Οι νέες αστικές περιφράξεις

Εισαγωγή

Τα τελευταία σαράντα χρόνια, οι καπιταλιστικές πόλεις σε όλο τον κόσμο έχουν ριζικά αναδιαρθρωθεί πάνω σε νεοφιλελεύθερες λογικές. Οι αντιλήψεις μας για αυτή τη διαδικασία καθορίζονται από τις θεωρητικές προσεγγίσεις της «νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας» οι οποίες συλλαμβάνουν τους συγκεκριμένους μηχανισμούς μέσω των όποιων ο χώρος της πόλης διαρκώς αναδιοργανώνεται και επαναρυθμίζεται με βάση τα συμφέροντα του παγκόσμιου (οικονομικού) κεφαλαίου (Brenner and Theodore, 2002b; Harvey, 1989; Smith,1996; Leitner et al., 2007). Σε αυτό το άρθρο, ωστόσο, θέλω να φέρω στο προσκήνιο και κριτικά να εξετάσω τη ακαδημαϊκή φιλολογία περί της νεοφιλελευθερεοποιήσης της πόλης, η όποια συχνά δεν εξετάζει ή υποτιμά την επικράτηση των σύγχρονων αστικών περιφράξεων. Φυσικά η σύνδεση των περιφράξεων με τις πόλεις αποτελεί κοινό τόπο με ιστορικούς όρους. Οι περιφράξεις ήταν και παραμένουν, από πολλές απόψεις, η μαία της καπιταλιστικής πόλης, καθώς αποσπάστηκαν από τους αγρότες παραγωγούς τα μέσα παράγωγης και ωθήθηκε με την πάροδο του χρόνου μια τεράστια μάζα ακτημόνων προλετάριων στα αναδυόμενα εκβιομηχανισμένα και αστικοποιημένα κέντρα, μια διαδικασία που τόσο επιτυχημένα έχει περιγράψει ο Μαρξ στη θεωρία της πρωταρχικής συσσώρευσης στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου (1990 [1864]).

Μέσα από αυτό το πρίσμα, οι παλαιές περιφράξεις που ιδιωτικοποίησαν την ιδιοκτησία και προλεταριοποίηση τους ανθρώπους στον Παγκόσμιο Βορρά είναι και σήμερα τόσο ζωντανές στις μέχρι πρότινος μη-καπιταλιστικές αγροτικές γεωγραφικές περιοχές και στους κοινοτικούς θύλακες του Παγκόσμιου Νότου όπου το ποσοστό αστικοποίησης εξακολουθεί να καταπλήσσει (Davis, 2006). Καθώς εκατομμύρια ανθρώπων εξωθούνται από τη ύπαιθρο και κατευθύνονται στα διογκωμένα αστικά κέντρα, νέες αστικές περιφράξεις επίσης αναδύονται με τη μορφή των gated communities όπου ολόκληρες γειτονιές φράσσονται ή τοιχοποιούνται και οι ροές των κατοίκων ελέγχονται και οι πλούσιοι κάτοικοί τους κινούνται με τον «φόβο» του, και την ανάγκη να αποκλείσουν, να διαχωρίσουν και να ελέγξουν τους εγκληματίες φτωχούς (Landman, 2006). Αλλά αυτό που είναι αξιοσημείωτο στην ζωή στις πόλεις στους μετά-περιφραγμένους χώρους του Παγκόσμιου Βορρά που κυβερνώνται από κανονικοποιημένες καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις είναι ότι αυτές οι περιφραγμένες γειτονιές δεν είναι απλώς διαδεδομένες, αλλά αποτελούν συνώνυμο της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης του αστικού χώρου. Έχουμε την τάση να συνδέουμε την έκρηξη των περίκλειστων και ελεγχόμενων ζωνών –κατοικίας, γραφείων, καταστημάτων και αναψυχής-με τις ΗΠΑ (Blakely and Snyder, 1997; Low, 2006), αλλά είναι σε άνοδο στις περισσότερες αποκαλούμενες αναπτυγμένες χώρες (Webster et al., 2002). Στο βιβλίο του Αναζητώντας Χωρική Δικαιοσύνη - Seeking Spatial Justice (δες City Vol 14 Issue 6 and Vol 15 Issue 1–2 for recent debates) ο Ed. Soja ισχυρίζεται ότι ενώ η περίφραξη του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου δεν είναι κάτι το νέο, η μορφή και ο πολλαπλασιασμός της είναι

«όχι απλά όλο και περισσότερο οι κατοικίες περιφράσσονται, φυλάσσονται και τυλίγονται σε προηγμένα συστήματα ασφάλειας, επιτήρησης και συναγερμού, το ίδιο συμβαίνει και σε πολλές άλλες δραστηριότητες, στις χρήσεις γης, καθώς και στα αντικείμενα καθημερινής χρήσης στο αστικό περιβάλλον, από τα εμπορικά κέντρα και τις βιβλιοθήκες μέχρι τους προστατευόμενους κάδους σκουπιδιών και τα παγκάκια με καρφιά στα πάρκα για να ξορκίζονται οι άστεγοι και οι πεινασμένοι. Μικροτεχνολογίες κοινωνικού και χωρικού ελέγχου μολύνουν την καθημερινή ζωή και συσσωρεύονται για να παράγουν μια γεωγραφία φυλακή με σφιχτά μάτια που χαρακτηρίζεται από προστατευτικές περιφράξεις και εποπτεύεται από πανταχού παρόντα άγρυπνα βλέμματα.» (2010, pp. 42–43)

Οι εξηγήσεις αυτού του φαινόμενου ποικίλουν. Για ορισμένους, οι αστικές περιφράξεις αποτελούν την απάντηση στον φόβο της απειλής των «άλλων» σε όλο και πιο πολωμένες πόλεις (Minton, 2009; Soja, 2010), για άλλους αποτελούν την αναπόφευκτη διασφάλιση των δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας απέναντι στους περιορισμένους πόρους στις οικονομίες της αγοράς, ώστε να αποκλείονται οι τζαμπατζήδες –freeriders- (Lee and Webster, 2006). Για τους νέο-Μαρξιστές όπως ο David Harvey, οι αστικές περιφράξεις αποτελούν μια μορφή την πολύ ευρύτερης και ιστορικής διαδικασίας της «συσσώρευσης μέσω της στέρησης» κατά την όποια η ιδιωτικοποίηση και αποστέρηση-λεηλασία των πόρων ήρθε στο προσκήνιο των στρατηγικών για την καπιταλιστική ανάπτυξη (Harvey, 2003). Όπως ισχυρίζεται ο Glassman (2006), οι πράξεις των περιφράξεων κατά κάποιο τρόπο επιστρέφουν ή επαναλαμβάνονται σε χώρους που προηγούμενα θεωρούνταν ότι έχουν περάσει από τη χωρική βία της πρωταρχικής συσσώρευσης και έτσι σηματοδοτούν μια σημαντική αλλαγή στην κατανόηση μας για τους παγκόσμιους μετασχηματισμούς ως αναπόσπαστο κομμάτι του σύγχρονου καπιταλισμού. Και όμως, η σε βάθος θεωρητική επεξεργασία και εμπειρική ανάλυση αποφεύγει τη μελέτη των αστικών περιφράξεων. Ειδικότερα όπως ισχυρίζονται οι Vasudevan et al. (2008, p. 1642) μας λείπουν «οι χωρικές ιστορίες του νεοφιλελευθερισμού που να λαμβάνουν υπόψη τον ευρύτερο πολιτικοοικονομικό καμβά» και συγκεκριμένα να ερευνούν «τις πολύπλοκες παραστάσεις μέσω των όποιων οι περιφράξεις και ο νεοφιλελευθερισμός είναι συνυφασμένες». Ωστόσο όσες περισσότερες σημαίνει τόσο πιο αφηρημένες:

«Τα υλικά γεγονότα της αποστέρησης-λεηλασίας είναι τόσο σημαντικά όσο και τα νοήματά τους – και θα πρέπει να γίνουν κατανοητά από κοινού με όρους πολλαπλών ιστορικογεωγραφικών προσδιορισμών, συνδέσεων και αρθρώσεων» (Hart, 2006, pp. 983–984)

Σε αυτό το άρθρο, θέλω να συνεισφέρω στη διαδικασία αποκατάστασης των θεωρητικών και εμπειρικών κενών που σχετίζονται με τις σύγχρονες αστικές περιφράξεις εξετάζοντας την φύση τους, τον μηχανισμό και τις εφαρμογές με αναφορές στην νεοφιλελεύθερη πολιτική κατοικίας και την αστική πολιτική στην Βρετανία. Ο στόχος μου είναι διπλός: να συνθέσω τις θεωρίες των παλαιών και νέων περιφράξεων με πιο οικείες κατανοήσεις της νεοφιλελεύθερης αστικής διαδικασίας, και έπειτα να εφαρμόσω αυτό το πλαίσιο στη βρετανική εμπειρία κατοικίας κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Θα προσπαθήσω να δείξω ότι οι περιφράξεις δεν είναι απλώς μια μεταφορά-αλληγορία για τις σύγχρονες αστικές πολιτικές και διαδικασίες αλλά επίσης παρέχουν μια εξήγηση για το τι λαμβάνει χώρα. Το άρθρο καταλήγει με κάποιες σύντομες σκέψεις στο πως οι σημερινοί «commoners των πόλεων» μπορούν να αμφισβητήσουν τις νέες περιφράξεις των πόλεων βρίσκοντας κοινά ζητήματα,  οράματα και πρακτικές για τα «νέα αστικά κοινά».

Πρωταρχική συσσώρευση στη γη: οι παλαιές περιφράξεις

Ακλουθώντας τον Μαρξ, η κλασική ιστορία των περιφράξεων και της πρωταρχικής συσσώρευσης αδιαμφισβήτητα βρίσκεται στην Αγγλία. Πριν τον ερχομό των περιφράξεων, η ιδιοκτησία της γης διεκδικούνταν από τον μονάρχη και διανέμονταν στους ευγενείς ως αντάλλαγμα για τις στρατιωτικές υπηρεσίες, το ίδιο συνέβαινε και σχεδόν σε ολόκληρη την Δυτική Ευρώπη (see Anderson, 1974). Ο στυλοβάτης αυτής της φεουδαρχικής ιεραρχίας ήταν ο άρχοντας-λόρδος ο οποίος επέβλεπε και ζούσε από ένα τοπικό σύστημα ανοιχτών αγροτικών εκτάσεων που ενέπλεκαν του γαιοκτήμονες, τους αγρότες μέχρι τα τέλη του 15ου αιώνα, τους δουλοπάροικους των οποίων την εργασία εκμεταλλευόταν ο λόρδος. Ωστόσο, η στήριξη της φεουδαρχική οικονομίας των χωριών ήταν κοινό δικαίωμα – εθιμικά προνόμια που απολάμβαναν οι γαιοκτήμονες του χωριού, και ορισμένοι αγροεργάτες, πρόκειται για κοινά που περιλάμβαναν βοσκότοπους, καλλιεργούμενες εκτάσεις και τα κοινά των χωριών, τα όποια κατοχυρώθηκαν στο αγγλικό δίκαιο με την Magna Carta το 1215 (Neeson, 1996 [1993]). Για τους ακτήμονες, εν τω μεταξύ, είτε ήταν εργάτες, τεχνίτες, μικροέμποροι, δυστυχείς, μετανάστες, ή καταληψίες (Ward, 2002),  η επιβίωση ήρθε μέσα από μια αρκετά επισφαλή μορφή την όποια ο Linebaugh (2008) αποκαλεί «commoning» μέσω συσσώρευσης των παραδοσιακών δικαιωμάτων ή καταπάτησης εγκαταλειμμένων εκτάσεων και δασών, για ελεύθερη βόσκηση, καύσιμα, δομικά υλικά, βότανα και τροφή. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι η οικονομία ολόκληρων πληθυσμών χωριών βασίζονταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στα δικαιώματα και στο εθιμικό δίκαιο των κοινών (Perelman, 2000; Slater, 2005 [1907]).

Το δικαίωμα της αριστοκρατίας υπό συγκεκριμένες συνθήκες να περιφράξει τις έρημες εκτάσεις μπορεί να αποδοθεί στο Ancient Statute of Merton (1235), αλλά ήταν στα μέσα του 15ου αιώνα που άρχοντες της υπαίθρου και οι εκκλησιαστικοί γαιοκτήμονες ξεκίνησαν να κάνουν συντονισμένες συγκεκριμένες προσπάθειες για να εκδιώξουν τους αγροεργάτες και να ερημώσουν τα χωριά (Hollowell, 2000). Οι περιφράξεις έλαβαν χώρα με μυριάδες τρόπους και εξελιχτήκαν μέσα στο χρόνο: από «τμηματικές» ρυθμίσεις σύμφωνα με τις οποίες οι ιδιόκτητες γης συμφώνησαν να πάρουν μικρά κομμάτια γης δίπλα στα ανοιχτά χωράφια ή στα κοινά, αποκλειστικά για δική τους χρήση, με είσπραξη όλων των μισθώσεων από τον αρχιτσιφλικά (Lord of the Manor), με εξώσεις, με καταπατήσεις ή καταλήψεις, με συμφωνίες μεταξύ των γαιοκτημόνων, με ειδικές βασιλικές άδειες, με εξαγορά όλων των κοινών δικαιωμάτων από έναν ιδιοκτήτη, με «διάφορες μορφές βίας και απάτης» (1) (Slater, 1907, p. 6), από το ίδιο το κράτος με κοινοβουλευτικές πράξεις, είτε με ιδιωτικές πράξεις ή με τις Γενικές Πράξεις Περιφράξεων (General Enclosure Acts) του 1830, 1836, 1845 και τις τροποποιήσεις των Πράξεων που παρείχαν στους περιφραχτές (enclosers) νόμιμες εξουσίες για να περιφράξουν τα κοινά ενώ απονομιμοποιούσαν όσους αντιτίθονταν και εξεγείρονταν και τους τιμωρούσαν με φυλακίσεις και ακόμα και με θανατικές ποινές (see Hollowell, 2000; Marx, 1990 [1864]; Mingay, 1997; Slater, 1907). Έως το 1760 το μεγαλύτερο τμήμα της γης στην Αγγλία είχε περιφραχθεί χωρίς να υπάρχει η ανάγκη για κοινοβουλευτική κύρωση (Wordie, 1983). Όποτε, οπουδήποτε και με όποιον τρόπο εμφανίζονταν οι περιφράξεις πάντα είχαν ως αποτέλεσμα

