Επιστρέφει η Επανάσταση στην ημερήσια διάταξη?

Επιστρέφει η Επανάσταση στην ημερήσια διάταξη? –Mark Kosman

Στον 20ο αιώνα,  κάθε προσπάθεια να προχωρήσει πέρα από τον καπιταλισμό κατέληξε σε αποτυχία. Είτε ο κόσμος κοίταζε προς σοσιαλιστές πολιτικούς, των οποίων οι μεταρρυθμίσεις έκαναν τον καπιταλισμό ακόμα πιο σίγουρο, είτε υποστήριξε επαναστάσεις που εκφυλίστηκαν σε καταστολή και μαζικές δολοφονίες. Συνεπώς,  σήμερα, λίγοι άνθρωποι έχουν πολλές ελπίδες ότι η ανθρωπότητα θα μπορούσε ποτέ να ξεπεράσει τον καπιταλισμό.

Αλλά τα τωρινά προβλήματα του καπιταλισμού θέτουν την αντικαπιταλιστική επανάσταση ξανά στην ατζέντα? Και θα μπορούσε μία μελλοντική επανάσταση να απελευθερώσει την ανθρωπότητα με τρόπους που οι επαναστάσεις του παρελθόντος απέτυχαν να κατορθώσουν ? Για να προσπαθήσω να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα , θα κοιτάξω στις παρελθούσες επαναστάσεις με συγκεκριμένη έμφαση σε πτυχές που σπάνια λαμβάνονται υπόψη στο συμβατικό αριστερό λόγο. Αυτές περιλαμβάνουν τις ρίζες της ανθρωπότητας, το φύλο και τη στρατιωτική ιστορία και τη επαναστατική υπέρβαση της εργασίας και της δημοκρατίας.

Η πρώτη επανάσταση που έγινε ποτέ, περιγράφεται από τους ανθρωπολόγους ως η “ανθρώπινη επανάσταση”, ήταν η μεταμόρφωση που δημιούργησε τις πρώτες πλήρεις ανθρώπινες κοινωνίες με τη μορφή των κοινοτήτων των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών. Η φύση αυτής της επανάστασης μπορεί να συναχθεί με ποικίλους τρόπους.  Για παράδειγμα , μελέτες σύγχρονων κυνηγών-τροφοσυλλεκτών δείχνουν ότι η δυνατή τους αίσθηση της “ηθικής κοινότητας” διατηρείται από αυτόνομα άτομα που συνεχώς αντιστέκονται σε κάθε μορφή προσωπικής κυριαρχίας. Στην πραγματικότητα, κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες είναι τόσο ισότιμοι και κομμουνιστές που ακόμα και ένας μη Μαρξιστής ανθρωπολόγος όπως ο Christopher Boehm υποστηρίζει ότι οι κοινωνίες των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών πρέπει να έχουν τις ρίζες τους σε εξεγέρσεις ενάντια σε κυρίαρχα αρσενικά. Υπάρχει επίσης εύλογη μαρτυρία ότι αυτές οι εξεγέρσεις καθοδηγήθηκαν από γυναίκες που αναζητούσαν συλλογική υποστήριξη για να ελαφρύνουν τα βάρη της φροντίδας των παιδιών τους. [1] Με άλλα λόγια, η διαδικασία που πραγματικά δημιούργησε  την ανθρωπότητα μπορεί να θεωρηθεί ως μία αναρχική, κομμουνιστική και φεμινιστική επανάσταση.

Τέτοιες ιδέες είναι αμφιλεγόμενες και οι κοινωνίες των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών έχουν αρκετά όρια συγκρινόμενες με τις μοντέρνες κοινωνίες. Παρ’όλα αυτά, οι άνθρωποι στην απλούστερη μορφή των κοινοτήτων κυνηγών-τροφοσυλλεκτών επιμένουν ότι καθένας μοιράζεται το κάθε τι και οργανώνουν συλλογικά χωρίς μόνιμους ηγέτες. Επίσης δουλεύουν σημαντικά λιγότερο από τους ανθρώπους στην καπιταλιστική κοινωνία. Πράγματι, ο ίδιος ο Μαρξ παρατήρησε ότι  “η ζωτικότητα των πρωτόγονων κοινοτήτων  ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από αυτή των… μοντέρνων καπιταλιστικών κοινωνιών.”   [2] Έτσι, ανεξάρτητα από την προϊστορική τους καταγωγή, σίγουρα έχουμε πολλά να μάθουμε από τις “πρωτόγονες κοινότητες”- όχι λιγότερο από όλα,  το γεγονός ότι ήμασταν ικανοί να ζούμε μαζί με ένα βαθύ κομμουνιστικό τρόπο για δεκάδες χιλιάδες χρόνια, έτσι σίγουρα μπορούμε να το κάνουμε πάλι.

Αυτές οι πρωτόγονες κομμουνιστικές σχέσεις κατέρρευσαν τελικά, πιθανών λόγω μία έλλειψης των πηγών προερχόμενη από υπερθήρευση, υπερπληθυσμό και κλιματική αλλαγή. Αυτή η έλλειψη θα έκανε πιο δύσκολο για τους ανθρώπους να εμπιστευθούν ο ένας τον άλλο και να μοιραστούν πράγματα. Τότε θα αρχίζανε να αναζητούνε ηγέτες για να αποφανθούνε μεταξύ διαφορετικών συμφερόντων, καθιστώντας ικανά ορισμένα αρσενικά να διεκδικήσουν κυριαρχία πάνω σε οποιονδήποτε άλλον. Αυτές οι πιο στρωματοποιημένες κοινότητες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών τότε εξελίχθηκαν σε ταξικές κοινωνίες και τελικά, σε πολιτισμούς βασισμένους στην αγροτική καλλιέργεια.[3]

Οι χωρικοί και οι σκλάβοι, που κυριαρχούνταν σε αυτές τις ταξικές κοινωνίες, συνέχιζαν να αντιστέκονται σε αυτή την κυριαρχία και η αντίστασή τους ήταν συχνά παράγοντας στην ανάπτυξη και παρακμή διαφόρων πολιτισμών. Αλλά δεν ήταν παρά μέχρι τότε, δηλαδή στον καπιταλισμό,  που ο κόσμος μπόρεσε να αντισταθεί στην κυριαρχία σε συνθήκες μειωμένης έλλειψης και όπου κατέστησαν ικανοί να  δημιουργήσουν μία πραγματικά πιο ελεύθερη μορφή κοινωνίας. Πραγματικά αυτό απαιτούσε  την τεράστια  μείωση του πληθυσμού από το Μαύρο Θάνατο για να αλλάξει αληθινά τα πράγματα μειώνοντας την έλλειψη γης και έτσι να αυξήσει τη διαπραγματευτική δύναμη των  χωρικών σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη. Τότε αυτή η συνθήκη υποχρέωσε τους γαιοκτήμονες να αντικαταστήσουν  τα φεουδαλικά με ενοίκια, επιτρέποντας τους ανθρώπους να δουλεύουν για χρήματα παρά να είναι εξαρτημένοι από έναν πατριαρχικό κύριο. [4]

Αυτή η αλλαγή πέρα από την προσωπική εξάρτηση ήταν ιδιαίτερη σημαντική για τις γυναίκες. Για παράδειγμα, ήταν τώρα που οι γυναίκες αρχίζανε αρκετές ταραχές για τρόφιμα , καθώς επιμένανε στην ιδέα της “ηθικής κοινότητας” που υποχρέωνε να τραφούνε αυτές και οι οικογένειές τους. Το πιο χτυπητό παράδειγμα μίας τέτοιας εξέγερσης συνέβη  κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης όταν οι Παριζιάνες γυναίκες άρχισαν να αποκαλούν τους άντρες “δειλούς” και να δηλώνουν : “Θα τα πάρουμε!” Αυτές οι γυναίκες προηγήθηκαν να πορεύονται προς τις Βερσαλίες με τους στρατιώτες να τις ακολουθούν. Αυτό το πλήθος μετά  εξανάγκασε το Βασιλιά να  επιστρέψει στο Παρίσι όπου, τρία χρόνια αργότερα, ήταν ξανά οι γυναίκες από τους κύριους συμμετέχοντες στις διαδηλώσεις που οδήγησαν στην κατάργηση της μοναρχίας. [5]

Η πείνα και η σπάνη ακόμα αποθαρρύνουν τους ανθρώπους από το να μοιράζονται πράγματα ή να προσπαθούν να αναβιώνουν κομμουνιστικές σχέσεις. Αλλά οι εργάτες  συνέχισαν να αντιστέκονται στις νέες καπιταλιστικές σχέσεις εντρυφώντας στο πιόμα, στην κοπάνα και στις απεργίες. Αυτό εξανάγκασε τους ιδιοκτήτες βιομηχανιών να αναχαιτίσουν  αυτού του είδους την αντίσταση, πρώτα αυξάνοντας τους μισθούς και μετά αντικαθιστώντας αυτούς τους ακριβούς εργάτες με πιο παραγωγικό εξοπλισμό. Οι κυβερνήσεις επίσης μπορούσαν να συγκρατήσουν την αντίσταση των εργατών εισάγοντας κοινωνικές παροχές και επιτρέποντας το σχηματισμό συνδικάτων και σοσιαλιστικών κομμάτων. Αλλά,  οι εργάτες ήταν ακόμα ανικανοποίητοι και, από το 1905 έως το 1914, υπήρξαν άνευ προηγουμένου διεθνή απεργιακά κύματα.

