Κόβοντας και ράβοντας σύμφωνα με τις ανάγκες

Αγώνες εργατών/τριών ένδυσης στο Μπανγκλαντές

Γραμμένο και δημοσιευμένο αρχικά για το Insurgent Notes no. 2, Οκτώβρης 2010 http://insurgentnotes.com/, μετάφραση από το αρχείο του prol-position.com Μια γενική επιθεώρηση και ανάλυση των εξελίξεων στους αγώνες των εργατών/τριών ένδυσης τους οποίους καλύπτουμε τα τελευταία χρόνια. Αυτή η ταξική πάλη στο Μπανγκλαντές διεξάγεται σε διαρκή υψηλά επίπεδα και συγκεντρώνεται στον τομέα των έτοιμων ενδυμάτων (ΕΕ), την κυρίαρχη βιομηχανία της χώρας.i Κατά βάση αδιαμεσολάβητοι από τα συνδικάτα, οι αγώνες αποκτούν συχνά εκρηκτικό χαρακτήρα. Στο Μέρος 1 δίνουμε μια ιδέα για το περιεχόμενο και την έκταση αυτών των αγώνων – ακολουθούμενα στο Μέρος 2 από μερικά στοιχεία ιστορικού υπόβαθρου.

Μέρος 1 Χρονολόγιο ορισμένων κορυφών στην ταξική πάλη από το 2006 Τα γεγονότα που απαριθμούνται παρακάτω είναι μόνο μια μικρή επιλογή περιστατικών που εμφανίζονται σε τακτική βάση στο τομέα των ενδυμάτων. Για μια πιο μεγάλη επιλογή άρθρων που καλύπτουν τις αναταραχές των τεσσάρων περασμένων χρόνων, βλ. http://libcom.org/tags/bangladeshi-garment-workers. Βλέπε επίσης το 15′ βίντεο στο:

http://libcom.org/history/video-machinists-against-machine-bangladeshi-garment-workers-struggles

Οι απεργίες προκαλούνται γενικά είτε από τη βιαιότητα του ενδιάμεσου διοικητικού προσωπικού/ επιστατών ή από τη μη πληρωμή οφειλόμενων μισθών. Οι εργάτες προχωρούν σε πορείες και πικετοφορίες έξω από γειτονικά εργοστάσια. Οι δρόμοι συχνά κλείνονται και στήνονται οδοφράγματα. Οι μπάτσοι και παραστρατιωτικές ομάδες χρησιμοποιούνται ενάντια στους εργάτες και τα πράγματα συχνά γίνονται βίαια· οι δυνάμεις ασφαλείας δεν κάνουν διακρίσεις στις μεθόδους που χρησιμοποιούν και καθώς εισβάλουν στις περιοχές με τις παραγκουπόλεις που πρόσκεινται στις βιομηχανικές ζώνες αυτό μπορεί να τραβήξει και την ευρύτερη κοινότητα· οι διαδηλώσεις των απεργών γίνονται συχνά μαζικές συγκρούσεις με επιθέσεις σε εργοστάσια και οχήματα. Έτσι οι διαδηλώσεις των εργατών έχουν μια τάση και μια πιθανότητα να μεταπέσουν σε μια μεγαλύτερη ταξική αντιπαράθεση. Οι γυναίκες δε συμμετέχουν στις διαμαρτυρίες στους δρόμους. Αλλά παρά το κυρίαρχα γυναικείο εργατικό δυναμικό, στοιχεία των εμμενουσών βαθιά πατριαρχικών παραδόσεων του Μπανγκλαντές και των διαχωρισμών της εργασίας μπορούν να φανούν σε σε οπτικό υλικό από ταραχές εργατών της ένδυσης από τα νέα· η βία είναι σχεδόν αποκλειστικά πράξη των ανδρών. (Μερικά πρόσφατα παραδείγματα υποδεικνύουν ωστόσο, ότι αυτό μπορεί να αρχίζει να αλλάζει.)

Μάης-Ιούνης 2006· η έκρηξη της Ντάκα Σε συγκεκριμένες περιόδους το γενικά υψηλό επίπεδο της πάλης κορυφώνεται. Στα τέλη του Μάη και κατά τη διάρκεια του Ιούνη του 2006, υπήρξε μια έκρηξη άγριων ταξικών συγκρούσεων στη βιομηχανία ενδυμάτων του Μπανγκλαντές. Για να δείξουμε την κλίμακα των γεγονότων: περίπου 4000 εργοστάσια στη Ντάκα κατέβηκαν σε άγρια απεργία, 16 εργοστάσια κάηκαν από τους απεργούς και εκατοντάδες ακόμα λεηλατήθηκαν, δόθηκαν μάχες με τους μπάτσους και τις δυνάμεις των ιδιωτικών ασφαλειών στους χώρους εργασίας και στις γειτονιές των εργατών, οι κεντρικοί δρόμοι μπλοκαρίστηκαν. Οι απώλειες περιλαμβάνουν τρεις νεκρούς εργάτες από πυρά, χιλιάδες τραυματίες, και αρκετές χιλιάδες φυλακισμένους. Η Κυβέρνηση τελικά αναγκάστηκε να φέρει το Στρατό για να αποκαταστήσει την “τάξη”. Με εκατοντάδες χιλιάδες συμμετέχοντες, ήταν μια εξέγερση της εργατικής τάξης η οποία απλώθηκες πέρα από το χώρο εργασίας και γενικεύτηκε περιλαμβάνοντας την ευρύτερη εργατική κοινότητα. Η εξέγερση ξεκίνησε το Σάββατο 20 Μάη στο Sripur στην περιφέρεια Gazipour της Ντάκα. Χίλιοι εργάτες της ένδυσης συγκεντρώθηκαν στο εργοστάσιο της  FS Sweater, αρνούμενοι να εργαστούν μέχρι να απελευθερωθούν από την κράτησή τους 3 συλληφθέντες συνάδελφοι. Τα αφεντικά του εργοστασίου κλείδωσαν τους απεργούς μέσα στο εργοστάσιο, κόβωντας την παροχή ρεύματος και νερού. Τελικά, η ασφυκτική ζέστη αποδείχτηκε υπερβολική και μέχρι τις 11π.μ. οι εργάτες βγήκαν έξω συγκρουόμενοι, και έπειτα μαζεύτηκαν στον αυτοκινητόδρομο Ντάκα-Mymensingh. Ενωμένοι πλέον με ντόπιους, έστησαν οδοφράγματα στον αυτοκινητόδρομο για 6 ώρες και συγκρούστηκαν με τους μπάτσους. Ένα άτομο σκοτώθηκε και 70 ακόμα, συμπεριλαμβανομένων μπάτσων και δημοσιογράφων τραυματίστηκαν. Η εξέγερση στη συνέχεια ταχύτατα “απλώθηκε σε περισσότερα εργοστάσια καθώς περισσότεροι εργάτες συμμετείχαν στις πικετοφορίες και η βιομηχανική περιοχή της Ντάκα παρέλυσε από μια γενικευμένη απεργία. Οι εργάτες μετέφεραν την απεργία από τα βιομηχανικά περίχωρα, όπου τώρα τα εργοστάσια λεηλατούνταν, στην ίδια την πρωτεύουσα, καταστρέφοντας αυτοκίνητα και επιτιθέμενοι σε εμπορικά κτίρια. Οι μαζικές διαδηλώσεις απαιτούσαν ένα τέλος στην καταπίεση, την απελευθέρωση των συλληφθέντων, υψηλότερους ελάχιστους μισθούς, εβδομαδιαία ρεπό, υπερωριακή αμοιβή για την επιπρόσθετη εργασία, αργίες, καταβολή χρωστούμενων μισθών κτλ.” Χρόνια συσσωρευμένης δυσανασχέτησης ξεχείλισαν σε ένα μήνα μαζικών αναταραχών με επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις και επιθέσεις σε ιδιοκτησίες των αφεντικών. Παρόλο που ο συνδικαλισμός είναι νόμιμος, τα αφεντικά στο ένδυμα αρνούνταν επίμονα να αναγνωρίσουν ή να ανεχθούν τα συνδικάτα. Αλλά στην απουσία των κανονικών συνδικαλιστικών μηχανισμών, οι προηγουμένως περιθωριακές ομάδες τύπου-συδνιάτου (με μικρή ή καθόλου επιρροή στους αγώνες των εργατών) επιστρατεύτηκαν γρήγορα ως διαπραγματευτές εκ μέρους των εργατών. Συμφωνήθηκε ένας νέος ελάχιστος μισθός (μαζί με νέες βελτιώσεις), αλλά ήταν ανεπαρκής, έγινε αδιάφορος λόγω του πληθωρισμού και εφαρμόστηκε μόνο μερικώς. Για ένα λεπτομερές άρθρο πάνω στα γεγονότα βλέπε: http://libcom.org/news/article.php/bangladesh-garment-revolt-140706

Η επόμενη φωτιά Η συχνά εμφανιζόμενη πρακτική του εμπρησμού από τους εργάτες πρέπει να τεθεί εντός περιεχομένου· «Οι κανονισμοί για την Υγεία & Ασφάλεια αγνοούνται τακτικά από τη διοίκηση και δεν επιβάλλονται στο ελάχιστο από την κυβέρνηση (πολλοί πολιτικοί έχουν επιχειρηματικά συμφέροντα στη βιομηχανία)· φωτιές ξεσπάνε στα εργοστάσια δυο φορές το μήνα.  Πιο συχνά πρόκειται για μικρότερα περιστατικά με τακτικούς τραυματισμούς αλλά λιγότερους θανάτους, αλλά πάνω από 240 εργάτες έχουν σκοτωθεί σε μεγάλες φωτιές από το 1990. [...] Πολλοί εργάτες της ύφανσης θα βιώσουν φωτιές στο χώρο εργασίας, πολλοί θα υποστούν τραυματισμούς, θα χάσουν φίλους και συναδέλφους – και όλοι ξέρουν ότι ότι αυτά οφείλονται καθαρά στην απληστία και στην αμέλεια των αφεντικών. Η σχετικά τακτική χρήση φωτιάς από τους εργάτες της ένδυσης στους αγώνες ενάντια στους εργοδότες τους πρέπει να γίνει κατανοητή σε αυτό το πλαίσιο. Οι εργάτες της ένδυσης έχουν συχνά κάψει εργοστάσια σαν αντίποινα για την μη καταβολή μισθών, για τα λοκ-άουτ και για τη βιαιότητα της διοίκησης. (1) Πολλοί εργάτες της ύφανσης είναι υποσιτισμένοι εξαιτίας του χαμηλού εισοδήματος, ζώντας τσίμα τσίμα. Ο εμπρησμός είναι ένα άμεσα προσβάσιμο μέσο πλήξης των αφεντικών στερώντας τους κάτι όταν αρνούνται να πληρώσουν· και υπάρχει σίγουρα μια ποιητική δικαιοσύνη στο γεγονός πως αυτοί που αναγκάζονται να ζουν με το διαρκή φόβο της φωτιάς στη δουλειά μπορούνα επίσης να τη χρησιμοποιήσουν σαν όπλο ενάντια στους εκμεταλλευτές τους.”

