Η Αμερική των Φυτειών: Η Κτηνώδης Νότια Αριστοκρατική Παράδοση Νικάει στους Πολιτισμικούς Πολέμους

Βοράς εναντίον Νότου: Δύο ορισμοί της ελευθερίας

Ο Michael Lind πρώτα επικαλέστηκε την ύπαρξη αυτής της σύγκρουσης στο  βιβλίο του το 2006, Made in Texas: George W. Bush και η Νότια εξαγορά της Αμερικανικής πολιτικής. Υποστήριξε ότι μεγάλο μέρος της Αμερικανικής ιστορίας χαρακτηρίζεται από ένα αγώνα μεταξύ δύο ιστορικών φατριών μεταξύ της Αμερικανικής ελίτ – και ότι η εκλογή του George W. Bush ήταν ένα αποφασιστικό σημάδι ότι η λάθος πλευρά νικούσε.

Στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας μας , Αμερικανική οικονομία, πολιτισμός και πολιτική κυριαρχείται από μία αριστοκρατία των Γιάνκηδων της Νέας Αγγλίας με ρίζες σε πουριτανικές κοινοτιστικές αξίες, εκπαιδευόμενη στα Ivies (στμ: οκτώ ακριβά ιδιωτικά πανεπιστήμια των Βορειοανατολικών ΗΠΑ), εμβαπτισμένη σε μία ηθική αριστοκρατικού καθήκοντος ( η  πεποίθηση ότι αυτοί που κατέχουν πλούτο και δύναμη είναι ηθικά υποχρεωμένοι να τα χρησιμοποιούν και τα δύο για την καλυτέρευση της κοινωνίας). Ενώ έχουν το μερίδιό τους στην καταστροφή της έννοιας της δημοκρατίας στο όνομα του κέρδους (όπως αναπόφευκτα όλες οι ελίτ έχουν), αυτή η ομάδα έχει, ως επί το πλείστον, μετριάσει τα αρπακτικά της ένστικτα με έναν κώδικα που αποτιμάται στη μαζική εκπαίδευση και στα ανθρώπινα δικαιώματα, διατηρώντας τα δημόσια αξιώματα ως καθήκον και τιμή και διαποτισμένα με την πεποίθηση ότι αφού έβγαλες κάτι για σένα, έχεις την ηθική υποχρέωση να κάνεις κάτι θετικό και για την καλυτέρευση της ανθρωπότητας. Η κληρονομιά σας εξαρτάται από αυτή.

Μεταξύ των προέδρων , αυτή η τάση μας έδωσε και τους δύο Roosevelt, τον Woodrow Wilson, τον John F. Kennedy και τον Poppy Bush – σπασίκλες, ξεχαρβαλωμένους διανοούμενους που, με όλα τα λάθη τους, τουλάχιστον λάβανε την επιχείρηση της καλής διακυβέρνησης,  σοβαρά.  Μεταξύ των οικονομικών ελίτ και οι δύο τους ο Bill Gates και ο Warren Buffet ακόμα συμμετέχουν ισχυρά σε αυτή την  παραδοσιακή άποψη του πλούτου ως δύναμης που χρησιμοποιείται για καλό.  Ακόμα και αν δεν μας αρέσουν οι συγκεκριμένες τους επιλογές, το βαθύ κίνητρό τους να βελτιώσουν τον κόσμο είναι ένα καλό κίνητρο – και  εμφανώς απών σε  άλλους αριστοκρατικούς πολιτισμούς.

Κάτι που μας φέρνει στην άλλη μεγάλη ιστορικά Αμερικανική αριστοκρατία – των φυτειών, των πεδιάδων του Νότου, η οποία διακρίνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της 400 χρόνων ιστορία της για την παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος για τους πολίτες, για την εχθρότητα στις ιδέες της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την αγάπη της για την ιεραρχία, τον φόβο της στην τεχνολογία και την πρόοδο, την εξάρτησή της από τη κτηνωδία και τη βία για να διατηρήσει την τάξη και τον σαφή της εορτασμό της ανισότητας ως μία εντολή κληροδοτημένη από το θεό.