Αυτή η αναταραχή, συνδεόμενη με άλλες ταραχώδεις κοινωνικές αλλαγές, όπως το κίνημα για το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, δημιούργησε αξιοσημείωτη ανασφάλεια μεταξύ της άρχουσας τάξης. Μπορούσαν να εκτρέψουν τη δυσαρέσκεια ορισμένων εργατών προς τον εθνικισμό, ιμπεριαλισμό και τον ανδροκρατικό μιλιταρισμό. Αλλά αυτό οδήγησε στη συνέχεια σε μία συνθήκη στην οποία, όταν ήταν αντιμέτωπες με την ενδο-ιμπεριαλιστική σύγκρουση το 1914, οι κυβερνήσεις να αισθάνονται ανίκανες να υποχωρήσουν, φοβούμενες εθνική ταπείνωση και εγχώρια αντιπολίτευση. [6]

Το αποτέλεσμα ήταν η σφαγή του πολέμου 1914-1918, ο οποίος ήταν απλώς η αρχή ενός αιώνα θερμών και ψυχρών πολέμων. Αυτοί οι πόλεμοι ήταν αποτελεσματικοί  στη δημιουργία ενός συναισθήματος σκοπού και κοινότητας και αντιμετώπιζε οποιαδήποτε επιθυμία είχαν οι εργάτες για επανάσταση. Αυτή η ατμόσφαιρα του πολέμου που προκαλούσε αντεπανάσταση ήταν επίσης πολύ αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της ανάπτυξης του γυναικείου κινήματος. Κάθε φορά που τα έθνη αντιμετώπιζαν την ήττα, μία τέτοια ατμόσφαιρα μπορούσε ραγδαίως να μεταμορφωθεί σε επαναστατική διάθεση. Αλλά κάθε μεταγενέστερη επανάσταση υπονομεύονταν τώρα από την απομόνωση, τη φτώχεια και τον ανδροκρατικό μιλιταρισμό.

Ρωσική Επανάσταση

Κατά τη διάρκεια του πολέμου 1914-1918, οι γυναίκες ξεκίνησαν διαμαρτυρίες και ταραχές για τα τρόφιμα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μαρξιστές , όπως ο Λένιν, προειδοποίησαν εναντίον τέτοιων ταραχών. Αλλά ο ίδιος ο Μαρξ είχε αναγνωρίσει ότι “οι μεγάλες κοινωνικές επαναστάσεις είναι αδύνατες χωρίς το γυναικείο αναβρασμό” και , το 1917, ήταν οι γυναίκες εργάτριες της Πετρούπολης που διέσπειραν την ιδέα μίας γενικής απεργίας στις 8 Μαρτίου, τη Διεθνή Ημέρα της Γυναίκας. Αυτή την ημέρα, εκατοντάδες γυναίκες τραβήξανε τους άντρες συναδέλφους τους εργάτες στους δρόμους όπου τα εξεγερμένα πλήθη δεν είχαν πρόβλημα να δημιουργήσουν τους δικούς τους ηγέτες. Όπως αργότερα ο Τρότσκι θυμότανε, οι γυναίκες κατέλαβαν τα τουφέκια των στρατιωτών και παρακάλεσαν σχεδόν διέταξαν: “κατεβάστε τις ξιφολόγχες και ελάτε μαζί μας”, και, μέσα σε πέντε ημέρες, το ηλικίας αιώνων Τσαρικό καθεστώς είχε καταρρεύσει.[7]

Παρ’όλο αυτό το επίτευγμα, η πείνα και η σπάνη ακόμα αποθάρρυνε τους εργάτες από το να ξεπεράσουν τη μισθωτή εργασία. Πράγματι, προσβλέπανε στους σοσιαλιστές αγωνιστές που είχαν συστήσει τα εργατικά συμβούλια τα οποία σύντομα προσπάθησαν να επιβάλλουν αυστηρή εργατική πειθαρχία.[8]

Αφού οι Μπολσεβίκοι πήραν την κρατική εξουσία τον Οκτώβριο, αρκετοί εργάτες συνέχισαν να μπλέκονται σε απειθαρχία και απεργίες. Αλλά αυτό απλώς οδήγησε το νέο σοσιαλιστικό καθεστώς να είναι ακόμα πιο αυταρχικό. Οι εκλεγμένες εργοστασιακές επιτροπές συνηγορούσαν υπέρ της εξαναγκαστικής εργασίας για τον καθένα και ήταν έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν  ένοπλους φρουρούς για να διατηρήσουν την τάξη.[9] Ήδη από τις αρχές Ιανουαρίου 1918, ο Λένιν σκεπτόταν ότι “ο ένας από τους δέκα τεμπέληδες θα πυροβολείται επί τόπου" και, κατά τη διάρκεια τουΕμφυλίου Πολέμου, και οι δύο τους, και αυτός και ο Τρότσκι, συνηγορούσαν υπέρ των "στρατοπέδων συγκέντρωσης" για τους κοπανατζήδες εργάτες. Στις άθλιες συνθήκες πολέμου και πείνας, το καθεστώς ήταν ακόμα πιο σκληρό με την αγροτιά. Ένας μπολσεβίκος μάρτυρας θυμόταν: “Τα Κόκκινα αποσπάσματά μας θα “καθαρίζανε” τα χωριά ακριβώς όπως οι Λευκοί. Ότι απέμεινε στους κατοίκους, τους γέρους, τις γυναίκες, τα παιδιά, ήταν να πυροβολούνται επειδή είχαν δώσει βοήθεια στον εχθρό.” [10]

Μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο, ένα τεράστιο κύμα απεργιών και εξεγέρσεων ανάτρεψαν τα σχέδια του Λένιν και Τρότσκι να στρατιωτικοποιήσουν την εργασία. Όμως , το μπολσεβίκικο καθεστώς ακόμα χρειαζόταν να εκβιομηχανίζει για να εμποδίσει την ανατροπή του από ένα συνδυασμό “αγροτών” καπιταλιστών, απογοητευμένων εργατών και Δυτικής παρέμβασης. Συνεπώς οι Μπολσεβίκοι, τώρα οδηγούμενοι από τον Στάλιν, επέλεξαν να διοχετεύσουν την απογοήτευση των εργατών σε ένα αναβιωμένο εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην υπανάπτυξη και την δυστροπία των αγροτών. Οι απεργίες των εργατών και οι εξεγέρσεις των αγροτών, και οι δύο κυριαρχούμενες από γυναίκες, ήταν στην πρώτη γραμμή της αντίστασης σε αυτή την αυταρχική πολιτική.[11] Αλλά ο λιμός και η καταπίεση συνέτριψε όλη την αντίσταση, επιτρέποντας στην τερατώδη διδακτορία του Στάλιν να επιβιώσει εις βάρος εκατομμυρίων ζωών, συμπεριλαμβανόμενων αρκετών Μπολσεβίκων.

