Ο αριθμός του συλλογικού θηρίου. Επί της ουσίας της αξίας στην εποχή των θεσμών κατάταξης και αξιολόγησης.

Ο αριθμός του συλλογικού θηρίου. Επί της ουσίας της αξίας στην εποχή των θεσμών κατάταξης και αξιολόγησης.

Το πεδίο της αξίας και το συλλογικό θηρίο.

1. Η δικέφαλη αντίληψη της αξίας στον Μαρξ. Ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι στον Μαρξ (1867) βρίσκουμε μία δικέφαλη αντίληψη της αξίας. Στο ενδιαφέρων του βιβλίο More Heat than Light, για παράδειγμα, ο Mirowski (1989) καταδεικνύει πως ο Μαρξ άντλησε από δύο κοινά πρότυπα της επιστήμης της εποχής του για να περιγράψει το μυστήριο της γέννησης της αξίας.  Στον Μαρξ, θα εμφανίζονταν – ας πούμε- ένα μέτρο θερμοδυναμικής της αξίας  και ένα μέτρο βαρύτητας της αξίας, ένα μέτρο εμπνεόμενο από τον Carnot και ένα μέτρο εμπνεόμενο από το Νεύτωνα, ένα μετρικό και ένα τοπολογικό , το ένα βασισμένο στην ιπποδύναμη και το άλλο στο πεδίο των δυνάμεων, ένα βασισμένο στο χρόνο εργασίας και το άλλο στην κοινωνικά αναγκαία εργασία, ένα περισσότερο ουσιαστικό και ένα περισσότερο σχεσιακό. Ξεκάθαρα κανένα από τα δύο πρότυπα δεν ταιριάζει τέλεια στο χρώμα της ζωντανής εργασίας: το θέμα συζητιέται ακόμα και σήμερα και εξακολουθούμε να αγωνιζόμαστε με αυτό σαν να είμαστε μέσα σε ένα ζουρλομανδύα. Πώς να μετρηθεί η οικονομική αξία και ειδικότερα η υπεραξία? Δεν υπάρχει εύκολη συναίνεση στην απάντηση αυτού του κρίσιμου ερωτήματος. Ενδιαφέρουσα, η καινοτόμα ρήξη που αντιπροσωπεύεται από την Φουκωϊκή βιοπολιτική ήταν, σύμφωνα με τον Deleuze (1986), η εισαγωγή της εξουσίας ως ένα πεδίο δυνάμεων, ως μία αφηρημένη κοινωνική μηχανή που αντικατέστησε τα παλαιά πρότυπα εξουσίας και πολιτικής οικονομίας βασισμένα στις βιομηχανικές θερμοδυναμικές μηχανές. Σε μία συνέντευξη με τον Negri, ο Deleuze (1990) σημείωσε μία φορά πως ένα μοντέλο μηχανής είναι την ίδια στιγμή μοντέλο της κοινωνίας:

Κάθε είδος κοινωνίας ανταποκρίνεται σε ένα συγκεκριμένο είδος μηχανής – με απλές μηχανικές μηχανές να ανταποκρίνονται σε ηγεμονικές κοινωνίες, μηχανές θερμοδυναμικής σε πειθαρχικές κοινωνίες , κυβερνητικές μηχανές και υπολογιστές για να ελέγχουν κοινωνίες. Αλλά οι μηχανές δεν εξηγούν τα πάντα, πρέπει να αναλύσεις τα συλλογικά συστήματα  των οποίων οι μηχανές είναι μόνο ένα συστατικό.

Απευθυνόμενος και στα δύο πεδία της θεωρίας των μέσων και στον Μαρξισμό, η βασική μου ερώτηση είναι: ποιο μοντέλο μηχανής εφαρμόζουμε ασυνείδητα στην άποψή μας για την κοινωνία και στην κατανόησή μας της αξίας? Ας επιστρέψουμε στην αμφιθυμία του Μαρξ. Αν και η αμφιθυμία στο Μαρξιανό κείμενο είναι αληθινή, και κάθε ανάγνωση επιστημονικού υπο-κειμένου είναι πάντα συναρπαστική, δεν θα αρχίζαμε να διαβάζουμε πολιτική οικονομία ή να συζητάμε τη φύση της τεχνολογίας ή της αξίας από την προοπτική της σκληρής επιστήμης. Ένα από τα λάθη του Mirowski (και της παρέας των Georgescu-Roegen, πρωτοπόρων της σχολής της αποανάπτυξης ) είναι ότι πιστεύουν πως υπάρχει πάντα ένα επιστημονικό πρότυπο που μυστικά επηρεάζει την οικονομική θεωρία. Γενικά, από τη σκοπιά της πολιτικής μεθόδου, ο Μαρξ δεν πρέπει να διαβαστεί ως μία γραμματική που δογματικά περιγράφει κοινωνικούς αγώνες εκ των υστέρων, αλλά σε αντίθεση να κατανοηθεί πως οι κοινωνικοί αγώνες έχουν διαμορφώσει τις ίδιες τις δικές του αντιλήψεις  του Μαρξ από μέσα.

