αξιών. Ένα από τα θεμελιώδη μέτρα που πάρθηκαν από το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν εναντίων των γυναικών ήταν η επίσημη ανοχή απέναντι στα «εγκλήματα τιμής», δηλαδή το δικαίωμα σε έναν άνδρα να σκοτώσει τη γυναίκα, την αδελφή ή την κόρη του αν την υποπτεύονταν για απιστία, για ανηθικότητα ή αν έπεφτε θύμα βιασμού. Το 1990 ο Σαντάμ εισήγαγε στο νέο ποινικό κώδικα, το άρθρο 111, το οποίο απάλλασσε από οποιαδήποτε ποινή τον άνδρα εκείνο που, προκειμένου να υπερασπίσει την τιμή της οικογένειάς του, σκότωνε μια γυναίκα. Αυτή η πρακτική δεν έχει τίποτα το θρησκευτικό και δε θα μπορούσε να βρει καμία αιτιολόγηση στο ίδιο το Ισλάμ, για τους χριστιανούς δε του Ιράκ κάτι τέτοιο φαίνεται ανήκουστο.

Η μεγάλη στροφή προς τη θρησκεία που θα κάνει ο ιρακινός Μπααθισμός θα γίνει με τον πόλεμο του Κόλπου το 1991, όταν το Ιράκ επιχείρησε να εισβάλει στο Κουβέιτ –σε αντιπερισπασμό των δυνάμεών του στον πόλεμο με το Ιράν–, λίγο πριν εκδιωχθεί από τη γιγαντιαία διεθνή συμμαχία. Το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν φαίνεται πως περνά τις τελευταίες του μέρες. Το Μάρτιο του 1991, εξεγέρσεις ξεσπούν σε διάφορα μέρη της χώρας. Αν όμως στο βορρά, στα βουνά του Κουρδιστάν, η εξέγερση δείχνει να διευθύνεται και να εμψυχώνεται από την αντιεθνικιστική και αντιθρησκευτική άκρα αριστερά, η οποία οργανώνει εργατικά συμβούλια τύπου σοβιέτ, δε γίνεται το ίδιο και στο νότο όπου οι ισλαμιστές γρήγορα επιβάλλονται. Ο Φαλάχ Αλγάν, διευθύνων σήμερα της Ομοσπονδίας των εργατικών συμβουλίων και των συνδικάτων, αναφέρει: «Ήμουν στην Χίλλα, στο νότο της Βαγδάτης. Με καμιά σαρανταριά συντρόφους οργανώσαμε την κατάληψη των κυβερνητικών κτιρίων. Γρήγορα όμως οι ισλαμιστές κατέφθασαν, με τα σλόγκαν τους υπέρ μιας ισλαμικής δημοκρατίας. Είχαν φτάσει πολύ ενισχυμένοι και δεν μπορέσαμε να τους σταματήσουμε γιατί δεν ήμασταν αρκετά προετοιμασμένοι για την εξέγερση».

Από την αρχή της εξέγερσης, η επιθετικότητα της συμμαχίας σταμάτησε, δίνοντας στον Σαντάμ Χουσεΐν όλη την ευχέρεια να οργανώσει την καταστολή της. Ο Σαντάμ ανακίνησε τη θρησκευτική απειλή, λέγοντας στους σουνίτες πως αν οι σιίτες πάρουν την εξουσία τότε θα τους σφαγιάσουν. Ήδη, τους μήνες που προηγήθηκαν των βομβαρδισμών, ο Σαντάμ πρόβαρε το ένδυμα του θρησκευτικού ταγού, προκειμένου να αντικαταστήσει τον ετοιμοθάνατο αραβικό εθνικισμό. Έτσι, αύξησε τις αναφορές στο Ισλάμ, προσθέτοντας γρήγορα ένα μουσουλμανικό μανδύα: «Ο Θεός είναι μεγάλος και ο Μωάμεθ είναι ο προφήτης του», και όλα αυτά υπό την εθνική σημαία. Ο ύστερος μπααθισμός του 1991-2003 θα πάρει λοιπόν σταδιακά τη μορφή ενός σουνίτικου ισλαμοεθνικισμού, παρά τη μικρή αξιοπιστία του Σαντάμ Χουσεΐν στο ρόλο του ως ευσεβή πιστού. Η θρησκεία, αντί να απωθηθεί, ενσωματώθηκε στην ολοκληρωτική ιδεολογία του μπααθιστικού καθεστώτος, ενώ το βάρος του ρόλου της φυλής Τακρίτη αυξήθηκε τόσο μέσα στο Κόμμα όσο και στους κόλπους του στρατού. Αυτή η θρησκευτική στροφή συνοδεύεται επίσης και από μια εξύμνηση των φυλετικών χαρισμάτων: οι φυλές μετατρέπονται σε νόμιμες οντότητες, οι σίκ [Σ.τ.Μ.: αρχηγοί της φυλής] βλέπουν να επιβεβαιώνεται η τοπική τους εξουσία και δημιουργούνται φυλές, λίγο έως πολύ φανταστικές, σε μέρη όπου αυτές είχαν εξαφανιστεί.