Όπως περιγράφεται από τον Colin Woodward στα Αμερικανικά Έθνη : οι Έντεκα Αντίπαλοι Περιφερειακοί Πολιτισμοί της Βορείου Αμερικής, οι ελίτ του βαθύ Νότου είναι απόγονοι βασικά από τους ιδιοκτήτες φυτειών ζάχαρης, ρουμιού, βαμβακιού από τα Barbados – τους νεότερους γιους της Βρετανικής αριστοκρατίας που εκμεταλλεύθηκαν τα νησιά της Καραϊβικής  και μετά ήρθανε στην ξηρά των νότιων ακτών αναζητώντας περισσότερη γη.  Ο Woodward περιγράφει  τον πολιτισμό που δημιουργήσανε στην ημισέληνο που εκτείνεται από το Charleston , SC γύρω από τη Νέα Ορλεάνη ως εξής:

Είναι σχεδόν ένα καρμπόν αντίγραφο του κράτους σκλάβων των Δυτικών Ινδιών που άφησαν πίσω τους αυτοί οι κάτοικοι των Barbados, ένα διαβόητο μέρος για την απανθρωπιά του ακόμα και τότε… Από την αρχή, ο Βαθύς Νότιος πολιτισμός βασιζότανε σε ριζικές διαφορές στον πλούτο και στη δύναμη, με μία μικροσκοπική ελίτ που προστάζει ολοκληρωτική  υπακοή και την εφαρμόζει με κρατικά επιδοτούμενη τρομοκρατία. Οι επεκτατικές της βλέψεις θα τη έθεταν σε πορεία σύγκρουσης με τους Γιάνκηδες αντιπάλους της, πυροδοτώντας στρατιωτικές, κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις  που εξακολουθούν να πλήττουν τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι σήμερα.

Ο David Hackett Fischer, του οποίου οι Σπόροι της Αλβιώνας: Τέσσερα Βρετανικά Ήθη και Έθιμα στην Αμερική πληροφορούν και τα δύο έργα του Lind και του Woodward, περιέγραψε ακριβώς πόσο βαθιά αντιδημοκρατική ήταν η Νότια αριστοκρατία, και πόσο ακόμα είναι. Τεκμηριώνει πως αυτές οι ελίτ πάντα φοβούνται και αντιτίθενται στην καθολική παιδεία, στα δημόσια σχολεία και βιβλιοθήκες και στον ελεύθερο τύπο.  Ο Lind προσθέτει επίσης ότι ιστορικά είναι βαθιά ενάντια στην τεχνολογία, προτιμώντας μακρά λύσεις που εμπλέκουν την ανεύρεση περισσότερων σέμπρων και πετώντας τους σε ένα πρόβλημα όποτε είναι δυνατό. Γιατί να αγοράζεις μία μπουλντόζα όταν 150 κατάδικοι σε αλυσίδα μπορεί αντιθέτως να στρώσουν το δρόμο?  Αντιθέτως με τις πουριτανές ελίτ, που φέρουν τον πλούτο τους σεμνά και αφιερώνουν τον εαυτό τους στο κοινό καλό, οι νότιες ελίτ βύθισαν τα χρήματά τους σε επιδεικτικά σπίτια και ρούχα και στο κυνήγι της ικανοποίησης – συμπεριλαμβανόμενων πολυτελή πάρτι,  τυχερά παιγνίδια, αρπακτικές σεξουαλικές κατακτήσεις και αιματηρά αθλήματα που περιλαμβάνουν τελετουργικά θεάματα κακοποίησης ζώων.

Αλλά ίσως το πιο καταστρεπτικό μέρος της κοσμοθεωρίας της Νότιας Ελίτ είναι ο ακραία αντιδημοκρατικός τρόπος που καθορίζουν την ιδέα της ελευθερίας. Στον Γιάνκικο  πουριτανικό πολιτισμό, και τα δύο και η ελευθερία και η αρχή εγκαθίστανται περισσότερο με την κοινότητα και όχι τόσο πολύ με τα άτομα. Οι κοινότητες έχουν και την ελευθερία και το καθήκον να κυβερνούν τους εαυτούς τους όπως επιθυμούν  (μέσω συνελεύσεις πόλης και ούτω καθεξής), να επενδύουν στο συλλογικό καλό και να ευνοούν ή να τιμωρούν  αυτούς τους ιδιώτες των οποίων η συμπεριφορά ενισχύει ή απειλεί το όλο (ιστορικά μέσω επιβραβεύσεων της κοινότητας όπως η άνοδος σε αξιώματα δημόσιας αρχής και πίστης, ή τιμωρίας της κοινότητας όπως η διαπόμπευση, η αποφυγή ή ο εκτοπισμός.