2. Η Δυτική παράδοση μέτρησης του Όντος. Το πρόβλημα της ουσίας της αξίας είναι επίσης, φιλοσοφικά και πολιτικά, το πρόβλημα της μέτρησής της. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα μαθηματικά και τα οικονομικά υπάρχουν ακριβώς επειδή υπάρχει πάντα κάτι που διαφεύγει της μέτρησης. Η πολιτική οικονομία δεν είναι παρά μία προσπάθεια να εξημερώσει το περίσσευμα , να συμβιβαστεί με την υπεραξία και να τη συλλάβει. Ο καπιταλισμός έχει προσπαθήσει να ελέγξει την ουσία της ζωντανής εργασίας εφαρμόζοντας, σε διαφορετικές εποχές, διαφορετικές επινοήσεις μέτρησης. Αυτές οι μηχανές μέτρησης είναι οι μηχανές του Deleuze και του Guattari, που πάντα ξεχνάμε να παραθέσουμε, ότι είναι οι μηχανές της δεύτερης διαζευκτικής σύνθεσης εγγραφής, ή μηχανές καταγραφής , που κόβουν τη ροή της επιθυμητής παραγωγής και εγγράφουν κωδικούς και αριθμούς για να εξάγουν την υπεραξία της ροής. Ο ίδιος ο Μαρξ λέγεται ότι ανήκει σε αυτή την πολύ Δυτική και Αριστοτελική παράδοση μέτρησης του Όντος για την προσπάθειά του να υπολογίσει επιστημονικά την αξία της υπεραξίας (Hardt and Negri 2000: 355). Αλλά, οι τύποι του Μαρξ δεν είναι τύποι οικονομικής ισορροπίας , αλλά σε αντίθεση τύποι που, πηγαίνοντας πέρα από τη Χεγκελιανή λογική, δείχνουν την εγγενή ασυμμετρία του κεφαλαίου και προσπαθούν να προσδιορίσουν την εσωτερική του κρίση, τη δυσαναλογία του, την κρίση του της μέτρησης, όπως στο διάσημο τύπο του Νόμου της πτωτικής τάσης του κέρδους (Marx 1894). Υπάρχουν σχολές του Μαρξισμού, όπως ο Αυτόνομος Μαρξισμός, που δεν πιστεύουν στην ιδέα του Μαρξ μίας αντικειμενικής κρίσης του κεφαλαίου και  απευθύνονται σε μία υποκειμενική κρίση του κεφαλαίου. Ο ιταλικός εργατισμός, για παράδειγμα, έχει πάντα υπογραμμίσει την αυτονομία της εργασίας εναντίον της αυτονομίας του κεφαλαίου. Ήταν η περίσσεια του κοινωνικού σώματος, η αδυναμία μέτρησης της ζωντανής εργασίας, που θέσανε από κοινού τη βιομηχανική επανάσταση, που δημιούργησε το παγκόσμιο ιστορικό τραύμα της Οκτωβριανής επανάστασης, που έσπρωξε την εξέλιξη του καπιταλισμού προς το μετα-Φορντισμό, την πληροφοριακή επανάσταση και το χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Ότι το κεφάλαιο προσπαθεί να μετρήσει, να παρακολουθήσει και να συλλάβει είναι ακριβώς η συλλογική δύναμη της δημιουργίας αξίας.