Ενόσω οι ειδικοί του αμερικανικού στρατού ετοιμάζουν την εισβολή στο Ιράκ με σκοπό να ολοκληρώσουν το έργο που είχε ξεκινήσει το 1991, ο τρόπος ανάλυσης της ιρακινής κοινωνίας που κάνουν είναι, κατά βάση, ο ίδιος με εκείνον που ο Σαντάμ Χουσεΐν τους προτείνει. Έτσι, έρχονται σε επαφή με την ιρακινή αντίσταση που βρίσκεται στην εξορία ευνοώντας, εκτός από τους συμμάχους τους, τους εθνικιστές Κούρδους και κάποιους μπααθιστές ηγέτες που είχαν υποπέσει σε δυσμένεια καθώς και τις ισλαμιστικές οργανώσεις, εκ των οποίων μεγάλος αριθμός εδρεύει, κατά ειρωνικό τρόπο, στο Ιράν –όπως, πιο συγκεκριμένα, η οργάνωση Dawa και η ένοπλή της πτέρυγα, ή το ανώτατο Συμβούλιο της ισλαμικής επανάστασης στο Ιράκ. Ακόμα και το άλλοτε ισχυρό κομμουνιστικό Κόμμα του Ιράκ, που ανέκαθεν αποτελούσε φορέα εκκομικευτικών αξιών, είναι υποχρεωμένο τώρα, προκειμένου να διαπραγματευτεί την αδύνατη συμμαχία του με τις ΗΠΑ που θα του ανοίξει τις πόρτες για συμμετοχή στη διακυβέρνηση, να βάλει στο παιχνίδι και τα στηρίγματα που έχει στη «σιίτικη» ζώνη της ενδοχώρας. Μην μπορώντας να αξιολογήσουν την πραγματική αντιπροσωπευτικότητα των οργανώσεων πάνω στις οποίες στηρίζονται –πράγμα δύσκολο στο ολοκληρωτικό Ιράκ–, οι αμερικάνοι ειδικοί περιορίστηκαν στο να ασχοληθούν μόνο με τις οργανώσεις που μιλούσαν εν ονόματι διαφορετικών κοινοτήτων που να ταυτίζονταν με τον τρόπο ανάλυσής τους. Με τον τρόπο αυτό, εδραίωσαν την οπτική μιας ιρακινής κοινωνίας χωρισμένης σε έθνη, σε φυλές, σε θρησκείες, η οποία συγκροτήθηκε από τον αντίπαλο –και παλιό σύμμαχό τους– κατά τα τριάντα χρόνια του στην εξουσία. Αυτή η αντίληψη για το Ιράκ –που βασίζεται στον εθνοτικό και θρησκευτικό διαχωρισμό, Κούρδοι/Άραβες και Σιίτες/Σουνίτες αντίστοιχα χωρίς να συνυπολογίζεται το πλήθος των μειονοτήτων– ήταν και ο ακρογωνιαίος λίθος της αμερικανικής πολιτικής, που αναζήτησε επίμονα ένα είδος ισορροπίας στον καταμερισμό των εξουσιών, κατ’ ανάλογο τρόπο με εκείνον του Λιβάνου. Το δίδυμο των Ιλιάντ Αλάουι –πρώην μπααθιστής που πέρασε κατόπιν στη CIA και φημισμένος «σιίτιης»– και του Γκαζούλ Αλ-Γιαουάρ –επιχειρηματίας στον τομέα της ασφάλειας, αρχηγός φυλής και «σουνίτης»– στις σεβάσμιες θέσεις του πρωθυπουργού και του προέδρου της δημοκρατίας αντίστοιχα είναι αρκετά ενδεικτικό της πολιτικής αυτής.