Οι ιδιώτες  αναμένονται να ισορροπούν τις προσωπικές τους ανάγκες και επιθυμίες υπέρ του μεγαλυτέρου αγαθού του συλλογικού – και περιστασιακά να κάνουν θυσίες για την καλυτέρευση του καθένα.  ( για αυτό οι εύποροι πουριτανοί είχαν την τάση να πληρώνουν τους φόρους τους ευσυνείδητα, τη δεκάτη στις εκκλησίες τους, και να δωρίζουν γενναιόδωρα για τη δημιουργία νοσοκομείων, πάρκων και πανεπιστημίων. Σε ανταπόδοση, η κοινότητα είχε ένα σοβαρό και αναπόφευκτο ηθικό καθήκον  να φροντίζουν για τους άρρωστούς τους, να εκπαιδεύουν τους νέους τους και να παρέχουν σε όσους χρειάζονται – το είδος της υποστήριξης που μεγιστοποιεί την ελευθερία του κάθε προσώπου να ζει με αξιοπρέπεια και να υλοποιεί τις δυνατότητές του. Μία κοινότητα Γιάνκηδων   που θα απέτυχε να παρέχει μία τέτοια είδους υποστήριξη θα έφερνε τη ντροπή επάνω της.  Μέχρι σήμερα οι προοδευτικές πολιτικές μας είναι βαθιά διαμορφωμένες από αυτή τη πουριτανική άποψη της κανονιστικής ελευθερίας.

Από την άλλη πλευρά στον παλιό Νότο, ο βαθμός της ελευθερίας που θα απολάμβανες ήταν η άμεση λειτουργία της θεϊκά δοσμένης θέσης στην κοινωνική ιεραρχία. Όσο ψηλότερο το status σου τόσο περισσότερη εξουσία θα είχες και τόσο περισσότερη «ελευθερία» θα ασκούσες – που σημαίνει, με πρακτικούς όρους, ότι θα είχες το δικαίωμα να πάρεις περισσότερες «ελευθερίες» με τις ζωές, τα δικαιώματα και την ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων. Όπως ένας Άγγλος Λόρδος  αδέσμευτος από τη Magna Carta, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να πει σε ένα Νότιο τζέντλεμαν τι θα κάνει με τους πόρους που έχει υπό τον έλεγχό του.  Σε αυτό το μοντέλο, αυτό είναι η ελευθερία. Αν δεν έχεις την ελευθερία να βιάζεις, να χτυπάς, να βασανίζεις, να σκοτώνεις ή να εκμεταλλεύεσαι  τους υποτακτικούς σου (συμπεριλαμβανόμενων της γυναίκας σου και των παιδιών σου) με ατιμωρησία – να σφετερίζεσαι τη γη, να επιβάλεις νόμους σε άλλους που ποτέ δεν θα έχεις να εφαρμοστούν σε εσένα – τότε δεν θα μπορείς πραγματικά να αποκαλείσαι ένας ελεύθερος άνθρωπος.