2. Το καθεστώς της πολιτικής οικονομίας σε πέντε σύγχρονες σχολές σκέψης. Στο ερώτημα της μέτρησης, και της κρίσης της μέτρησης – για να κάνουμε και λίγα εννοιολογικά ανέκδοτα – θα μπορούσαμε να διαιρέσουμε τις σύγχρονες ερμηνείες της πολιτικής οικονομίας σε πέντε σχολές σκέψεις: τους πουριτανούς, αυτούς που παρακολουθούν το ρολόι, τους αυτόνομους, τους ταλαντευτές, τους επιταχυντές. Οι πουριτανοί είναι αυτοί που δεν μελετούν οικονομία και ειδικά Μαρξιανές οικονομικές έννοιες από το φόβο διάπραξης της αμαρτίας του «οικονομισμού» (Badiou) ή αυτοί που αναγνωρίζουν τους οικονομικούς κλάδους ως  μία απλή μετενσάρκωση της παλιάς Χριστιανικής θεολογίας από της οποίας την καταδίκη κανένας δε φαίνεται να μπορεί να αποδράσει (Agamben). Σε μία υποθετικά «δεξιά πτέρυγα» θα μπορούσαμε να προσμετρήσουμε αυτούς που παρακολουθούν το ρολόι, πιστούς συντρόφους σε ένα υποτιθέμενα εγγενή ορθολογισμό της οικονομίας, ο οποίος υπολογίζει την αξία της υπεραξίας με το ρολόι στο χέρι και μόνο εντός τοίχων εργοστασίου και με αυτό τον τρόπο επίσης υπολογίζουν δικαιώματα και μισθούς εργατών (οι περισσότεροι ορθόδοξοι Μαρξιστές). Από την άλλη πλευρά, από τα ‘60 οι αυτόνομοι αναγνωρίζουν την περίσσεια της ζωντανής εργασίας πέρα από οποιαδήποτε μέτρηση οικονομικού ορθολογισμού, ολόκληρη τη μητρόπολη ως ένα παραγωγικό χώρο και τον αυτοπροσδιορισμό των υποκειμένων πριν από οποιοδήποτε κωδικοποιημένο δικαίωμα (αυτός είναι ο εργατισμός και ο Αυτόνομος Μαρξισμός γενικά). Οι ταλαντευτές είναι αυτοί που, σήμερα περισσότερο από ποτέ, υποστηρίζουν μία νομισματική στροφή στον Μαρξισμό, την ηγεμονία της κυκλοφορίας του χρήματος επί της παραγωγής, τη μείωση της αξίας προς την τιμή και το συνεχιζόμενο κύκλωμα μεταξύ εργασίας και χρημάτων (μερικώς Harvey, χαρτιστές και οι του  κυκλώματος κλπ…) Σε μία υποθετικά «αριστερή πτέρυγα», τελικά, βρίσκουμε τους μεταμοντέρνους επιταχυντές που προβλέπουν το τέλος του καπιταλισμού σε μία υπερτροφική του έκρηξη (Deleuze και Guattari οι ίδιοι σε λίγες παραγράφους, ο καταστροφισμός του Baudrillard, η δρομολογία του Virilio, ορισμένοι συγγραφείς του πρόσφατου περιοδικού Collapse, και επίσης ο ίδιος ο εργατισμός μπορεί να θεωρηθεί εντός της οικογένειας των επιταχυντών για την έννοια του της ανταγωνιστικής τάσης).