«… την εξαφάνιση των κοινών δικαιωμάτων τα οποία είχαν οι άνθρωποι πάνω στα καλλιεργήσιμα εδάφη και στα κοινά των χωρικών, την κατάργηση των διάσπαρτων εκμεταλλεύσεων στην ύπαιθρο και την ανακατανομή των κατόχων σε συμπαγείς εκτάσεις, που συνήθως συνοδευόταν από τον φυσικό διαχωρισμό των νέων χωραφιών με ανέγερση φραχτών ή πέτρινων τοίχων. Στη συνέχεια, οι περιφραγμένες εκτάσεις αποδίδονταν στην αποκλειστική κυριότητα που σημαίνει στην αποκλειστική χρήση των ατομικών ιδιοκτητών ή στους ενοικιαστές τους.» (Mingay, 1997, p. 7)

Τα κίνητρα των περιφράξεων ποικίλουν, αλλά η επιθυμία να ιδιωτικοποιηθούν τα εδαφικά πλούτη ήταν πανταχού παρούσα. Με τη δημιουργία γεωγραφικά συγκεντρωμένων και μεγάλων αγροκτημάτων, οι παραγωγοί θα μπορούσαν να επωφεληθούν από την αύξηση των τιμών των γεωργικών προϊόντων, τη μετατροπή της γης για διάφορες χρήσεις (π.χ. από καλλιεργήσιμη έως βοσκότοπους) όταν η ζήτηση και η πρόσφορα καθορίζονταν ή υπονομεύονταν από τις φλέβες άνθρακα και σιδηρομεταλλεύματος για την επέκταση της βιομηχανίας (Mingay, 1997; Theobald and Rochon, 2006). Όπως ήταν αναμενόμενο, οι περιφράξεις ωφέλησαν κατά κύριο λόγο την τοπική μειονότητα των πλουσίων γαιοκτημόνων και η μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών ζημιώθηκε. Ένας βασικός παράγοντας ήταν το οικονομικό νομοσχέδιο των περιφράξεων που αποτελούνταν από διάφορα νομικά, συμβουλευτικά και κοινοβουλευτικά δικαιώματα, και κόστη για τους νέους δρόμους, γέφυρες, αποχετεύσεις και πάνω από όλα τους φράχτες στις νέες εκμεταλλεύσεις γης. Οι μικρότεροι και πιο φτωχοί γαιοκτήμονες, ιδιαίτερα εκείνοι που επικαλούνταν τα κοινά και των οποίων η γη μειώθηκε μέσω των περιφράξεων, απλώς αναγκάστηκαν να πουλήσουν μέρος ή ολόκληρη της έκτασή τους. Αξίζει αν σημειωθεί, ότι τα κοινά λιβάδια ακόμα και αυτά που δεν άξιζε να καλλιεργηθούν χωρίστηκαν και ιδιωτικοποιηθήκαν κατά κύριο λόγο μεταξύ των υφιστάμενων ιδιοκτητών. Για το υπόλοιπο του πληθυσμού, δεν υπήρξε καμία αποζημίωση, μονό εκτόπιση και αποστέρηση, καθώς οι αγρότες εκδιώχτηκαν από τη γη, τα σπίτια τους και τα χωριά τους καταστράφηκαν ώστε να δοθεί χώρος για την ιδιωτική γεωργία ή την ανάπτυξη. Η ανεργία αυξήθηκε και οι μισθοί έπεσαν, με τα λογία του Gilbert Slater (2005 [1907], p. 2), σημειώθηκε «η εξαφάνιση της κοινότητας των χωριών».

Παρόλο που έχει υπάρξει σημαντική επιστημονική συμβολή στην κατανόηση των περιφράξεων, η ανάλυση του Μαρξ παραμένει η πιο σημαντική και με την μεγαλύτερη επίδραση. Με απλά λόγια, ο Μαρξ τόνισε τον ρόλο των περιφράξεων ως την πολύ ευρύτερη, επαναστατική διαδικασία κοινωνικής αλλαγής από τον 16ο αιώνα και μετά. Η περίφραξη των κοινών, όπως υποστήριξε, επέτρεψε να συμβεί η «πρωταρχική συσσώρευση» των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων με τη διευκόλυνση του διαχωρισμού των παραγώγων από τα μέσα παράγωγης

«Η σχέση του κεφαλαίου προϋποθέτει το χωρισμό των εργατών από την ιδιοκτησία των όρων πραγματοποίησης της εργασίας. Από τη στιγμή που η κεφαλαιοκρατική παραγωγή στέκει πια στα δικά της πόδια, δε διατηρεί μόνο αυτό το χωρισμό, μα και τον αναπαράγει σε ολοένα αυξανόμενη κλίμακα. Επομένως, το προτσές που δημιουργεί τη σχέση του κεφαλαίου δεν μπορεί να είναι άλλο από το προτσές χωρισμού του εργάτη από την ιδιοκτησία στους όρους της εργασίας του, ένα προτσές που, από τη μια μεριά, μετατρέπει σε κεφάλαιο τα μέσα συντήρησης και παραγωγής της κοινωνίας, και, από την άλλη, τους άμεσους παραγωγούς σε μισθωτούς εργάτες. Επομένως, η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το ιστορικό προτσές χωρισμού του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής» (Marx, 1867:739/ Marx, 1990 [1864], pp. 874–875)

Η πρωταρχική συσσώρευση καθόρισε τους όρους για τη συσσώρευση του κεφαλαίου μέσω του ταυτόχρονου μετασχηματισμού των κοινωνικών μεσών (ανα)παραγωγής σε ιδιωτική ιδιοκτησία και με την επιβολή της προλεταριοποίησης (π.χ. αναγκάζοντας του ανθρώπους να εξαρτηθούν από τη μισθωτή εργασία για να επιβιώσουν), ο ρόλος των περιφράξεων ήταν κρίσιμος καθώς η φυσικο-νομική διαδικασία που έσπασε την προστατευτική ασπίδα των κοινών δικαιωμάτων που προηγούμενα προστάτευε τους αγρότες από την πλήρη εξάρτηση από τους μισθούς. Η δεύτερη κρίσιμη συνεισφορά του Μαρξ ήταν να καταδείξει τις απαραίτητες έξω-οικονομικές δυνάμεις πίσω από τη φυσική διαδικασία του διαχωρισμού στις όποιες αναφέρει ειρωνικά ως «πολλές ειδυλλιακές μέθοδοι» (1990 [1864], p. 895) που έκαναν το κεφάλαιο να γεννηθεί «βουτηγμένο από την κορυφή ως τα νύχια στο αίμα και στη βρωμιά και στάζοντας αίμα από όλους του πόρους» (p. 926). Όπως υποστηρίζει ο Perelman (2000), στην ανάλυση του Μαρξ οι περιφράξεις των κοινών δεν επαρκούσαν για να γεννήσουν το προλεταριάτο του κεφαλαίου –η φύση ακόμα παρείχε στον αγροτικό πληθυσμό τα μέσα επιβίωσης ενώ η κοινωνική βία των περιφράξεων γεννούσε αντιστάσεις. Για αυτό η πρωταρχική συσσώρευση απαιτούσε μια σταθερή ιδεολογική επίθεση μέσω μιας προ-περιφράξεων προπαγάνδας πάνω σε αυτό που αργότερα ο Hardin (1968) θα αποκαλούσε «τραγωδία των κοινών» και τους ίδιους τους commoners («συντηρητικούς», «τεμπέληδες», «σπάταλους», «μεθυσμένους», «βαρβάρους», «κλέφτες» κλπ.) που είναι εμπόδια για την εθνική οικονομική ανάπτυξη και πρόοδο (Neeson, 1996 [1993], pp. 15–52). Αυτές οι παρεμβάσεις βοήθησαν στο να κερδίσει τελικά το επιχείρημα για τις περιφράξεις στο Κοινοβούλιο (το όποιο έτσι κι αλλιώς κυριαρχούνταν από γαιοκτήμονες), και ψηφίστηκε με νόμο ένα «σύστημα αυστηρών μέτρων» που σχεδιάστηκε ώστε να αποτρέψει του ανθρώπους από το να βρουν εναλλακτικές στρατηγικές επιβίωσης εκτός της μισθωτής εργασίας όπως επίσης για να αυξηθεί η παραγωγικότητα εντός της μισθωτής εργασίας και να υποταθούν οι φτωχοί που αντιστέκονταν στην επίθεση στα παραδοσιακά δικαιώματα (των κοινών), στα έθιμα (γιορτές) και στην συλλογική δράση των εργαζομένων (συνδικαλισμός) (Perelman, 2000, p. 14).

Η χωρικότητα των περιφράξεων

Όπως πολλοί συγγραφείς έχουν επισημάνει, παρόλο που η εστίαση του Μαρξ ήταν στην προλεταριοποίηση, η ιστορία του για την πρωταρχική συσσώρευση και στον ρόλο των περιφράξεων, προσέφερε ένα πολύ πιο ολοκληρωμένο, πολυδιάστατο και κυρίως παγκοσμιοποιημένο σύνολο σχεσιακών διαδικασιών ουσιαστικής σημασίας για τη γέννηση του κεφαλαίου. Σε αυτό περιλαμβάνονται «αποικιακές, νεοαποικιακές και ιμπεριαλιστικές διαδικασίες σφετερισμού των πόρων (συμπεριλαμβανόμενων και των φυσικών πόρων), η νομισματοποίηση της ανταλλαγής και της φορολογίας, και ιδιαίτερα της γης, το δουλεμπόριο, η τοκογλυφία, το εθνικό χρέος και οπωσδήποτε το πιστωτικό σύστημα» (Harvey, 2003, p. 145; see also Glassman, 2006). Ως εκ τούτου οι εδαφικές περιφράξεις ήταν ένας από τους πολλούς μηχανισμούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Παρ’όλα αυτά, διαδραμάτισαν σημαντικό χωρικό ρόλο που συχνά αγνοείται.

Η φυσική γεωγραφία των περιφράξεων ήταν κεντρική σε νέα νομική διευθέτηση των δικαιωμάτων ιδιωτικής ιδιοκτησίας που έπαιρνε το προβάδισμα ενάντια των παραδοσιακών δικαιωμάτων διαμοιρασμού της γης: τα όρια που χαράχτηκαν στο έδαφος ήταν για να σταματήσουν «την ελεύθερη διέλευση ανθρώπων και ζώων» και αντανακλούν τώρα «την αποκλειστική κυριότητα και κατοχή» (Slater, 2005 [1907], pp. 1–2). Η ιδιωτικοποίηση του μεσαιωνικού δημόσιου χώρου –τα ανοιχτά χωράφια, τα λιβάδια, τα κοινά και εγκαταλειμμένες εκτάσεις- περιέφραξε την συνεργατική εργασία, την κοινωνική αλληλεξάρτηση και τις σχέσεις δημιουργίας κοινών (commoning).

Η αποστέρηση, λεηλασία και εκτόπιση δεν ήταν απλώς οι συνέπειες των περιφράξεων, ήταν η ιδία η ουσία τους και οδήγησαν τόσο στην εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης όσο και στην εμπορευματοποίηση του χώρου ως ένα εξαιρετικά πολύτιμο πόρο ο όποιος θα μπορούσε τώρα να αξιοποιηθεί εμπορικά για ιδιωτικό όφελος. Αυτό με τη σειρά του έκανε τις περιφράξεις μια νέα και επικερδή μορφή κερδοσκοπικής επένδυσης, παρέχοντας μια διέξοδο για τα τεράστια κέρδη που πραγματοποιήθηκαν στις αποικίες και στο δουλεμπόριο να εγγυηθεί τις τεράστιες δαπάνες από αυτό που υπολογίστηκε σε πρώιμες μορφές ανανέωσης στις κατασκευές των νέων αγροκτημάτων και των τοπικών οδικών δικτύων για τη διευκόλυνση της πρόσβασης στα νέα αγροκτήματα. Οι περιφράξεις τόνωσαν τις τοπικές αγορές γης, ειδικά στα μικρά αγροτεμάχια, καθώς οι ιδιόκτητες τους εξαργύρωσαν τους πολύτιμους πόρους τους συνήθως για να καλύψουν το κόστος των περιφράξεων, και οι επενδυτές έψαξαν για μακροχρόνια κέρδη. Τα ενοίκια αυξήθηκαν με ταχείς ρυθμούς ώστε να αντανακλούν όχι μονό τις αυξημένες αξίες γης αυτών των αποκλειστικών εκμεταλλεύσεων αλλά επίσης το μεγάλο χρέος και την αποπληρωμή των τόκων που επικάθονταν πάνω σε αυτή τη διαδικασία. Ως εκ τούτου η πρωταρχική συσσώρευση μέσω των περιφράξεων πήγε πολύ πιο βαθιά από τον απλό διαχωρισμό των αγροτών παραγωγών από τα μέσα επιβίωσης και παράγωγης: συμπεριέλαβε ένα μαζικό σφετερισμό της κρατικής και εκκλησιαστικής περιουσίας και το πέρασμά της στα χέρια των ιδιωτών γαιοκτημόνων, πραγματοποιώντας τη συγκέντρωση και επέκταση της εδαφικής ταξικής εξουσίας – την αληθινή-πρωταρχική συσσώρευση εάν πότε υπήρξε τέτοια, και εξαπλώθηκαν οι αυτόματες διαδικασίες της εμπορευματοποίησης και των νόμων της αγοράς που τροφοδότησαν περαιτέρω εκτοπίσεις. Πάνω από όλα, οι περιφράξεις κατοχύρωσαν και ιδεολογικά ενσωμάτωσαν την καθαρή πολιτιστική αξία της καπιταλιστικής κοινωνίας, την ιερότητα και το απαράβατο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας επί της γης, και επιτέλεσαν την «νομιμοποιητική λειτουργία για όλες τις μορφές ιδιοκτησίας» συμπεριλαμβάνοντας την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. (Harvey, 1982, p. 360).

 

Σύγχρονες περιφράξεις: νέες, συνεχείς… αστικές;

Έτσι λοιπόν οι περιφράξεις ενέργησαν και μεταμόρφωσαν τον χώρο προς όφελος του κεφαλαίου με πολλαπλούς τρόπους, είτε μέσω της ιδιωτικοποίησης της γης και των πόρων, αντικειμενοποιώντας το σώμα για τους σκοπούς της μισθωτής εργασίας και αποικώντας το χωρικό φαντασιακό. Αυτές οι διαδικασίες είναι προφανώς ακόμα ζωντανές σε μη ακόμα καπιταλιστικούς χώρους του Παγκόσμιου Νότου (Bush, 2007), αλλά πως σχετίζονται με τις πόλεις στον Παγκόσμιο Βορρά; Για να προσπαθήσω να ρίξω λίγο φως σε αυτό το ερώτημα, θα αναφερθώ σε δυο πολύ διαφορετικές αλλά σχετικές αναφορές στις σύγχρονες περιφράξεις: θεωρία και έρευνα που εστιάζει αποκλειστικά στο αστικό περιβάλλον, και επιστημονικές μελέτες που εντάσσουν τις σύγχρονες περιφράξεις εντός ενός ευρύτερου πλαισίου της νέας και συνεχιζόμενης πρωταρχικής συσσώρευσης.