Όταν ένας Νότιος συντηρητικός μιλάει για «την απώλεια της ελευθερίας του» , την απώλεια της απόλυτης κυριαρχίας πάνω σε ανθρώπους και ιδιοκτησία υπό τον έλεγχό του – και το χειρότερο, την απώλεια του status και την κατάληξη του να ρισκάρει  να είναι υπόλογος  σε νόμους που κάποτε εξαιρούταν από αυτούς – είναι για ότι πραγματικά μιλάει. Από αυτή την άποψη η ελευθερία είναι ένα παιγνίδι μηδενικού αθροίσματος.  Οτιδήποτε δίνει περισσότερη ελευθερία και δικαιώματα στους ανθρώπους κατώτερου status δεν μπορεί να βοηθήσει αλλά βάζει σοβαρά όρια στην ελευθερία των ανωτέρων τάξεων να χρησιμοποιήσουν αυτούς τους ανθρώπους όπως τους ευχαριστεί.  Δεν μπορεί να υπάρχει άλλος τρόπος. Έτσι βρίσκουν τις επεκτάσεις των δικαιωμάτων σε στυλ Γιάνκηδων απόλυτα ανυπόφορες, σε σημείο να είναι πρόθυμοι να πολεμήσουν και να πεθάνουν για  να διατηρήσουν το θεϊκό δικαίωμά τους να κυβερνούν.

Μόλις καταλάβουμε τους δύο διαφορετικούς ορισμούς της «ελευθερίας» στην εργασία εδώ, αρκετά άλλα πράγματα ξαφνικά αποκτούν νόημα.  Μπορούμε να κατανοήσουμε την παραδοσιακή Νότια αντιπάθεια στην εκπαίδευση, την πρόοδο, τις δημόσιες επενδύσεις, το συνδικαλισμό, τις ίσες ευκαιρίες και τα πολιτικά δικαιώματα.  Τη θερμή πεποίθηση μεταξύ αυτών των ελίτ ότι θα έπρεπε να αποδράσουν ολοκληρωτικά από οποιαδήποτε νομική ή κοινωνική ευθύνη για κάθε βλάβη που προκαλούν. Την έμμονη προσοχή τους για το που κατατάσσονται στις κοινωνικές ιεραρχίες. Και , πάνω από όλα – την αδιάλειπτη και μη απολογητέα βιαιότητα με την οποία υπερασπίζονται αυτές τις «ελευθερίες» τους κατά τη διάρκεια της ιστορίας τους.

Όταν οι Νότιοι , παραθέτει ο Patrick Henry – «Δώσε μου ελευθερία ή δώσε μου θάνατο» - αυτό που πραγματικά απαιτούν είναι το αναμφισβήτητο, ανεξέλεγκτο δικαίωμα να μετατρέπουν τους συμπολίτες τους σε ικέτες και υποκείμενα. Οι ελίτ των Γιάνκηδων πάντα το γνωρίζανε – και φοβούνται τι θα συνέβαινε αν αυτού του είδους η αριστοκρατία έπαιρνε τον έλεγχο της χώρας. Και ότι αυτή η ένταση μεταξύ αυτών των δύο διαφορετικών απόψεων του τι σημαίνει να είσαι «ελίτ» έχει καθορίσει την ιστορία μας για πάνω από 400 χρόνια.

Η Μάχη μεταξύ των Ελίτ

Από λίγο μετά την Επανάσταση, οι ελίτ των Γιάνκηδων έχουν δουλέψει σκληρά για να κρατήσουν το πάνω χέρι στον Αμερικανικό πολιτισμό, οικονομία και πολιτική – και μεγάλο μέρος της επιτυχίας μας ως έθνος βασίζεται στην επιτυχία τους να κρατήσουν τον πολιτισμό των φυτειών απομονωμένο στο Νότο και τους απογόνους του αρκετά μακριά από τους μοχλούς εξουσίας. Αν πρέπει να έχουμε μία ελίτ – και ποτέ δεν υπήρξε μία κοινωνία τόσο σύνθετη όπως η δική μας που να μην είχε κάποιο είδος ανώτερης τάξης για τη διατήρηση της κοινωνικής τάξης – είμαστε πολύ καλύτερα στα χέρια αυτής που είναι ουσιαστικά αξιοκρατική, ευνοϊκά διατεθειμένη για τον πολίτη και γενικά πιστεύει ότι θα είναι καλύτερα όταν είναι καλύτερα για τον οποιοδήποτε άλλον επίσης.