http://libcom.org/news/death-traps-work-home-fire-poor-bangladesh-10032010

Ιαν 2007· Ένα κράτος σε “Κατάσταση Εκτάκτου Ανάγκης”

Μετά από  μήνες συγκρούσεων ανάμεσα στα δύο βασικά κόμματα – Το Εθνικό Κόμμα του Μπανγκλαντες Bangladesh National Party (NBP) και την Ένωση Awami [Awami League (AL)] καθώς φιλονικούσαν σχετικά με λεπτομέριες για τους κανόνες και τις διαδικασίες των Γενικών Εκλογών, μια στρατιωτική προσωρινή κυβέρνηση ορίστηκε το Γενάρη του 2007. Είναι πιθανό αυτή η κίνηση να ενθαρρύνθηκε ή και να προτάθηκε ακόμα από ξένες διπλωματικές πιέσεις· - «Τα γεγονότα που οδήγησαν στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης θεωρούνται ευρέως ως ενορχηστρωμένα από το στρατό· ο οποίος έδρασε μετά την απειλή των Ηνωμένων Εθνών να χάσει τα επικερδή και γεμάτα κύρος καθήκοντά του περί διατήρησης της ειρήνης αν διεξάγονταν προβληματικές εκλογές. Τη μέρα μετά την κήρυξη της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, ο πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας Fakhruddin Ahmed ετέθη ως κεφαλή μιας νέα προσωρινής κυβέρνησης.” (Bangladeshinfo.com, May 6 2007)

Πάνω από 100.000 συνελήφθησαν σε μαζικές συλλήψεις κατά τη διάρκεια των “εκκαθαρίσεων ενάντια στη διαφθορά” που στόχο είχαν την επιχειρηματική και πολιτική κοινότητα. Οι απεργίες και οι διαδηλώσεις απαγορεύτηκαν, αλλά μέχρι το Μάη οι εργάτες της ύφανσης και άλλοι εργάτες αγνόησαν την απαγόρευση και άρχισαν και πάλι να κινούνται ενάντια στα αφεντικά με άγριες απεργίες, διαμαρτυρίες στους δρόμους και συγκρούσεις με την αστυνομία. (Βλ. http://libcom.org/news/jute-workers-attack-union-leaders-bangladesh-amid-wider-unrest-17092007 και http://libcom.org/news/garment-workers-struggles-escalate-again-bangladesh-23092007).

Σεπτ 2008· ο «Πανικός των Φαντασμάτων»

Η θερμιδική πρόσληψη των εργατών στα έτοιμα ενδύματα (ΕΕ) είναι ανεπαρκής, προκαλώντας ελλειμματική σωματική ανάπτυξη. Με το εισόδημα να μειώνεται από τη στασιμότητα στους μισθούς και την αύξηση του κόστους των βασικών τροφίμων, η κακή διατροφή έχει εξαπλωθεί τόσο που το 2008 κάποιοι εργάτες αναφέρθηκαν να έχουν παραισθήσεις σε μια παραληρηματική κατάσταση κατά τη διάρκεια μακρών βαρδιών. Ένα κύμα μαζικής υστερίας λέγεται πως απλώθηκε στα εργοστάσια ΕΕ όπου οι εργάτες ανέφεραν επιθέσεις φαντασμάτων – παραισθητικές εμπειρίες βασισμένες στο συμβολισμό των επικρατουσών θρησκευτικών και πολιτισμικών πεποιθήσεων και προκαταλήψεων. Οι ψυχολόγοι βάφτισαν τον “πανικό των φαντασμάτων” ως “μαζική καταναγκαστική συμπεριφορά” ή “μαζική κοινωνιογενή ασθένεια” και τον απέδωσαν στο άγχος, την υπερεργασία και τον υποσιτισμό. Ο αποκαλούμενος “πανικός των φαντασμάτων” στα εργοστάσια αναδύθηκε αρχικά αφότου μια μερίδα εργατών βανδάλισε το ερδοστάσιο της Diganto Sweater στο Gazipur, μετά από φήμες για θανάτους μερικών εργατών ως αποτέλεσμα “επίθεσης φαντασμάτων” σε μια τουαλέτα του εργοστασίου. Η παραγωγή στο εργοστάσιο αναστάλθηκε για τέσσερις μέρες καθώς οι εργάτες φρενήρεις, κατέστρεψαν ιδιοκτησιακά στοιχεία του εργοστασίου και μπλόκαραν δρόμους για ώρες. Το Μάη της ίδιας χρονιάς, βανδαλισμοί πυροδοτούμενοι από μια φαντασματοφοβία ανάγκασαν ένα εργοστάσιο στην Εξαγωγική Μεταποιητική Ζώνη του Chittagong να αναστείλει την παραγωγή για δυο μέρες. Τουλάχιστον 10 ακόμα εργοστάσια δέχτηκαν επίθεση τους δυο τελευταίους μήνες στο Gazipur μόνο, μετά την εξάπλωση σχεδόν ταυτόσημων ειδήσεων ή φημών ότι εργάτες λιποθύμησαν σε τουαλέτες και κάποιοι από αυτούς πέθαναν.

Το πιο πρόσφατο επεισόδιο εμφανίστηκε στο Εργοστάσιο της Pandora Sweater στο  στη διασταύρωση του Joydevpur στις 5 Σεπτέμβρη, τρεις μέρες μετά το βανδαλισμό της Diganta Sweater από εργάτες και τις συγκρούσεις με την αστυνομία στην ίδια περιοχή.

Πέντε εργάτες της Diganta Sweater υποστήριξαν ότι είδαν “μάγισσες” πριν να λιποθυμήσουν μέσα στις τουαλέτες του εργοστασίου. Τους πήγαν σε μια παρακείμενη κλινική όπου οι γιατροί βρήκαν ότι κανείς τους δεν είχε υποστεί τραυματισμό. «Λιποθύμησαν από αδυναμία. Βρήκα ότι η πίεσή τους και ο ο καρδιακός ρυθμός ήταν πολύ χαμηλά,” είπε ο Abdur Rahman, πρόεδρος του νοσοκομείου Sheba Diagnostic Hospital. Είπε πως όλοι οι ασθενείς θεραπεύτηκαν μετά την αρχική θεραπεία. Το νοσοκομείο και 80 ακόμα κλινικές έχουν συνηθίσει να δέχονται ασθενείς με τέτοια συμπτώματα στο Gazipur το οποίο έχει συγκεντρωμένα εργοστάσια ενδυμάτων. Είπε ότι το νοσοκομείο του αντιμετώπιζε, κατά μέσο όρο, 100 εργάτες της ένδυσης οι οποίοι έπασχαν από ασθένειες σχετικές με το άγχος κάθε μήνα. “Οι φτωχοί εργάτες πάσχουν κυρίως από υποσιτισμό και άγχος, τα οποία τους κάνουν αδύναμους και ευάλωτους σε νευρικούς κλονισμούς” είπε ο Rahman. Είπε ότι οι ιστορίες για φαντάσματα είτε ήταν κατασκευασμένες είτε παραισθήσεις.(New Age, Sep 13 08) Σε ένα τουλάχιστον εργοστάσιο έλαβε χώρα ένα τελετουργικό θρησκευτικού εξορκισμού. Μια εξήγηση του “πανικού των φαντασμάτων” μπορεί να βρίσκεται στο γεγονός ότι τόσες πολλές αναφορές τοποθετούν την “μαρτυρία” του φαινομένου στις τουαλέτες των εργοστασίων. Στο παρόν κλίμα έντονης ταξικής σύγκρουσης ένας εργάτης περιβάλλεται από ανοιχτά εχθρικές δυνάμεις μέσα στο εργοστάσιο – και προστατεύεται μόνο από την αλληλεγγύη και την παρουσία συναδέλφων. Εξαντλημένοι και υποσιτισμένοι, αισθάνονται την απειλητική παρουσία τσιγύρω τους ακόμη και όταν είναι μόνοι τους στην τουαλέτα – πράγμα που τους οδηγεί σε παρανοϊκές ψευδαισθήσεις. Επίσης, η τουαλέτα είναι ο τόπος όπου πολλές πραγματικές επιθέσεις στους εργάτες λαμβάνουν χώρα από τη διοίκηση του εργοστασίου και το προσωπικό ασφαλείας, έτσι τα αισθήματα ευαλωτότητα και η παράνοια δεν στερούνται αιτίας. Ενώ οι συνθήκες ζωής και εργασίας των εργατών της ΕΕ είναι αδιαμφισβήτητα αρκετά άσχημες ώστε να καταστρέψουν την υγεία των εργατών, είναι δύσκολο να αδράξουμε την ευρύτερη αλήθεια αυτών των περίεργων γεγονότων – αυτό που μπορεί να είναι αλήθεια σε μερικά εργοστάσια μπορεί κατόπιν να εξαπλώθηκε σαν αστείο ανάμεσα στους εργάτες (και μετά να το κατάπιαν αμάσητο τα εύπιστα μέσα ενημέρωσης και οι γιατροί που ψάχνουν διαρκώς καινούρια φαινόμενα για να κατηγοριοποιήσουν)· μια ειρωνική δικαιολογία απεργών εργατών για το ότι διέλυσαν τους χώρους εργασίας – “Δε φταίμε εμείς – εσείς μας τρελάνατε!”. Για περαιτέρω πληροφορίες· http://libcom.org/news/bangladesh-militarized-factory-visions-devouring-demons-capital-15092008 (Προκαλεί εντύπωση, δεδομένης της θετικής προσέγγισης  των ταξικών αγώνων των εργατών της ένδυσης, το ότι αυτό το άρθρο που περιέχει φράσεις όπως “…πεινασμένοι μισθωτοί σκλάβοι δουλεύουν μέχρις εξαντλήσεως – κι όμως καταφέρνουν με θάρρος να διατηρούν ένα υψηλό επίπεδο αυτόνομης ταξικής πάλης έξω από οποιονδήποτε έλεγχο των συνδικάτων…” το οποίο πήραμε από το website του libcom και, προς έκπληξη του συγγραφέα, δημοσιεύτηκε γρήγορα σε μια εθνική εφημερίδα του Μπανγκλαντές (The Bangladesh Today) και στην κεντρική σελίδα στο website του.