Περιφράξεις και κοινά στην πόλη

Μια από τις πιο διαυγείς και σχετικές θεωρήσεις της «δημιουργικής καταστροφής» των νεοφιλελευθέρων διαδικασιών με τις οποίες οι Δυτικές πόλεις έχουν (επανα)οικιοποιηθεί ως κεντρικά μέρη για την συσσώρευση του κεφαλαίου, την κατανάλωση των ελίτ και για χρηματοπιστωτικές κερδοσκοπίες μπορεί να βρεθεί στους Brenner και Theodore (2002a) οι οποίοι θέτουν 12 άξονες σε ένα πλαίσιο «πολιτικο-θεσμικών μηχανισμών» που χρησιμοποιούνται από εθνικές κυβερνήσεις και συμμαχίες δημοτικών αρχών για να αντικαταστήσουν τις εθνικές θεσμικές ρυθμίσεις και τους πολιτικούς συμβιβασμούς του Κεϋνσιανισμού-Φορντισμού με «νέες υποδομές για μια οικονομική ανάπτυξη προσανατολισμένη στην αγορά» μέσα στην παγκοσμιοποιημένη και χρηματοπιστωτική οικονομία (Brenner and Theodore, 2002a, p. 362). Αυτοί οι μηχανισμοί περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων: (i) την ιδιωτικοποίηση του δημοτικού δημόσιου τομέα και των συλλογικών υποδομών, (ii) την αναδιάρθρωση των κέντρων των πόλεων και της αγοράς κατοικίας με διαδικασίες εξευγενισμού οι οποίες περιλαμβάνουν περίκλειστα μεγάλα αναπτυξιακά πρότζεκτ, εκτεταμένη εκκαθάριση της δημόσιας στέγασης και άλλων κατοικιών χαμηλών ενοικίων, καθώς και την κατάργηση διαφορών προστατευτικών ρυθμίσεων για τους ενοικιαστές,  (iii) νέες στρατηγικές εδαφικής ανάπτυξης οι οποίες εκθέτουν τις περιοχές στις δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς και ενθαρρύνουν την (επανα)εγκατάσταση επιχειρήσεων μέσω ειδικών ζωνών κίνητρων, και (iv) την ιδιωτικοποίηση και εντατική επιτήρηση των δημόσιων χώρων και τη δημιουργία νέων, ιδιωτικοποιημένων χώρων για επιχειρηματική κατανάλωση που διέπεται τόσο από μηδενική ανοχή, όσο και από διακρίσεις και ανελεύθερο κοινωνικό έλεγχο (pp. 370–372).

Παρόλο που δεν χρησιμοποιούν άμεσα τον όρο «περιφράξεις» η ανάλυση των Brenner και Theodore καθιστά σαφές ότι οι περιφράξεις είναι ο τρόπος λειτουργιάς (modus operandi) της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας. Οι περιφράξεις γίνονται αισθητές στην «ιδιωτικοποίηση» των χώρων και υπηρεσιών που παλαιότερα ήταν δημοσιά κτήση και ήταν ανοιχτές / προσιτές, και στην «περίφραξη» της ίδιας της πόλης μέσω των αμέτρητων κατοικιών, γραφείων και εμπορικών κέντρων τα οποία καταστρέφουν τις υπάρχουσες αξίες χρήσης και τον δημόσιο χαρακτήρα συγκεκριμένων χώρων και επιδιώκουν να «εκτοπίσουν» και να «αποκλείσουν» τους φτωχούς κατοίκους από την πόλη. Όπως ισχυρίζεται ο Blomley (2008), οπουδήποτε οι ιδιόκτητες ή οι εργολάβοι επιβάλλουν τα νόμιμα δικαιώματα τους για να κατεδαφίσουν και/ή να αναπλάσουν τις ιδιωτικές τους ιδιοκτησίες οι οποίες συμβαίνει να είναι επίσης το σπίτι κάποιου ή το πάρκο μια κοινότητας, γειτονιάς, ένας παιδότοπος ή ένα τοπικό κατάστημα, κτλ. Εξ ορισμού ιδιοποιούνται και ως εκ τούτου εκτοπίζουν και αποκλείουν τους τοπικούς κατοίκους από ότι βλέπουν και αντιμετωπίζουν ως κοινή ιδιοκτησία:

«η κρατική, ιδιωτική και συλλογική ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανόμενου των δρόμων, των πάρκων, ξενοδοχεία κατοίκων, κοινοτικά κέντρα κ.ο.κ. όλα εδώ φαντάζουν ως αναπόσπαστα τμήματα μια τοπικής χωρικής διεκδίκησης στην οποία οι φτωχοί έχουν έννομο συμφέρον, με τα δικαιώματά τους να βρίσκονται τόσο στο συμβολικό όσο και στο πρακτικό επίπεδο» (p. 316)

Η διευρυμένη ταξικά προσδιορισμένη κατανόηση του Blomley για τα αστικά κοινά στηρίζεται κυρίως στα δικαιώματα των κατοίκων της κοινότητας που σε αντίθεση με το νόμο της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας

«βασίζονται σε συνεχή πρότυπα της τοπικής χρήσης και συλλογικής κατοίκησης, με βαθιά ριζωμένες πρακτικές οικειοποίησης και «επένδυσης». Λόγω του ότι βρίσκονται στον συγκεκριμένο τόπο για μεγάλη χρονική περίοδο και χρησιμοποιούν τα κοινά, οι κάτοικοι αποκτούν και διατηρούν ένα έννομο ιδιοκτησιακό συμφέρον (…) Οι φτωχοί έχουν «επενδύσει» σε αυτόν τον χώρο (…) Υπάρχει εδώ η ηχώ της κοινής δικαιϊκής έννοιας ότι η συνεχής χρήση μπορεί να οδηγήσει σε ένα μοίρασμα ή ακόμα και σε μια μεταφορά τίτλου, όπως στην περίπτωση της χρησικτησίας και στα δημόσια δικαιώματα. Τα κοινά, με άλλα λόγια, δεν είναι ότι βρίσκονται κάπου αλλά κυρίως παράγονται (…) τα κοινά είναι μια μορφή δημιουργίας τόπων (place-making).» (p. 320)

Οι περιφράξεις κινούνται πιο ύπουλα μέσω της ιδιωτικοποίησης, των εταιρικών μορφών και του ρεβανσιστικού ελέγχου του δημόσιου χώρου και μέσω των συναφών πολιτικών περικοπών της δημόσιας σφαίρας που αποτελούν την συνήθη εμπειρία των αστικών επιχειρηματικών στρατηγικών (MacLeod, 2002; Minton, 2009; Mitchell, 2003; Smith, 1996). Με αυτόν τον τρόπο παράγεται αυτό που οι Bottomley και Moore (2007, p. 173) αποκαλούν «πόλη-φρούριο» (fortress city), στην οποία οι άρχοντες της πόλης –είτε δημόσιοι είτε ιδιωτικοί- χρησιμοποιούν φυσικές-υλικές και άυλες τεχνολογίες περιφράξεων για να μπλοκάρουν και να σταματήσουν τις κινήσεις του εχθρού και να τον καταστήσουν ανίκανο «ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου ρύθμισης και ελέγχου, το οποίο έχει επηρεάσει την πρόσβασή μας σε ολόκληρο τον αστικό χώρο, συμπεριλαμβανόμενου των μη περιφραγμένων και των μη ιδιωτικοποιημένων ‘δημόσιων χώρων’». Οι περιφράξεις, ως εκ τούτου, εμφανίζονται ως απαραίτητο στοιχείο της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας. Εάν οι θεωρητικές προσεγγίσεις γίνονται ελαφρώς ασαφείς στο γιατί συμβαίνει αυτό, ένα κοινό νήμα που διατρέχει την σχετική βιβλιογραφία είναι η πεποίθηση ότι οι περιφράξεις σε όλες τις πολλαπλές εκδοχές τους (ιδιωτικοποίηση, υλική περίφραξη και έλεγχος, εκτοπίσεις, αποκλεισμός, κ.λ.π.) είναι η βασική μέθοδος με την οποία ο χώρος της πόλης μπορεί να καθαριστεί, να προσελκύσει και να διατηρήσει το επιθυμητό στο εσωτερικό του και να προστατευτεί ενάντια σε όλους εκείνους που απαξιώνουν την ανταλλακτική του αξία ή διακόπτουν τη διαδικασία κατανάλωσης – τους φτωχούς, τους άστεγους, τους μικροπωλητές των δρόμων, τους πολιτικούς ακτιβιστές, τους εναλλακτικούς, κτλ. (Beckett and Herbert, 2010). Πράγματι, η ανάγκη ή η επιθυμία να δημιουργηθούν σύνορα ώστε να επιτυγχάνεται η «συμπερίληψη» και ο «αποκλεισμός» είναι στην πραγματικότητα το ίδιο επιχείρημα που έχουν όσοι γράφουν από τη νεοκλασική σκοπιά. Οι Lee και Webster (2006) ισχυρίζονται, για παράδειγμα, ότι η ανάπτυξη των ιδιωτικών γειτονιών και των περίκλειστων κοινοτήτων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παγκόσμιας τάσης προς την ιδιωτική διαχείριση και λήψη αποφάσεων στις πόλεις που προκαλείται λόγω της «τραγωδίας των κοινών». Η αύξηση των αξιών γης παράγεται από την οικονομική ανάπτυξη και ιδιωτικοποίηση του αστικού δημόσιου τομέα στις οικονομίες της αγοράς και δημιουργεί «μια αναπόφευκτη τάση για τη διαίρεση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας» που αναπόφευκτα παράγει «φυσικές-υλικές περιφράξεις» ώστε να αποκλείει τους πιθανούς λαθρεπιβάτες-τσαμπατζήδες (free-riders) από το έδαφος και τους άλλους σπάνιους πόρους της πόλης: «χωρίς ένα μηχανισμό προστασίας των κοινοτικών ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στα αγαθά που μοιράζονται, κανένας επιχειρηματίας δεν θα προμήθευε με αγαθά τις γειτονιές» (Lee and Webster, 2006, pp. 28–29). Ωστόσο, αυτό που είναι λιγότερο σαφές είναι γιατί οι περιφράξεις είναι τόσο απαραίτητες στις νεοφιλελεύθερες συνταγές για τις πόλεις. Διευρύνοντας το βλέμμα μας πέρα από τη πόλη αποκαλύπτεται ότι οι σύγχρονες περιφράξεις είναι στην πραγματικότητα εξίσου διαδεδομένες σε μη αστικές περιοχές από την κτηνοτροφία (Theobald and Rochon, 2006) στην εκπαίδευση (Harvie, 2000), στην πνευματική και πληροφοριακή ιδιοκτησία (Boyle, 2008), στη ιθαγενική γνώση και στη γνώση της φύσης (Shiva, 1997), στις συνοριακές περιοχές (Cunningham και Heyman, 2004) και στις αυτοκρατορικές στρατιωτικές περιπέτειες στο Ιράκ (RETORT, 2005). Η λογοτεχνία για τις πόλεις εξίσου δεν είναι σε θέση να εξηγήσει τις συνδέσεις μεταξύ των περιφράξεων στις πόλεις και αυτής της ευρύτερης διαδικασίας των νέων περιφράξεων. Σε αυτό ακριβώς το σημείο μπορεί να παρέχει ορισμένες σημαντικές ιδέες η σημερινή θεωρητική δουλειά στο ρόλο της πρωταρχικής συσσώρευσης στο σύγχρονο παγκόσμιο καπιταλισμό.

 

Συσσώρευση με αποστέρηση

Ήταν η ανάλυση των Midnight Notes Collective (1990) για τις «νέες περιφράξεις» που πρώτη κλόνισε την ορθόδοξη ανάγνωση της θεωρίας του Μαρξ για την πρωταρχική συσσώρευση όπως παρουσιάζονταν απλώς ως μια «προ-ιστορία του καπιταλισμού» (Bonefeld, 2001, p. 2). Αντ’ αυτού, οι περιφράξεις ήταν «μια κανονική επιστροφή στο μονοπάτι της συσσώρευσης και ένα δομικό στοιχείο του ταξικού αγώνα» που αντιπροσωπεύει μια «δυναμική καπιταλιστική απάντηση» στην εξάπλωση της προλεταριακής δύναμης, είτε μέσα από τον σφετερισμό των νέων πόρων, τη δημιουργία νέα εργατικής δύναμης ή την επέκταση των καπιταλιστικών σχέσεων με σκοπό να σωθεί ο καπιταλισμός από «εξαφάνιση» (Midnight Notes Collective, 1990, p. 1). Είδαν τις παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις του καπιταλισμού από το 1970 και μετά ως την ενεργοποίηση ενός νέου και ιστορικά πρωτοφανούς κύματος περιφράξεων στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού σε πλανητική κλίμακα σχεδιασμένο όχι απλώς για να δημιουργήσει νέα πεδία συσσώρευσης αλλά για να δημιουργήσει «τη μεγάλης κλίμακας αναδιάρθρωση της διαδικασίας συσσώρευσης ώστε να υπονομεύσει τη συλλογική οργάνωση και τους τοπικούς αγώνες, να πιέσει τους μισθούς, και να κάνει τους εργάτες ευάλωτους και επισφαλείς και ως εκ τούτου πιο συμβατούς με το κεφάλαιο. Αυτή η διπλή διαδικασία δεν ξεδιπλώθηκε απλώς στην κλασσική περιοχή της απαλλοτρίωσης της γης και στην εκδίωξη ενός μεγάλου νέου στρατού κινητικής και μεταναστευτικής εργασίας στην παγκόσμια οικονομία, αλλά περιελάμβανε ιδιωτικοποίηση βιομηχανικών και τομέων στον πυρήνα των καπιταλιστικών χωρών και την περίφραξη της αναπαραγωγής των ανθρώπων μέσω τόσο της καταστροφής και του πατενταρίσματος των γονιδίων της φύσης όσο και την εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων επιρροών και άυλων χαρακτηριστικών στην μισθωτή εργασία του τομέα των υπηρεσιών (ο.π., σ.7)