Ο Εμφύλιος  Πόλεμος ήταν, στον πυρήνα του, μία στρατιωτική μάχη μεταξύ αυτών των ελίτ για τη ψυχή της χώρας. Το περισσότερο κοινοτιστικό, δημοκρατικό και βιομηχανικό Βόρειο όραμα αντιτάθηκε εναντίον αυτού του ιεραρχικού, αριστοκρατικού, αγροτικού Νότιου. Αν και η Ένωση νίκησε στον πόλεμο, η θεμελιώδης σύγκρουση στη ρίζα της δεν έχει ακόμα επιλυθεί μέχρι σήμερα. (ο τρέχων πόλεμος του συντηρητικού πολιτισμού είναι ο Εμφύλιος Πόλεμος που συνεχίζεται με άλλα μέσα). Μετά τον πόλεμο, η άνοδος των Βόρειων Βιομήχανων  και η κυριαρχία των Βόρειων πανεπιστημίων και μέσων διασφάλισε ότι οι επόμενες γενιές της Αμερικανικής ελίτ εξουσίας συνεχίζανε να εγγράφονται στη Βόρεια κοσμοθεωρία -  ακόμα και όταν οι ατομικοί ηγέτες προέρχονταν από άλλα μέρη της χώρας.

Αν και ειρωνικά: ήταν αυτή η παλιά δέσμευση των Γιάνκηδων στην εθνική βελτίωση που έδωσε απολύτως στη Νότια αριστοκρατία τη μεγάλη της  ευκαιρία να ξεσπάσει και να προχωρήσει εθνικά. Σύμφωνα με τον Lind, ήταν εύκολο για τη Βορειοανατολική ακτή να κρατηθεί  πολιτισμικά, πολιτικά και οικονομικά στην εξουσία όσο καιρό οι μεγάλες τράπεζες της χώρας, οι επιχειρήσεις, τα πανεπιστήμια και οι βιομηχανίες είχαν τις έδρες τους εκεί. Αλλά το New Deal – και ειδικά, οι μεταπολεμικοί διαπολιτειακοί δρόμοι ταχείας κυκλοφορίας, τα φράγματα, τα ηλεκτρικά δίκτυα, και άλλες επενδύσεις στις δομές που δώσανε ώθηση στη Sun Belt (στμ. νότιες, νοτιοδυτικές πολιτείες) – χαλαρώνοντας μοιραία τον ασφυκτική λαβή της εθνικής εξουσίας από τους Γιάνκηδες. Οι αστραφτερές νέες πόλεις στα Νότια και Δυτικά μετατόπισαν τα κέντρα  του πληθυσμού προς τα δυτικά, απελευθερώνοντας νέες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις με πραγματική δύναμη να αμφισβητήσουν τη κοινωνική συναίνεση των Γιάνκηδων. Και επειδή ένας τεράστιος αριθμός αυτών των μεταναστών προς τη δύση προήλθε από το Νότο, οι ελίτ που αναδυθήκανε σε αυτές τις πόλεις τείνανε να λαξεύουν το παλαιό Νότιο νόμο, και είτε σιωπηρά είτε ανοικτά να αντιστέκονται στις ηθικές επιταγές του κώδικα των Γιάνκηδων. Οι υψηλές μεταπολεμικές περιουσίες των πόλεων όπως το  Los Angeles, Las  Vegas, Phoenix, Houston, Dallas, Atlanta ταΐζουν το αρχαίο δουλοκτητικό μοντέλο εξουσίας των Barbados με αρκετό χώρο και πόρους για να εξαπολύσουν μία φρέσκια και απροσδόκητη αναβίωση του 20ου αιώνα.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Darren Dochuk, το συγγραφέα του Από τη ζώνη της Βίβλου στη ζώνη του Ήλιου (Sun Belt) : Λαϊκιστική Θρησκεία, Πολιτική απλών πολιτών και η άνοδος του Ευαγγελικού Συντηρητισμού, αυτοί οι μεταπολεμικοί Νότιοι και Δυτικοί ελκύσανε την δύναμή τους από το νέο πλούτο που παρέχεται από την άμυνα, την ενέργεια, την αγορά ακινήτων, και άλλες οικονομικές εκρήξεις των περιοχών τους. Επίσης είχανε μία βαθειά ευαγγελική πεποίθηση, που τη φέρανε μαζί τους από το Νότο, ότι ο Θεός τους ήθελε να πάρουν την Αμερική πίσω από τους φιλελεύθερους Γιάνκηδες – μία πεποίθηση που εκφράστηκε συγχρόνως και στα δύο, και στη διαμόρφωση τεράστιων μεταπολεμικών ευαγγελικών εκκλησιών (οι οποίες ήτανε κύριοι μεταλαμπαδευτές της Νότιου Πολιτισμού σε όλη τη χώρα), και στην εξαγορά του μεγάλου παλαιού κόμματος των Ρεπουμπλικάνων, ξεκινώντας με την εκστρατεία του Barry Goldwater το 1964 και καταλήγοντας με την εκλογή του Ronald Reagan το 1980.