Αντίθετα με ό,τι γενικά πιστεύεται, το πολιτικό Ισλάμ στο Ιράκ δεν αποτελεί μια ανίκητη αντίσταση εναντίον της αμερικανικής και συμμαχικής κατοχής. Το να πιστεύει κανείς κάτι τέτοιο είναι σα να ξεχνά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των εμπλεκόμενων κομμάτων, πριν τους βομβαρδισμούς του Μαρτίου του 2003, είναι ισλαμική. Μια μερίδα του νεοσύστατου ιρακινού στρατού, που εκπαιδεύεται από αμερικανούς, αναδύθηκε στην πραγματικότητα από το Ιράν, όταν το ανώτατο Συμβούλιο της ισλαμικής επανάστασης στο Ιράκ διέθεσε 6.000 μάχιμους. Το συμβούλιο της προσωρινής κυβέρνησης που ιδρύθηκε από την στρατιωτική συμμαχία πρότεινε το Φεβρουάριο του 2004 να αντικατασταθεί ο κώδικας των ατομικών δικαιωμάτων, στον οποίο προαναφερθήκαμε, από τις ρυθμίσεις της ισλαμικής σαρίας. Ενάντια σε αυτό το σχέδιο κινητοποιήθηκε μια συμμαχία από 85 γυναικείες οργανώσεις, οι οποίες οργάνωσαν, παρά τους σημαντικούς κινδύνους που κάτι τέτοιο περιλάμβανε, meetings και διαδηλώσεις. Η Γιανάρ Μοχάμεντ, εκπρόσωπος της Οργάνωσης για την Ελευθερία των Γυναικών του Ιράκ συνοψίζει: «Το Ιράκ ξεμπέρδεψε με τον Σαντάμ Χουσεΐν, πρέπει τώρα να ξεμπερδέψει και από τις ιδέες του». Οι ομάδες όμως που πρόσκεινται στο Ισλάμ ελέγχουν ένα μεγάλο μέρος της χώρας, ιδιαίτερα τα προπύργια του νότου όπως η Βασόρα. Ο αμερικανικός στρατός παρενέβη σε ορισμένες περιπτώσεις, προσπαθώντας να τις σταματήσει, είτε ανακυκλώνοντας ορισμένα στελέχη και αξιωματούχους του μπααθιστικού καθεστώτος με σκοπό να αφοπλίσουν τη «σουνίτικη» αντίσταση, η οποία σε μεγάλο βαθμό πλαισιώνονταν από τις παλιές επίλεκτες δυνάμεις του ιρακινού στρατού, όπως οι διάσημοι Γενταγίν Σαντάμ («αυτοί που θέλουν να πεθάνουν για τον Σαντάμ»)∙ είτε διεξάγοντας σκιώδεις διαπραγματεύσεις με τους «σιίτες» ηγέτες, όπως ο διάσημος Αλ-Σαντρ’, νεαρός φιλόδοξος κληρικός που ονειρεύεται να σφετεριστεί ένα μεγάλο μέρος των καταβαλλόμενων θρησκευτικών δωρεών από τους προσκυνητές των ιερών τόπων του σιιτισμού∙ είτε χρησιμοποιώντας πιο δυναμικά μέσα, όπως στη Φαλούτζα όπου οι απώλειες μεταξύ των πολιτών ήταν πολύ περισσότερες από εκείνες των «τρομοκρατών». Δεν πρέπει όμως να ξεχνάει κανείς πως ο αμερικανικός στρατός παρενέβη αποκλειστικά και μόνο σε πόλεις όπου απειλούνταν άμεσα η εξουσία του. Ποτέ δεν παρενέβη σε πόλεις όπου οι ισλαμιστές έθεταν σε εφαρμογή το πρόγραμμά τους, χωρίς να πολυσκοτίζονται για τις δυνάμεις κατοχής.