Η μετέπειτα ανάπτυξη της θεωρίας της πρωταρχικής συσσώρευσης έλαβε αναμφισβήτητα δυο σχετικές αλλά εμφανώς διαφορετικές διαδρομές, η μια παρέμεινε πίστη –έστω και κριτικά- σε μια πιο ορθόδοξη ανάγνωση του Μαρξ, και η άλλη ριζικά επανερμήνευσε τον χώρο που άνοιξαν οι Midnight Notes. Η πρώτη αντιπροσωπεύεται με τον καλύτερο τρόπο στο επικό έργο του Harvey, Ο Νέος Ιμπεριαλισμός του 2003, στο οποίο εισάγει τον όρο «συσσώρευση μέσω της αποστέρησης» ως ένα τρόπο για την κατανόηση αυτών των έξω-οικονομικών μορφών των νέων περιφράξεων που συλλαμβάνουν τον πλανήτη υπό το καθεστώς του νεοφιλελευθερισμού. Δυο πτυχές αυτής της θέσης ξεχωρίζουν: πρώτον, ότι στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες βλέπουμε την αποκατάσταση των παλαιών περιφράξεων μέσω «επαναφοράς» των κρατικών παρεμβάσεων (δημόσια ιδιοκτησία, καθολικές υπηρεσίες) και του ταξικούς συμβιβασμούς του Κεϋνσιανού Κράτους Πρόνοιας του 20ου αιώνα που δημιούργησε ορισμένους βαθμούς συλλογικής προστασίας από τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της αγοράς και της εκμετάλλευσης (Harvey, 2003, pp. 145–148) και δεύτερον, η επιστροφή των περιφράξεων και άλλων έξω-οικονομικών δράσεων αποστέρησης είναι η απάντηση στα χρόνια προβλήματα της υπερσυσσώρευσης από τις αρχές της δεκαετίας του 70. Σε αυτό το πλαίσιο, η «συσσώρευση μέσω της αποστέρησης» έχει προωθηθεί από τον νεοφιλελευθερισμό στην πρώτη γραμμή της συσσώρευσης του κεφαλαίου, παράλληλα με την διευρυμένη αναπαραγωγή με σκοπό να δημιουργηθούν «νέα εδάφη συσσώρευσης» που θα βρουν επικερδείς διεξόδους για τα τεράστια πλεονάσματα του κεφαλαίου (και της εργασίας) τα οποία βρίσκονται σε αδράνεια:

«από τη μια η απελευθέρωση των περιουσιακών στοιχείων χαμηλού κόστους (μέσω της ιδιωτικοποίησης) παρέχει μεγάλα πεδία για την απορρόφηση των πλεοναζόντων κεφαλαίων. Από την άλλη, παρείχε ένα μέσο για τις πιο ασθενείς και ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες να συμμετέχουν στο κόστος υποτίμησης των πλεοναζόντων κεφαλαίων.» (Harvey, 2003, σελ. 184-185)

Μια αντίθετη οπτική μπορεί να βρεθεί στη δουλειά του Massimo De Angelis (2007), ο όποιος κατανοεί τις σύγχρονες δράσεις των περιφράξεων και της πρωταρχικής συσσώρευσης, όχι ως απαντήσεις στις περιοδικές κρίσεις υπερσυσσώρευσης όπως ισχυρίζεται ο Harvey, αλλά ως μέρος της κανονικής καθημερινής λειτουργίας της συσσώρευσης του κεφαλαίου και της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Πίσω από αυτή τη θεωρία βρίσκεται ο ισχυρισμός των αυτόνομων Μαρξιστών για την κυκλοφορία της συσσώρευσης του κεφαλαίου και το ευρύτερο πλέγμα των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων είναι εγγενώς επιρρεπές στις κρίσεις λέγω των ταξικών αγώνων (Bell and Cleaver, 1982). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο De Angelis δεν περιορίζει απλώς την πιθανότητα να συμβεί μια κρίση στις γνωστές σφαίρες της παραγωγής και κατανάλωσης αλλά επεκτείνει την πιθανότητα της κρίσης στην σφαίρα της αναπαραγωγής, όπου για παράδειγμα η ίδια η βιολογική και ιδεολογική παράγωγη των μισθωτών εργατών (και των υπάκουων πολιτών-καταναλωτών) θα μπορούσε να απειληθεί από εναλλακτικές πρακτικές αξίας όπως η δημιουργία συλλογικών μορφών οικονομικής αυτοτροφοδοσίας ή εκπαίδευσης που αρνείται να υπακούσει στις προσταγές του κεφαλαίου (Federici, 2004). Ως εκ τούτου οι περιφράξεις είναι «ένα συστατικό στοιχείο των καπιταλιστικών σχέσεων και της συσσώρευσης… χαρακτηριστικό των στρατηγικών του κεφαλαίου σε οποιοδήποτε επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης που έχουν ένα και μοναδικό στόχο ανεξάρτητα από τον τόπο στον όποιο εφαρμόζονται:

«… να διαχωρίσει με την βία του ανθρώπους από την πρόσβαση στον κοινωνικό πλούτο που έχουν και η όποια δεν διαμεσολαβείτε από τις ανταγωνιστές αγορές και από το χρήμα ως κεφάλαιο… Ως εκ τούτου οι νέες περιφράξεις στοχεύουν στον κατακερματισμό και την καταστροφή των “κοινών”, που σημαίνει στον κατακερματισμό και την καταστροφή των διαφόρων κοινωνικών σφαιρών της ζωής, τα κυρία χαρακτηριστικά των οποίων είναι να παρέχουν διαφορών βαθμών προστασία από την αγορά.» (De Angelis, 2007, p. 145)

Επομένως το κεφάλαιο πρέπει διαρκώς και ταυτοχρόνως να επεξεργάζεται «στρατηγικές των περιφράξεων» στις σφαίρες της παραγωγής και της αναπαραγωγής ώστε να ανοίγονται νέες περιοχές εμπορευματοποίησης, να κρατιούνται ανοιχτές οι πάλαιες περιοχές εμπορευματοποίησης υπό την απειλή του commoning ή να επαναοικειοποιείται χώρους που έχουν μετατραπεί σε χώρους των κοινών. Ο De Angelis (2007, p. 79) βλέπει αυτές τις στρατηγικές των περιφράξεων να  ενσωματώνουν τόσο «παραγωγικές» όσο και «συντηρητικές» στιγμές, οι οποίες μπορούν καλύτερα να γίνουν κατανοητές μέσω της μεταφοράς του Perelman (2000, p. 14) περί «των δυο λεπίδων του ψαλιδιού» -η πρώτη λεπίδα είναι οι πράξεις των περιφράξεων που περιοδικά αποκόπτουν τους ανθρώπους από τα μέσα αναπαραγωγής για να δημιουργηθούν οι αγορές, οι καταναλωτές και οι προλετάριοι, και η δεύτερη λεπίδα αναπαριστά τις διαδικασίες της «πειθαρχικής ολοκλήρωσης» (De Angelis, 2007, pp. 80– 81) (οι οποίες συμπεριλαμβάνουν τις πειθαρχικές μορφές εντολών στα υποκείμενα, τη διαρκή εξαίρεση από τις ανταμοιβές και τιμωρίες που διαμορφώνουν τους κανόνες αλληλεπίδρασης και κοινωνικής παραγωγής, διαδικασίες υποκειμενοποίησης μέσω κυβερνησιμότητας, κτλ τους νόμους, τη βία, την εκπαίδευση) για να διασφαλιστεί ότι οι διαφορετικές πρακτικές αξίας εξαρτώνται από το ένα και μοναδικό μοντέλο που είναι διάχυτο στην κοινωνία, ότι οι άνθρωποι σταδιακά θα σέβονται τις περιφράξεις.

 

Νέα θεωρία περιφράξεων: προς μια σύνθεση;

Πως θα πρέπει να κατανοούμε και σχετιζόμαστε με αυτές τις διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις των σύγχρονων περιφράξεων; Οι πρώτες σκέψεις είναι ότι υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις που οφείλουν τη καταγωγή τους σε διαφορετικές οντολογίες του καπιταλισμού. Η πρώτη άφορα τη γενική αιτιότητα των περιφράξεων με εξηγήσεις που κυμαίνονται από την νεοκλασική «τραγωδία των κοινών», τις ακραίες φυσικές αντιδράσεις στο φόβο και την ανισότητα, τις ανάγκες για αλλαγές στη συσσώρευση του κεφαλαίου κατά τη διάρκεια των κρίσεων υπερσυσσώρευσης, ή την απειλή ότι οι ταξικοί αγώνες τίθενται στην παράγωγη και αναπαραγωγή. Μια δεύτερη διαφορά βρίσκεται στη θέση των περιφράξεων από ιστορικής σκοπιάς με μερικούς συγγραφείς να βλέπουν τις σημερινές περιφράξεις ως απαντήσεις σε συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές των κρίσεων, είτε λέγω των αντιφάσεων της νεοφιλελεύθερης πολεοδομίας που άφορα την κοινωνική αναπαραγωγή, είτε λόγω των περιοδικών κρίσεων του κεφαλαίου (Dawson, 2010 για μια περιοδιολόγηση των περιφράξεων από τον Harvey), ενώ για άλλους, οι περιφράξεις αποτελούν ένα λογικό, εξελικτικό και διαρκές χαρακτηριστικό των κοινωνιών της αγοράς είτε με τις φυσικές περιφράξεις ιδιωτικοποίησης των πόρων καθώς η αξία και η έλλειψή τους αυξάνει, ή στις γενικότερες και διαφοροποιημένες στρατηγικές του κεφαλαίου να συσσωρεύει για να αντιμετωπίζει τις καθημερινές απειλές που το εναντιώνονται. Αυτό συνδέεται με μια τρίτη διαφωνία, σε σχέση με τους φορείς και τους μηχανισμούς των περιφράξεων: για κάποιους οι περιφράξεις είναι εγγενώς μια εξωοικονομική πράξη διαχωρισμού, ιδιωτικοποίησης και αποστέρησης-λεηλασίας που ενσωματώνεται στους φυσικούς και νομικούς μηχανισμούς που ενορχηστρώνονται κυρίως από τα έθνη-κράτη (είτε μεμονωμένα είτε σε συνεννόηση) και άλλους πολιτικούς παράγοντες που είναι ικανοί να ασκούν φυσικό και νομικό έλεγχο επί των πόρων προκειμένου για ορισμένους να τους ιδιωτικοποιήσουν και για άλλους να προκαλέσουν την αποστέρηση των κατοίκων τους, ενώ για άλλους, αυτές οι εξωοικονομικές πράξεις επεκτείνονται στις μικρό-τεχνολογίες ελέγχου, επιτήρησης και το σημαντικότερο υποκειμενοποίησης που μπορούν τελικά να αναλάβουν αυτόματες διαδικασίες ρύθμισης και συμμόρφωσης χωρίς την ανάγκη για φυσική-σωματική και νομική επιβολή.

Ωστόσο, αντί να βλέπουμε αυτές τις διαφωνίες ως ασυμβίβαστες, εγώ νομίζω ότι μπορούμε να βρούμε σε αυτές κοινά σημεία και συμπληρωματικότητα που προσφέρει τη βάση για μια σύνθεση από την όποια μια προσωρινή θεωρία των νεοφιλελευθέρων αστεακών περιφράξεων μπορεί να σκιαγραφεί. Σε γενικές γραμμές, αυτό που συνδέει αυτές τις προσεγγίσεις είναι η αντίληψη των «περιφράξεων» περά από τη παραδοσιακή μαρξιστική διατύπωση για «το διαχωρισμό των παραγώγων από τα μέσα παραγωγής» ως μια διακριτή φάση εντός μιας τελεολογικής ανάπτυξης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής για να συμπεριλάβει πολλαπλές στρατηγικές και μορφές για την αντιμετώπιση της κρίσης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Ως εκ τούτου οι περιφράξεις μπορούν να αναζητούν νέες σφαίρες ζωής για συσσώρευση, που λαμβάνουν χώρα εντός χώρων που έχουν ήδη περιφραχθεί αλλά οι καπιταλιστικές σχέσεις απειλούνται, ή χώροι στόχοι ή δίκτυα που ενσωματώνουν μορφές κοινών, όχι μονό ως φυσικές δεξαμενές πόρων, αλλά επίσης ως κοινωνικά κατασκευασμένοι πόροι που παρέχουν βαθμούς προστασίας από τις δυνάμεις της αγοράς και τις στρατηγικές συσσώρευσης. Αυτά τα κοινά δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι εναλλακτικοί μη καπιταλιστικοί οικονομικοί χώροι, αλλά μάλλον αποτελούν μια επαρκή ασφαλής σύνθεση για να υπονομεύσουν τη συσσώρευση. Με άλλα λόγια, η πρωταρχική συσσώρευση και οι περιφράξεις δεν αφορούν μονό τη περίφραξη των ορυκτών και της γης με τη στενή έννοια αλλά κλείνουν την πρόσβαση σε κάθε χώρο ή κοινωνικότητα που απειλεί την ιδεολογική και υλική μας εξάρτηση από καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, ως εκ τούτου πρόκειται για μια απειλητική συσσώρευση.

Καθορίζοντας αυτές τις γενικές αρχές, μπορούμε να κατανοήσουμε τις «νέες περιφράξεις» καθώς αποτελούνται από τρεις κύριες πράξεις. Η πρώτη είναι η ιδιωτικοποίηση, αυτή αφόρα τη «φυσικό-νομική» διαδικασία περίφραξης μέσω της οποίας επιτυγχάνεται ο διαχωρισμός ανάμεσα σε εκείνους που έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής, πρόσβασης και καθορισμού πρόσβασης και χρήσης καθώς επίσης και πραγματοποίησης της ανταλλακτικής αξίας (και του κέρδους) –είτε της γης, είτε των υπηρεσιών είτε των ιδεών- και εκείνων που δεν έχουν τέτοια δικαιώματα. Οι φράχτες μπορεί να είναι υλικά ή άυλα σύνορα που αστυνομεύονται μέσα από κώδικες συμπεριφοράς και επιτήρησης, αλλά ταυτόχρονα απαγορεύουν και προστατεύουν τα ατομικά δικαιώματα ιδιοκτησίας. Η δεύτερη πράξη των περιφράξεων είναι η αποστέρηση εκείνων που τώρα βρίσκονται στην άλλη πλευρά αυτής της νέας περίφραξης είτε χάνουν τη γη για τη καλλιέργεια τροφίμων, είτε την κατοικία, είτε τη πρόσβαση σε συγκεκριμένες υπηρεσίες ή ακόμα σε γνώσεις. Η τελευταία πράξη των περιφράξεων έρχεται από τη διαδικασία της καπιταλιστικής υποκειμενοποίησης – εδώ οι περιφράξεις σημαίνουν την σύλληψη των ανθρώπων, των τόπων, των χώρων και της κουλτούρας εντός της εμπορευματοποιημένης και αλλοτριωτικής λογικής της συσσώρευσης του κεφαλαίου και την ανταγωνιστική, αγοραία λογική του νεοφιλελεύθερου ορθολογισμού. Το να απο-κλειστεί κάποιος από τα μέσα επιβίωσης σημαίνει ότι πρέπει να εγ-κλειστεί εντός της διαδικασίας συσσώρευσης και της συγκεκριμένης λογικής και ορθολογικότητας του κεφαλαίου. Εδώ μπορούμε να σκεφτούμε τις περιφράξεις ως φυλάκιση-εγκλεισμό, όπως την περίφραξη του μυαλού και των σωμάτων εντός των καπιταλιστικών-αυτοκρατορικών-αυταρχικών μηχανών ως παράγοντες της καπιταλιστικής παραγωγής (μισθωτή εργασία), ως καταναλωτές στη καπιταλιστική αγορά, ως ιδεολογικοί οπαδοί της καπιταλιστικής κοινωνίας (επιχειρηματίες ή ιδιοκτήτες) στο έλεος του «καπιταλιστικού ρεαλισμού» (Fisher, 2009). Το να υπόκειται κάποιος σε εγκλεισμό σημαίνει ότι εμπορευματοποιείται, αντικειμενοποιείται, γίνεται απάνθρωπος και αυτή είναι η διαδικασία υποκειμενοποίησης.