4. Gattungswesen: Το συλλογικό θηρίο του Μαρξ αναδύεται ξανά. Μέχρι στιγμής προσπάθησα να συνοψίσω: τα ερωτήματα της αξίας, της μέτρησης και της περίσσειας, αυτά που όλα μαζί συνθέτουν το πρόβλημα της συλλογικής εξουσίας και επηρεάζουν επίσης τον ορισμό του «κοινού». Όπως παρουσιάστηκε στο Commonwealth από τους Hardt και Negri (2009), η έννοια του «κοινού» προέρχεται  από την κρίση της μέτρησης της αξίας του Μαρξ και ακόμα και από το πρόβλημα της μονάδας μίας τέτοιας μέτρησης. Η παραγωγή του κοινωνικού εργοστασίου, η μητρόπολη ως ένας διευρυμένος παραγωγικός χώρος, λέγεται ότι είναι εκτός μέτρησης και Χρόνου και δεν μπορεί να είναι πια η μονάδα μέτρησης μίας τέτοιας παραγωγής (Hardt και Negri 2009: 317). Οι Hardt και Negri τότε επιστρέφουν στην Μαρξιανή ιδέα του κεφαλαίου ως μία συσσώρευση κοινωνικών σχέσεων και αποκαλούν «κοινό» μία τέτοια παραγωγή κοινωνικής σχέσης που ακολούθως αιχμαλωτίζεται από το κεφάλαιο. Στα γραπτά του 1844 ο νέος Μαρξ (1932) εισήγαγε μία παρόμοια (ακόμα αμφιλεγόμενη) ιδέα: Gattungswesen ,ο άνθρωπος ως ένα ειδολογικό-ον. Το ειδολογικό-ον είναι το κύριο χαρακτηριστικό του ανθρώπου για την κοινωνική του φύση ή, αν προτιμάτε, για τη διάστασή του ως πολιτικό ζώο. Όπως ο Nick Dyer‐Witheford (2004) υπενθυμίζει η έννοια Gattungswesen εμφανίζεται στον Μαρξ από την έννοια της αλλοτρίωσης και έχει επικριθεί ότι είναι αρκετά ανθρωπιστική ή φυσιοκρατική (ωστόσο είναι σωστό εδώ ότι ο Μαρξ αναφέρει «η φύση είναι  το ανόργανο σώμα του ανθρώπου»). Σήμερα θα μπορούσαμε να επανεπεξεργαστούμε και να υιοθετήσουμε τη Gattungswesen ως μία έννοια του μετα-ανθρωπισμού, ομόλογης με το πεδίο των δυνάμεων του Φουκώ, με το σώμα-χωρίς-όργανα των Deleuze και Guattari (οι οποίοι επίσης βρήκαν έμπνευση από αυτή την παράγραφο), και  το όλο και πιο μηχανικό του πλήθους. Θα μπορούσαμε να αγκαλιάσουμε τη Gattungswesen ως την έννοια του κοινωνικού τέρατος, ένα τέρας που ακόμα αντιμετωπίζει το μέλλον και δεν αναδύεται από μία ασυνείδητη αρχή της φύσης. Παρομοίως η ιδέα του κοινού προσπαθεί να δείξει το συλλογικό θηρίο στο κέντρο του σύγχρονου καπιταλισμού υπό τη μορφή ενός ειδολογικού-όντος, αλλά ως ένα ειδολογικό-ον που κατασκευάζεται, δεν είναι ακόμα δεδομένο. Συγκεκριμένα συστήματα μέτρησης, ελέγχου και σύλληψης είναι απαραίτητες για να εξημερωθεί ένα τέτοιο θηρίο. Επικαλούμενο το κοινωνικό τέρας, πρέπει να καταλάβουμε πως το κεφάλαιο είναι ικανό να αιχμαλωτίσει ένα τέτοιο δίκτυο σχέσεων, ένα τέτοιο πεδίο δυνάμεων, πως είναι ικανό να επιβάλει σήμερα ένα αριθμό στο συλλογικό θηρίο.

Για μία τοπολογία του πεδίου της αξίας: τα νέα συστήματα κατάταξης και αξιολόγησης.

5. Τοπολογικά μοντέλα του πεδίου της αξίας. Νέα εμπειρικά μοντέλα αξιοποίησης (αυτό είναι άλλο ένα  όνομα για τις μηχανές εγγραφής  των Deleuze και  Guattari ) που πρέπει να εισαχθεί για να καταλάβουμε τις μεταμορφώσεις του κεφαλαίου υπό την πίεση των κοινωνικών δυνάμεων των τελευταίων δεκαετιών. Επίσης ακολουθώντας τους Foucault, Deleuze και  Guattari, προτείνω να περιγράψουμε το πεδίο των οικονομικών δυνάμεων με ένα τοπολογικό και όχι ποσοτικό τρόπο όπως η ορθόδοξη πολιτική οικονομία και οι παρακολουθητές των ρολογιών ακόμα κάνουν. Οι θεσμοί κατάταξης και αξιολόγησης είναι συστήματα που συνηθίζονται για να μετράνε το πεδίο της αξίας, αλλά επίσης και για να ελέγχουν και να συλλαμβάνουν το πεδίο των κοινωνικών σχέσεων που παράγουν αυτή την αληθινή αξία. Προτείνω εδώ τέσσερα παραδείγματα: την οικονομία παραπομπής του πανεπιστημίου, την οικονομία προσοχής του διαδικτύου, την οικονομία κύρους του κόσμου της τέχνης και τη γεωπολιτική επιρροή των διεθνών οίκων αξιολόγησης. Όλα αυτά λειτουργούν ως δίκτυα αξιοποίησης, ως πολυπλόκαμα γιγάντια χταπόδια που βουτάνε στα νερά διαφορετικών ωκεανών. Για λόγους διευκρίνησης προτείνω να διακρίνουμε μεταξύ κατάταξης , που είναι ένα μία μηχανική και αντικειμενική μορφή μέτρησης,  και αξιολόγησης, που είναι μία πολιτική υποκειμενική μορφή μέτρησης, αλλά πραγματικά όλα αυτά τα μοντέλα μπορούν να θεωρηθούν διαφορετικές ενσαρκώσεις του ίδιου μηχανικού διαγράμματος του κοινωνικού πεδίου.