Αυτό το καταστροφικό αποτέλεσμα απαξίωσε τις σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές ιδέες για το υπόλοιπο του αιώνα. Οι Αναρχικοί υποστηρίζουν ότι θα τα είχαν πάει καλύτερα. Αλλά, όταν αναρχικοί ακτιβιστές εισάγανε την αυτοδιαχείριση στους χώρους εργασίας κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, η έλλειψη, οι στρατιωτικές πιέσεις και η απειθαρχία των εργατών οδήγησαν αυτούς τους ακτιβιστές στην ίδια αυταρχική κατεύθυνση όπως των Μπολσεβίκων. Ο αναρχικός Υπουργός Δικαιοσύνης Garcia Oliver ξεκίνησε τη δημιουργία "στρατοπέδων συγκέντρωσης" και ακόμα και οι πλέον αρχών αναρχικοί, οι Φίλοι του Ντουρούτι, υποστήριξαν "εξαναγκαστική εργασία" .[12]

Δεν αποτελεί έκπληξη, αρκετοί εργάτες αρνήθηκαν να διακινδυνεύσουν τις ζωές τους για αυτό το είδος “σοσιαλισμού” και τη συντριπτική πλειοψηφία των στρατιωτών της Ισπανικής Δημοκρατίας που έπρεπε να επιστρατευθεί.  Πράγματι, οι αρνήσεις για να πολεμήσουν ήταν ένας σημαντικός παράγοντας στην εμπόδιση της Δημοκρατίας να επιβιώσει τόσο πολύ για να σύρει την Ισπανία στο σφαγείο του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.[13]

Η αντεπανάσταση των Ναζί

Πίσω στο 1911, ο Τσώρτσιλ είχε υποστηρίξει ότι οι κοινωνικές παροχές θα απέτρεπαν τους εργάτες να στραφούν στον “επαναστατικό σοσιαλισμό” και, μέχρι τα 1930 αυτή του η πρόβλεψη αποδείχθηκε σωστή. [14] Αλλά το καπιταλιστικό σύστημα ήταν τώρα σε ένα αδιέξοδο. Αν δεχότανε αρκετές ακόμα μεταρρυθμίσεις, οι εργάτες μπορεί να έβαζαν πιο επαναστατικά αιτήματα. Από την άλλη πλευρά, αν προσπαθούσε να επαναφέρει τα επίπεδα λιτότητας του 19ου αιώνα, τότε η επανάσταση θα ήταν ακόμα πιο πιθανή.

Ανίκανο να εισάγει είτε επαρκή μεταρρύθμιση είτε λιτότητα, ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν είχε τρόπο να βγάλει τον εαυτό του από τη Μεγάλη Ύφεση. Η Γαλλική και η Αμερικανική άρχουσα τάξηήταν ακόμα ικανές να συγκρατεί τα τεράστια απεργιακά κύματα με κρατικές δαπάνες. Η Γερμανική άρχουσα τάξη, όμως, μπορούσε μόνο να εμποδίσει μία ενδεχόμενη επανάσταση αναβιώνοντας τον εθνικισμό και τον ανδροπρεπή μιλιταρισμό του πολέμου 1914-1918 και άφησε τους Ναζί να καταλάβουν την εξουσία.

Έχοντας το βλέμμα τους στα άλλα σοσιαλιστικά κόμματα για τόσο καιρό, οι Γερμανοί εργάτες στερούνταν της αυτοπεποίθησης να αντιταχθούνε στην ΕθνικοΣοσιαλιστική κατάληψη. Παρ’όλα αυτά εξακολουθούσαν να επιδίδονται στην παθητική αντίσταση και το νέο καθεστώς εξαναγκάζονταν να ξοδεύει χρήματα σε τρόφιμα, παρά στον στρατό, για να εμποδίσει ότι οι Ναζί ηγέτες αποκαλούσαν “επαναστατικές συνθήκες μεταξύ του λαού”. Ο μόνος τρόπος να αναχαιτήσουν τους Γερμανούς εργάτες μακροπρόθεσμα ήταν να τους διαθέτουν υψηλότερες συνθήκες διαβίωσης από το Βρετανικό και Αμερικανικό καπιταλισμό. Και στην Ύφεση, ο μόνος προφανής τρόπος να τον χρηματοδοτήσουν ήταν να αποικιοποιήσουν την Ανατολική Ευρώπη και να μιμηθούν τις τεράστιες εκτάσεις γης και τον δολοφονικό ρατσισμό των Βρετανικών, Αμερικανικών και Γαλλικών αυτοκρατοριών.[15]

Φυσικά, αυτές οι παλιότερες αυτοκρατορίες φοβούνταν να χάσουν από μία νέα Γερμανική αυτοκρατορία. Αλλά, επίσης διστάζανε να εξαναγκάσουν τους απρόθυμους πληθυσμούς τους σε μία επανάληψη του πολέμου του 1914-1918 με τις ανταρσίες και τις επαναστάσεις του.  Συνεπώς, οι Γάλλοι στρατηγοί επέλεξαν να εφαρμόσουν μία υψηλά αμυντική στρατηγική. Μετά, όταν αυτή η στρατηγική απέτυχε να αντισταθεί στη Γερμανική εισβολή του 1940, αυτοί οι στρατηγοί παραδόθηκαν ταχέως, φοβούμενοι ότι αποκαλούσαν “μία κομμουνιστική εξέγερση στο Παρίσι”. Οι Βρετανοί και Αμερικανοί ακολούθως συγκρατήθηκαν από το να εισβάλουν στη Γαλλία και, αντίθετα, δώσανε προτεραιότητα στον βομβαρδισμό και αποκλεισμό των Γερμανών πολιτών για ένα μεγάλο μέρος του πολέμου.[16]

Βρετανοί αξιωματικοί παραδέχονταν ότι αυτός ο αποκλεισμός της Ευρώπης θα "δημιουργούσε ευρέως εξαπλωμένο λιμό" , αλλά όπως είχε γίνει στη διάρκεια του πολέμου 1914-1918 όταν αυτό οδήγησε σε μισό εκατομμύριο θανάτους και μετά στη ήττα και την επανάσταση στη Γερμανία. Ο Χίτλερ, όμως, ήταν αποφασισμένος ότι, αυτή τη φορά, η Γερμανία δεν θα λιμοκτονούσε, έτσι δεν θα υπήρξε “επανάσταση στα μετόπισθεν”.[17] Οι Ναζί αξιωματικοί συνεπώς υποστήριζαν ότι κάθε “προσπάθεια το εμποδίσουν τον πληθυσμό [στη Ρωσία]να πεθάνει της πείνας… θα υπέσκαπτε την ικανότητα της Γερμανίας και Ευρώπης να αντισταθεί στον αποκλεισμό.” Οι Ναζί επίσης κατηγορούσαν τους Εβραίους για όλες τις ταπεινωτικές κρίσεις του Γερμανικού καπιταλισμού από το 1918. Αυτές οι στάσεις μετά τους οδήγησαν να σκοτώσουν τον οποιοδήποτε –ειδικά Κομμουνιστές και Εβραίους-που τους φοβούνταν ότι μπορεί να αποδυνάμωναν την εθνική ενότητα ή να κάνουν τη Γερμανία ευάλωτη σε μία ακόμα ήττα.[18]

Παρ’όλο αυτή την ασυγκράτητη βιαιότητα, οι φόβοι λαϊκού ξεσηκωμού εμπόδισαν τους Ναζί να επεκτείνουν τη χρήση μαζικής λιμοκτονίας και δολοφονικών αερίων που κάνανε σε ακόμα μεγαλύτερα τμήματα της ΑνατολικοΕυρωπαϊκής κοινωνίας. Την ίδια στιγμή , οι φόβοι της εσωτερικής εξέγερσης αν οι Γερμανοί αντεπιτίθονταν με αέρια, επίσης απέτρεπαν τον Βρετανικό Στρατό να δράσει σύμφωνα με την πρόταση του Τσώρτσιλ το 1944 να “μουσκέψουν τη Γερμανία με δηλητηριώδη αέρια”. Και, προς το τέλος του πολέμου, περεταίρω φόβοι ξεσηκωμού ενθαρρύνανε κινήσεις για να παραδοθούν και η Ιταλία και η Ιαπωνία. Μετά, όταν ο πόλεμος τελείωσε, ένα τεράστιο διεθνές απεργιακό κύμα ενθάρρυνε τους νικητές Συμμάχους να εισάγουνε σημαντικές μεταρρυθμίσεις.[19]