Ιουν 2009· 50.000 στους δρόμους και 50 εργοστάσια στις φλόγες Στα τέλη του Ιούνη μια διένεξη ως προς το μισθό και τος απολύσεις στο προάστιο του Ashulia οδήγησε την αστυνομία να σκοτώσει με πυρά έναν εργάτη της ένδυσης. Γρήγορα οι ταραχές εξαπλώθηκα και σε άλλα εργοστάσια στη Ντάκα· “Στα Περίχωρα της Ντάκα, της πρωτεύουσας, στη βιομηχανική ζώνη· οι συγκρούσεις των εργατών και οι διαδηλώσεις εχθές κλιμακώθηκαν σε νέα ύψη. Καθώς χιλιάδες εργάτες συγκεντρώνονταν το πρωί, στις 10 μια ομάδα ξεκίνησε προς της παρακείμενη Εξαγωγική Μεταποιητική Ζώνη της Ντάκα όπου εντοπίζονται πολλά εργοστάσια ένδυσης. Η αστυνομία μπλόκαρε το δρόμο τους και ξεκίνησαν άγριες συγκρούσεις π στις μάχες η αστυνομία χρησιμοποίησε δακρυγόνα και λαστιχένιες σφαίρες τραυματίζοντας 100 εργάτες. Κι άλλοι εργάτες ενώθηκαν με τους διαδηλωτές σύντομα και τους ενημέρωσαν ότι η εργασίες συνεχίζονταν φυσιολογικά στο συγκρότημα εργοστασίων της Hamim Group. Είκοσι χιλιάδες εργάτες άρχισαν να πορεύονται προς το συγκρότημα. Καθώς οι αριθμοί των διαδηλωτών στην περιοχή έφτασαν τους 50.000 οι δυνάμεις ασφαλείας απλά υπερκεράστηκαν· ο Επικεφαλής της Αστυνομίας της Περιοχής της Ντάκα είπε· “400 επιπλέον αστυνομικοί φρουρούσαν τα μεγαλύτερα εργοστάσια. Βάλαμε τα δυνατά μας να διαλύσουμε το πλήθος, αλλά ήταν πάρα πολλοί και πολύ άγριοι.” [...] Οι εργάτες χωρίστηκαν σε μικρότερες ομάδες και επιτέθηκαν στο συγκρότημα γύρω στις 10:15π.μ. Περιέλουσαν τα κτίρια με πετρέλαιο· ένα εργοστάσιο με πουλόβερ, τρία εργοστάσια ενδυμάτων, δύο εργοστάσια πλυσίματος, δύο αποθήκες υφασμάτων… πάνω από 8.000 μηχανές, μια τεράστια ποσότητα έτοιμων ενδυμάτων, υφάσματα, τρία λεωφορεία, δύο βαν, δύο μικρά λεωφορεία και μια μοτοσυκλέτα όλα έγιναν στάχτη. Το πλήθος σκεφτόταν στρατηγικά. Αφότου τα κτίρια τυλίχτηκαν στις φλόγες μερικοί εργάτες επέστρεψαν στον αυτοκινητόδρομο και μπλόκαραν το δρόμο· κατά συνέπεια, η πυροσβεστική ήταν αδύνατο να φτάσει τις φωτιές για αρκετές ώρες μέχρι τις 3.30μ.μ. – οπότε και κτίρια είχαν καεί ολοσχερώς. Ταυτόχρονα, ομάδες συγκροτημένες από τους υπόλοιπους 50.000 εργάτες και συμμετέχοντες (αναμφισβήτητα συμμετείχαν και άλλοι αλληλέγγυοι εργάτες εκτός των ενδυμάτων και κάτοικοι των παραγκουπόλεων)  περιφέρονταν στην περιοχή και βανδάλιζαν άλλα 50 εργοστάσια και 20 οχήματα. Πυκνός μαύρος καπνός μπορούσε να φανεί από την άλλη άκρη της πόλης.”

http://libcom.org/news/short-fuse-50000-workers-streets-50-factories-burning-bangladesh-30062009

Ιούλης 2010· Οργή για το μισθό Την ώρα που γράφονται αυτά, ένας νέος κατώτατος μισθός τέθηκε τελικά σε ισχύ μετά από μια μακρά τριμερή διαπραγμάτευση της κυβέρνησης, των αφεντικών και (γενικά αυτόκλητων) ηγετών των εργατών· «Ντάκα, πρωτεύουσα – πρωί της προηγούμενης Παρασκευής (30 Ιούλη), η μέρα μετά την ανακοίνωση του μισθού· στις περιοχές Gulshan, Banani, Kakali, Mahakhali και Tejgaon της πόλης χιλιάδες εργάτες συνέρρευσαν στους δρόμους και άρχιζαν να στήνουν οδοφράγματα στους βασικούς αυτοκινητοδρόμους με φλεγόμενα λάστιχα. Η αστυνομία απάντησε με δακρυγόνα, γκλομπ και υδροφόρες (το νερό αναμιγνύεται με μια ανεξίτηλη βαφή για να βοηθήσει στη σύλληψη των διαδηλωτών). Αλλά, υστερώντας υπερβολικά αριθμητικά, οι μπάτσοι δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τους εργάτες και οι διαδηλώσεις επεκτάθηκαν προς τα έξω. Κάνοντας τη σύνδεση ανάμεσα στην αντίθεση της ταξικής τους θέσης και των  συγκεντρώσεων του πλούτου στο αστικό τοπίο, οι εργάτες ήταν ιδιαίτερα συγκεκριμένοι ως προς τους στόχους τους· μαζί με την επίθεση σε εργοστάσια ένδυσης, 200 επιχειρήσεις έγιναν στόχος. Σε μια ασυνήθη εξέλιξη που ξάφνιασε πολλούς, η πλούσια γειτονιά της Λεωφόρου Gulshan – κοντά στη διπλωματική ζώνη και στην περιοχή της πρεσβείας του Baridhara -  δέχτηκε εισβολή από 5.000 εργάτες οι οποίοι διέλυσαν γραφεία, τράπεζες και καταστήματα. Τα μέσα ενημέρωσης και τα γραφεία των τηλεοράσεων δέχτηκαν επίσης επίθεση. “Ο αρχηγός της αστυνομίας του Gulshan είπε ότι οι διαδηλωτές είχαν στόχο τα ακριβά καταστήματα της περιοχής.” http://libcom.org/news/rage-over-wage-04082010 Τις επόμενες μέρες οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν· χιλιάδες εργάτες συγκρούστηκαν με την αστυνομία, μπλόκαραν δρόμους, επιτέθηκαν και λεηλάτησαν εργοστάσια και ανάγκασαν εκατοντάδες άλλα να αναστείλουν τη λειτουργία τους, επιτέθηκαν σε εκατοντάδες επιχειρήσεις, εμπορικά κέντρα και τράπεζες. Η αστυνομία συνέλαβε εργάτες και εισέβαλε σε γραφεία και σπίτια όσων ηγετών συνδικάτων αρνήθηκαν να δεχτούν τη συμφωνία. (Η πλειοψηφία των ηγετών των εργατών δέχτηκαν τη συμφωνία· βλέπε περαιτέρω σχόλια για τα συνδικάτα στο Μέρος 2). “Οι συνεχιζόμενες εργατικές ταραχές και η έκρηξη στη βιομηχανία της ένδυσης -μαζί με δομικά προβλήματα ελλείψεων παροχής ενέργειας που διακόπτουν τακτικά τη μέγιστη παραγωγικότητα – προβληματίζουν τόσο τους ξένους αγοραστές όσο και τους ντόπιους προμηθευτές. [Σπάνια αναφέρεται ότι η νέα μισθωτή δομή βρίσκει εφαρμογή μόνο στον τομέα των “υφαντών” - αλλά όχι στον τομέα των πλεκτών των ΕΕ.] Η στενή εθνική οικονομική εξάρτηση από την εξαγωγική ικανότητα μιας μόνο βιομηχανίας να παρέχει χαμηλότατες τιμές και αξιόπιστους ταχείς χρόνους παράδοσης σημαίνει ότι οι εργάτες της ένδυσης έχουν ακόμα αρκετά σημαντικές αδυναμίες να εκμεταλλευτούν στην ταξική πάλη. Η κυβέρνηση και οι εργοδότες μπορεί τελικά -μετά από χρόνια νύξεων όποτε οι ταραχές φτάνουν σε κάποια κορύφωση- να επιτρέψουν την πλήρη συνδικαλιστική αντιπροσώπευση στον τομέα. Αλλά η πλειοψηφία των ηγετών των εργατών, έχοντας κατηγορηθεί ότι παίζουν το ρόλο του να επικυρώνουν έναν άθλιο συμβιβασμό, μπορεί να έχουν χάσει περισσότερα από όσα κέρδισαν. Το κράτος και τα αφεντικά θα μπορούσαν εύκολα να σπάσουν και πάλι τις υποσχέσεις τους όσον αφορά την αναγνώριση των συνδικάτων – και, όσο συνεχίζουν τους αγώνες τους, οι πιο μαχητικοί εργάτες δεν θα δουν με καλό μάτι την  συνεργασία των συνδικάτων με τα αφεντικά και την υποχωρητική αποδοχή της προσφοράς του χαμηλού μισθού.” (ό.π.) Μετά από αρκετές μέρες αναταραχών, μια μαζική εξαπόλυση δυνάμεων ασφαλείας στις βιομηχανικές περιοχές μαζί με σκούπες και συλλήψεις, κατέπαυσαν την αναταραχή προς το παρόν. Αλλά με τα πράγματα κατά κύριο λόγο ανεπίλυτα, ο ανταγωνισμός  θα συνεχιστεί.