Ωστόσο, εάν μπορούμε στο επίπεδο της αφαίρεσης να κατανοήσουμε το σκοπό και τους μηχανισμούς των νέων περιφράξεων, πως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο για να εξηγήσουμε τη ζωή στο συγκεκριμένο επίπεδο και πως μπορεί αυτό το πλαίσιο να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τι συμβαίνει στο έδαφος των πόλεων; Στο υπόλοιπο του κειμένου, προσπαθώ να ανταποκριθώ σε αυτή την πρόκληση μέσω ενός σύντομου και ενδεικτικού παραδείγματος ιδιωτικοποίησης της κατοικίας και των πολιτικών αστικής αναζωογόνησης στην Βρετάνια την εποχή του νεοφιλελευθερισμού

 

Νεοφιλελεύθερες αστεακές περιφράξεις σε κίνηση: πολιτική ιδιωτικοποίησης της κατοικίας στην Βρετανία

Από το 1979, οι διαδοχικές κυβερνήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο ανεξάρτητα από την πολιτική τους σύνθεση ακολούθησαν ένα διαρκές νεοφιλελεύθερο «σχέδιο» με στόχο το σύστημα κατοικίας να άρει τους προστατευτισμούς των κατοίκων από τις δυνάμεις της αγοράς. Η φύση αυτών των προστατευτισμών και πως αυτοί θεσμοθετήθηκαν είναι αρκετά περίπλοκη για αυτό το άρθρο, αλλά τα βασικά χαρακτηριστικά τους μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Στα τέλη του 19ου με αρχές 20ου αιώνα, η θεαματική αποτυχία των γαιοκτημόνων (και των φιλάνθρωπων Βικτοριανών) ενισχύθηκε από τους φόβους για μια πιθανή επανάσταση της εργατικής τάξης η οποία είχε σφυρηλατηθεί στις ανθυγιεινές φτωχογειτονιές των πόλεων και ως εκ τούτου τροφοδοτήθηκε η κρατική παρέμβαση που για διάφορους λογούς θα αποτελούσε το βασικό πυλώνα της μεταπολεμικής συναίνεσης του κράτους πρόνοιας (δες Harloe, 1995). Η κυρία μορφή της κρατικής παρέμβασης ήταν ένα συνεχές, κρατικά χρηματοδοτούμενο δημόσιο πρόγραμμα ανέγερσης κατοικιών, το όποιο έως τα τέλη της δεκαετίας του 1970 είχε δημιουργήσει ένα αξιόλογο αριθμό από 6,6 εκατομμύρια δημόσια σπίτια τα οποία ανήκανε και διαχειρίζονταν από τις δημοτικές αρχές και αντιπροσώπευαν περίπου το ένα τρίτο των κατοικιών της χωράς.

Αυτό που αποκαλούν οι Malpass και Victory (2010) ως το βρετανικό μοντέλο δημόσιας κατοικίας χαρακτηρίζονταν από τρία βασικά χαρακτηριστικά: μια κυρίαρχη επιλογή και «μη-αγοραία» εναλλακτική στην ιδιωτική ιδιοκτησία ή στο ενοίκιο, φιλοξενία ενός ευρύτατου κοινωνικού φάσματος (Hills, 2007) και δημοτική παράγωγη στην οποία οι τοπικές αρχές ήταν άμεσα υπεύθυνες για τα κτίσματα, για την καθημερινή διαχείριση, την συντήρηση και χρηματοδότηση (υποστηριζόμενη από κεντρική επιδότηση) των δημόσιων κατοικιών. Επισης η οι δημοτικές αρχές ήταν υπόλογες στους κατοίκους μέσω κάλπης. Το μοντέλο κατανομής βασίστηκε σε γενικές και όχι σε ειδικές ανάγκες και προσέφερε την ασφάλεια ενός «σπιτιού» σε όσους ανέμεναν για πρώτη φόρα, και τους εξυπηρέτησε σε πρώτη βάση με κάποια διακριτική ευχέρεια με βάση τις συνθήκες. Ωστόσο, η κρατική παρέμβαση προχώρησε περά από τη δημόσια κατοικία για να συμπεριλάβει διάφορες ρυθμίσεις και για τις ιδιωτικές κατοικίες που νοικιάζονται προς την κατεύθυνση της προστασίας των ενοικιαστών από πιθανές εξώσεις καθώς και τον Κώδικα Στέγασης του 1977, με τον οποίο οι τοπικές αρχές παρείχαν μισθώσεις για τις πλέον ευάλωτες κοινωνικές ομάδες αστέγων (δες Hughes and Lowe, 1995).

Παρά το γεγονός ότι η ατομική ιδιοκτησία έγινε το κυρίαρχο θέμα κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου, επικουρούμενη από κρατικές επιδοτήσεις, την ιδία στιγμή κερδήθηκε η αρχή της αποεμπορευματοποίησης στη παροχή στέγασης και το κράτος εξασφάλισε ότι θα παρείχε εναλλακτικές συμπληρωματικές αξιοπρεπείς κατοικίες. Ωστόσο η έλευση του νεοφιλελευθερισμού με την εκλογή των Συντηρητικών της Θάτσερ το 1979 έφερε μια συστηματική επίθεση σε αυτό το καθεστώς με τρόπους που συνέλαβαν στο να θέσουν σε κίνηση τις νέες αστεακές περιφράξεις.

Πολεοδομική ιδιωτικοποίηση

Αιχμή του δόρατος της νεοφιλελεύθερης επίθεσης, ιδίως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 υπήρξε η φυσικό-νομική μορφή των περιφράξεων –ιδιωτικοποίηση- μέσω των οποίων παραδοσιακά δικαιώματα, σε αυτή τη περίπτωση το δικαίωμα του πληθυσμού να έχει πρόσβαση σε δημόσια στέγαση αντικαταστάθηκε με ατομικά δικαιώματα ιδιοκτησίας. Η ιδιωτικοποίηση στόχευσε στο μοντέλο της δημόσιας στέγασης μέσω της ενθάρρυνσης για άμεσες πωλήσεις με μεγάλες εκπτώσεις των δημόσιων κατοικιών στους ίδιους τους ενοίκους τους (είναι η γνωστή καμπάνια «Δικαίωμα στην Αγορά») έτσι ώστε να επεκτείνει της ατομική ιδιοκτησία σε βάρος του αποθέματος δημόσιων κατοικιών (Forest and Murie, 1988). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων, περίπου 2.7 εκατομμύρια δημόσια σπίτια έχουν πουληθεί με αυτόν τον τρόπο. Η περίφραξη από ιδιώτες έχει συμπληρωθεί με την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων οργανισμών διαχείρισης της κατοικίας (δημόσια μεσιτικά γραφεία) και ολόκληρο το κρατικό απόθεμα που διαχειρίζονταν από φιλανθρωπικές οργανώσεις ή  Κοινωνικούς Διαχειριστές (RSL) δίνεται σε ιδιώτες μεσίτες ως μέρος της επιθυμίας του κράτους να τελειώνει με τη διαχείριση της δημόσιας περιούσιας από τους δήμους οι όποιοι έως τότε διαχειρίζονταν περίπου 1,5 εκατομμύρια κατοικίες. Ωστόσο, το κράτος έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο από αυτές τις τακτικές ως μέρος «της ευρύτερης στρατηγικής ενίσχυσης της ιδιωτικοποίησης» (Murie, 1993, p. 154). Κάτω από την πολιτική της εγκατάλειψης (residualisation) (Cole and Furbey, 1994), σταδιακά μειωθήκαν τα καινούργια κτίρια κοινωνικής κατοικίας και το μεγαλύτερο ποσό από την μειωμένη επιδότηση δίνεται μόνο για τις «ενοικιαζόμενες κοινωνικές κατοικίες» οι οποίες παραχωρούνται σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς, οι όποιοι με τη σειρά τους αναγκάζονται να στηριχτούν σε εμπορικό δανεισμό και ως εκ τούτου αυξάνουν τα ενοίκια. Το αποτέλεσμα ήταν από το 1979 να χαθούν 1.9 εκατομμύρια ενοικιαζόμενες κοινωνικές κατοικίες, και συνεπώς να πέσει το ποσοστό τους από το 31,4% επί του συνολικού οικιστικού αποθέματος της Βρετανιας σε μόλις 18,1% σήμερα (CLG, n.d.). Άλλοι μηχανισμοί περιλαμβάνουν: απορρύθμιση των ελέγχων των ενοικίων και των δικαιωμάτων των ενοικιαστών τόσο στις ιδιωτικές όσο και στις κοινωνικές κατοικίες, ταυτόχρονα με την εμπορευματοποίηση των κοινωνικών κατοικιών, χρησιμοποιώντας δημόσιες επιχορηγήσεις και νομικές ρυθμίσεις για να ενθαρρυνθεί η ιδιωτική πρωτοβουλία, όπως απορρύθμιση της αγοράς στεγαστικών δανείων ή στεγαστικών επιδομάτων ώστε να ενισχυθεί η ιδιωτική ενοικίαση, αναθέτοντας την κατασκευή και τις διάφορες υπηρεσίες όπως φύλαξη, καθαριότητα και συντήρηση όπως και την χρηματοδότηση αυτών των δραστηριοτήτων σε ιδιωτικές εταιρίες, για παράδειγμα στην Private Finance Initiative (δες Hodkinson, 2011), ιδιωτικοποιώντας την αναπτυξιακή διαδικασία μέσω ενός εξορθολογικοποιημένου σχεδιασμού και ελέγχου της κατασκευής και καθιστώντας τη δημόσια γη διαθέσιμη για ιδιωτική ανάπτυξη, μέσω των λεγόμενων σχεδίων ανάπλασης που περιλαμβάνουν την καταστροφή των κοινωνικών κατοικιών (αλλά και ιδιωτικών κατοικιών) ώστε να ανοίξει ο δρόμος για ιδιωτική οικιστική ανάπτυξη (Allen, 2008).

Αυτές οι κινήσεις προς την ιδιωτικοποίηση φαίνεται να είναι κυρίως προσανατολισμένες προς την έννοια του Harvey «συσσώρευση μέσω της αποστέρησης» (accumulation by dispossession). Η επέκταση της ιδιοκτησίας κατοικίας έχει γίνει ζωτικής σημασίας για την εύρεση νέων πηγών συσσώρευσης για το χρηματιστικό κεφάλαιο. Αυτός είναι ο λόγος για τον όποιο η ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής κατοικίας έγινε η πολιτική ναυαρχίδα στην Βρετανία, φράζοντας τις οικονομικά προσιτές και ασφαλείς εναλλακτικές απέναντι στις αγοραίες λύσεις και ελέγχοντας εκλογικά βασικά τμήματα της εργατικής τάξης σε αυτό που η Θάτσερ αποκάλεσε «λαϊκός καπιταλισμός» (popular capitalism). Η άμεση ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής κατοικίας έχει δημιουργήσει νέες διεξόδους για πλεονάζοντα κεφάλαια, περισσότερο ως ευκαιρίες για την κυκλοφορία και συσσώρευση των τοκοφόρων-εντόκων κεφαλαίων που ανήκουν σε τράπεζες και άλλους καπιταλιστές χρηματοδότες, για παράδειγμα, μέσω στεγαστικών δανείων σε ατομικούς ενοικιαστές εξαγοράζοντας το δικαίωμα στην αγορά ή μέσω δανείων σε συνεταιριστικές εταιρίες ώστε να διευκολυνθούν να αγοράσουν και να επενδύσουν στα πρώην κτίρια κοινωνικής κατοικίας. Αυτό επέτρεψε σε τοκοφόρα-έντοκα κεφάλαια να αποκτήσουν πιο επικερδή πρόσβαση σε ενοίκια γης που προηγουμένως ήταν κλειδωμένα στο παλαιό συλλογικό στεγαστικό μοντέλο, τώρα λοιπόν είναι ικανά να διεκδικήσουν υψηλότερα επιτόκια από τους ενοικιαστές που γίνονται δανειστές, ή από τις συνεταιριστικές εταιρίες οι οποίες πρέπει σε ευθέτω χρόνο να χρεώνουν υψηλότερα ενοίκια για να μπορούν να εξυπηρετούν τα υψηλότερα χρέη που συνδέονται με όλο και μικρότερους και ως εκ τούτου πιο ριψοκίνδυνους συνεταιρισμούς. Ενώ οι συνεταιριστικές εταιρίες είναι φιλανθρωπικά ιδρύματα δεν επιτρέπεται από το νόμο να μοιράζουν τα κέρδη στους μετόχους, εξακολουθούν ωστόσο να λειτουργούν ως εμπορικές επιχειρήσεις έχοντας λειτουργικά κέρδη. Εν τω μεταξύ μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι έχουν τη δυνατότητα να αναπτύσσονται στο κενό που αφήνετε από την απώλεια της κοινωνικής κατοικίας.

Η διαδικασία ιδιωτικοποίησης προσέφερε δεκάδες δισεκατομμύρια λίρες στο κράτος και ταυτόχρονα δημιουργήσει τεράστιες περιουσίες για ιδιωτικούς συμβούλους και για μυριάδες ασφαλιστικές, λογιστικές και νομικές εταιρίες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ιστορία των συμβούλων κοινωνικής κατοικίας HACAS Chapman Hendy, των οποίων ο ισολογισμός αυξήθηκε καθώς συμβούλευαν τις τοπικές αρχές να μεταβιβάσουν τις μετοχές τους ενώ την ίδια στιγμή συγχωνεύονταν με μια αντίπαλη εταιρεία η όποια και αγόρασε τις δημοτικές μετοχές κάνοντας μερικά διευθυντικά στελέχη εκατομμυριούχους (Inside Housing, 2003).