Αν όλη αυτή η αναταραχή είχε εξαπλωθεί περισσότερο και αποδειχθεί ικανή να εμποδίσει τους Συμμάχους από το βομβαρδισμό και αποκλεισμό της Γερμανίας, οι πολιτικές των Ναζί θα μπορούσε να ήταν λιγότερο δολοφονικές. Και, το κρισιμότερο, οι Γερμανοί εργάτες επίσης θα μπορεί να είχαν τη δύναμη και την αυτοπεποίθηση να φέρουν στο προσκήνιο μία επανάληψη των εξεγέρσεων του 1918 και 1920 εναντίον της δικτατορίας. Πράγματι, αρκετοί στη δεξιά, όπως οι Baldwin, Chamberlain ακόμα και ο αντι-χιτλερικός συνωμότης Stauffenberg, ανησυχούσαν πολύ για το ότι “η Γερμανία θα γίνει μπολσεβίκικη” κατά τη διάρκεια της Ναζιστικής περιόδου.[20]

Δυστυχώς, αρκετοί στην αριστερά αποτύχανε να στηρίξουνε ένα επαναστατικό τέλος του πολέμου. Αντιθέτως καλούσανε για πιο αληθινή αντιφασιστική πολεμική προσπάθεια. Όμως ο Πόλεμος είναι, μία εγγενής αντιδραστική, απάνθρωπη δραστηριότητα, όπως έχει φανεί από τον τρόπο που και οι δύο και ο Τρότσκυ και η Ισπανική Δημοκρατία χρησιμοποίησε  εκτελέσεις για να εκφοβίσει επιστρατευμένους να πολεμήσουν στον πόλεμό τους. Έτσι κάθε “αληθινά αντιφασιστικός” πόλεμος, οδηγούμενος από την αριστερά, θα μπορούσε να είναι το ίδιο βάρβαρος και αντεπαναστατικός όπως ήταν και η πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων.

Το 1945 ο πιο καταστροφικός πόλεμος στην ιστορία είχε αποδεκατίσει και επαναπειθαρχήσει μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης. Οι εργάτες ακόμα ήθελαν μία καλύτερη ζωή, και όπως ο επηρεάζων συντηρητικός βουλευτής, Quintin Hogg είπε: “αν δεν δώσεις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στον κόσμο, θα σου δώσουν κοινωνική επανάσταση”.[21] Όμως, σε αντίθεση με τη δεκαετία του ’30, η εθνική ενότητα, ενδυναμωμένη τώρα με αντι-Κομμουνιστική ιδεολογία, ήταν τώρα επαρκής για να αποτρέψει τη μεταρρύθμιση την ίδια να ενθαρρύνει  την κοινωνική επανάσταση. Συνεπώς, τέτοια μεταρρύθμιση, συνδυασμένη με στρατιωτικές και άλλες κρατικές καθοδηγούμενες επενδύσεις, βοήθησε να δημιουργηθεί μία άνευ προηγουμένου οικονομική έκρηξη που έκανε την επανάσταση να εμφανίζεται τελείως περιττή στη Δύση.

Αυτή η έκρηξη, όμως, έκανε πολύ λίγα για τα λιμοκτονούντα εκατομμύρια στον “Τρίτο Κόσμο”. Σε κράτη όπως η Κίνα και η Κούβα, η λαϊκή δυσαρέσκεια ήταν τόσο μεγάλη που μόνο εθνικιστικές δικτατορίες, που αυτοαποκαλούνταν “Κομμουνιστικές”, μπορούσαν να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο αρκετά για να κρατηθούν στην κρατική εξουσία. Φιλελεύθεροι πολιτικοί στη συνέχεια διογκώσανε αυτή την Κομμουνιστική απειλή, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν την καταπίεση οποιοδήποτε  κινήματος του “Τρίτου Κόσμου”  που απειλούσε τα Δυτικά κέρδη.

Το αποτέλεσμα ήταν μία σειρά από σφαγές και συγκρούσεις, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, που σκότωσε περισσότερους από επτά εκατομμύρια στην Κορέα, στο Βιετνάμ και αλλού. Όπως το 1914, οι κυβερνήσεις φοβούνταν την εθνική ταπείνωση και οι δυο τους ο Κέννεντι και ο Χρουτσώφ διστάσανε να υποχωρήσουν κατά τη διάρκεια της κρίσης των πυραύλων στην Κούβα. Ο εθνικισμός του Τσε Γκεβάρα ήταν ακόμα πιο παράτολμος, οδηγώντας τον να καυχηθεί ότι “αν οι πύραυλοι είχαν παραμείνει, θα τους χρησιμοποιούσαμε όλους και θα τους κατευθύναμε εναντίον της καρδιάς των Ηνωμένων Πολιτειών”. Στο μεταξύ, ανάμεσα στα δέκα και πενήντα εκατομμύρια πεθάνανε στην Κίνα όταν ο Μάο μιμήθηκε τις καταστροφικές βιομηχανικές πολιτικές του Στάλιν.[22]

 

Η επανάσταση της δεκαετίας του 1960

Ευτυχώς, στη δεκαετία του 1960, μετά από 50 χρόνια αντεπανάστασης που προκάλεσε και πόλεμο,   μη-Σταλινικά ριζοσπαστικά κινήματα άρχισαν να αναπτύσσονται στη Δύση. Τα πιο σημαντικά, κατά το μποϋκοτάρισμα των φυλετικά διαχωρισμένων λεωφορείων, Αφρο-Αμερικανές γυναίκες πυροδότησαν το κίνημα των πολιτικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ που στη συνέχεια ενέπνευσε ακτιβιστές σε όλο τον κόσμο. [23]

Την ίδια στιγμή, η πλήρης εργασία και το κοινωνικό κράτος καθιστούσε δυνατό σε αρκετές νέες γυναίκες να βασίζονται λιγότερο στους άντρες που φέρνουν το ψωμί στο σπίτι έτσι ώστε να μπορούν να ξεκινήσουν την απόδραση από την πατριαρχική οικογένεια και την σεξουαλική καταπίεση. Πράγματι, ο καθένας γινόταν ολοένα και πιο ελεύθερος από την πειθαρχία της εποχής του πολέμου. Οι άνθρωποι ήταν επίσης περισσότερο ασφαλείς και λιγότερο πρόθυμοι να συμβιβαστούν με την βαρεμάρα των αλυσίδων συναρμολόγησης του εργοστασίου.

Όλο αυτό έφτασε στο αποκορύφωμά του στο Παρίσι όπου τα αιτήματα των φοιτητών για να κοιμούνται μαζί στις πανεπιστημιακές εστίες ήταν το κύριο θέμα στις διαδηλώσεις του 1968. Αυτές οι διαδηλώσεις στη συνέχεια πυροδότησαν μία τεράστια γενική απεργία κατά τη διάρκεια της οι εργάτες θυμωμένα απορρίψανε το κάλεσμα των συνδικάτων να επιστρέψουν στη δουλειά.

Δυστυχώς, η οικονομική δυσπραγία της απεργίας έκανε δύσκολο για τις γυναίκες με παιδιά να συνεχίζουν να στηρίζουν τους απεργούς συντρόφους τους. Ο καταναλωτικός καπιταλισμός εξακολουθούσε να κρατάει την προοπτική για μία καλύτερη ζωή και τελικά οι Γάλλοι εργάτες δεχθήκανε μία προσφορά υψηλότερων μισθών.[24] Ακόμα, παρά την αποτυχία αυτή, ο κόσμος στη Δύση παρέμεινε απειθάρχητος και συνέχιζε να κατεβαίνει σε απεργία, συχνά σε αντίθεση με τις ευχές των συνδικάτων. Στο μεταξύ, στο Βιετνάμ, οι Αμερικανοί κληρωτοί σκοτώσανε εκατοντάδες αξιωματικούς τους και η αποτυχία των ΗΠΑ στον πόλεμο, συνδυασμένη με τις εξεγέρσεις των νέων, των μαύρων και των φεμινιστριών, ενθάρρυναν μία αντι-εξουσιαστική, αντι-καπιταλιστική συνείδηση.