Είτε βρίσκονται από την πλευρά της κυβέρνησης, είτε από την πλευρά της αντίστασης, είτε είναι σιίτες είτε σουνίτες, είτε πανισλαμιστές (όπως η Αλ-Κάιντα) είτε ισλαμοεθνικιστές, είτε προσφεύγουν στον ένοπλο αγώνα είτε όχι, όλα τα διαφορετικά ρεύματα του πολιτικού Ισλάμ συμφωνούν σε ένα απλό πράγμα: το Ιράκ πρέπει να γίνει ένα ισλαμικό κράτος και οι γυναίκες να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Σε κοινωνικό επίπεδο οι αντιλήψεις του είναι εντελώς αρχαϊκές, αν και με κάποιες εξαιρέσεις, ριζικά αντίθετες με κάθε αντίληψη περί πάλης των τάξεων ή ύπαρξης οποιουδήποτε είδους συνδικαλιστικής οργάνωσης. Η εφημερίδα του Aλ-Σαντρ’ ποτέ δεν απαγορεύτηκε όσο έκανε λόγο για θανάτωση των συνδικαλιστικών ηγετών, παρά μόνο όταν αντιτάχθηκε ανοιχτά στις ΗΠΑ. Το να βασιστεί κανείς στη λαϊκή βάση –με την ευρεία έννοια που μπορεί να έχει ο όρος σε μια χώρα με τις κοινωνικές δομές του Ιράκ– για τη στρατολόγηση των ισλαμιστών θα ήταν μια μεγάλη αυταπάτη, στο βαθμό που το πρόγραμμά τους είναι εξολοκλήρου και ξεκάθαρα αντιδραστικό, κατ’ ανάλογο τρόπο με εκείνο των παλιών φασιστικών οργανώσεων.

Οι εκλογές που διεξήχθησαν στο τέλος του Ιανουαρίου του 2005, υπό συνθήκες που καταγγέλθηκαν ακόμα και από τους πιο ένθερμους οπαδούς της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ανέδειξαν με σαφήνεια πως ο κίνδυνος της μετατροπής του Ιράκ σε ισλαμικό καθεστώς δε συνδέονταν μόνο με την «αντίσταση», αλλά πριν από όλα με τις κυβερνητικές δυνάμεις που εγκαθιδρύθηκαν από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Χωρίς, αφενός μεν, να υποτιμούμε τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει η κυριάρχηση του ένοπλου αγώνα –ο οποίος για την ώρα έχει στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερους πολίτες από ότι στρατιώτες και στον οποίο ορισμένες οργανώσεις θεωρούν νόμιμο να αποκεφαλίζονται ένοχες γυναίκες που ασκούν το επάγγελμά τους ή μετανάστες εργάτες ένοχοι για το ότι διέφυγαν από τη μιζέρια της χώρα τους– δεν πρέπει, αφετέρου δε, να αυταπατόμαστε και σχετικά με τις αμερικανικές προθέσεις του αγώνα εναντίον του ισλαμισμού. Ο Σαντάμ Χουσεΐν διαμόρφωσε τη χώρα του επιτείνοντας συστηματικά τις εσωτερικές διαιρέσεις: αφύπνισε τις εθνοτικές και θρησκευτικές διαιρέσεις που η οικονομική ανάπτυξη δεν κατάφερε να αμβλύνει. Κατάφερε δε να αποτυπώσει την αντίληψη αυτή και στο μυαλό των αντιπάλων του. Δεν κατάφερε παρόλα αυτά να εξαλείψει την κριτική ικανότητα των κατοίκων του Ιράκ. Οι γυναικείες οργανώσεις, τα συνδικάτα στα οποία αναφερθήκαμε στο άρθρο αυτό, οι οργανώσεις γειτονιάς που παίρνουν στα χέρια τους τη κοινωνική ζωή στα προλεταριακά προάστια των μεγαλουπόλεων δείχνουν πως υπάρχει ακόμα ένα δυναμικό αυτονομίας και αγώνα ικανό να προτείνει ένα μέλλον διαφορετικό.

19 Μαϊου 2005

http://www.solidariteirak.org