Η ιδιωτικοποίηση της δημόσιας γης σε πολύτιμες αστικές και περιαστικές περιοχές έχει με τη σειρά της ξεκλειδώσει την ιδιωτική οικιστική ανάπτυξη, επιτρέποντας σε κερδοσκόπους να ποντάρουν σε μεγάλα «κενά ενοικίων» (Smith, 1979) (η διαφορά μεταξύ των πιθανών τιμών ενοικίασης που μπορεί να δώσει ένα κομμάτι γης λόγω της θέσης τους και της πραγματικής τιμής ενοικίασης) και τα εισοδήματα των ιδιοκτητών να επωφεληθούν από την αύξηση των αξιών γης. Οι πρόσφατες κρατικές παρεμβάσεις εξευγενισμού έχουν λειτουργήσει παράλληλα με τις προηγούμενες τεχνολογίες ιδιωτικοποίησης, όπως η νομοθεσία «Δικαίωμα στην Αγορά». Οι Νέοι Εργατικοί, για παράδειγμα άσκησαν πολιτικές που αποσκοπούσαν στην τόνωση των τοπικών αγορών γης μέσω της ενθάρρυνσης στους πλεονασματικούς ενοικιαστές των κοινωνικών κατοικιών να αυτοπεριφραχθούν με το να αναλάβουν τις εκπτώσεις που δικαιούνταν με τη γνώση ότι σε λίγα χρονιά θα μπορούν να πουλήσουν τα σπίτια τους για μεγάλα κέρδη ή θα μπορούν να τα ανταλλάξουν με ισοδύναμα χρηματοδοτικά πακέτα κατανάλωσης ή περαιτέρω επενδύσεων.

 

Αστεακή αποστέρηση

Ωστόσο, οι νέες διέξοδοι για το πλεονασματικό κεφάλαιο για συσσώρευση μέσω της ιδιωτικοποίησης των πόρων ζωής είναι μονό ένα μέρος της ιστορίας των περιφράξεων στην κατοικία. Για να αναγνωρίσουμε τις διαδικασίες αποστέρησης απαιτείται να κοιτάξουμε πως αυτές οι πολιτικές παρεμβάσεις έχουν λειτουργήσει κατά τη διάρκεια του χρόνου και σε όλους τους χώρους για να διαχωρίσουν τους ανθρώπους, είτε άμεσα είτε έμεσα, ολοκληρωτικά είτε τμηματικά, από τις μορφές και τους χώρους των κοινών που είναι ενσωματωμένοι στο πλαίσιο παροχής στέγης. Υπό αυτή την οπτική γωνία, η κοινωνική κατοικία στην Βρετανία έχει με πολλούς τρόπους επιτελέσει ένα αποεμπορευματικό ρόλο ως κοινή ιδιοκτησία βοηθώντας εν μέρει να ανατραπεί η περίφραξη σε αρκετές πόλεις. Αρχικά κατά τη διάρκεια της κατασκευής των κτιρίων, οι τοπικές αρχές αγόρασαν τη γη προς όφελος του δημοσίου από ιδιώτες χρησιμοποιώντας τη λογική του συλλογικού καταμερισμού των κινδύνων σε όλο το πληθυσμό, δανείζοντας φθηνότερα από τις αγορές και προσφέροντας ελκυστικά πακέτα σε επενδυτές. Παρόλο που τα ενοίκια ήταν αρχικά απρόσιτα σε μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης, στη συνέχεια με τη πάροδο του χρόνου έπεσαν αρκετά λόγω της πτώσης του κόστους κατασκευής και της δυνατότητας δανεισμού. Η κατασκευή νέων κοινωνικών κατοικιών εν μέρει χρηματοδοτήθηκε από τα ενοίκια των κατοικιών που αποδεσμεύονταν από τα δάνεια (δες Ambrose et al., 2005). Αυτή η οικονομική προστασία ενάντια στην εκμετάλλευση από τους καπιταλιστές ιδιόκτητες ενισχύθηκε από περισσότερα στεγαστικά δικαιώματα και ρυθμίσεις σε σχέση με την ιδιωτική αγορά. Η παροχή δημόσιας στέγασης είχε μια ευρύτερη σφαίρα επιρροής που μπορεί να παραλληλιστεί με τα κοινά δικαιώματα της φεουδαλικής οικονομίας: με την άμεση θωράκιση εκατομμυρίων εργαζομένων από τον πειθαρχικό ρόλο των ενοικίων και των στεγαστικών δανείων και έμμεσα με τον περιορισμό των τιμών αγοράς, επίσης οι κοινωνικές κατοικίες μειώνουν την κοινωνική δύναμη του κεφαλαίου στο χώρο εργασίας. Υπάρχουν φυσικά, σοβαροί περιορισμοί και αντιφάσεις εντός της κοινωνικής κατοικίας που υπονομεύουν τα «κοινά» τους, ειδικά στην από την από τα πάνω προς τα κάτω, πατερναλιστική και γραφειοκρατική αντιμετώπιση των ενοικιαστών από τους δημοτικούς άρχοντες (δες Ward, 1974). Παρόλα αυτά, επιστρέφοντας στην θεωρία του De Angelis για τις περιφράξεις μπορούμε να δούμε πως τα δικαιώματα και οι παροχές που συνδέονται με την κοινωνική κατοικία, καθώς και ο έλεγχος των ενοικίων και οι πιο ασφαλείς μισθώσεις στον ιδιωτικό τομέα που εισήχθησαν τις δεκαετίες 60 και 70, παρείχαν στους ανθρώπους μέσα αναπαραγωγής που δεν ήταν άμεσα εξαρτημένα από τη μισθωτή εργασία, την ταξική σύγκρουση και την απειλητική συσσώρευση. Όπως ισχυρίζεται ο Perelman (2000, p. 34)

«…οι αστικοί πληθυσμοί εξακολουθούν να συντηρούν τον εαυτό τους άμεσα με πολλαπλούς τρόπους περά από την καλλιέργεια τροφής. Η στέρηση των ανθρώπων από τα μέσα συντήρησης τους εξωθεί σε μια μεγαλύτερη εξάρτηση από την αγορά όπως συμβαίνει με τον εξίσου σοβαρό περιορισμό τους από τα μέσα παράγωγης τροφίμων.»

Συνολικά, η νεοφιλελεύθερη στροφή οδήγησε σε μια μαζική περίφραξη των μεταπολεμικών προστατευτικών δημόσιων κοινών κατοικίας και σήμαινε ότι για τους περισσότερους ανθρώπους, η πρόσβαση στην κατοικία θα μπορούσε από εδώ και περά να γίνει μόνο με ιδιωτικά μέσα (ιδιοκτησία ή ενοίκια), το οποία με τη σειρά τους συνέβαλαν καθοριστικά σε μια στεγαστική κρίση που προκλήθηκε από την βασική αντίφαση μεταξύ της επιδίωξης για κέρδη από ιδιόκτητες και χρηματιστές και από την παροχή κατοικίας που ανταποκρίνεται στους πραγματικούς μισθούς και εισοδήματα. Καθώς τα περισσότερα νοικοκυριά αποκλείστηκαν τόσο από τη κοινωνική κατοικία όσο και από την ιδιόκτητη κατοικία, εκτοπίστηκαν στην αγορά ιδιωτικών ενοικίων τα οποία με τη σειρά τους υπόκειται σε περαιτέρω διαδικασίες περιφράξεων καθώς ενισχύεται η δύναμη των ιδιοκτητών, οι οποίοι με μεγαλύτερη ευκολία τώρα απειλούν με εξώσεις, καταργούνται οι έλεγχοι των ενοικίων και περικόπτονται τα επιδόματα κατοικίας. Πρόκειται ακριβώς για αυτό που περιγράφει ο De Angelis ως «πειθαρχική ένταξη» στην λογική της συσσώρευσης που φέρνουν οι περιφράξεις.

Αυτή η γενική αποστέρηση του αστικού προλεταριάτου από τις μορφές των στεγαστικών κοινών συνοδεύτηκε επίσης από την άμεση εκτόπιση των ανθρώπων από τα σπίτια τους, τις κοινότητες τους και τις γειτονιές τους και ως εκ τούτου από τα αστικά κοινά όπως τα συλλαμβάνει ο Blomley (2008). Αυτή η δήλωση χρειάζεται μια επεξήγηση. Το δικαίωμα στην αγορά σπιτιού, σε πρώτη φάση, στην πραγματικότητα ενίσχυσε τους κατοίκους να αποκτήσουν την νομική κατοχή των σπιτιών που έως τότε νοίκιαζαν, τουλάχιστον για όσο καιρό θα συμβάδιζαν με την αποπληρωμή των δανείων που πήραν για την αγορά. Παρομοίως, η μεταφορά των κοινωνικών κατοικιών σε συνεταιρισμούς συνεπάγεται μια αλλαγή στον ιδιοκτήτη αλλά δεν περιλαμβάνει συνήθως του ενοικιαστές που χάνουν τα σπίτια τους. Επιπλέον, σε αντίθεση με την τύχη των commoners που είχαν υποστεί τις παλιές περιφράξεις, και άμεσα εκτοπίστηκαν ως αποτέλεσμα της κατεδάφισης είτε των κοινωνικών είτε των ιδιωτικών κατοικιών, οι νομικοί προστατευτισμοί παρέχουν τόσο στους ενοικιαστές όσο και στους ιδιόκτητες ένα βαθμό χρηματικής αποζημίωσης και δικαιωμάτων, παρόλο που υπάρχει πληθώρα αποδείξεων κατάχρησης και αδικίας. Ως εκ τούτου για να κατανοήσουμε την άμεση εκτόπιση θα πρέπει να κατανοήσουμε τις κινητήριες δυνάμεις της αγοράς που εξαπέλυσαν οι περιφράξεις και τις επακόλουθες προσπάθειες του κράτους να συλλάβει και να τονίσει αυτές τις δυνάμεις προκειμένου να «αναγεννήσει» τις υποβαθμισμένες περιοχές της πόλης (Smith, 2002). Ο David Harvey (2003) γράφοντας για τον αντίκτυπο της πολιτικής της Θάτσερ «Δικαίωμα στην Αγορά» που επέτρεψε τους ενοικιαστές της εργατικής τάξης να αγοράσουν σε χαμηλές τιμές τα σπίτια κοινωνικής κατοικίας στα οποία διέμεναν, ισχυρίζεται ότι από τη στιγμή που η κατοικία μετασχηματίστηκε από δημόσια σε ιδιωτική ιδιοκτησία και απελευθερώθηκε στην καπιταλιστική αγορά ακινήτων, ακολούθησε μια δυναμική διαδικασία περαιτέρω περιφράξεων

«…αναπτύχθηκε κερδοσκοπία στη κατοικία, ιδίως σε προνομιακές κεντρικές περιοχές, η οποία έλαβε τη μορφή της δωροδοκίας καλοπιάνοντας ή εξαναγκάζοντας τους χαμηλού εισοδήματος πληθυσμούς να εκτοπιστούν στην περιφέρεια των πόλεων όπως το Λονδίνο και μετασχηματίζοντας τα συγκροτήματα κατοικιών της εργατικής τάξης σε κέντρα εξευγενισμού. Η απώλεια προσιτής στέγασης δημιούργησε αστέγους και κοινωνική ανομία σε πολλές γειτονιές.» (p. 158)

Το δικαίωμα στην Αγορά έδωσε κίνητρα σε εκείνους τους εργολάβους και ιδιόκτητες ακίνητων που ήδη είχαν κερδίσει μια θέση στα συμβούλια κατοικίας μέσω της πώλησης από πρώην ενοικιαστές και οδήγησε σε περαιτέρω εκτοπίσεις τους ενοικιαστές που δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στα νέα υψηλοτέρα ενοίκια ή σε άμεσες εκτοπίσεις όταν οι ιδιοκτήτες τους δεν ήθελαν να ζουν στις ανακαινισμένες ιδιοκτησίες τους. Παραφράζοντας τον Μαρξ (1990 [1864], p. 899), το «έξω-οικονομικό» χέρι του τοπικού κράτους επέτρεψε τον «βουβό εξαναγκασμό» των δυνάμεων της αγοράς να διαλύσει τα αστικά κοινά, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο κερδοσκοπίας, εξευγενισμού και εκτοπίσεων όπως έχει περιγράψει ο Harvey. Υπό την κυβέρνηση των Νέων Εργατικών, η «από κάτω προς τα πάνω» διαδικασία εξευγενισμού που προκλήθηκε από το «Δικαίωμα στην Αγορά»  αχρηστεύτηκε (αλλά δεν αντικαταστάθηκε) από τα «από τα πάνω προς τα κάτω» σχήματα «αναγέννησης» που σχεδιάστηκαν για να μεγιστοποιηθεί το δυναμικό της αγοράς ακινήτων που χωροθετούνται σε κεντρικές περιοχές ώστε να επιτευχθούν «οφέλη» από την εκτόξευση των τιμών ακινήτων των κεντρικών περιοχών ενώ την ίδια στιγμή ενισχύονται οι αξίες της ιδιωτικής αγοράς ακινήτων. Με τον όρο «αναγέννηση» (regeneration), εννοώ την χρήση κρατικά καθοδηγούμενων τεχνολογιών εξευγενισμού που σχεδιάστηκαν για να αντικαταστήσουν τις προφανώς «παρωχημένες» κατοικίες της εργατικής τάξης (και προφανώς των «παρωχημένων» τους κατοίκων) με νέες ιδιωτικές κατοικίες ελκυστικές στα νοικοκυριά της μεσαίας τάξης (Allen, 2008). Αυτή η προσέγγιση επιδιώχθηκε πιο ξεκάθαρα στο πρόγραμμα του Εργατικού Κόμματος «Housing Market Renewal Pathfinder» που ξεκίνησε το 2003. Αυτό το πρόγραμμα αναγνώρισε συγκεκριμένης αστικές περιοχές της βόρειας Αγγλίας, με πιο γνωστές Salford και το Liverpool οι οποίες έπασχαν από την λεγόμενη «αποτυχία της αγοράς κατοικίας» -με χαμηλές ή πτωτικές τιμές ακινήτων, χαμηλή ζήτηση και εγκατάλειψη- που προκλήθηκε από χρόνια υπερπροσφορά κοινωνικών και εργατικών κατοικιών στο κέντρο της πόλης που μπορεί μονό να επιλυθεί με μεγάλης κλίμακας κατεδαφίσεις και εκτοπίσεις –που θα χρηματοδοτηθούν και θα προωθηθούν από το κράτος- ώστε να μπορέσουν να αναπτυχθούν νέες ιδιωτικές κατοικίες ελκυστικές στην αγορά της μεσαίας τάξης (Finlay and Brown, 2011).