Ο αμερικανός κοινωνιολόγος, Daniel Bell, ειδοποίησε ότι οι άνθρωποι δρούσανε όπως εάν η κοινωνία είχε προχωρήσει “πέρα της αναγκαιότητας”.[25] Και η βιομηχανική παραγωγή πλησίαζε τώρα επίπεδα που θα μπορούσε να τελειώσει τη σπάνη και να δημιουργήσει τη βάση για έναν αληθινό κομμουνισμό. Αλλά, προσβλέποντας στα πολιτικά κόμματα για τόσο καιρό, οι εργάτες είχαν χάσει την αυτοπεποίθησή τους να παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους και αυτό έκανε δυνατό στις κυβερνήσεις να πάρουν πίσω τις κρατικές παροχές.

Η επακόλουθη ύφεση και η μαζική ανεργία, συχνά επιβεβλημένες απο “σοσιαλιστικές” κυβερνήσεις, έκαναν τους εργάτες να το σκεφτούν διπλά για να κατέβουν σε απεργία. Η μετατόπιση της βιομηχανικής παραγωγής στην Ανατολική Ασία, συνδυασμένη με την αναβίωση του Ψυχρού Πολέμου, στη συνέχεια πειθάρχησε περαιτέρω τους Δυτικούς εργάτες. Με αυτό τον τρόπο, ο καπιταλισμός πέτυχε στο να δημιουργήσει τη ψευδή εντύπωση ότι η ανθρωπότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να προχωρήσει “πέρα της αναγκαιότητας ”.

Αυτή η απαισιόδοξη πεποίθηση ενδυναμώθηκε περισσότερο από τις οικονομικές αποτυχίες των “Κομμουνιστικών” κρατών, ακόμα και αν αυτές οι αποτυχίες ήταν οι ίδιες ένα προϊόν της αυξανόμενης δύναμης των εργατών. Στα “Κομμουνιστικά” κράτη, το κοινωνικό κράτος και η καταπίεση μπορούσαν να αναχαιτίζουν κάθε συλλογική αντίσταση.  Όμως, με μικρό φόβο ανεργίας, οι μεμονωμένοι εργάτες ήταν ακόμα ικανοί να επιβραδύνουν την εργασία και να αντιστέκονται σε  διαχειριστικές παρεμβάσεις και αυτό δημιούργησε τεράστιες ανεπάρκειες και σπατάλη.[26]

Ο Γκορμπατσώφ προσπάθησε να κινητοποιήσει τους εργάτες να δουλεύουν σκληρότερα εισάγοντας μεταρρυθμίσεις στην αγορά. Αλλά, όταν αυτό οδήγησε σε οικονομική αποσύνθεση και απεργίες, η Ρωσική ελίτ ήταν ικανοποιημένη με το να αφήσει τη βιομηχανία να καταρρεύσει, και έτσι αποφασιστικά να αποδυναμωθεί η δύναμη των εργατών. Πολλοί Ρώσοι είχαν πιστέψει ότι η εισαγωγή της αγοράς, συνδυασμένη με δημοκρατία και αυτοδιαχείριση στους χώρους εργασίας, θα βελτιώνανε τις ζωές τους. Αντιθέτως, τραγικά, οδήγησε σε οικονομική καταστροφή και σε μία υπέρβαση της θνησιμότητας πάνω από τα τρία εκατομμύρια.[27]

Στο μεταξύ στην Κίνα, σε αντίθεση με τη Ρωσία, το “Κομμουνιστικό” καθεστώς μπορούσε ακόμα να περικόπτει τη διαπραγματευτική δύναμη των εργατών, με την απασχόληση εκατομμυρίων αγροτών στη βιομηχανία. Αυτό κατέστησε δυνατό στην Κίνα να προσελκύσει διεθνή επένδυση και να δημιουργήσει μία οικονομική έκρηξη που περιόρισε οποιαδήποτε λαϊκή δυσαρέσκεια. Σήμερα, έχοντας περιορίσει και τους Δυτικούς και τους Ρώσους εργάτες με την αποβιομηχάνιση, ο παγκόσμιος καπιταλισμός τώρα ολοκληρωτικά εξαρτάται από αυτή τη ημι-Σταλινική δικτατορία στην Κίνα. Όμως, καθώς η ροή των εύπλαστων αγροτών στερεύει, αυτή η δικτατορία θα αντιμετωπίσει αυξανόμενα προβλήματα που περιλαμβάνουν αρκετές χιλιάδες διαμαρτυριών και απεργιών που συμβαίνουν κάθε χρόνο.

Αν παρόμοια αναταραχή συνέβαινε οπουδήποτε αλλού εκτός από την Κίνα, θα δημιουργούσε πολιτικό πρόβλημα πολύ νωρίτερα. Συνεπώς, οι βιομηχανικοί καπιταλιστές έχουν διστάσει να επενδύσουν σε μέρη όπως η Μέση Ανατολή, οδηγώντας σε έλλειψη ανάπτυξης κάτι που ενθάρρυνε ορισμένους Άραβες εθνικιστές να καταφύγουν στην Ισλαμική τρομοκρατία της 11/9.

Η εθνική ταπείνωση αυτής της επίθεσης άμεσα κινητοποίησε τις ΗΠΑ να επιστρέψουν στις βεβαιότητες του Ψυχρού Πολέμου και να εξαπολύσουν τον “Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας”. Με αυτό τον τρόπο, οι ΗΠΑ έλπιζαν να  επαναβεβαιώσουν την ηγεσία τους ενώ, συνειδητά η ασυνείδητα, την αναζωογόνηση της οικονομίας τους μέσω πολεμικών δαπανών, και την ίδια στιγμή, να περιορίσουν ένα διεθνές κύμα αντι-καπιταλιστικών διαδηλώσεων.[28] Ο στρατός των ΗΠΑ μετά είχε λίγα προβλήματα για να ανατρέψει τις κυβερνήσεις στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Όμως, έχουν από τότε δυσεπίλυτα προβλήματα ελέγχουν της Αφγανικής και Ιρακινής κοινωνίας.

Μετά από χρόνια βομβαρδισμού και αποκλεισμού του Ιράκ, οι ΗΠΑ εκτιμήσανε ότι θα μπορούσανε να επιβάλουν τις ιδιωτικοποιήσεις και την ανεργία στους Ιρακινούς πιο εύκολα από ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν μπορούσε.[29] Εντούτοις, η επιβαλλόμενη από τις ΗΠΑ εξαθλίωση απλώς ενθάρρυνε αρκετούς Ιρακινούς να υποστηρίξουνε μία άγρια εθνικιστική εξέγερση εναντίον της κατοχής. Την ίδια στιγμή, η εσωτερική αντιπολίτευση στις υψηλές Αμερικανικές απώλειες υποχρεώσανε το στρατό των ΗΠΑ να χρησιμοποιήσει τόσο πολύ βία για να προστατέψει τα στρατεύματά του που δημιούργησε ακόμα μεγαλύτερη εχθρότητα στη παρουσία των ΗΠΑ. Σαν να μην έφτανε αυτό, η διεθνής αντίθεση στον πόλεμο αποθάρρυνε τους Αμερικανούς από το να βομβαρδίζουν και να σφάζουν απλώς τον πληθυσμό όπως κάνανε στο Βιετνάμ. Το αποτέλεσμα ήταν οι ΗΠΑ εξαναγκάστηκε να αφήσει τους Ιρανούς-που υποστηρίζουνε τους Σιίτες πολιτικούς να πάρουν την κυβερνητική εξουσία.

Αυτή η ήττα της πολιτικής των ΗΠΑ, συνδυασμένη με την παρακμή του ελέγχου των ΗΠΑ σε όληκαι τη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική, μας δείχνει πως ο “Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας” ήταν ανίκανος να αποκαταστήσει τη δυνατότητα του Ψυχρού Πολέμου να κινητοποιεί ανθρώπους στην υποστήριξη της συνεχόμενης καταπίεσης και πολέμου. Αυτή η απροθυμία να υποστηρίξει καταπίεση σήμαινε ότι ο Αιγυπτιακός στρατός, και οι υποστηρικτές του στις ΗΠΑ, διστάσανε να καταστείλουν την εξέγερση κατά του Μουμπάρακ. Επιπλέον, αυτή η απροθυμία να υποστηρίξει τον πόλεμο και εμποδίζει μία επιστροφή στον ανδροκρατικό μιλιταρισμό και εμποδίζει τον καπιταλισμό από την αναδημιουργία της μεταπολεμικής βιομηχανικής έκρηξης.