* * *

Μέρος 2

Μερικά ιστορικά στοιχεία για το Μπανγκλαντές και τη βιομηχανία ένδυσης Η περιοχή της Βεγγάλης είναι γνωστή ως εμπορικό κέντρο με εναλλακτικές ενεργές εμπορικές οδούς και λιμάνια για πάνω από 2000 χρόνια. Παρήγαγε και υψηλής ποιότητας ακατέργαστο βαμβάκι, και ύφασμα και ρουχισμό για εκατοντάδες χρόνια· από το 16ο αιώνα και ύστερα, η Ευρωπαϊκή αριστοκρατία θεωρούσε τη μουσελίνα της Ντάκα ως το καλύτερο ύφασμα του κόσμου. Με την κατάρρευση της αυτοκρατορίας Mughal ο ιμπεριαλισμός της Βρετανικής αυτοκρατορίας νίκησε τους αντιπάλους της και η Εταιρία των Ανατολικών Ινδιών καθιέρωσε την εξουσία της τη δεκαετία του 1750. Επιβλήθηκαν πολιτικές οι οποίες ευνοούσαν την αναδυόμενη Βρετανική βιομηχανία υφασμάτων· με ένα προστατευτικό σύστημα δασμών η Βεγγάλη αναγκάστηκε να παρέχει πρώτες ύλες και να αφήνει τα τελικά προϊόντα να παράγονται στους “σκοτεινούς σατανικούς μύλους” του πρώιμου Βρετανικού καπιταλισμού. Αυτή η οικονομική αναδιάρθρωση, επιβεβλημένη στις κοινότητες σχετικά ευημερούντων τεχνιτών παραγωγών, έφερε τη φτώχεια και επέβαλε την μετατόπιση από τις αγροτικά επιθυμητές περιοχές σε προηγουμένως μη κατοικημένες περιοχές επιρρεπείς στις πλημμύρες. Το 1947 η Ινδία κέρδισε την ανεξαρτησία της από τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Σε απάντηση στις θρησκευτικές και εθνικές εντάσεις δόθηκε ξεχωριστό έθνος-κράτος στους Μουσουλμάνος το Πακιστάν. Αυτό αποτελούνταν από δυο διακριτές περιοχές, το Δυτικό και το Ανατολικό Πακιστάν, χωρισμένα μεταξύ τους από χιλιάδες μίλια Ινδικής έκτασης. Οι δύο περιοχές είχαν αρκετά διαφορετικούς πολιτισμούς, γλώσσες και οικονομικές δομές, και αυτά αναπαράγονταν εντός των ορίων του νέου κράτους, Οι οικονομικές και πολιτικές δομές του Δυτικού Πακιστάν κυριαρχούνταν από τις εμπορικές και αριστοκρατικές τάξεις που αναπτύχθηκαν κάτω από τη Βρετανική διοίκηση για να υπηρετούν, να παρέχουν και να διαχειρίζονται το αποικιακό καθεστώς. Η Δύση επομένως έγινε το πολιτικό και οικονομικό κέντρο του Πακιστάν, ενώ η Ανατολή παρέμεινε κυρίως αγροτική παραγωγική περιοχή. Οι Ισλαμικοί πολιτισμοί των δύο περιοχών ήταν επίσης αρκετά διαφορετικοί· στην Ανατολή ο παλαιότερος προ-Ισλαμικός Βεγγαλικός πολιτισμός -παρόλο που ήταν αυστηρά πατριαρχικός-  μετρίαζε τις πιο αυστηρές ερμηνείες του Ισλαμικού κώδικα. “Κατά πολλούς τρόπους, η ορμή για ένα ανεξάρτητο Μπανγκλαντές ήταν το λογικό υποπροϊόν της “δεκαετίας της ανάπτυξης” η οποία εγκαινιάστηκε από το καθεστώς του Ayub Khan και αναφέρεται ως πρότυπο της καπιταλιστικής επιτυχίας από την διεθνή οργανωτική κοινότητα. Η αναπτυξιακή πολιτική την εποχή του Πακιστάν ταύτιζε την οικονομική ανάπτυξη με τη δημιουργία μιας βιομηχανικής βάσης. Για τη χρηματοδότησή της, η κυβέρνηση ακολούθησε μια εκούσια πολιτική που καλλιεργούσε την οικονομική ανισότητα,  εκτρέποντας το πλεόνασμα που παραγόταν στον αγροτικό τομέα προς τα χέρια της μικρής τάξης των επιχειρηματιών του Δυτικού Πακιστάν. Η λογική αυτής της στρατηγικής συνοψίστηκε επιγραμματικά από έναν από τους συμβούλους των Η.Π.Α. Στην Επιτροπή Σχεδιασμού του Πακιστάν: “Οι μεγάλες ανισότητες ήταν απαραίτητες για να δημιουργηθεί η βιομηχανία και οι βιομήχανοι… η συγκέντρωση εισοδήματος στη βιομηχανία διευκολύνει τις καταθέσεις οι οποίες χρηματοδοτούν την ανάπτυξη.” ii Αυτές οι ανισορροπίες δημιούργησαν μια αυξανόμενη δυσαρέσκεια στην Ανατολή, η οποία τελικά οδήγησε στον εξαιρετικά αιματηρό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας το 1971. Καθοδηγούμενη από από μια αριστερή μερίδα στο Ανατολικό τμήμα του Στρατού, μια αποφασιστική παρέμβαση Ινδικών στρατευμάτων διασφάλισε τη νίκη της Ανατολής και οδήγησε στην ίδρυση του έθνους-κράτους του Μπανγκλαντές. Από την αρχή, τα “υπέρ του Ισλάμ” τμήματα της Μπανγκλαντέζικης κοινωνίας και του στρατού πρόσκεινταν στο Πακιστάν και αντιτίθεντο στην ανεξαρτησία του Μπανγκλαντές στο όνομα της Ισλαμικής ενότητας. Η ηγεσία του Jamaat-e-Islami (το βασικό Ισλαμιστικό κόμμα) πρωτοστάτησε των θηριωδιών εκ μέρους του Πακιστανικού στρατού στην αυγή της ανεξαρτησίας του Μπανγκλαντές. (Μόνο τώρα, σχεδόν 40 χρόνια μετά, ξεκινάν οι δίκες των εγκλημάτων πολέμου.iii)

Ταυτότητες Οι υιοθετούμενες ταυτότητες μπορεί να ποικίλουν και είναι πολύπλοκες στο Μπανγκλαντές – και οι περισσότερες πηγάζουν από της προσδιορισμένη σχέση κάποιου με τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας του 1971. Οι  γραμμές οι οποίες χαράχτηκαν με τον πόλεμο μέσα στην κοινωνία του Μπανγκλαντές αποτελούν ακόμα βαθιούς διαχωρισμούς. Για ορισμένους, η εθνική νίκη θεωρείται νίκη του Βεγγαλικού πολιτισμού ο οποίος αγκαλιάζει την ποικιλότητα και την ανεκτικότητα -αντιμέτωπος με τη διαρκή απειλή από τους Μουσουλμάνους φονταμενταλιστές οι οποίοι δυσανασχετούν με το χωρισμό από τους ομόθρησκους Μουσουλμάνους Πακιστανούς. Ανάλογα με την έμφαση υπάρχουν διάφορες εθνοτικές, εθνικές και θρησκευτικές ταυτότητες οι οποίες αποτελούνται από διαφορετικά μέτρα συνθέσεων και αντιθέσεων μεταξύ του πολιτισμικού Βεγγαλικού, του εθνικού Μπανγκαλντεσιανού και/ή του θρησκευτικού Μουσουλμανικού στοιχείου. (Οι άλλες μικρότερες θρησκευτικές και προ-εθνικές αυτόχθονες/φυλετικές ταυτότητες δε μας απασχολούν εδώ.) Αυτές οι αντιθέσεις ενσωματώνουν αντιτιθέμενες απόψεις ως προς το το είδους κοινωνία θα έπρεπε να είναι το Μπανγκλαντές και οι οποίες υποστηρίζονται σε διάφορα επιπεδα, τόσο πολιτικά όσο και πολιτισμικά.

Η εσωτερική εξορία της αριστεράς και οι ιδεολογικοί πόλεμοι των πληρεξούσιων αντιπροσώπων Κατά τη διάρκεια του Πολέμου υπήρχε ένα αριστερό στοιχείο εντός του στρατού και της πολιτικής. Μετά τις δικτατορίες στα μέσα της δεκαετίας του 70 και την επακόλουθη καταστολή, τη αριστερά του Μπανγκλαντές αναγκάστηκε να διαλυθεί – από αυτούς που παρέμεναν ενεργοί, πολλοί πήγαν στις ΜΚΟ ή στη δουλειά της πολιτισμικής προπαγάνδας. Μερικές μικρές Τριτσκιστικές και Σταλινικές ομάδες παραμένουν και τώρα, κυρίως φοιτητικής βάσης με μικρή σύνδεση με την εργατική τάξη. Ορισμένα κόμματε έχουν επίσης τις συγγενικές ομάδες τους στα “συνδικάτα” -αλλά αυτά τα “συνδικάτα”, παρά τις φιλοδοξίες τους, σπάνια, αν όχι ποτέ, λειτουργούν σαν αντιπρόσωποι στους χώρους εργασίας. Οι ΜΚΟ προωθούν μικρά δανειακά προγράμματα για μικρές επιχειρηματικές δραστηριότητες, εν μέρει  σαν τρόπο ενθάρρυνσης της ανεξαρτησίας από τους μεγάλους ιδιοκτήτες γης στις αγριτκές περιοχές και για μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική ανεξαρτησία των γυναικών. Η χρηματοδότηση παρέχεται για την διδασκαλία και την ενίσχυση των αγροτικών τεχνικών μικρής κλίμακας, των συνεργατικών ή ατομικών οικιακών εργαστηρίων και των επακόλουθων δικτύων διανομής κτλ. Μερικές φορές λειτουργούν επίσης και σαν ένας τύπος  συνδικάτου πληρεξούσιων αντιπροσώπων προσφέροντας νομικές και ασφαλιστικές συμβουλές στις πόλεις. Συχνά χρησιμοποιούν παραδοσιακές θεατρικές και μουσικές φόρμες στις συνεδριάσεις στα χωριά για να διαδώσουν τη φιλελεύθερη ιδεολογία τους περί κοινωνικής ανεκτικότητας και επιχειρηματικής μικρο-καπιταλιστικής δραστηριότητας. Από την άλλη μεριά του ιδεολογικού υποβάθρου βρίσκονται οι χρηματοδοτούμενες από τους Σαουδάραβες Μουσουλμανικές ΜΚΟ οι οποίες κάνουν εκστρατείες υπέρ φονταμενταλιστικών αξιών και υπέρ του υποτακτικού ρόλου των φτωχών και ιδιαίτερα των γυναικών (ορισμένες συνδέονται και με τρομοκρατικές δραστηριότητες). Οι περισσότερες από τρία εκατομμύρια εργάτριες των πόλεων του Μπανγκλαντές με τη σχετική οικονομική ανεξαρτησία, είναι για τους φονταμενταλιστές, ιδιαίτερα απαράδεκτη απόδειξη της διαβρωτικής επίδρασης της σύγχρονης κοινωνίας. Για τους λόγους αυτούς έχουν επιτεθεί μερικές φορές στις ΜΚΟ, στα συνδικάτα και στα προγράμματα που χρηματοδοτούν. Αυτή η ιδεολογική διαίρεση εκδηλώνεται σε διάφορα πολιτικά και πολιτισμικά ζητήματα. Οι πιο πρόσφατοι νικητές των εκλογών, το Awami League (AL),θεωρούνται ένα πιο φιλελεύθερο και κοσμικό κόμμα (με τα Μπανγκλαντέζικα στάνταρ, παρόλο που ιστορικά είναι εξίσου μπλεγμένο στη διαφθορά) από ότι η αντιπολίτευση του Εθνικού Κόμματος του Μπανγκλαντές [Bangladeshi National Party (BNP)], οι οποίοι έχουν μια πρόσφατη ιστορία εκλογικών συμμαχιών με τις φονταμενταλιστικές ομάδες (παρόλο που και το AL έχει κατά καιρούς φλερτάρει με θρησκευτικές συμμαχίες).