 

Καπιταλιστική υποκειμενοποίηση

Με πολλούς τρόπους, η αστική ιδιωτικοποίηση και αποστέρηση στο πεδίο της κατοικίας συνέβαλε επίσης στην εξάπλωση της νεοφιλελεύθερης διακυβερνησιμότητας (Lemke, 2001), η οποία βοήθησε στο να διαμορφωθούν οι συνθήκες στις οποίες οι άνθρωποι γίνονται επιχειρηματίες, αυτοδύναμοι, ορθολογικοί οικονομικοί παίκτες-παράγοντες που ενεργά υποστηρίζουν τις προτεραιότητες της συσσώρευσης του κεφαλαίου και οι οποίοι θα είναι απρόθυμοι να αντισταθούν ή να αμφισβητήσουν το Υπάρχον. Συγκεκριμένα το «Δικαίωμα στην Αγορά» έπαιξε αποφασιστικό ιδεολογικό ρόλο στην άνοδο των ταξικών συγκρούσεων κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘80 με τρεις τρόπους. Πρώτον, αναπαριστά την πρωτοποριακή πολιτική του «λαϊκού καπιταλισμού» της Θάτσερ, ο οποίος είχε ως στόχο να διευρύνει την ιδιοκτησία και την κερδοσκοπία στην εργατική τάξη και να νομιμοποιήσει τη διάλυση του κράτους πρόνοιας. Δεύτερον, είχε διαλυτική επίδραση στο κοινοτικό καθεστώς κατοικίας. Τρίτον, έφερε ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης στον επισφαλή κόσμο της ιδιοκτησίας κατοικίας και σε δάνεια, γεγονός που είχε σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις:

«η ιδιοκτησία εξατομικεύει την κατανάλωση των εργατών μια την στοιχειώδη βασική αξία χρήσης ως καταφύγιο και επιφορτώνει την εργατική τάξη με ατομικά δάνεια και χρέη του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Οι ιδιοκτήτες πλέον δεν εμπλέκονται πολιτικά με τις τοπικές αρχές ως συλλογικό μόρφωμα ενοικιαστών και επομένως δεν είναι σε θέση να αγωνιστούν συλλογικά ενάντια στους μεγαλοϊδιοκτήτες δημόσιους ή ιδιωτικούς όπως έκαναν όταν ήταν ενοικιαστές» (Ginsburg, 1983: 46–47)

Στην κλίμακα της πόλης, η επίθεση στην κοινωνική κατοικία ήταν ένα σημαντικό όπλο διακυβέρνησης ενάντια στις τοπικές αρχές οι οποίες έχασαν τα καλύτερα και πιο πολύτιμα περιουσιακά τους στοιχεία ενώ το κάποτε δημοφιλές κέντρο της πόλης με τις μεικτές κοινότητες της εργατικής τάξης βαθμιαία χαρακτηρίζεται από χαμηλής ποιότητας κατοικίες, ανεργία, κοινωνικά δεινά και εξαρτημένο από την πρόνοια, και ως εκ τούτου ενισχύει ιδεολογικά τη δυναμική της ιδιωτικοποίησης. Αυτές οι πιο οργανικές διαδικασίες υποκειμενοποίησης συνοδεύτηκαν από διαδοχικά κύματα μεταρρυθμίσεων με στόχο την εισαγωγή μεγαλυτέρων εμπορικών εταιρειών, πειθαρχίες, κουλτούρα διαχείρισης κινδύνων και περιουσιακών στοιχείων, διακυβέρνησης αγοράς, πρακτικές διαχείρισης και οργάνωσης του ιδιωτικού τομέα και μεγαλύτερο ανταγωνισμό μεταξύ παρόχων στο τομέα της ενοικίασης κοινωνικής κατοικίας όπως σε μεγάλο βαθμό εμπνέεται από τις τεχνικές του New Public Management (NPM) (Walker, 2001). Εάν οι φορείς κοινωνικής κατοικίας έχουν αναγκαστεί να εσωτερικεύσουν τις πρακτικές αξίας των αγορών, την ανταγωνιστικότητα, την εμπορευματοποίηση, την εταιρική διαχείριση και την επιδίωξη του κέρδους, όσον αφόρα την κατανάλωση, το κράτος προσπάθησε να μετατοπίσει τον ρόλο των ενοικιαστών από παθητικούς αποδέκτες της κοινωνικής στέγασης, αν και εντός της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε «έναν πιο καταναλωτικό προσανατολισμό, στον οποίο όλο και περισσότερο τονίζονται τα ατομικά δικαιώματα και οι ευθύνες των ενοικιαστών ως απομονωμένα άτομα» (Malpass and Victory, 2010, p. 13). Αυτό έχει επιδιωχθεί μέσω αρκετών επικαλυπτόμενων πολιτικών. Η μια είναι η δημιουργία της επίσημης διαδικασίας «συμμετοχής των ενοικιαστών» στην οποία η συμμετοχή περιορίζεται κυρίως στη «βαθμολόγηση» των επιδόσεων των ιδιοκτητών σε στενά καθορισμένες έρευνες. Μια άλλη είναι η πολιτική της «ενοικίασης με επιλογή» στην οποία οι ενοικιαστές και οι πιθανοί μισθωτές, όχι οι διαχειριστές των κατοικιών ή οι σύμβουλοι, υποτίθεται «επιλέγουν» εάν θέλουν να ζήσουν στις διαθέσιμες κατοικίες. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει παραγοντική «επιλογή» λόγω της έλλειψης διαθέσιμης κοινωνικής κατοικίας και επειδή τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την κατανομή αυτών των περιορισμένων κοινωνικών κατοικιών βασίζονται στο πόσα «σημεία» έχουν αποκτήσει μέσω συγκεκριμένων προσωπικών καταστάσεων. Ωστόσο, ο σκοπός φαίνεται να είναι η δημιουργία μια διαδικασίας κατά την οποία οι ενοικιαστές να μάθουν να είναι «ανταγωνιστικοί» και να «δυσανασχετούν» εκείνοι που είναι λιγότερο τυχεροί, όπως επίσης και να καταδεικνύουν στις τοπικές αρχές σε ποιες περιοχές ή τύπους ιδιοκτησίας δεν θα ήθελαν ποτέ να ζήσουν, παρέχοντας περισσότερα εφόδια για μελλοντικές ιδιωτικοποιήσεις και εκτοπίσεις. Συνδεδεμένο με το προηγούμενο είναι και το εθνικό καθεστώς αναδιάρθρωσης των ενοικίων, το οποίο από το 2002 έβαλε ως στόχο να εναρμονίσει τα ενοίκια σε μια ενιαία ρύθμιση που βασίζεται στο μέγεθος της κατοικίας, την αξία και τα κέρδη και λαμβάνοντας υπόψη τον ετήσιο πληθωρισμό. Ο σκοπός, περά από την αύξηση των ενοικίων στις κοινωνικές κατοικίες, ήταν να δημιουργηθεί μια πιο ευθυγραμμισμένη στις αγορές δομή η οποία σύμφωνα με τον πρώην Υπουργό Κατοικίας, οι ενοικιαστές να μπορούν να δράσουν ως πιο απαιτητικοί καταναλωτές, επιλέγοντας «εάν πρέπει να πληρώσουν περισσότερο για μια καλύτερη κατοικία ή να εξοικονομήσουν χρήματα επιλέγοντας μια λιγότερο δημοφιλή κατοικία» (Sally Keeble MP cited in Wilson, 2012, p. 2).

Επίλογος: από τις αστικές περιφράξεις στα αστικά κοινά;

Επιστρέφοντας στην αρχική πρόθεση του παρόντος άρθρου, προσπάθησα να φέρω μαζί τις θεωρίες της πρωταρχικής συσσώρευσης και των περιφράξεων και να διερευνήσω πως αυτές σχετίζονται και έχουν νόημα με τις «νέες αστικές περιφράξεις» που επιβάλλονται σήμερα στη νεοφιλελεύθερη πόλη. Ακολουθώντας τη δουλειά των David Harvey και Massimo De Angelis μεταξύ άλλων, το επιχείρημά μου, εν συντομία είναι ότι η φύση και ο σκοπός των αστικών περιφράξεων σήμερα δεν μπορεί να αναχθεί απλώς στην αρχική θέση του Μαρξ περί πρωταρχικής συσσώρευσης -«ο διαχωρισμός των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής»- αλλά περιλαμβάνει μια πολύ ευρύτερη, πολυδιάστατη διαδικασία που σκοπό έχει την εξεύρεση νέων αστικών διεξόδων για την συσσώρευση του κεφαλαίου. Ελέγχοντας την αξία χρήσης και την ανταλλακτική αξία του αστικού χώρου ή κλείνοντας την πρόσβαση σε κάθε αστικό χώρο ή κοινωνικότητα -κοινά- που προσφέρουν ένα μέσο αναπαραγωγής και προκαλούν τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Αυτές οι διαδικασίες περιφράξεων λαμβάνουν τρεις κυρίως μορφές –ιδιωτικοποίηση, αποστέρηση και καπιταλιστική υποκειμενοποίηση. Μέσω αυτής της οπτικής, εξήγησα πως η ιδιωτικοποίηση της κατοικίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην «συσσώρευση μέσω της στέρησης-λεηλασίας» και οι στρατηγικές των αστικών περιφράξεων τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες αποστέρησαν την κοινωνία από την κυρία μη εμπορευματική στεγαστική εναλλακτική ενώ η εκτόπιση αμέτρητων νοικοκυριών από τα σπίτια και τις κοινότητές τους και έφερε την νεοφιλελεύθερη κυβερνησιμότητα στην καθημερινή παραγωγή και κατανάλωση της κατοικίας.

Εάν αυτές οι αντανακλάσεις δεν παρουσιάζουν τίποτε το αισιόδοξο, εμείς μπορούμε να βρούμε παρηγοριά στον ισχυρισμό του De Angelis ότι οι περιφράξεις αποτελούν μια απάντηση στην κρίση και η κρίση είναι αποτέλεσμα των ταξικών αγώνων (2007). Με άλλα λόγια, το κεφάλαιο πρέπει να περιφράσσει λόγω του ότι εμείς διαρκώς αντιστεκόμαστε και κινούμαστε έξω από τη λογική του, κάτι το όποιο το κάνουμε καθ’όλη τη διάρκεια της ιστορίας των περιφράξεων (Linebaugh, 2008; Neeson, 1996 [1993]).  Η καθημερινή ζωή στις πόλεις σε όλο τον κόσμο είναι γεμάτη με οριζόντιες και υπόγειες αντιστάσεις ενάντια στις νέες αστικές περιφράξεις (Porter and Shaw, 2009). Αναπόφευκτα, οι αγώνες ενάντια στις περιφράξεις είναι συχνά αμυντικοί και αντιδραστικοί, καθώς υπερασπίζονται την ισχύουσα τάξη πραγμάτων χωρίς να μπορούν να προτείνουν μια θετική εναλλακτική που να ενώνει την κοινότητα περά από την αντίθεση. Ωστόσο, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό πράγμα. Όπως υποστηρίζει ο John Holloway στο πρόσφατο βιβλίο του, Ρωγμές στο Καπιταλισμό, δεν θα πρέπει να χάσουμε από τα μάτια μας τη δύναμη που κατέχουμε όταν αντιστεκόμαστε, όταν λεμέ «όχι», όταν ψάχνουμε για «ρωγμές»

«η μέθοδος της δημιουργίας ρωγμών είναι η μέθοδος της κρίσης: θέλουμε να κατανοήσουμε τον τοίχο όχι μέσα από τη στερεότητά του αλλά μέσα από τις ρωγμές του. Θέλουμε να κατανοήσουμε τον καπιταλισμό όχι ως κυριαρχία, αλλά από τη σκοπιά της κρίσης του, από τις αντιθέσεις και αδυναμίες το. Και θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτές οι αντιθέσεις είμαστε εμείς οι ίδιοι. (Holloway, 2010:9, δικιά μου έμφαση)

Όπως έχω γράψει αλλού (Hodkinson, 2011), οι εγγενείς διαθρωτικές αδυναμίες των πολιτικών να ιδιωτικοποιήσουν την κατοικία ή να εξευγενίσουν γειτονιές σχεδόν πάντα ενσωματώνονται στο πλαίσιο της κάθε συγκεκριμένης υπό απειλή κοινότητας (είτε πρόκειται για ενοικιαστές, για ιδιοκτήτες, εμπόρους, μικροεπιχειρηματίες) και κυρίως στην δύναμή τους να «καθυστερούν» μέσω πολλαπλών τακτικών. Κάθε καθυστέρηση δημιουργεί νέα κόστη και νέα ρίσκα και αβεβαιότητες, όχι μόνο χτυπώντας τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων αλλά επίσης αλλάζοντας ριζικά το πλαίσιο στο οποίο επιβάλλονται οι περιφράξεις υποβαθμίζοντας την αναμενόμενη κερδοφορία τους και ως εκ τούτου φαίνονται λιγότερο επιθυμητές στους πρωταγωνιστές και υποστηρικτές τους. Η κοινοτική δύναμη της καθυστέρησης ισχύει σε κάθε σχεδιασμό αναζωογόνησης, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον όποιο χρηματοδοτείται. Αυτό δείχνει τη σημασία όχι μονό της οικοδόμησης μιας μαχητικής καμπάνιας και την καταπολέμηση των σχεδίων καθ’όλη τη διαδρομή τους, αλλά επίσης ότι τα αιτήματα ακούγονται, αναγνωρίζονται και εμπλέκονται στη διαδικασία αναζωογόνησης η οποία ταυτόχρονα ανοίγει και επιβραδύνει, ενώ ανακαλύπτουν ένα τεράστιο ποσό πληροφοριών που θα βοηθήσουν τον αγώνα. Η δύναμη της καθυστέρησης, τελικά, μπορεί να δημιουργήσει τη διαπραγματευτική ισχύ με την οποία οι κοινότητες είναι σε θέση να ενισχύσουν ή να μειώσουν τις τακτικές καθυστέρησης σε αντάλλαγμα για παραχωρήσεις, δημιουργώντας μια ρωγμή σε αυτό που παλαιοτέρα ήταν ένας αδιαπέραστος τοίχος για τους ανθρώπους να απαιτούν αυτό που θέλουν.