Κάθε τέτοια έκρηξη απαιτεί είτε τα επίπεδα των κρατικών επενδύσεων και της πλήρης απασχόλησης της μετά του 1945 εποχής ή, εναλλακτικά, μία αποκατάσταση της κερδοφορίας μέσω της επιβολής της προ του 1945 λιτότητας. Είτε  η πολιτική θα μπορούσε να δουλεύει σε συνθήκες πειθαρχίας πολεμικής περιόδου, ειδικά  αν, όπως στον Ψυχρό Πόλεμο, κάθε αγωνιστής εργάτης θα μπορούσε να απαξιωθεί ως συνωμότης με τον “Κομμουνιστικό” εχθρό. Αλλά, χωρίς αυτό, και οι δύο πολιτικές ρισκάρουν να ενθαρρύνουν τους εργάτες να κινητοποιηθούν ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα. Έτσι, αντιθέτως, οι καπιταλιστές έχουν παραμελήσει τη βιομηχανία και αυξανόμενα επενδύουν στο χρηματοπιστωτικό τομέα και στην ιδιωτική πίστη –και αυτό αδυσώπητα οδηγεί στην πρωτοφανή κρίση του 2008.[30]

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, πολλοί εργάτες αποδέχθηκαν  τις δυστυχίες της καπιταλιστικής εργασίας, επειδή πίστευαν ότι τα παιδιά τους θα έχουν μια καλύτερες ζωές  από αυτούς. Καθώς  η άνοδος του βιοτικού επιπέδου επιβραδύνθηκε, η διαθεσιμότητα φθηνών πιστώσεων  στη συνέχεια κράτησε τον ο καθένα στον καπιταλιστικό διάδρομο για λίγο. Αλλά, τώρα που ο δυτικός καπιταλισμός μπορεί να προσφέρει λίγα, εκτός από λιτότητα, ακριβώς για να ξεπληρώσει τα χρέη των τραπεζιτών, η νομιμότητά του αρχίζει να στραγγίζει.

Στις κρίσεις της δεκαετίας του 1930, ο φασισμός ή ο σταλινισμός θα μπορούσε εύκολα να κατευθύνει λάθος οποιαδήποτε αντι-καπιταλιστικό συναίσθημα. Αλλά μια μόνιμη κληρονομιά της δεκαετίας του 1960, η έλλειψη σεβασμού των ανθρώπων στην εξουσία, καθιστά δύσκολο να επιστρέψουν σε ένα τέτοιο αυταρχισμό σήμερα. Μετά από χρόνια ήττας και εξατομίκευσης, οι άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι αν δράσουν, κανείς δεν θα τους συνδράμει, οπότε γιατί να παίρνουν το ρίσκο; Ωστόσο, όταν οι άνθρωποι αισθάνονται υποχρεωμένοι να δράσουν και στη συνέχεια, ξεκινάνε να νικάνε, η εμπιστοσύνη τους θα αυξηθεί ραγδαία. Αυτό είναι ό, τι συνέβη το 1917, το 1968 και το 1989, όταν, μετά από χρόνια χαμηλά επίπεδα του αγώνα και με λίγους μόνο επαναστάτες να προσδοκούν την επανάσταση, η εποχή που αλλάζει με  εξεγέρσεις ξαφνικά ξέσπασε. [31]

 

Η μελλοντική επανάσταση

Τα τελευταία εκατό χρόνια, η αντεπανάσταση με τον πόλεμο που προκαλεί βοήθησε να συγκρατηθεί το ένα κύμα μετά το άλλο της ταξικής πάλης. Τα τελευταία εκατό χρόνια, διαφορετικές κυβερνητικές πολιτικές , από παροχές κοινωνικού κράτους ως τις διασώσεις τραπεζών επιτυχημένα κρατήσανε τους εργάτες απολίτικους και απαθείς. Ωστόσο σήμερα, που ο καπιταλισμός φαίνεται να έχει φτάσει σε ένα αδιέξοδο στο οποίο, αν οι εργάτες εξαπολύσουν ένα ακόμα συνεχόμενο κύμα αγώνων, δεν είναι τώρα ξεκάθαρο πως θα μπορούσε να τους συγκρατήσει. Οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια να εξευμενίσει τον κόσμο μέσω μεταρρυθμίσεων ριψοκινδυνεύει μία επανάληψη της μεταπολεμικής περιόδου όταν η εργασιακή ασφάλεια προώθησε όσο ποτέ την αγωνιστικότητα των εργατών. Ενώ οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια να πειθαρχήσει πάλι τον κόσμο με ακόμα περισσότερη φτώχεια και περικοπές, ριψοκινδυνεύει την απόλυτη απαξίωση του καπιταλισμού, ειδικά όταν η σύγχρονη τεχνολογία είναι τόσο εξαιρετικά παραγωγική.[32]

Σήμερα, η ανθρωπότητα έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει την τεχνολογία, σε αρμονία με τη φύση, για να τελειώσει κάθε σημαντική έλλειψη και να αρχίσει να δημιουργεί μια παγκόσμια κομμουνιστική κοινωνία. Οτιδήποτε λιγότερο από αυτό, οποιαδήποτε προσπάθεια να οργανώσει δημοκρατικά τη μισθωτή εργασία, όπως οι Μπολσεβίκοι και ισπανοί αναρχικοί προσπάθησαν να κάνουν, είναι μακρά  αντιφατικό για να πετύχει. Οι εργαζόμενοι θα αντιστέκονται πάντα σε τέτοια αλλοτριωμένη εργασία έτσι ώστε να μην μπορεί ποτέ να οργανωθεί ορθολογικά. Όπως είπε ο Μαρξ: η αλλοτριωμένη εργασία “είναι από τη φύση της ανελεύθερη, απάνθρωπη, αντικοινωνικό δραστηριότητα ... [έτσι] μια “οργάνωση της εργασίας "είναι επομένως μια αντίφαση. Η καλύτερη οργάνωση που μπορεί να διατηρήσει την εργασία είναι η παρούσα οργάνωση, ο ελεύθερος ανταγωνισμός. [33]

Αυτή η  υπεροχή του «ελεύθερου ανταγωνισμού» , δηλαδή η  «ελεύθερη» πώληση της εργασίας , σε οποιαδήποτε “οργάνωση της εργασίας” φάνηκε καθαρά στην εμπειρία των ισραηλινών κιμπούτς . Παρά το ρατσισμό τους , αυτοί οι συνεταιρισμοί απέδειξαν ότι οι άνθρωποι μπορούν να εργαστούν από κοινού « κομμουνιστικά» χωρίς συγκεκριμένη υλική ανταμοιβή . Ωστόσο, το έργο αυτό πάντα περιορίζονταν  από την ανάγκη να παράγουν και να πωλούν αγαθά και , ως εκ τούτου , τα κιμπούτς ήταν ανίκανα για την κατάργηση της αλλοτριωμένης εργασίας . Έχοντας αποτύχει να δημιουργήσουν μια κοινωνία που είχε κάποια περισσότερη ελευθερία από τον καπιταλισμό , το 2005 , η πλειοψηφία των μελών των κιμπούτς ψήφισαν να εισαχθεί ένα καπιταλιστικό σύστημα μισθών . [ 34 ] Αυτή η εμπειρία δείχνει ότι οι άνθρωποι στον 21ο αιώνα, θα έχουν μικρό ενδιαφέρον για την αντικατάσταση του καπιταλισμού , αν δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια κοινωνία με περισσότερη ελευθερία από τον καπιταλισμό - μια κοινωνία χωρίς αλλοτριωμένη εργασία , μια κομμουνιστική κοινωνία όπου οι άνθρωποι εργάζονται μόνο , εθελοντικά , για χάρη της δημιουργικότητας ή για χάρη των δικών τους , και άλλων  αναγκών .