Περιφράξεις Μετά την Ανεξαρτησία, διάφορα πρακτορεία Αρωγής και Σχεδιασμού εμφανίστηκαν στο Μπανγκλαντές· από τη Δύση, μέσω του ΔΝΤ, ήρθαν επιχορηγήσεις για τους ιδιοκτήτες γης για τη στροφή στη μονοκαλλιέργεια και την καλλιέργεια για τις αγορές της Δύσης. Αυτό πήρε τη γη από τα χέρια των κολίγων οι οποίοι καλλιεργούσαν για τα μέσα αναπαραγωγής τους ή για τις τοπικές μονάχα αγορές. Με την εφαρμογή πιο σύγχρονων εισαγόμενων τεχνικών καλλιέργειας -οι οποίες ήταν και οικολογικά καταστροφικές και εξαρτώμενες από την παροχή λιπασμάτων από τη Δύση, μη αναπαραγόμενων σπόρων κτλ.iv – η αγροτική ανεργία αυξήθηκε. Αυτή ήταν μια νέα μορφή περιφράξεων ενάντια στον αγροτικό πληθυσμό, παρόμοια με αυτήν που είχαν υποστεί οι Ευρωπαϊκές χώρες τους προηγούμενους αιώνες. * * * Η ανάδυση της βιομηχανίας ΕΕ και η γυναίκα εργάτρια Ταυτόχρονα με τις αλλαγές αυτές στην περιφερειακή αγροτική οικονομία και τις έμφυλες σχέσεις της, οι Δυτικές οικονομίες επηρέαζαν και την αστική βιομηχανική ανάπτυξη. Η Συμφωνία Στο Ύφασμα [The Multi Fibre Arrangement (MFA)] εισήχθη το 1974 σαν μέσο ελέγχου των αυξανόμενων εισαγωγών από τις χώρες της Ασίας και της Νότιας Αμερικής στη Δύση. Επιβλήθηκε ποσόστωση σε διάφορες χώρες, αλλά οι φτωχότερες χώρες -συμπεριλαμβανομένου του Μπανγκλαντές- εξαιρέθηκαν από τους περιορισμούς της ποσόστωσης. Αυτό οδήγησες στην “ελπίδα της ποσόστωσης” αφού οι χώρες χωρίς ποσόστωση έγινε ελκυστικές για τους επιχειρηματίες από τις χώρες με περιορισμούς. Ο συνδυασμός των χαμηλών κοστών εκκίνησης με το ελεύθερο ποσόστωσης περιβάλλον -όπως και τα κυβερνητικά κίνητρα- ενθάρρυναν πολλές τοπικές και ξένες επενδύσεις στην βιομηχανία του Έτοιμου Ενδύματος (ΕΕ). Η βιομηχανία αναπτύχθηκε ταχύτατα από τη δεκαετία του 1970 καθώς οι εξαγωγές διευρύνθηκαν στην παγκόσμια αγορά· ο τομέας της ΕΕ συμβάλλει πλέον στο 80% του 80% των εξαγωγικών κερδών ύψους 18δις $ της χώρας και απασχολεί περίπου 40 τοις εκατό του εργατικού δυναμικού της χώρας· περίπου 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι, 85% εκ των οποίων γυναίκες. Οι περισσότερες είναι νέες, επίσημα από 14 ετών και πάνω (αλλά συχνά και νεότερα παιδιά δουλεύουν ως ανεπίσημοι “βοηθοί” για κατώτατους μισθούς). Η πλειοψηφία είναι νέες γυναίκες, με εύρος εργατικής ζωής περίπου 20 χρόνων, μετά το οποίο η παραγωγικότητά τους λέγεται πως υφίεται -για λόγους όπως ελαττωμένη όραση και άλλες σωματικές αλλοιώσεις, συχνά συνδεόμενες με τον υποσιτισμό που είναι ευρέως διαδεδομένος μεταξύ των εργατών στην ένδυση. Χιλιάδες νέες γυναίκες που κατευθύνονται στα εργοστάσια ένδυσης ήταν μια και, για κάποιους, σοκαριστική εικόνα στους δρόμους της πόλης. Τα πρώτα χρόνια της βιομηχανίας οι κληρικοί κήρυτταν έξω από τα εργοστάσια ενάντια σε αυτή τη νέα γυναικεία “μετάβαση” και διένειμαν κασέτες με τους λόγους αυτούς. Εξαπλώνονταν άγριες φύμες για τις επιπτώσεις του να επιτρέπεται στους άνδρες και τις γυναίκες να καταλαμβάνουν κοινούς χώρους εργασίας. Στην πραγματικότητα τα εργοστάσια ήταν ιδανικά κατάλληλα για τη χρήση της γυναικείας εργασίας κάτω από τις υπάρχουσες έμφυλες σχέσεις· αποκλεισμένες από το δημόσιο βλέμμα και με τη συμπεριφορά αυστηρά επιτηρούμενη (και συχνά διαχωρισμένη) για να μεγιστοποιηθεί η παραγωγή και να μετριαστούν οι φόβοι, οι έγνοιες των ανδρών συγγενών των γυναικών εργατριών εν γένει ξεπεράστηκαν (βοήθησε και το επιπρόσθετο εισόδημα) και η βιομηχανία επεκτάθηκε γρήγορα. Για τα παντρεμένα ζευγάρια αυτό άλλαζε συχνά και τους ρόλους στο σπίτι· οι άνδρες ήταν αναγκασμένοι, για πρώτη φορά, να μοιραστούν τις οικιακές αγγαρείες για να κρατήσουν τη λειτουργίες. Ωστόσο ακόμα και καθώς η καπιταλιστική ανάπτυξη αλλάζει τις έμφυλες σχέσεις με τον τρόπο αυτό, το κάνει εν μέρει χρησιμοποιώντας τις υπάρχουσες έμφυλες διαιρέσεις. Τις πρώτες μέρες της βιομηχανίας προσλαμβάνονταν άνδρες, πολλοί από τους οποίους επιστρατεύονταν μεταξύ των  παραδοσιακών ραφτών. Αλλά η γενική απειθαρχία τους και η συνεπακόλουθη χαμηλή παραγωγικότητα σήμαινε ότι τα αφεντικά της ένδυσης άρχισαν να προσλαμβάνουν όλο και περισσότερους αριθμούς γυναικών· τα αφεντικά των εργοστασίων εξηγούν αυτή την προτίμηση ως οφειλόμενη στο ότι οι Μπανγκλαντεσιανές γυναίκες είναι πιο πειθήνιες στην ιδιοσυγκρασία τους από ότι οι άνδρες.v Αυτό είναι μόνο μια αντανάκλαση των έμφυλων ρόλων και της πολιτισμικής κατάστασης μια ευρύτερης κοινωνίας, και στην πραγματικότητα οι γυναίκες έχουν λιγότερες οικονομικές επιλογές, έτσι είναι πιο πιθανόν να μείνουν στη δουλειά. Όπως εξήγησε μια γυναίκα εργάτρια στην ένδυση· “Βλέπεις, σαν γυναίκες, ένα από τα φτερά μας είναι σπασμένο. Δεν έχουν την τόλμη που έχει ένας άνδρας, καθώς ξέρουμε ότι έχουμε σπασμένο φτερό. Ο άνδρας μπορεί να κοιμηθεί οπουδήποτε, μπορεί απλά να ξαπλώσει στο δρόμο και να κοιμηθεί. Μια γυναίκα δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Πρέπει να σκεφτεί το σώμα της, την ασφάλειά της. Έτσι ο ιδιοκτήτης τους εργοστασίου ενδυμάτων προτιμά να προσλαμβάνει γυναίκες γιατί οι άνδρες είναι πιο έξυπνοι όσον αφορά τις ευκαιρίες τους, τους εκπαιδεύεις και πάνε παρακάτω. Ακόμα και όταν συγκρίνει ένα μικρό αγόρι με ένα μεγαλύτερο κορίτσι, θα σκεφτεί, “Είναι μόνο κορίτσι, δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά.”vi

Αμφισβητώντας την παράδοση της purdah Καθώς η κληρονομιά περνά μέσα από την αρσενική γραμμή, οι αναπαραγωγικές δυνάμεις της γυναίκας φυλάσσονται με ζήλο, σαν μια προστασία της οικογενειακής ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με τους Ισλαμικούς κανόνες της purdah (κυριολεκτικά “κουρτίνα” ή “πέπλο”) οι γυναίκες στην πόλη και στην εξοχή αναμένεται να μένουν στο σπίτι εκτός κι αν συνοδεύονται στο δημόσιο χώρο από ένα άνδρα προστάτη (όπως συνηθίζεται ακόμα σε χώρες όπως η Σαουδική Αραβία). Η παραδοσιακή ηθική των χωριών ορίζει ότι οι γυναίκες σπάνια επιτρέπεται να δουλεύουν έξω από το σπίτι, έτσι περιορίζονταν στην κηπουρική και στις χειρωνακτικές κατασκευές, όπως η κατασκευή διχτυών για ψάρεμα, το γνέσιμο και η κατασκευή καλαθιών. Καθώς η ανεργία αυξανόταν και οι αγροτικοί μισθοί μπήκαν σε μια περίοδο μακράς ύφεσης μετά την Ανεξαρτησία, οι γυναίκες άρχισαν -εξαιτίας και της οικονομικής ανάγκης και της επιθυμίας για μεγαλύτερη ανεξαρτησία- να αμφισβητούν αυτούς τους περιορισμούς. (Η ακολουθία των μετά τη δεκαετία καταστροφών-πλημμυρών, του λοιμού και των αιματηρών δικτατοριών -μετατόπισαν επίσης σημαντικά τους παραδοσιακούς έμφυλους ρόλους και ανάγκασαν περισσότερες γυναίκες στην  αυτάρκεια εξαιτίας την απώλειας της ανδρικής προστασία και οικονομικής στήριξης.) Ορισμένες άρχισαν να δουλεύουν εκτός, αρχικά ιδιαίτερα διακριτικά όπου ήταν δυνατόν· άλλες ενθαρρύνθηκαν να στήσουν χωρικές χειροτεχνίες ή αγροτικούς συνεταιρισμούς από πρακτορεία Αρωγής· άλλες μετακινήθηκαν προς τις πόλεις αναζητώντας εργασία -πολλές εργοστασιακή εργασία στη βιομηχανία ένδυσης και μια ζωή στις άφθονες παραγκουπόλεις των πόλεων. Το γεγονός ότι οι γυναίκες αποτελούν τουλάχιστον 85% του εργατικού δυναμικού στην ένδυση αναδεικνύει μερικές δραματικές πρόσφατες κοινωνικές αλλαγές. Από τη δεκαετία του 1960 το σύστημα της προίκας άλλαξε ισορροπία -ενώ η οικογένεια του γαμπρού έπρεπε παραδοσιακά να πληρώνει την προίκα, στις πλούσιες οικογένειες έγινε πλέον υποχρέωση και για την οικογένεια της νύφης να το κάνει. Αυτή η αλλαγή σταδιακά φιλτραρισμένη προς τα κάτω, έγινε κανόνας σε όλες τις τάξεις. Για τις φτωχές οικογένειες αυτό σήμαινε ότι τα κορίτσια έγιναν ένα επιπρόσθετο βάρος -δεν ήταν μόνο οι δυνατότητες τους να βγάλουν ένα εισόδημα περιορισμένες, τώρα κάθε ένα απαιτούσε και μια προίκα και ο γάμος έγινε μια καθαρή αποστράγγιση του οικογενειακού πλούτου. (Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι για τη μετανάστευση πολλών νέων γυναικών από το χωριό στα εργοστάσια ένδυσης της πόλης· στέλνοντας χρήματα σπίτι, μπορούν να μετασχηματίσουν τον οικονομικό τους ρόλο από βάρος σε οικογενειακό πλεονέκτημα.)