Αντιμετωπίσανε την ηγεμονία των Γιάνκηδων, χτίζοντας τα δικά τους πανεπιστήμια, φτιάχνοντας  τους δικούς τους ηγέτες και δημιουργώντας τα δικά τους μέσα. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ανεβάσανε επί σκηνής το RINO Hunt (στμ κυνήγι συντηρητικών εναντίον φιλελεύθερων και από τα δύο κόμματα) που οδήγησε τους τελευταίους μετριοπαθείς ρεπουμπλικάνους (σχεδόν όλοι αυτοί Γιάνκηδες είτε γεωγραφικά είτε από πολιτισμικό υπόβαθρο) και την αξιοκρατική τάξη που αντιπροσωπεύανε σε πλήρη εξαφάνιση από το μεγάλο παλαιό κόμμα. Μία δεκαετία αργότερα το Tea Party έγινε η φωνή της  απελευθερωμένης ταυτότητας της παλιάς Νότιας τάξης, φέρνοντάς την μπροστά  στον 21ο αιώνα με τα πλήρη της μέτρα και σταθμά του εγωισμού, του ρατσισμού, της προκατάληψης και της κτηνωδίας να παραμένουν άθικτα.

Η φυτεία της Αμερικής

Από τις ρίζες της στους πυρετώδεις βάλτους του πεδινού Νότου, η κοσμοθεωρία της παλιάς Νότιας αριστοκρατίας μπορεί τώρα να βρεθεί σε πανεθνικό επίπεδο. Ενισχυμένη από τα επιχειρήματα της Ayn Rand – που ανανέωσε το αρχαίο δουλοκτητικό ήθος στη σύγχρονη εποχή – έχει εξαχθεί σε κάθε γωνία του πολιτισμού, μόλυνε το μεγαλύτερο κομμάτι από τις άλλες κοινότητες των ελίτ μας και τις σκότωσε εκτός από τα πολύ τελευταία απομεινάρια των υποχρεώσεων των ευγενών.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι τώρα ζούμε σε μία φυτεία της Αμερικής. Όπως επισημαίνει το Lind: στη φρίκη του Γιάνκη πατέρα του ο George W.Bush συνέχισε να διοικεί τη χώρα όπως η περιγραφή ενός ιδιοκτήτη σκλάβων στα Barbados από τον Woodward. Και ο Barack Obama δεν έχει κάνει σχεδόν τίποτα για να αναιρέσει αυτή τη νίκη. Ζούμε σήμερα σε μία Αμερική η αχαλίνωτη ανισότητα είναι αποδεκτή και ακόμα και επευφημείται.

Τα βασανιστήρια και οι εξωδικαστικές δολοφονίες έχουν αποκατασταθεί , χωρίς να καμία νόμιμη διαδικασία να απαιτείται.

Οι πλούσιοι και οι δυνατοί  είναι ελεύθεροι να κακομεταχειρίζονται εργαζόμενους, να παραβιάζουν νόμους, να καταστρέφουν τα κοινά, να διαλύουν την οικονομία – χωρίς ποτέ να λογοδοτούν.

Οι πλούσιοι καμαρώνουν επιδεικτικά τον πλούτο τους χωρίς ούτε καν το πρόσχημα της ταπεινότητας, της σεμνότητας, της γενναιοδωρίας ή της ευγνωμοσύνης.

Ο στρατός – ένας πάντα κυριαρχούμενος από Νότιους θεσμός – ρουφάει το 60% των διακριτικά ομοσπονδιακών δαπανών μας και υπόκεινται επίσης σε μία ταχεία ευαγγελική εξαγορά.