6. Διάκριση μεταξύ «μηχανικής» κατάταξης και «πολιτικής» αξιολόγησης. Με την κατάταξη εννοώ μία θέση σε ένα συγκεκριμένο εύρος σύμφωνα με μία αντικειμενική διαδικασία, μία μέθοδο, ένα αλγόριθμο (όπως συμβαίνει στην αξιολόγηση των ακαδημαϊκών περιοδικών, στα αποτελέσματα της μηχανής αναζήτησης  της Google ή στον υπολογισμό των followers στο Facebook και στο Twitter).  Με τη αξιολόγηση εννοώ τη θέση σε μία κλίμακα σύμφωνα με ένα σύστημα υποκειμενικών εκτιμήσεων, βασισμένη στην αναγνώριση, την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη από άτομα με τα οποία έχει εγκαθιδρυθεί ένα πολύπλοκο δίκτυο σχέσεων (βλέπε τον κόσμο της τέχνης και ειδικά οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, τα οποία προσφέρουν τις αξιολογήσεις τους στους επενδυτές εντός ενός οικοδομήματος καθαρών πολιτικών σχέσεων και τερατωδών συγκρούσεων συμφερόντων). Ορίζουμε το πρώτο διάγραμμα ως μηχανικό επειδή συνεπάγεται  τη χρήση κωδικοποιημένων διαδικασιών, και το δεύτερο διάγραμμα ως πολιτικό επειδή συνεπάγεται την αρχαία πολιτική τέχνη της οικοδόμησης συναίνεσης, εμπιστοσύνης και κοινωνικών συμμαχιών στη βάση άτυπων σχέσεων. Και οι δύο περιπτώσεις στην πραγματικότητα είναι μηχανικά συστήματα, σύμφωνα με τον ορισμό του Deleuze και Guattari, καθώς αναμιγνύουν αυτοματισμούς με κοινωνικές σχέσεις. Παρομοίως στον Μαρξ (1867), όπου η μηχανή πάντα κατέχει τις αφηρημένες σχέσεις του προηγούμενου καταμερισμού εργασίας, ορισμένοι αλγόριθμοι κατάταξης συμβαίνει να είναι επίσημα εγκαθιδρυμένοι πάνω σε προηγούμενες ανεπίσημες δομές αξιολόγησης. (βλέπε επίσης πως ο χάρτης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μεταφράζει και επιταχύνει τις κοινωνικές μας σχέσεις).

7. Η διάκριση μεταξύ κοινωνικών δικτύων και θεσμικών συστημάτων. Αυτό που θέλω να επισημάνω το δυνατόν περισσότερο είναι ολόκληρο το κοινωνικό πεδίο του συλλογικού θηρίου, το οποίο είναι ο επεκτεινόμενος, ρευστός και πολλαπλασιαστικός χώρος της μητρόπολης. Προφανώς, το παγκόσμιο ψηφιακό δίκτυο και τα κοινωνικά του μέσα είναι τα καλύτερα παραδείγματα για να φωτίσουμε το γιγάντιο δίκτυο  παραγωγής και  καταγραφής αξιοποιήσιμων κοινωνικών σχέσεων. Σε μία μικρότερη κλίμακα, αλλά με σημαντική οικονομική επίπτωση, μπορούμε να εισάγουμε την περίπτωση του κόσμου της τέχνης που επίσης βασίζεται σε δίκτυα που είναι ανεπίσημα, ρευστά, μη ιεραρχικά και όχι απαραίτητα θεσμικά. Αυτό το πλέγμα κοινωνικών σχέσεων συνιστά επίσης την ουσία των θεσμών που είναι προφανώς γρανιτώδη:  αν τα πανεπιστήμια και οι οίκοι αξιολόγησης επιδεικνύουν όλη την ακαμψία των θεσμικών ιεραρχιών και πολιτικής εξουσίας, η οντολογική τους συγκρότηση δεν είναι τόσο διαφορετική από αυτή της μητρόπολης: είναι με άλλα λόγια η συμπύκνωση των κοινωνικών σχέσεων.