Η πρακτική του να δίνει μια γυναίκα μια “προίκα” ή ένα δώρο σ’ έναν άνδρα κατά το γάμο λέγεται πως έλκει την καταγωγή της στο σύστημα του streedhanvii (το μερίδιο της γυναίκας στον γονικό πλούτο που της δίνεται κατά τη στιγμή του γάμου της). Καθώς μια γυναίκα δεν είχε δικαιώμα να κληρονομήσει ένα μερίδιο της προγονικής ιδιοκτησίας, το streedhan θεωρούνταν ως ένας τρόπος με τον οποίο η οικογένεια εξασφάλιζε ότι αυτή θα είχε πρόσβαση σε μέρος του πλούτου της. Δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις ως προς το πότε σταμάτησε για πρώτη φορά αυτή η πρακτική στην Ινδία. Αυτό που ξεκίνησε σαν δώρο γης για τη γυναίκα σαν κληρονομιά της σε μια ουσιαστικά αγροτική οικονομία σήμερα έχει εκφυλιστεί σε δώρα χρυσού, ρούχα, καταναλωτικά αγαθά, και μεγάλα ποσά ρευστού, τα οποία πολλές φορές συνεπάγονται την φτώχεια και την υπερχρέωση των φτωχών οικογενειών. Η προίκα συχνά χρησιμοποιείται από την οικογένεια που τη λαμβάνει, για επιχειρηματικούς σκοπούς, για την εκπαίδευση μελών της οικογένειας, ή για τη χορήγηση προίκας στις αδερφές του συζύγου. Η συναλλαγή της προίκας συχνά δεν τελειώνει με την γαμήλια τελετή αυτή καθαυτή, καθώς η οικογένεια αναμένεται να συνεχίσει να δίνει δώρα.

http://www.experiencefestival.com/a/Dowry/id/464788

Οι γυναίκες μπορούν εύκολα να διαζευχθούν και να εγκαταληφθούν στο Μπανγκλαντές, να μείνουν πάμφτωχες με τα παιδιά τους. Τα εργοστάσια ένδυσης έγιναν γραμμή σωτηρίς και για τις εγκαταλελειμμένες γυναίκες και για εκείνες τις νέες που προσπαθούσαν να αποφύγουν να βρεθούν στο έλεος της ανδρικής εξάρτησης και πολλών από τους πατριαρχικούς περιορισμούς που τη συνοδεύουν. Αποτελούσαν επίσης μια ευκαιρία για τις φτωχές οικογένειες για να ενισχύσουν το εισόδημά τους.

* * * Τα Συνδικάτα παραδέχονται την “απουσία ελέγχου” …αλλά την επιζητούν απεγνωσμένα

Οι αγώνες ενάντια στις ακρότητες της εκμετάλλευσης στη Βιομηχανία ΕΕ έχουν μια μακρά ιστορία και η μαχητικότητα τους και η βίαιη φύση τους είναι εντυπωσιακές, δεδομένου του ότι οι Μπανγκλαντεσιανοί εργάτες εκτιμάται ότι κερδίζουν τους χαμηλότερους βιομηχανικούς μισθούς σε όλο τον κόσμο. Η ταξική πάλη και οι μορφές που λαμβάνει έχουν αναπτυχθεί αρκετά αυτόνομα στη βιομηχανία, με μικρή θεσμική διαμεσολάβηση. Αυτό έχει συμβάλλει στην εντατικότητα και στον εκρηκτικό χαρακτήρα των αγώνων των εργατών της ένδυσης· σαν μια πιθανή λύση στην αναταραχή έχουν υπάρξει επανειλημμένες εκκλήσεις να καθιερωθεί πλήρης συνδικαλισμός στα εργοστάσια. Όταν οι αναταραχές φτάσουν μια συγκεκριμένη κορύφωση δίνονται νέες υποσχέσεις για την αποδοχή της συνδικαλιστικής δραστηριότητας, αλλά όταν η αναταραχή καταλαγιάζει τα περισσότερα αφεντικά στα εργοστάσια διατηρούν την άρνησή τους να αποδεχτούν την αποδοχή την συνδικαλιστική αντιπροσώπευση. “Δεν αποδόθηκε ποτέ στα συνδικάτα κάποιος αποτελεσματικός ρόλος στον τομέα της ένδυση και έτσι δεν έχουν ιδιαίτερη επιρροή στο εργατικό δυναμικό ή δυνατότητες ως διαμεσολαβητές των σχέσεων εργασίας· δεκάδες συνδικάτα στην ΕΕ δεν έχουν καμιά σχεδόν θέση στη διάλυση των επανεμφανιζόμενων περιοδικά αναταραχών, καθώς δεν έχουν κανένα έλεγχο πάνω στους εργάτες στο επίπεδο τους εργοστασίου εξαιτίας της αδράνειας των περισσότερων εργατικών συνδικάτων, παρατηρούν οι ηγέτες των συνδικάτων. Σύμφωνα με κάποιους ηγέτες, τώρα υπάρχουν περισσότερα από 28 καταχωρημένα συνδικάτα και περισσότερα από 13 μη καταχωρημένα συνδικάτα στον τομέα της ΕΕ. Από τις 200 καταχωρημένες μονάδες εργατικών συνδικάτων σε επίπεδο εργοστασίου, μόνο περίπου 15 είναι ενεργά, υποστηρίζουν οι ηγέτες. Κατά συνέπεια, οι ηγέτες των κεντρικών συνδικάτων δεν έχουν τα κατάλληλα μέσα παρέμβαση στην αρχή οποιασδήποτε εργατικής αναταραχής, παρόλο που οι ηγέτες υποτίθεται πως πρέπει να παίζουν μείζονα ρόλο στη διάλυση των εργατικών αναταραχών. Κατά τη διάρκεια πρόσφατων επεισοδίων αναταραχής, εργάτες στην ένδυση επιτέθηκαν σε πολλά εργοστάσια, αλλά οι ηγέτες των συνδικάτων δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τους εργάτες εξαιτίας της απουσίας ενεργών εργατικών σωματειακών μονάδων. [...] “Γνωρίζουμε πως έχουμε πολλές ευθύνες κατά την αρχή οποιασδήποτε αναταραχής στο βιομηχανικό τομέα. Αλλά, μερικές φορές αισθανόμαστε αβοήθητοι καθώς δεν έχουμε κανέναν έλεγχο πάνω στους εργάτες,” είπε ο Amirul Haque Amin,γενικός γραμματέας της Εθνικής ΄Ένωσης Εργατών Ένδυσης [National Garment Workers Federation (NGWF)]. (Daily Star, Sep 14 08)” http://libcom.org/news/bangladesh-militarized-factory-visions-devouring-demons-capital-15092008

Το πείσμα των εργοδοτών να αρνούνται τόσο καιρό τα συνδικαλιστικά δικαιώματα φαίνεται σαν συνολική στρατηγική αδυναμία· η παροχή βασικών δικαιωμάτων απασχόλησης και ένας αποδεκτός βασικός μισθός ενδεχομένως να έδινε μεγαλύτερη σταθερότητα στον τομέα και τα αυξημένα κόστη να εξισορροπούνταν από μια μείωση στις διακοπές [της παραγωγής]. Η εισαγωγή επίσημων διαδικασιών διαπραγμάτευσης με τα συνδικάτα θα μπορούσε επίσης πιθανόν -όπως είναι σχεδιασμένη να κάνει- ως ένα βαθμό τουλάχιστον, να πάρει την πρωτοβουλία από τους αυτο-οργανωμένους εργάτες και τις συχνά αυθόρμητες άγριες πρακτικές τους και να τη θέσει στα χέρια των γραφειοκρατών των συνδικάτων οι οποίοι θα είχαν την τάση να διασκορπίσουν και να διαιρέσουν το παρόν υψηλό επίπεδο της ταξικής πάλης διοχετεύοντάς την σε μακρές επίσημες διαδικασίες. Η εξαγωγή [outsourcing] συγκεκριμένων εργασιών, όπως το άνοιγμα κουμπότρυπων και τα τελειώματα, από τα μεγαλύτερα εργοστάσια σε μικρότερα είναι συνήθης. (Τα υφάσματα είναι ένα ευέλικτο “πλαδαρό” υλικό, έτσι οι δυνατότητες μηχανοποίησης πολλών στοιχείων της παραγωγής είναι περιορισμένες.) Οι διάφορες γραμμές παροχής πρώτων υλών της βιομηχανίες που συνθέτουν τα ποικίλα μέρη του καταμερισμού της εργασίας στην παραγωγή στην ΕΕ ποικίλουν από λειτουργίας εν-μια-νυκτί στημένες γρήγορα με λίγες μηχανές και μικρό εργατικό δυναμικό μέχρι και εργοστάσια υψηλής τεχνολογίας που απασχολούν χιλιάδες. Ως εκ τούτου, στα χαμηλότερα επίπεδα της αλυσίδας της παροχής -όπου τα χαμηλά λειτουργικά κόστη, η περιστασιακή απασχόληση και η ταχεία παράδοση παραγγελιών είναι καίρια για την απόδοση κέρδους- η συμμόρφωση στους κανονισμούς υγείας & ασφάλειας και άλλες οικονομικές και νομικές υποχρεώσεις που θα έφερνε η αναγνώριση των συνδικάτων φαντάζει μη ελκυστική για τα αφεντικά της ένδυσης. Κι όμως η απόδοση της προσφάτως αρνηθείας αύξησης του κατώτατου μισθού ύψους 5.000 Τάκα (48£/58€/71$) θα πρόσθετε σχετικά λίγα πράγματα στο παραγωγικό κόστος, που θα μπορούσαν να απορροφηθούν εύκολα από τους μεγαλύτερους παραγωγούς, αγοραστές,  εμπόρους λιανικής και καταναλωτές· “Αναφορές στα μέσα ενημέρωσης σχετικά με την ανάλυση της κατάστασης στην ένδυση δείχνουν πως το ποσοστό τους κατώτατου μισθού για τους εργάτες στην ένδυση δε θα εμποδίσει στο ελάχιστο το όριο κέρδους για τις εξαγωγές ενδυμάτων. Η άνοδος του μισθού σημαίνει μια άυξηση 1,0-3,0% στα προϊόντα της ένδυσης. Η άνοδος στους μισθούς αποτελεί ένα μέγιστο του 9,2% επί του συνόλου των εξαγωγήν στην ένδυση κατά το οικονομικό έτος 2009-10, όταν το μέσο όριο κέρδους ήταν στο 8,0-10% της εξαγωγικής αξίας. Σύμφωνα με την οικονομική αναφορά της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι εξαγωγές στην ΕΕ σχεδόν διπλασιάστηκαν τα τελευταία πέντε χρόνια από 6,4δις σε 12,5 δις $ το οικονομικό έτος 2010.” (thefinancialexpress-bd.com – Aug 10 2010) Κι όμως οι διεθνείς αγοραστές για τις παγκόσμιες αλυσίδες λιανικής πώληση ασκού διαρκή πίεση για χαμηλές τιμές και σε πρόσφατες δηλώσεις δεν έχουν δείξει καμιά διάθεση να απορροφήσουν τα κόστη από τις ανόδους των μισθών, παρά μόνο να βοηθήσουν τα εργοστάσια να “αυξήσουν την παραγωγικότητα”. Ένας ακόμα λόγος για τη μακρά επιφυλακτικότητα των διαδοχικών κυβερνήσεων να ενθαρρύνουν τα συνδικάτα και να ενισχύσουν τους κανονισμούς εργασίας είναι ότι πολλοί πολιτικοί είναι επενδυτές στο εμπόριο ενδυμάτων. Σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Εργασίας η κυβέρνηση φαίνεται να πιστεύει τώρα -παρά τη διαρκή επιφυλακτικότητα των εργοδοτών- ότι τα συνδικάτα είναι ένας επιθυμητός μηχανισμός για τη διαμεσολάβηση και τον έλεγχο των εργατικών αναταραχών. Το ζήτημα είναι αν τα συνδικάτα μπορούν να δαμάσουν την επικρατούσα μορφή αγώνα των εργατών και να αντικαταστήσουν την έντασή της και τον αυθόρμητο χαρακτήρα της με τις τυπικές μακράς διάρκειας γραφειοκρατικές και νομικές διαδικασίες. Η εργατική τάξη πρέπει να χάσει τον παρόντα άμεσο έλεγχο της επί των ίδιων της των αγώνων και να εξημερωθεί προς μια αποδοχή της αλλοτρίωσης της ταξικής της ισχύος, ένα πέρασμα σε μια συνδικαλιστική γραφειοκρατεία, αλλιώς τα συνδικάτα θα είναι άνευ σημασίας για τον καπιταλισμό. “Αν εφαρμοστεί η μεταρρύθμιση των συνδικάτων, θα δουλέψει; Φυσικά η θεσμποποίηση συγκεκριμένων μέτρων υγείας και ασφάλειας (οι θάνατοι σε φωτιές στα εργοστάσια είναι συχνοί, όπως και κάποιες ασθένειες σχετικές με την απασχόληση) όπως και νομικές δυνάμεις εφαρμογής ενός βιώσιμου μισθού  που πληρώνεται πραγματικά τακτικά, θα ήταν δημοφιλής μεταξύ των εργατών. Αλλά αυτό εξαρτάται από τα αφεντικά της ένδυσης και από το κράτος που πρέπει να δείξουν μια διάθεση και να δεχτούν τις μεταρρυθμίσεις και ακολούθως να τις εφαρμόσουν -πράγμα το οποίο δε συμβαίνει μέχρι τώρα. Υποσχέσεις έχουν δοθεί και έχουν σπάσει επανειλλημένως σχετικά με αυτά τα ζητήματα- και αν δεν υπάρξει αποδοχή της διαπραγμάτευσης διαμέσου των συνδικάτων εκ μέρους των εργατών, τότε τα συνδικάτα θα παραμείνουν σχετικά άσχετα όπως είναι και σήμερα. (Ένας ακόμα παράγοντας είναι ότι τα συνδικάτα συχνά είναι τόσο διεφθαρμένα όπως και οι περισσότεροι άλλοι πολιτικοί θεσμοί στο Μπανγκλαντές σήμερα και συχνά είναι απλά όργανα των πολιτικών σκοπών ενός εκ των κύριων πολιτικών κομμάτων.) Τα συνδικάτα πρέπει να προσπαθήσουν να καθιερώσουν μια αξιοπιστία και να αναλάβουν την εκπροσώπηση και τον έλεγχο ενός εργατικού δυναμικού, το οποίο, τα τελευταία 25 χρόνια, έχει φανεί ιδιαίτερα ικανό για μαι υψηλού βαθμού αυτο-οργάνωση και αλληλεγγύη. Είναι πιθανόν οι καλά καθιερωμένες τρέχουσες μορφές μαζικού αγώνα -τακτικές άγριες απεργίες οι οποίες στη συνέχεια συμπαρασύρουν γειρονικά εργοστάσια, τα μπλοκαρίσματα των δρόμων, οι ταραχές και οι επιθέσεις στις ιδιοκτησίες των αφεντικών- να αποδειχτούν      δύσκολες στο να ξεπεραστούν.”