Στην αστυνομία μας δίνεται παραστρατιωτική εκπαίδευση και εξουσίες που είναι τελείως εκτός γραμμής με το καθήκον της να υπηρετεί και να προστατεύει, αλλά μάλλον  περισσότερο ταιριάζει με μία αποστολή να υποτάσσει και να καταστέλλει. Ακόμα και φιλελεύθερες πόλεις  όπως το Seattle είναι τώρα πατρίδα του είδους της δικαιοσύνης που συνηθίζεται να είναι το σήμα κατατεθέν σερίφηδων μικρών πόλεων σαν την Αλαμπάμα.

Ο ρατσιστικός διαχωρισμός αυξάνεται παντού. Τα δικαιώματα των γυναικών και των έγχρωμων είναι αντικείμενο επίθεσης. Η βία εναντίον ηγετών που ασκούν πιέσεις για προοδευτικές αλλαγές αυξάνεται. Ρατσιστικές οργανώσεις βρίσκονται σε αναγέννησε σε πανεθνικό επίπεδο.

Υποχωρούμε σε κυβερνητικές δαπάνες στη δημόσια εκπαίδευση, βιβλιοθήκες, υποδομές, υγεία και τεχνολογικές καινοτομίες – σε αρκετές περιοχές, στο σημείο είμαστε πίσω και από τις σταθερές που επικρατούν σε κάθε άλλη αναπτυγμένη χώρα.

Ελίτ που τόλμησαν να υποστηρίξουν αυξανόμενες επενδύσεις στο συλλογικό καλό, και πιστεύουν ότι θα έπρεπε να θέσουμε τις βάσεις για ένα καλύτερο μέλλον, θεωρούνται όχι απλώς ως ηλίθιοι και χαζοί, αλλά ότι καλούνε σε εξέγερση των κατώτερων τάξεων. Οι Γιάνκηδες πίστευαν η δουλειά της κυβέρνησης το μέρος των κατώτερων τάξεων. Οι Νότιοι αριστοκράτες γνωρίζουν ότι ο αληθινός σκοπός είναι να τους αποστερήσουν από όλα τα δυνατά μέσα για να ξεσηκωθούν ενάντια στους καλύτερούς τους.

Οι πλούσιοι είναι διαφορετικοί τώρα γιατί οι ελίτ που ξοδέψανε αιώνες ρουφώντας τον ξηρό Νότο και μετατρέποντάς τον σε οικονομικό και πολιτικό απόθεμα έχουν τώρα κατατροπώσει τις πιο προνοητικές και δημοκρατικές Βόρειες ελίτ. Οι στάσεις τους απέναντι στην ελευθερία, την εξουσία, την κοινότητα, την κυβέρνηση και το κοινωνικό συμβόλαιο δεν περιορίζονται μόνο στις λέσχες της ακτής του Κόλπου του Μεξικού. Και εξαιτίας αυτού του ήσυχου πραξικοπήματος, ολόκληρες οι ΗΠΑ μετατρέπονται τώρα στο ισοδύναμο ενός Βαθύ Νότιου κράτους.

Για όσο καιρό η Αμερική προχωράει σύμφωνα με τους κανόνες της Νότιας πολιτικής, οικονομίας και πολιτισμού, δεν θα είμαστε πια ελεύθεροι πολίτες που ασκούμε τα δικαιώματα της ζωής μας, της ελευθερίας και της επιδίωξης της ευτυχίας μας όπως τα πάντα τα κατανοούσαμε. Αντιθέτως, θα μας συμπεριφέρονται σαν κολίγους στη φυτεία του αφέντη – και ολοένα και περισσότερο θα μας δίνονται οι ελευθερίες μας μόνο με την άδεια του αφέντη. Καλώς ήλθατε στην φυτεία της Αμερικής

Η Sara Robinson, MS, APF, είναι μία κοινωνική μελλοντολόγος και εκδότρια του AlterNets Vision. © 2012 Independent MediaInstitute. Αυτή η ιστορία  εμφανίστηκε στο Alternet