Μοντέλο 1) Η οικονομία παραπομπής του πανεπιστημίου: ένα παράδειγμα θεσμικής και μηχανικής μεσολάβησης. Ήταν στο Γερμανικό πανεπιστήμιο στα τέλη του 19ου αιώνα όπου ένα σύστημα κατάταξης για τις ακαδημαϊκές εκδόσεις εισήχθη με τον εντοπισμό και υπολογισμό του αριθμού και του πίνακα των βιβλιογραφικών παραπομπών. Περισσότερες παραπομπές, μεγαλύτερη η «ακαδημαϊκή» σημασία ενός δεδομένου κειμένου (αυτό το μοντέλο θα είναι επίσης η έμπνευση του αλγόριθμου  της Google για την κατάταξη των σελίδων). Όπως είναι γνωστό, κάθε πανεπιστημιακός ερευνητής σήμερα είναι ακόμα αιχμαλωτισμένος σε αυτό το σύστημα μέτρησης που καθορίζει την καριέρα του/της και την κλίση του/της στον ανταγωνισμό. Αυτό το σύστημα κατάταξης διασχίζει και διαμορφώνει επίσης τα πανεπιστήμια σε παγκόσμια κλίμακα: μαζί με άλλους δείκτες, επίσης χρησιμοποιείται για να μετρήσουν το «κύρος» τους και την «παγκόσμια αξία» τους. Όπως γνωρίζετε, ειδικά διαβάζοντας τα πρόσφατα Αγγλο-Αμερικανικά χρονικά, ένα τέτοιο δίκτυο αξιοποίησης έχει μία βαθιά επίδραση στο κοινωνικό status ενός δεδομένου πανεπιστημίου, στα δίδακτρά του και συνεπώς άμεσα στο φοιτητικό χρέος. Το φοιτητικό χρέος θα μπορούσε να ορισθεί ως η αντίστροφη γνωστική πυραμίδα της κατάταξης, που αναπαράγει τις κατατμήσεις της και τις ιεραρχίες της όπως ένας καθρέφτης.

Μοντέλο 2). Η οικονομία προσοχής του διαδικτύου: ένα παράδειγμα κοινωνικής και μηχανικής μεσολάβησης. Ο αλγόριθμος της μηχανής αναζήτησης της Google γεννήθηκε εφαρμόζοντας το παλιό Γερμανικό μοντέλο που χρησιμοποιούνταν για να «μετρήσουν» τις ακαδημαϊκές εκδόσεις σε κάθε έγγραφο του web υπερκειμένου. Βασικά ο αλγόριθμος κατάταξης σελίδων της Google αυτόματα υπολογίζει την «αξία» κάθε δικτυακού συνδέσμου και αποφασίζει τη σημασία και ορατότητα ενός δεδομένου εγγράφου ανάλογα από τον αριθμό και την ποιότητα των συνδέσμων που το επισημαίνουν. Ο αλγόριθμος κατάταξης σελίδων της Google μπορεί να ληφθεί ως το πιο εμπειρικό διάγραμμα συσσώρευσης αξίας στον γνωσιακό καπιταλισμό (βλέπε Pasquinelli 2009,2011)και ως ένας συσσωρευτής αυτής της αξιοποιήσιμής πληροφορίας που ήδη ο Alquati (1963) εντόπισε σε εργασία στο κυβερνητικό εργοστάσιο της Olivetti. Γενικότερα, σήμερα το διαδίκτυο τελικά δείχνει ολόκληρη τη διάστασή του της «κοινωνικής παραγωγής» στην οικονομία της προσοχής των κοινωνικών μέσων δικτύωσης όπως το Facebook και το  Twitter, όπου με έναν παρόμοιο τρόπο με τον αλγόριθμο κατάταξης των σελίδων της Google το προσωπικό κύρος υπολογίζετε ακριβώς στη βάση των αριθμών των «likes» και «followers».

Μοντέλο 3). Η οικονομία κύρους του κόσμου της τέχνης: ένα παράδειγμα κοινωνικής και πολιτικής μεσολάβησης. Σε μία πιο προσεκτική εξέταση, η οικονομία προσοχής που το διαδίκτυο κάνει ορατή γεννιέται πάντα στην καρδιά της θεαματικής οικονομίας των μέσων μαζικής επικοινωνίας και ειδικά του κόσμου της τέχνης. Ο κόσμος της τέχνης λειτουργεί σήμερα ως ένα μοναδικό μη αναπαραγώγιμο σημαίνων του οποίου η αξία συσσωρεύεται και μετριέται εντός ενός  σύνθετου  κοινωνικού δικτύου. Σε αυτό το δίκτυο αξιοποίησης γύρω από το έργο τέχνης πολύ κωδικοποιημένοι ρόλοι συνδέονται ο ένας με τον άλλο: δημιουργοί, επιμελητές, κριτικοί, γκαλερίστες, συλλέκτες, εκθέτες, περιοδικά, μουσεία και τελικά το κοινό. Αρκεί να ξεφυλλίσουμε τα βασικά περιοδικά τέχνης για να δούμε πως η σύγχρονη τέχνη είναι μία προσεκτική κοινωνική μηχανική που ενδιαφέρεται περισσότερο για την ευαίσθητη ιεραρχία του ονόματος παραμελώντας τα αισθητικά θέματα. Συγκρινόμενος με τους απαθείς αλγόριθμους των ψηφιακών δικτύων και των άκαμπτων πανεπιστημιακών δεικτών, ο κόσμος της τέχνης, όπως όλος ο θεαματικός κόσμος των εμπορευμάτων, είναι οργανωμένος γύρω από δίνες αξιοποίησης που εμφανίζονται περισσότερο ρευστές και άτυπες.