http://libcom.org/news/3-dead-garment-workers-clashes-unions-promised-new-role-04112009

Οι ηγέτες των εργατών που δέχτηκαν την πρόσφατη συμφωνία του κατώτατου μισθού άρχισαν γρήγορα να δείχνουν το πραγματικό του πρόσωπο· “η πλειοψηφία φαίνεται να μην είναι καν εργάτες της ένδυσης. Αναφέρεται πως ήταν επιλεγμένοι από την κυβέρνηση ειδικά για τις διαπραγματεύσεις. Αλλά κάποιοι αντιπρόσωποι των εργατών με χαρά έδωσαν  στο συμβιβασμό μια εικόνα αξιοπιστίας  και δέχτηκαν την προσφορά εκ μέρους των εργατών·”

Ο Nazma Akter, πρόεδρος της Sammilito Garment Sramik Federation,μιας πλατφόρμας 40.000 εργατών ένδυσης, καλωσόρισε την ανακοίνωση του κατώτατου μισθού των 3.000 Τάκα για τους πρωτοδιορισθέντες εργάτες. (Daily Star, Aug 1st 2010) Ο Akter, ένας πρώην εργάτης της ένδυσης ο οποίος γραπώθηκε στη σκαλωσιά της καριέρας των ΜΚΟ και των διεθνών λόμπι παλαιότερα συνεργάστηκε μετά χαράς με αφεντικά της ένδυσης και είπε δημοσίως ψέματα όσον αφορά την ύπαρξη κακομεταχείρισης εργατών στο χώρο εργασίας. (βλ. υποσημείωση 1). Η Εθνική Ένωση Εργατών Ένδυσης [The National Garment Workers Federation – NGWF (βλ. Υποσημείωση 2)] δέχτηκε επίσης την προσφορά. Και οι δύο Ενώσεις έχουν καταδικάσει τις βίαιες διαδηλώσεις των εργατών της ένδυσης και η NGWF αρνείται, παράλογα, τη συμμετοχή των εργατών.

http://libcom.org/news/rage-over-wage-04082010

Κι ωστόσο αναφέρεται ότι, χιλιάδες εργάτες απέρριψαν τον κατώτατο μισθό, πολέμησαν την αστυνομική και κρατική καταστολή -και εν μέσω επιδρομών στα γραφεία των συνδικάτων και συλλήψεων ηγετών οι οποίοι αρνούνταν να επικυρώσουν τη θλιβερή μισθολογική προσφορά-  ένας ηγέτης της NGWF δέχεται με χαρά δημοσίως τη μισθολογική συμφωνία, καταδικάζει την εργατική βία και (σαν καλός γραφειοκράτης) καλεί για συλλήψεις όσων εργατών αντιτίθενται στη συμφωνία. Ο ηλίθιος ισχυρισμός ότι οι εργάτες δε συμμετέχουν είναι ψέμα, όπως αποδεικνύουν οι πολυάριθμες ημερήσιες αναφορές των μέσων ενημέρωσης και της αστυνομίας και οι συλλήψεις· Ο σύνεδρος της Εθνικής Ένωσης Εργατών Ένδυσης Amirul Huq Amin, βγαίνοντας από μια τριμερή συνάντηση, στο κτίριο της Ένωσης Κατασκευαστών και Εξαγωγέων του Μπανγκλαντές αργά το απόγευμα, είπε ότι δε διαφώνησαν πάνω στη νέα μισθολογική κατάσταση. [...] “Οι εργάτες δεν συμμετέχουν στις τρέχουσες βιαιότητες στη βιομηχανία ενδυμάτων,” είπε ο Amirul Huq στους δημοσιογράφους. Έκανε έκκληση να ταυτοποιηθούν και να τιμωρηθούν αυτοί που συμμετείχαν στα πρόσφατα περιστατικά βίας. http://www.newagebd.com/2010/aug/02/front.html#3.» Η NGWF είχε στο παρελθόν επαφές με αναρχο-συνδικαλιστές στη Δύση και, πιο πρόσφατα, με τους Βιομηχανικούς Εργάτες του Κόσμου στις Η.Π.Α. [Industrial Workers of the World]. Είχε στενή συνεργασία και με Δυτικές ΜΚΟ και φιλανθρωπικές οργανώσεις (π.χ. την War On Want). Παρά τη φήμη της σαν μια πιο λαϊκή εργατική ομάδα τώρα πλέον ανταγωνίζεται ξεκάθαρα για μια θέση στην “ιδιοκτησία” του ρόλου της αντιπροσώπευσης των εργατών της ένδυσης εντυπωσιάζοντας το κράτος με το τι καλό μπάτσος μπορεί να είναι. Η απόπειρα να δώσει αξιοπιστία σε μια μισθολογική συμφωνία πείνας και οι εκκλήσεις για κρατική καταστολή ενάντια στους μαχητικούς εργάτες και στα ανταγωνιστικά συνδικάτα είναι ένα σημάδι της δύναμης της φιλοδοξίας τους. Φιλανθρωπικές οργανώσεις για φιλελεύθερες και συντονισμένες μορφές εκμετάλλευσης. Οι ΜΚΟ προωθούν την συμμόρφωση των εργοστασίων με κατευθυντήριες γραμμές “συμμόρφωσης” και να θέσουν νέα ελάχιστα στάνταρ μισθού και συνθηκών και αναζητούν τη συνεργασία με Δυτικούς εμπόρους λιανικής στα ζητήματα αυτά. Οι Δυτικές πολυεθνικές συνηθίζουν να προστατεύουν την εταιρική τους εικόνα προσπαθώντας να αποφύγουν τη δημόσια συσχέτιση με τα “κάτεργα του 3ου Κόσμου”. Αλλά μεγάλο μέρος αυτής της συμμόρφωσης δεν είναι αληθινό, και στηρίζεται από περιοχές μοντέλα που συμμορφώνονται με τους κανονισμούς τα οποία συντηρούν οι εργοδότες -οι οποίες δεν αντιπροσωπεύουν τις τυπικές εργασιακές συνθήκες- μόνο και μόνο για τις επιθεωρήσεις· συχνά συντηρούνται δυο σειρές βιβλίων, η μια εκ των οποίων δείχνει υψηλότερους μισθούς απ’ ότι παίρνουν πραγματικά οι εργάτες· οι εργάτες προειδοποιούνται για τις επιθεωρήσεις και τους λένε να προσέχουν τη συμπεριφορά τους, οι εξοπλισμοί υγεία & ασφάλειας βελτιώνονται προσωρινά κτλ. Οι Δυτικές ΜΚΟ και οι φιλανθρωπικές οργανώσεις τονίζουν τους άθλιους μισθούς, τις εργασιακές συνθήκες και τις παράγκες στις οποίες στεγάζονται οι εργάτες. Αλλά τους απεικονίζουν πρωταρχικά με ανθρωπιστικούς όρους ως παθητικά θύματα τα οποία ενεργούν και δρουν για τα δικά τους συμφέροντα μόνο με την παρέμβασης πλάνων των Δυτικών ΜΚΟ και τη προώθησης απ’ αυτές νομικών μεταρρυθμίσεων. Έτσι οι μαχητικοί ταξικοί αγώνες των εργατών της ένδυσης σπάνια αναφέρονται καθώς δεν αποτελούν -ταξική σύγκρουση- αλλά μόνο τις τραγικές και λυπηρές συνέπειες μιας βιομηχανίας με ανεπαρκείς κανονισμούς και “ανήθικο” καταναλωτισμό. Αυτό αγνοεί το διπλό χαρακτήρα των εργατών της ένδυσης, οι οποίοι ενώ υποφέρουν μια ακραία εκμετάλλευση ως μισθωτοί σκλάβοι, είναι πολλά περισσότερα από απλά παθητικά θύματα.