Μια σημαντική αδυναμία της στρατηγικής της «καθυστέρησης» είναι ότι τις περισσότερες φορές ακόμα και εάν το διαπραγματευτικό τους χαρτί μπορεί να εξαργυρωθεί, το αποτέλεσμα δεν θα αλλάξει ριζικά και η αντιθετική πολιτική μένει η μονή πορεία δράσης. Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα όταν αμφισβητούνται μεγάλα πρότζεκτ που πρόκειται να καταστρέψουν τις γειτονιές και το δημόσιο χώρο, αλλά αποτελεί πρόβλημα όταν, παρά την απειλή της ιδιωτικοποίησης ή της εκτόπισης οι τόσο αναγκαίες επενδύσεις σε καταρρέουσες αστικές και οικιστικές υποδομές αποτελούν μια προσφορά και θα πρέπει οι αντιστάσεις να διαπραγματευτούν. Αυτό το κλασσικό δίλημμα για τα κοινωνικά κινήματα πόλης υπογραμμίζει την πεποίθησή μου ότι ο μόνος τρόπος για να αμφισβητηθούν οι νέες αστικές περιφράξεις είναι μέσω την παραγωγής και αναπαραγωγής των αστικών κοινών (Chatterton, 2010). Τα αστικά κοινά μπορούν να λάβουν πολλές διαφορετικές μορφές, αλλά είναι σίγουρα εναλλακτικές μορφές κοινωνικότητας που μας προστατεύουν απέναντι στις περιφράξεις και στις δυνάμεις της αγοράς, και μας επιτρέπουν να επιβιώνουμε ανεξάρτητα ή με κάποιους βαθμούς ανεξαρτησίας από τη μισθωτή εργασία. Άλλωστε αυτό που υποστηρίζει η προστατευτική ασπίδα των αστικών κοινών είναι εναλλακτικές κοινωνικές σχέσεις βασισμένες σε αυτό που έχει αποκαλέσει ο Linebaugh (2008) ως «commoning», όπου τα ατομικά συμφέροντα και οι διαφορές αρθρώνονται σε κοινά συμφέροντα και οι άνθρωποι παράγουν για να μοιράσουν και μοιράζουν ότι παράγουν. Εδώ ο χώρος δεν επιτρέπει μια κατανοητή άρθρωση, αλλά στον πυρήνα τους τα αστικά κοινά θα μπορούσαν να βασίζονται σε τρεις θεμελιώδεις αρχές της ζωής στην πόλη: η πρώτη είναι ότι η πόλη αποτελεί μια διαμοιρασμένη «δεξαμενή πόρων» στην οποία ο καθένας έχει εξίσου όση πρόσβαση και δικαίωμα και δεν θα πρέπει να ιδιωτικοποιείται, δεύτερον, η πόλη είναι επίσης η «δημόσια σφαίρα» που βασίζεται στην ανθρώπινη αλληλεπίδραση, αλληλεξάρτηση και συνεργασία από την οποία κανένας δεν θα πρέπει να αποκλείεται, και τρίτον η συλλογική ιδιοκτησία αξιώνεται από μια υπαρκτή κοινότητα επί του τόπου κατοικίας της, της γειτονιάς της και η τοπικότητα δημιουργεί ένα θεμελιώδες «δικαίωμα για να παραμένουν στη θέση τους» (Hartman, 2002 [1984]) που αντικαθιστά το δικαίωμα των ιδιοκτητών να τους εκτοπίζουν. Περί αυτού μιλώντας ο Lefebvre (1968) το σκιαγράφησε ως το «δικαίωμα στην πόλη» και όπως υποστήριξε ο Harvey (2008) στον πυρήνα του βρίσκεται η συλλογική δύναμη των μαζών, όχι των ελίτ, να σχηματοποιούν και να ελέγχουν τη διαδικασία της αστικοποίησης. Αυτή η συλλογική δύναμη, ακλουθώντας τον Purcell (2002),  θα μπορούσε να εμπεριέχει δυο θεμελιώδη δικαιώματα για τους κατοίκους των πόλεων: το δικαίωμα να συμμετέχουν άμεσα σε όλες τις αποφάσεις που παράγουν τον αστικό χώρο (είτε τον αντιληπτό χώρο, είτε τον κατανοητό, είτε το νοητικό χώρο) στην πόλη τους, και το δικαίωμα στην οικειοποίηση, το οποίο είναι η φυσική πρόσβαση, κατοχή και χρήση του αστικού χώρου, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να παράγουν νέο αστικό χώρο για να καλύψουν τις ανάγκες των κατοίκων. Συνδυάζοντας αυτά τα δικαιώματα σημαίνει ότι η αξία χρήσης και όχι η ανταλλακτική αξία, γίνεται το βασικό κριτήριο μέσω του οποίου παράγεται ο αστικός χώρος. Ωστόσο, παρόλο που αυτό σκιαγραφεί το περίγραμμα των αστικών κοινών και φαίνεται ελκυστικό, το ερώτημα παραμένει πως θα πετύχουμε αυτό το όραμα. Δεν μπορώ να το κρίνω αυτό εδώ τώρα, αλλά ελπίζω ότι αυτό θα μπορούσε να ενθαρρύνει και άλλους να ανταποκριθούν και παράξουν νέες συζητήσεις για την Πόλη στο κοντινό μέλλον.

References

Allen, C. (2008) Housing Market Renewal and Social Class. London: Routledge.

Ambrose, P., Rafferty, R., Nicolson, P., Griffins, S., Woyd, T., Cook, T. and Junster, B. (2005) Z2K—Memorandum to the Prime Minister on Unaffordable Housing. London: Zacchaeus 2000 Trust.

Anderson, P. (1974) Passages from Antiquity to Feudalism. London: Verso.

Beckett, K. and Herbert, S. (2010) Banished: The New Social Control in Urban America. Oxford: Oxford University Press.

Bell, P. and Cleaver, H. (1982) ‘Marx’s theory of crisis as a theory of class struggle’, Research in Political Economy 5, pp. 189–261.

Blakely, E. and Snyder,M. (1997) Fortress America: Gated Communities in the United States. Washington, DC: Brookings Institution Press.

Blomley, N. (2008) ‘Enclosure, common right and the property of the poor’, Social Legal Studies 17(3), pp. 311–331.

Bonefeld, W. (2001) ‘The permanence of primitive accumulation: commodity fetishism and social constitution’, The Commoner 2, pp. 1–15.

Bottomley, A. and Moore, N. (2007) ‘From walls to membranes: fortress polis and the governance of urban public space in 21st century Britain’, Law and Critique 18(2), pp. 171–206.

Boyle, J. (2008) The Public Domain: Enclosing the Commons of the Mind. New Haven, CT: Yale University Press.

Brenner, N. and Theodore, N. (2002a) ‘Cities and the geographies of actually existing neoliberalism’, Antipode 34(3), pp. 349–379.

Brenner, N. and Theodore, N. (2002b) Spaces of Neoliberalism: Urban Restructuring in North America and Western Europe. Oxford: Blackwell.

Bush, R. (2007) Poverty and Neoliberalism: Persistence and Reproduction in the Global South. London: Pluto Press.

Chatterton, P. (2010) ‘Seeking the urban common: furthering the debate on spatial justice’, City 14(6), pp. 625–628.

CLG (n.d.) ‘Dwelling stock: by tenure, GB (historical series) [Live tables], http://www.communities.gov.uk/ documents/housing/xls/table-102.xls (last accessed 6 August 2012).

Cole, I. and Furbey, R. (1994) The Eclipse of Council Housing. London: Routledge.

Cunningham, H. and Heyman, J. (2004) ‘Introduction: mobilities and enclosures at borders’, Identities 11(3), pp. 289–302.

Davis, M. (2006) Planet of Slums. London: Verso.

Dawson, A. (2010) ‘Introduction: new enclosures’, New Formations 69, pp. 8–22.

De Angelis, M. (2007) The Beginning of History: Value Struggles and Global Capital. London: Pluto Press.

Federici, S. (2004) Caliban and the Witch: Women, the Body and Primitive Accumulation. New York: Autonomedia.

Finlay, B. and Brown, J. (2011) ‘Housing scandal! Pathfinder: a post-mortem’, Save Britain’s Heritage, http://www.savebritainsheritage.org/publications/ e_report/191/Housing-Scandal-Pathfinder-A-Post-Mortem (last accessed 6 August 2012).

Fisher, M. (2009) Capitalist Realism. Is there No Alternative?.

Ropley, Hants: Zero Books.

Forest, R. and Murie, A. (1988) Selling the Welfare State: The Privatisation of Public Housing. London: Routledge.

Ginsburg, N. (1983) ‘Home ownership and socialism in Britain: a bulwark against bolshevism’, Critical Social Policy 3(7), pp. 34–53.

Glassman, J. (2006) ‘Primitive accumulation, accumulation by dispossession, accumulation by “extraeconomic” means’, Progress in Human Geography 30, pp. 608–625.

Hardin, G. (1968) ‘The tragedy of the commons’, Science 162, pp. 1243–1248.

Harloe, M. (1995) The People’s Home? Social Rented Housing in Europe and America. London: Wiley-Blackwell.

Hart, G. (2006) ‘Denaturalizing dispossession: critical ethnography in the age of resurgent imperialism’, Antipode 38(5), pp. 977–1004.

Hartman, C. (2002 [1984]) ‘The right to stay put’, reprinted in C. Hartman, Between Eminence and Notoriety: Four Decades of Radical Urban Planning. New Brunswick, NJ: CUPR Press.

Harvey, D. (1989) ‘From managerialism to entrepreneurialism: the transformation in urban governance in late capitalism’, Geografiska Annaler 71B, pp. 3–17.

Harvey, D. (2003) The New Imperialism. Oxford: Oxford University Press.

Harvey, D. (2007 [1982]) The Limits to Capital. London: Verso.

Harvey, D. (2008) ‘The right to the city’, New Left Review 53, pp. 23–40.

Harvie, D. (2000) ‘Alienation, class and enclosure in UK universities’, Capital & Class 71, pp. 103–132.

Hills, J. (2007) Ends and Means: The Future Roles of Social Housing in England, CASE Report 34. London: London School of Economics.

Hodkinson, S. (2011) ‘Regenerating council estates within a neoliberal straitjacket: the Private Finance Initiative in Little London, Leeds (UK)’, Antipode 43(2), pp. 358–383.

Hodkinson, S. (2011) ‘The Private Finance Initiative in English council housing regeneration: a privatization too far?’, Housing Studies 26(6), pp. 911–932.

Holloway, J. (2010) Crack Capitalism. London: Pluto Press.

Hollowell, S. (2000) Enclosure Records for Historians. Chichester: Phillimore.

Hughes, D. and Lowe, S. (1995) Social Housing Law and Policy. London: Butterworths.

Inside Housing (2003) ‘HACAS accepts Tribal takeover bid’, 1 July, http://www.insidehousing.co.uk/hacasaccepts- tribal-takeover-bid/114405.article (last accessed 6 August 2012).

Landman, K. (2006) ‘Privatising public space in postapartheid South African cities through neighbourhood enclosures’, GeoJournal 66(1–2), pp. 133–146.

Lee, S. and Webster, C. (2006) ‘Enclosure of the urban commons’, GeoJournal 66, pp. 27–42.

Lefebvre, H. (1968) Le droit a` la ville. Paris: Anthopos.

Leitner, H., Peck, J. and Sheppard, E.S., eds (2007) Contesting Neoliberalism: Urban Frontiers (New York: Guilford Press.

Lemke, T. (2001) ‘The birth of bio-politics: Michel Foucault’s lecture at the College de France on neoliberal governmentality’, Economy and Society 30, pp. 190–207.

Linebaugh, P. (2008) The Magna Carta Manifesto: Liberties and Commons for All. Berkeley: University of California Press.

Low, S. (2006) ‘How private interests take over public space: zoning, taxes, and incorporation of gated communities’, in S. Low and N. Smith (eds) Politics of Public Space. New York: Routledge.

MacLeod, G. (2002) ‘From urban entrepreneurialism to a “revanchist city”? On the spatial injustices of Glasgow’s renaissance’, Antipode 34(3), pp. 602–624.

Malpass, P. and Victory, C. (2010) ‘The modernisation of social housing in England’, International Journal of Housing Policy 10(1), pp. 3–18.

Marx, K. (1990 [1864]) Capital: A Critique of Political Economy, Volume 1. London: Penguin Books.

Midnight Notes Collective (1990) ‘Introduction to the new enclosures’, Midnight Notes 10, pp. 1–9, http:// www.midnightnotes.org/newenclos.html (last accessed 6 August 2012).

Mingay, G.E. (1997) Parliamentary Enclosure in England: An Introduction to its Causes, Incidence and Impact, 1750–1850. London: Longman.

Minton, A. (2009) Ground Control. London: Penguin.

Mitchell, D. (2003) The Right to the City: Social Justice and the Fight for Public Space. New York: Guilford Press.

Murie, A. (1993) ‘Privatization and restructuring public involvement in housing provision in Britain’, Housing, Theory and Society 10, pp. 145–157.

Neeson, J.M. (1996 [1993]) Commoners: Common Right, Enclosure and Social Change in England, 1700–1820. Cambridge: Cambridge University Press.

Perelman, M. (2000) The Invention of Capitalism: Classical Political Economy and the Secret History of Primitive Accumulation. Durham, NC: Duke University Press.

Porter, L. and Shaw, K., eds (2009) Whose Urban Renaissance? An International Comparison of Urban Regeneration Strategies. London: Routledge.

Purcell, M. (2002) ‘Excavating Lefebvre: the right to the city and its urban politics of the inhabitant’, GeoJournal 58, pp. 99–108.

RETORT (2005) Afflicted Powers: Capital and Spectacle in a New Age of War. London: Verso.

Shiva, V. (1997) The Enclosure and Recovery of the Commons: Biodiversity, Indigenous Knowledge and Intellectual Property Rights. New Delhi: Research Foundation for Science, Technology and Ecology.

Slater, G. (2005 [1907]) The English Peasantry and the Enclosure of Common Fields, Elibron Classics Replica Edition. New York: Adamant Media.

Smith, N. (1979) ‘Toward a theory of gentrification: a back to the city movement by capital not people’, Journal of the American Planning Association 45, pp. 538–548.

Smith, N. (1996) The New Urban Frontier: Gentrification and the Revanchist City. London: Routledge.

Smith, N. (2002) ‘New globalism, new urbanism: gentrification as global urban strategy’, Antipode 34(3), pp. 427–450.

Soja, E. (2010) Seeking Spatial Justice. Minneapolis: University of Minnesota Press.

Theobald, P. and Rochon, R.S. (2006) ‘Enclosure then and now: rural schools and communities in the wake of market-driven agriculture’, Journal of Research in Rural Education 21(12), pp. 1–8.

Vasudevan, A., McFarlane, C. and Jeffrey, A. (2008) ‘Spaces of enclosure’, Geoforum 39, pp. 1641–1646.

Walker, R.M. (2001) ‘How to abolish public housing: implications and lessons from public management reform’, Housing Studies 16(5), pp. 675–696.

Ward, C. (1974) Tenants Take Over. London: The Architectural Press.

Ward, C. (2002) Cotters and Squatters. Housing’s Hidden History. Nottingham: Five Leaves.

Webster, C., Glasze, G. and Frantz, K. (2002) ‘The global spread of gated communities’, Environment and Planning B: Planning and Design 29(3), pp. 315–320.

Wilson, W. (2012) Rent Setting for Social Housing Tenancies, House of Commons Library Standard Note SN/SP/1090. London: HM Stationery Office.

Wordie, J.R. (1983) ‘The chronology of English enclosure, 1500–1914’, The Economic History Review 36(4), pp. 483–505.

Stuart Hodkinson is Lecturer in Critical Urban Geography at the University of Leeds. His main research is into neoliberal urban enclosure, focusing on housing and community privatisation. He is currently leading an ESRC-funded project into residents’ experiences of council housing regeneration under the Private Finance Initiative. Email: s.n.hodkinson@leeds.ac.uk