Μοντέλο 4). Η οικονομία εμπιστοσύνης των οίκων αξιολόγησης: ένα παράδειγμα θεσμικής και πολιτικής μεσολάβησης. Σε ένα γεωπολιτικό επίπεδο οι οίκοι αξιολόγησης φαίνονται μηχανισμοί πολύ παρόμοιοι με αυτούς που έχουμε προσπαθήσει να εξηγήσουμε σε άλλες κλίμακες. Από τα σύγχρονα χρονικά της πρόσφατης κρίσης βλέπουμε τη μοίρα του δημοσίου χρέους να είναι στα χέρια των ιδιωτικών οίκων αξιολόγησης, στην εξοπλισμένη πτέρυγα γιγαντιαίων οικονομικών συμφερόντων, και με αυτό τον τρόπο επηρεάζουν το πεπρωμένο ολόκληρων κρατών. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα πολιτικά και θεσμικά συστήματα που σχεδιάζονται από αυτούς τους οργανισμούς αντιπροσωπεύουν πιο καθαρά το μηχανικό υπόστρωμα της οικονομίας του χρέους, καθώς ο βαθμός εκμετάλλευσης του χρέους εξαρτάται από το βαθμό εμπιστοσύνης που αριθμητικά αποδίδεται σε μία δεδομένη εταιρεία ή κράτος. Επιπλέον είναι η ενίσχυση από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας των ανακοινώσεων αξιολόγησης από αυτούς τους οίκους (AAA, AA, A+, κλπ) και η σχετική μαζική υστερία, που κάνει αυτούς τους οίκους μηχανές πολιτικής και βιοπολιτικής διακυβέρνησης. Αυτοί οι οίκοι είναι ξεκάθαρα ιδιωτικοί  φορείς αλλά η επιρροή τους επιδρά σε όλη τη δημόσια σφαίρα της γλώσσας και των παραστατικών πράξεων: αρκετά αστείο, όταν μπλέκονται σε νομικά προβλήματα και μηνύονται από ορισμένες κυβερνήσεις,  προστατεύουν τις αποφάσεις αξιολόγησης τους με την Πρώτη Τροποποίηση του συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών, περί ελευθερίας του λόγου.

8. (Αφηρημένες) μηχανές πάντα αντικαθιστούν κοινωνικές μηχανές. Αυτές οι μηχανές κατάταξης και αξιολόγησης , ως νέα μορφή βιοπολιτικού ελέγχου και παραγωγής νέων υποκειμενικοτήτων και κοινωνικού ανταγωνισμού, αντικαθιστούν την παραδοσιακή πειθαρχία του χρόνου της Φορντικής βιομηχανικής μητρόπολης. Δεν εννοώ να εισάγω εδώ μία αντίθεση μεταξύ του χρονικού πεδίου του Φορντισμού και του κοινωνικού πεδίου του μετα-Φορντισμού, όντας και οι δύο κλάδοι του ίδιου νόμου αξίας του πλεονάσματος, της ίδιας μηχανικής εξέλιξης. Το παράδειγμα του γνωσιακού καπιταλισμού πρέπει να συγκριθεί με αυτά τα μοντέλα στροβιλώδους συσσώρευσης, μέτρησης και διακυβέρνησης κοινωνικών σχέσεων. Όπως οι μηχανές που περιγράφηκαν από τον Μαρξ στο Κεφάλαιο, αυτά τα συστήματα μέτρησης δεν εφευρίσκουν κάτι νέο, αλλά καταλαμβάνουν και χαρτογραφούν ένα δίκτυο προϋπάρχουσων κοινωνικών σχέσεων και συμπεριφορών. Οι οικονομίες κοινωνικής παραγωγής ξεκάθαρα υπάρχουν μια χαρά πριν από τα συστήματα κατάταξης και αξιολόγησης που έρχονται να τις  υπερ-κωδικοποιήσουν, μετρήσουν , ελέγξουν και να τις συλλάβουν. Επίσης η μηχανή χρέους έρχεται να υπερ-κωδικοποιήσει αυτές τις σχέσεις.