Οι  νέο-Ντικενσιανοί “σκοτεινοί, σατανικοί μύλοι” – η σχετικότητά τους για μας; Η ανάδυση τέτοιων ταξικών συγκρούσεων είναι ένα σύμπτωμα των αλλαγών στις σχέσεις και τις λειτουργίες στην παγκόσμια αγορά. Η αναδιάρθρωση στις Δυτικές οικονομίες -εν μέρει ως απάντησ η στα υψηλά επίπεδα της ταξικής πάλης τη δεκαετία του 1960 και 70 -μετακίνησε αυτού του είδους τις κατασκευές προς τον 3ο Κόσμο για να εκμεταλλευτεί τα χαμηλότερα κόστη της εργασίας. Καθώς η άρχουσα τάξη χρησιμοποιούσε την ανεργία, το outsoursing και τη μετεγκατάσταση για να αλλάξει και να χειριστεί το παραδοσιακό βιομηχανικό προλεταριάτο της Δύσης δημιούργησε ένα νέο βιομηχανικό προλεταριάτο στην Ανατολή. Η Μπανγκλαντεσιανή εργατική τάξη είναι ταυτόχρονα και αρχαϊκή και σύγχρονη. Αρχαϊκή με την έννοια του ότι οι συνθήκες ζωής συχνά προσομοιάζουν σε αυτές που περιέγραφε ο Ένγκελς στο “Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία το 1844” -απαίσια ανθυγιεινά παραπήγματα για στέγαση, υποσιτισμός και νοθευμένη τροφή, βιαιότητα και ακραία υπερεργασία στο εργοστάσιο, ισχυρή αντίσταση από τα αφεντικά προς τα σωματεία και τους εργοστασιακούς κανονισμούς, το κράτος να χρησιμοποιεί τη στρατιωτική καταστολή ενάντια στις απεργίες και τις διαδηλώσεις κτλ. Αλλά και σύγχρονη  αφού λειτουργεί ως το πρόσφατα προλεταριοποιημένο εργατικό δυναμικό μια προσανατολισμένης στις εξαγωγές και το oursourcing οικονομίας (με ολοκληρωμένα αγαθά, αντί για την αποικιακή οικονομία των πρώτων υλών) η οποία χρησιμοποιήθηκες ως υποκατάστατο μεγάλου μέρους των Δυτικών κατασκευών. “Αυτή η γενιά εργατών ένδυσης είναι πολύ πιο μορφωμένη και πολιτικά συνειδητοποιημένη από τους προκατόχους της,” είπε ο Alam [ένας πολιτικός επιστήμονας] . “Μεγάλωσαν στις παραγκουπόλεις κι όχι στα χωριά και ξέρουν ότι πρέπει να είναι ενωμένοι και να διαδηλώνουν στους δρόμους για να πραγματοποιήσουν τους στόχους τους.”  (Guardian – 30 June 2010) Οι εργάτες της ένδυσης ήταν μαχητικοί από τα πρώτα χρόνια της βιομηχανίας -αλλά η νεότερη γενιά του σήμερα είναι πιο θετική. Αντίθετα από τους γονείς τους, οι οποίοι ήταν στην πλειονότητά τους μετανάστες από επαρχιακά χωριά, πολλοί από τους σημερινούς νέους εργάτες τους μεγαλωμένους στην πόλη είναι πιο μορφωμένοι και έχουν μεγαλύτερη συνείδηση της αντίφασης ανάμεσα στα υποτιθέμενα έννομα δικαιώματά τους εντός της αστικής δημοκρατίας και στην πραγματικότητα της κατάστασής τους· αυτή η ανερχόμενη εργατική τάξη έχει διαμορφώσει προοδευτικά μια κουλτούρα αλληλεγγύης εντός της, σαν τρόπο ύπαρξης, η οποία αντιπαραβάλλει την ίδια της την ταξική δύναμη στους εκμεταλλευτές της. Είναι τελείως φυσικό ολόκληρα εργοστάσια να σταματάνε γρήγορα τη δουλειά και να έλκουν με πικετοφορία γειτονικούς χώρους εργασίας όταν προκύπτουν διενέξεις. Οι διενέξεις μερικές φορές γενικεύονται πέρα από το χώρο εργασίας όταν οι παρακείμενες παραγκουπόλεις -τόπος κατοικίας για πολλούς εργάτες της ένδυσης και των εξαρτημένων μελών των οικογενειών τους- μπαίνουν κι αυτές στις διενέξεις. Μας λείπουν πληροφορίες για το πως οργανώνουν οι εργάτες της ΕΕ τις απεργίες και την προπαγάνδα τους· εν μέρει ίσως επειδή οι εργάτες πρέπει να αντιμετωπίσουν την καταστολή και τις προγραφές οργανώνοντας κάποια πράγματα στα κρυφά – αλλά επίσης πιθανόν επειδή η υψηλή εντατικότητα της εκμετάλλευσης στις εργοστασιακές συνθήκες σημαίνει πως δε θέλει και πολύ για να πυροδοτηθούν οι δυσαρέσκειες και να εξαπλωθούν. Έτσι αυτή η περιγραφή (σε ένα επιχειρηματικό περιοδικό που αντιπροσωπεύει μεγάλες πολυεθνικές που λειτουργούν στην Ασία), ενός κύματος απεργιών κατά το 2005 στα Ιαπωνικής ιδιοκτησίας εργοστάσια στην Ειδική Οικονομική Ζώνη της Dalian στην Κίνα, μοιάζει να έχει εφαρμογή εξίσου και στα γεγονότα του Μπανγκλαντές: “Παρόλο που οι εργάτες προφανώς δεν έχουν ηγέτες, αναπτύσσουν μια στρατηγική χωρίς κεφαλή. Επειδή οι εργάτες έχουν ευρέως κοινά συμφέροντα και μια αίσθηση κοινής δυστυχίας, αντιδρούν και στα παραμικρά σημάδια. Εργάτες εξήγησαν ότι, όταν είναι δυσαρεστημένοι, χρειάζεται μόνο μια χούφτα να σηκωθεί και να φωνάξει “Απεργία!” για να σηκωθούν όλοι οι εργάτες σαν σε εορτασμό και να σταματήσουν να δουλεύουν.”

Υπάρχει καμιά μεγάλη επαναστατική προοπτική στους αγώνες αυτούς; Οι πιο “κλασσικές” παραδοσιακές συνθήκες των πρόσφατα αναδυθέντων βιομηχανικών προλεταρίων στις εξαγωγικές οικονομίες στο Μπανγκλαντές, το Βιετνάμ, την Καμπτότζη και αλλού -με αδύναμους συχνά διαμεσολαβητικούς θεσμούς και παραδόσεις (συνδιικάτα, εργατική νομοθεσία κτλ.) – υποδεικνύει ότι η εργατική τάξη θα συνεχίσει να μάχεται άγρια ενάντια στις ακρότητες της εκμετάλλευσης που αντιμετωπίζει εκεί. Αν θα έπρεπε να πει κάποιος που είναι οι συνθήκες πιο ευνοϊκές για την ανάπτυξη τέτοιων ριζοσπαστικών δυναμικών, φαίνεται πως είναι σ’ αυτήν την περιοχή. Αλλά τέτοιες εξελίξεις θα έπαιρναν τη μορφή εξαπλωνόμενης τοπικής και διεθνούς οργανωτικής αλληλεγγύης -όχι από αριστερίστικες ομάδες που αναζητούν την κυριαρχία αποκτώντας την ηγεσία των αγώνων των εργατών, αλλά σαν ανάπτυξη της υπάρχουσας αυτοοργάνωσης των ίδιων των εργατών. Οι αριστερίστικες και συνδικαλιστικές προσπάθειες αφομοίωσης και ελέγχου μέσα από τη γραφειοκρατική αντιπροσώπευση των αγώνων θα είναι ένα εμπόδιο το οποίο πρέπει να αντιμετωπίζουν παντού οι εργάτες. Αλλά ενώ η αντίσταση του κράτους στη ριζοσπαστικοποίηση θα έχει τη μορφή κατάφορης καταστολής όποτε αυτό είναι απαραίτητο, η πίεση του μισθού και οι αγώνες των εργατών στην Ανατολή θα συνεχίσουν επίσης πιθανόν να   φέρνουν ένα βαθμό παραχωρήσεων τις οποίες γνωρίσαμε στη Δύση στη δοσιαλδημοκρατία (εργοαστασιακή νομοθεσία, κατώτατος μισθός, αναγνώριση συνδικάτων, ασφαλιστικά επιδόματα κτλ.) Ακόμα και με την ύφεση του “κοινωνικού μισθού” στη Δύση, θα περάσει μάλλον πολύς καιρός (αν γίνει ποτέ) πριν φτάσουμε σε ένα κοινωνικο-οικονομικό σημεί ισορροπίας. Έτσι η “παγκόσμια φύση της εργατική τάξης” είναι περισσότερο επιθυμητή παρά πραγματική αυτή τη στιγμή – οι συχνά νεο-Ντικενσιανές συνθήκες της Ανατολής δεν δημιουργούν αγώνες με άμεση εφαρμογή ή που να εμπνέουν εντός των Δυτικών συνθηκών.viii Αλλά για ορισμένες χώρες της Ασίας, αυτή η λειτουργία εντός της παγκόσμιας οικονομίας έχει πιθανόν τα οικονομικά της όρια· για να αναπτυχθεί περαιτέρω οικονομικά το Μπανγκλαντές θα έπρεπε να αναπτύξει μια ουσιαστική εσωτερική καταναλωτική οικονομία – αλλά αυτό απαιτεί σημαντικά υψηλότερους μισθούς, οι οποίοι μπορούν κατόπιν να απειλήσουν την ανταγωνιστικότητά του στην παγκόσμια αγορά των ρούχων. (Η Κίνα μοιάζει καλύτερα τοποθετημένη ώστε να ξεπεράσει αυτήν την αντίφαση, δεδομένης της τεράστιας μάζας της πιθανής αγοράς και της παγκόσμιας επενδυτικής στρατηγικής της.ix) Οι συνεχιζόμενες διαιρέσεις εντός της Μπανγκλαντεσιανής άρχουσας τάξης -αρχίζοντας από τις αντιμαχόμενες πίστεις που έλαβαν οι δυο πλευρές στον Πόλεμο της ανεξαρτησίας του 1971 – σημαίνουν ότι η πολιτική ελίτ παραμένει, μέχρι τώρα, πολύ διαιρεμένη για να εφαρμόσει με ευκολία οποιαδήποτε μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή στρατηγική πέρα από τη μοναχική βιομηχανία ΕΕ. Οι συνέπειες της αναδιάρθρωσης στη βιομηχανία στην Ανατολή άφησε την εργατική τάξη στη Δύση να ψάχνει ακόμα σε μεγάλο βαθμό νέες συνεκτικές μορφές αγώνα κατάλληλες να αντιμετωπίσουν αυτήν την αναδιάρθρωση. Αλλά μετά από 25 χρόνια, κυρίως, υποχωρήσεων στην Δύση, αυτοί οι αγώνες της Ανατολής μας θυμίζουν ότι σήμερα η ταξική πάλη μπορεί να γίνει μια ανοιχτή κεντρική εστίαση στην κοινωνία· και ότι το “κοινωνικό ζήτημα” της ταξικής αξουσίας μπορεί ακόμα να αμφισβητηθεί από μια μαχητική αυτο-οργανωμένη ταξική πάλη.