Κατά τον 20ο αιώνα, οι άνθρωποι είχαν ακόμα μεγάλο ενδιαφέρον για τα δημοκρατικά κόμματα που υπόσχονταν  την πλήρη απασχόληση και την ασφάλεια της αλλοτριωμένης εργασίας. Αλλά, τώρα που ο καπιταλισμός δεν μπορεί πλέον να παρέχει την πολύ εργασιακή  ασφάλεια, οι εργαζόμενοι αρχίζουν να χάνουν την πίστη τους στη δημοκρατία. Φυσικά τα δημοκρατικά δικαιώματα, όπως η ελευθερία του λόγου, μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο για τους εργαζόμενους αλλά η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει μετατοπιστεί πάντα τους αγώνες τους μακριά από το χώρο εργασίας και την κοινότητα, στην απομονωμένη παθητική πράξη της ψηφοφορίας. Πράγματι, κατά τους μήνες μετά τη Ρωσική Επανάσταση, οι Βρετανοί πολιτικοί δήλωσαν ανοιχτά ότι επεκτείνουν την ψηφοφορία ως «ρυθμιστικό» ή «υποκατάστατο ταραχών [και] της επανάστασης». [35]

Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχει ενισχύσει πάντα την ιδέα ότι «απλοί άνθρωποι» δεν χρειάζεται να πάρουν τον έλεγχο της ζωής τους και ότι θα μπορούσαν να κοιτάξουν προς τους πολιτικούς και το κράτος για να κάνουν πράγματα για αυτούς. Κατά συνέπεια, η πίστη στη δημοκρατία έχει εμποδίσει την ικανότητα των εργαζομένων να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους μετά από πολλές εκλογικές νίκες, είτε από αντιδραστικούς σαν τον Χίτλερ ή προοδευτικούς όπως ο Νέλσον Μαντέλα. Πράγματι, η πίστη των εργαζομένων σε δημοκρατικά κόμματα ήταν πιθανότατα πολύ πιο σημαντικός λόγος για την αποτυχία των προηγούμενων επαναστάσεων από οποιαδήποτε έλλειψη ενός πραγματικά επαναστατικού κόμματος. Έτσι, ελπίζουμε ότι, η σημερινή έλλειψη πίστης στη δημοκρατία θα οδηγήσει σε αύξηση των επαναστατικών ομάδων και κινημάτων που δίνουν έμφαση στην κοινότητα και την ατομικότητα περισσότερο παρά στην τυπική δημοκρατία - όπως ακριβώς κάνουν οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες.

Σε μία μη-επαναστατική περίοδο, όπως «υπερ-αριστερά» επιχειρηματολογεί φαίνονται αδύνατα αισιόδοξη. Στο μέλλον οι επαναστάσεις, ωστόσο, το «αδύνατο» θα καταστεί δυνατό και οι «απλοί άνθρωποι», θα οργανώνονται με τρόπους, τόσο αδιανόητους για εμάς τώρα όσο οι εξεγέρσεις του 1789 και του 1917 ήταν αδιανόητες για τους ανθρώπους πριν από την Γαλλική ή τη Ρωσική επανάσταση.

Μία από τις πιο «αδιανόητες» πτυχές και των δύο επαναστάσεων αυτών ήταν ο τρόπος που μακροχρόνια καθεστώτα  τόσο εύκολα ανατράπηκαν  τη στιγμή που  προλετάριες γυναίκες πήραν την ηγεσία. Με ομοιότητες με τις εξεγέρσεις που μπορεί να έχουν δημιουργήσει τις πρώτες κοινότητες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, αυτές οι γυναίκες αρνήθηκαν να ανεχθούνε μια κατάσταση στην οποία η κοινωνία αποτύγχανε να στηρίζει αυτές και τα παιδιά τους.

Σήμερα, η εξατομικευμένη φροντίδα των παιδιών, σε συνδυασμό με την ανασφάλεια και την εξαντλητική εργασία, εξακολουθεί να περιορίζει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή των γονιών. Αυτό αφήνει λίγο χρόνο για επιεικής, που να ανταποκρίνεται προσοχή κάτι που ορισμένες  κοινότητες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών εύκολα παρείχαν για τα παιδιά τους, την προσοχή που όλα τα μικρά παιδιά χρειάζονται για να γίνει διανοητικά υγιείς ενήλικες. [36] Από τη δεκαετία του 1960, οι γυναίκες έχουν αλλάξει ριζικά ξεπεράσει τους παραδοσιακούς ρόλους των δύο φύλων μέσω της καλύτερων ευκαιριών απασχόλησης. Αυτό τις επέτρεψε να διατηρήσουν το βιοτικό των οικογενειών τους, ακόμη και όταν το εισόδημα των ανδρών έπεφτε. Ωστόσο, εάν περικοπές στην πρόνοια και την εργασία ασκούν ακόμη περισσότερη πίεση στις γυναίκες, αποτρέποντας περαιτέρω βελτιώσεις στη ζωή τους ως άτομα, μπορεί πάλι να κοιτάξουν σε συλλογικές και επαναστατικές λύσεις για τα προβλήματά τους.

Η αντίσταση  των εργατών έχει μεταμορφώσει τον καπιταλισμό, όπως ακριβώς η αντίσταση των αγροτών μεταμόρφωσε τη φεουδαρχία. Αλλά οι επαναστάσεις που ξεκινούν από τις γυναίκες ίσως, θα μπορούσε να είναι ο τρόπος για να καταργηθεί ο καπιταλισμός, όπως ακριβώς καταργήσανε τη γαλλική και ρωσική φεουδαρχία. Τότε θα μπορούσαμε να αρχίσουμε να μοιραζόμαστε τα πάντα, ενώ, επίσης, να καταργήσουμε κάθε επιβολή της εξουσίας και τους ουσιοκρατικούς ρόλους των δύο φύλων. Αυτό θα μας επέστρεφε σε μια ανώτερη μορφή των κομμουνιστικών σχέσεων των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών προγόνων μας, εκπληρώνοντας έτσι την ελπίδα του Μαρξ ότι «η μοιραία κρίση» του καπιταλισμού θα οδηγούσε στην «επιστροφή της σύγχρονης κοινωνίας σε μια υψηλότερη μορφή του πιο αρχαϊκού τύπου.» [37]

Οι επαναστάσεις του περασμένου αιώνα προσπάθησαν να κινηθούν προς τον κομμουνισμό με προτεραιότητα την αναδιοργάνωση της εργασίας και της οικονομίας. Δεν αποτελεί έκπληξη,  ότι απέτυχαν, διότι οι κομμουνιστικές αξίες της εμπιστοσύνης, του μοιράσματος και της συμπόνιας είναι πιο πιθανό να προέρχονται από τον μετασχηματισμό των προσωπικών σχέσεων και της φροντίδας των παιδιών από ό, τι από τη μεταμόρφωση της μισθωτής εργασίας. Αφού μπορούμε να δώσουμε προτεραιότητα σε αυτές τις κομμουνιστικές αξίες, τότε θα έπρεπε να είμαστε σε θέση να συντονίσουμε την αλλοτριωμένη παραγωγή απαλλαγμένη από την εξωτερική πειθαρχία είτε ενός κράτους ή μιας αγοράς.

Έτσι, για να καταλήξω: επιστρέφει η επανάσταση στην ημερήσια διάταξη και θα μπορούσε να απελευθερώσουν την ανθρωπότητα με τρόπους που οι προηγούμενες επαναστάσεις απέτυχαν να κατορθώσουν; Δεν μπορούμε να προβλέψουμε με ακρίβεια το μέλλον, αλλά η ανθρωπολογικές και ιστορικές μαρτυρίες υποστηρίζουν μια αισιόδοξη απάντηση και στα δύο αυτά ερωτήματα. Οι αναγνώστες αυτού του άρθρου μπορεί να έχει διαφορετικές ερμηνείες με τις ίδιες μαρτυρίες. Παρ 'όλα αυτά, το σημείο εκκίνησής μας πρέπει να είναι ότι δεν είναι ότι μόνο από την επανεξέταση όλων των πτυχών των Μαρξιστικών, φεμινιστικών και αναρχικών παραδόσεων μπορούμε να αναπτύξουμε νέες ιδέες, που θα είναι σχετικές με τα επαναστατικά κινήματα του 21ου αιώνα.

 

Απαντήσεις σε αυτό το άρθρο μπορούν να βρεθούν στο libcom.org

Με τον συγγραφέα μπορείτε να επικοινωνήσετε στο: hghg2@gmx.com

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.Christopher Boehm, Hierarchy in the Forest… , 1-10, 84-9, 172-3, 193-6, 249, 256; Chris Knight,Weekly Worker n638 και n786 ; C.Knight, C.Power, I.Watts, ‘The Human Symbolic Revolution’, The Cambridge Archaeological Journal , v5, 75ff.