9. Το εργοστάσιο του υπερχρεωμένου ανθρώπου είναι γνωσιακό και μηχανικό. Αυτά τα μοντέλα κατάταξης και αξιολόγησης είναι τα ίδια που περιγράφουν, σε μία αντίστροφη τάση, τα δίκτυα χρέους του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και κρατάνε ζωντανά τα συστήματα υποκειμενοποίησης και ανταγωνισμού του νεοφιλελευθερισμού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο βαθμός εμπιστοσύνης  που μετριέται και σχεδιάζεται από τους οίκους αξιολόγησης τρέχει πολιτικά καθρεφτίζοντας το αίσθημα ενοχής το οποίο είναι η βάση της οικονομικής σχέσης πιστωτή-οφειλέτη (βλέπε Lazzarato 2011 στο «εργοστάσιο του υπερχρεωμένου ανθρώπου»). Αυτό το νέο σύστημα χρέους δεν αντικαθιστά τα συστήματα του γνωσιακού καπιταλισμού, αλλά είναι ένας πολύ γνωσιακός και μηχανικός καπιταλισμός που παρέχει ευκολίες και επινοήσεις για τη διακυβέρνηση του χρέους και τη μέτρηση της αξίας. Αυτός είναι ένας γνωσιακός και μηχανικός καπιταλισμός που επιτρέπει στο χρέος και σε όλα τα κόλπα του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού να διαχυθούν και να γίνουν επίμονα, και να μας κυνηγάνε όπου πάμε.

 

 

Παραπομπές

lquati, Romano (1963). “Composizione organica del capitale e forza-lavoro alla Olivetti”. Quaderni Rossi, n. 3, 1963.

Deleuze, Gilles (1986). Foucault. Paris: Minuit.

Deleuze, Gilles (1990) ‘Le devenir révolutionnaire et les créations politiques’. Interview with Antonio Negri. Futur Antérieur, n. 1, 1990. As ‘Contrôle et devenir’ in: Gilles Deleuze, Pourparlers 1972-1990. Paris, Minuit, 1990. Translation: ‘Control and Becoming’. In: Negotiations 1972-1990. New York: Columbia University Press, 1995.

Deleuze, Gilles e Guattari, Félix (1972). L’Anti-Oedipe. Capitalisme et schizophrénie. Vol. 1. Paris: Minuit.

Dyer-Witheford, Nick (2004). “1844/2004/2044: The Return of Species-Being”.Historical Materialism, vol. 12, n. 4, 2004.

Hardt, Michael and Negri, Antonio (2000). Empire. Cambridge, MA: Harvard University Press.

Hardt, Michael and Negri, Antonio (2009). Commonwealth. Cambridge, MA: Belknap Press.

Lazzarato, Maurizio (2011). La Fabrique de l’homme endetté: essai sur la condition néolibérale. Paris: Édition Amsterdam.

Marx, Karl (1932). Ökonomisch-philosophische Manuskripte aus dem Jahre 1844. In: Marx-Engels-Gesamtausgabe (MEGA1), Berlin.

Marx, Karl (1867). Das Kapital: Kritik der politischen Ökonomie. Vol. 1. Hamburg: Verlag von Otto Meissner.

Marx, Karl (1894). Das Kapital: Kritik der politischen Ökonomie. Vol. 3. Hamburg: Verlag von Otto Meissner.

Mirowski, Philip (1989). More Heat than Light. Economics as social physics: Physics as nature’s economics. Cambridge, UK: Cambridge University Press.

Pasquinelli, Matteo (2009). “Google’s PageRank Algorithm: A Diagram of Cognitive Capitalism and the Rentier of the Common Intellect”. In: Konrad Becker, Felix Stalder (eds), Deep Search, London: Transaction Publishers: 2009. Online: matteopasquinelli.com/docs/Pasquinelli_PageRank.pdf

Pasquinelli, Matteo (2011). “Capitalismo macchinico e plusvalore di rete: note sull’economia politica della macchina di Turing”. Uninomade, novembre 2011. Online: uninomade.org/capitalismo-macchinico