2. R.B.Lee, Cambridge Encyclopedia of Hunters and Gatherers, 391-7 ; Marx, Engels, Collected Works (MECW) v24, 358-9.

3. L.Sims, ‘Stonehenge and the Neolithic Counter-Revolution’ ; S.K.Sanderson, Social Transformations…, 34-51.

4. C.Katz, From Feudalism to Capitalism, 60-3, 73-8, 128-32.

5. E.P.Thompson, Customs in Common, 307-35; D. Garrioch, ‘The Everyday Lives of Parisian Women and the October Days of 1789′ , Social History v24, 231-2; D.Levy, Women and Politics…, 81ff.

6. M.Micale, Hysterical Men, 162-70 ; W.D.Smith, European Imperialism…, 82-108, 209-11; Beverly Silver, Forces of Labor, 126, 138-41 ; J.Morrow, The Great War, 16-18, Ch. 5 & 6, 297-8.

7. MECW v43, 184; C.Chatterjee, Celebrating Women, 43-54 .

8. S.A.Smith, Red Petrograd…, 88-94, 247-51 .

9. T.Remington, Building Socialism in Bolshevik Russia, 43-4 ; W.Rosenberg, Slavic Review v44, 225-6, 253.

10. Lenin Collected Works v26, 414.  Με την έγκριση του Λένιν , ο Μπουχάριν έκανε ακόμα και τον αποκρουστικό ισχυρισμό  ότι "ο προλεταριακός καταναγκασμός σε όλες του τις μορφές, από τις εκτελέσεις ως την υποχρεωτική εργασία, συνιστά, όσο παράδοξο και αν ακούγεται, μία μέθοδος σχηματισμού μίας νέας κομμουνιστικής ανθρωπότητας" .  Για περισσότερα για αυτή την τραγική περίοδο βλέπε "Πέρα από την Κροστάνδη -Οι Μπολσεβίκοι στην εξουσία" (βλέπε τις σημειώσεις 30, 32, 34 & 41  για παρατιθέμενες πηγές).

11. L.Viola, Peasant Rebels under Stalin L.Viola, Peasant Rebels under Stalin,176-84, 202-9, 237-8; J.Rossman, Workers’ Resistance under Stalin, 6-7, 206, 232.

12. Michael Seidman, Workers against Work… , Κεφ. 4 (ειδικά οι σημειώσεις 72-81), 6 & 7 (ειδ.σημ. 42).

13. M.Seidman, Republic of Egos, 38-40, 89-121, 150-8, 177-238.

14. C.Jones, Poverty, Welfare…, 122.

15. Ian Kershaw, Hitler: Hubris, 576-82; Tim Mason, Social Policy in the Third Reich…, 267-74 ; A.Tooze, The Wages of Destruction, 8-10.

16. Α.Orr, Mental Maginot Lines, 62-104 ; R.Jackson, The Fall of France, 133, 200-8 ; T.Ben-Moshe,Journal of Modern History v62, 504, 529-36.

17. N.Gibbs, Grand Strategy v2, 214 ; N.Howard, German History v11, 162-7; Mason, 180.

18. O.Bartov, The Holocaust; Origins…, 100; Tooze, 476-85, 538-49; U.Herbert, National Socialist Extermination Policies, 213-29, 247-66.

19. Herbert, 218; D.Cesarini, Holocaust: Critical Concepts… v2, 203; J.Paxman, A Higher Form of Killing, 128-36; A.De Grand, Italian Fascism, 126-7; R.B.Frank, Downfall…, 97-8, 293-310, 345-54; Silver, 125-8, 148-52.

20. M.Leibovitz, In Our Time, 49-52; M.Sarkisyanz, From Imperialism to Fascism, 222; E.Mandel, The Meaning of the Second World War, 200.

21. Jones, 123 .

22. http://necrometrics.com/warstats.htm; http://countercurrents.org/lucas240407.htm; J.Castaneda,Companero, 231; http://en.wikipedia.org/wiki/Great_Leap_Forward.

23. M.Kuumba, Gender and Social Movements, 24, 33-4, 74, 80 .

24. Michael Seidman, The Imaginary Revolution, 37-47, 67-71, Ch.4 & 5.

25. K.van der Pijl, New Left Review n37, 25 .

26. Hillel Ticktin, ‘Theories of Disintegration of the USSR’; H.Ticktin, Origins of the Crisis in the USSR, 12-13, 85-6, 117, 144.

27. S.Crowley, Hot Coal, Cold Steel, 16, 193-8 S.Crowley, Hot Coal, Cold Steel, 16, 193-8; http://www.unicef.org/newsline/01pr94.htm.

28. H.Ticktin, Critique n35, 3, 22-8; D.Graeber, The Shock of Victory .

29. N.Klein, The Shock Doctrine, 337-72. Σημαντικό, ήταν η απειλή ξεσηκωμού συνηθισμένων Ιρακινών που εξανάγκασε το Σαντάμ να εγκαταλείψει το πρόγραμμά του των ιδιωτικοποιήσεων και, αντιθέτως, να εισβάλει στο Κουβέιτ. S.Aburish,Saddam Hussein, 107-11, 259-62.

30. John Holloway, Change the World without Taking Power, 193-205; ; Hillel Ticktin, ‘Marxist Method, Working Class Struggle…’ και ‘A Marxist Political Economy of Capitalist Instability and the Current Crisis’ , Critique Feb. 2009, 23-9.

31. B.Silver, Critical Sociology v31, 440 .

32. Οι πολιτικοί μπορεί να χρησιμοποιούν περιβαλλοντικά επιχειρήματα για να δικαιολογήσουν περικοπές αλλά οι εργάτες δεν είναι πιθανό να πεισθούν. Πράγματι μέχρι να μπορέσουμε να καταργήσουμε την καπιταλιστική αλλωτρίωση και έτσι να ελέγχουμε την δική μας εργασία, δεν θα μπορούμε ποτέ ορθολογικά να ελέγξουμε τις συνέπειες αυτής της εργασίας στο περιβάλλον. Μέχρι τότε, πράσινοι πολιτικοί, όπως και οι σοσιαλιστές, μπορούν να προσφέρουν λίγα εκτός της λιτότητας, περιορισμένες μεταρρυθμίσεις και αυταρχισμό.

33. Uri Zilbersheid, ‘Abolition of Labour…’ , Critique n35, 123-4.

34. U.Zilbersheid, Critique Dec. 2007; D.Gavron, The Kibbutz 154-60, 181-8, 260.

35. B.Harrison, Separate Spheres…, 220 . Οι αγώνες των εργατών συχνά απαιτούν μειονότητες να ξεκινήσουν τα πράγματα να πηγαίνουν  μακριά.  Έτσι οποιαδήποτε υπερβολική έμφαση στην δημοκρατία από την αριστερά απλώς δίνει στους πολιτικούς ένα ισχυρό μέσο για να καταγγείλουν τέτοιους ως αντιδημοκρατικούς και, συνεπώς, ως παράνομους.

36. B.Hewlett, Hunter-Gatherer Childhoods, 15-20, 31, 62-3, 407-15.

37. MECW v24, 357, 350. Μια γνήσια εξέγερση ή επανάσταση είναι μια κίνηση που κανείς δεν μπορεί να κυβερνήσει. Αν οι άνθρωποι τότε παραμείνουν ακυβέρνητοι μπορούν να διασπάσουν οποιαδήποτε αντεπανάσταση, αποφεύγοντας έτσι οποιαδήποτε ανάγκη για ένα εργατικό κράτος ή κόμμα να συγκρατήσει τέτοια αντεπανάσταση. Είναι ενδιαφέρον ότι, κατά τη διάρκεια των «γνήσιων» αρχικών περίοδων των επαναστάσεων στη Γαλλία, τη Ρωσία και το Ιράν, η παρουσία των γυναικών στις διαδηλώσεις ήταν πολύ αποτελεσματική στην παρεμπόδιση των στρατιωτών  να πυροβολήσουν στα πλήθη. Βλέπε επίσης Temma Kaplan, ‘Female Consciousness and Collective Action…", Signs v7.