Η Χειραφέτηση του Σημείου: Ποίηση και Οικονομία στον Εικοστό Αιώνα.

Η Χειραφέτηση του Σημείου: Ποίηση και Οικονομία στον Εικοστό Αιώνα.

 

Χρήμα και γλώσσα έχουν κάτι κοινό: δεν είναι τίποτα και όμως κινούν τα πάντα. Δεν είναι τίποτα παρά σύμβολα, συμβάσεις, flatus vocis, αλλά έχουν τη δύναμη να πείθουν τα ανθρώπινα όντα να δρούνε, να δουλεύουν και να μεταμορφώνουν φυσικά πράγματα:

Το χρήμα κάνει τα πράγματα να συμβαίνουν. Είναι η πηγή της δράσης στον κόσμο και ίσως η μόνη δύναμη που επενδύουμε. Ίσως σε κάθε άλλη άποψη, σε κάθε άλλη αξία, η χρεωκοπία έχει κηρυχθεί, δίνοντας στο χρήμα τη δύναμη ορισμένης ιερής θεότητας,  και απαιτώντας να αναγνωρίζεται ως έτσι .Τα οικονομικά δεν πείθουν πια το χρήμα να συμπεριφέρεται. Οι αριθμοί δεν κάνουν το θηρίο να κείτεται κάτω και να σιωπήσει ή να σηκωθεί και να κάνει κόλπα. Συνεπώς όπως υποψιαζόμασταν από πάντα, τα οικονομικά ψευδώς μιμούνται την επιστήμη. Στην καλύτερη , τα οικονομικά είναι μία νεύρωση του χρήματος, ένα σύμπτωμα επινοημένο για να κρατά το θηρίο σε προσωρινή αδράνεια… Συνεπώς τα οικονομικά μοιράζονται τη γλώσσα της ψυχοπαθολογίας, πληθωρισμός/ανέβασμα (inflation), ύφεση/κατάθλιψη (depression), υψηλά και χαμηλά, καταρρεύσεις και ανυψώσεις, επενδύσεις και απώλειες, και η οικονομία παραμένει αιχμάλωτη σε χειρισμούς των διεγειρόμενων ή καταθλιπτικών δρώντων, ελκύοντας την προσοχή στους εαυτούς τους, αγνοώντας εγωιστικά τη δική τους τη ψυχή. Οικονομολόγοι, χρηματιστές, λογιστές, χρηματοδότες, όλοι επικουρούμενοι από δικηγόρους, είναι οι παπάδες της λατρείας του χρήματος, απαγγέλουν τις προσευχές τους για να κάνουν τη δύναμη του χρήματος  να δουλεύει χωρίς φαντασία.1

Ο Χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός βασίζεται στην αυτονόμηση της δυναμικής του χρήματος, αλλά ακόμη βαθύτερα, στην αυτονόμηση της παραγωγής αξίας από τη φυσική αλληλεπίδραση των πραγμάτων.

Το πέρασμα από τη βιομηχανική αφαίρεση της εργασίας στην ψηφιακή αφαίρεση του κόσμου συνεπάγεται μία αϋλοποίηση της εργασιακής διαδικασίας.

Ο Jean Baudrillard πρότεινε μία γενική σημειολογία της προσομοίωσης βασισμένη στην προϋπόθεση του τέλους της αναφορικότητας, στο  οικονομικό όπως επίσης και στο γλωσσικό πεδίο. Στο Le miroir de la production (1973), ο Baudrillard  γράφει: «Με αυτή την έννοια, η αξία χρήσης και το αναφερόμενο `δεν υπάρχουν’. Είναι μόνο αντιλήψεις παραγόμενες και προβαλλόμενες  σε μία ειδολογική διάσταση από την ανάπτυξη του ίδιου του συστήματος της ανταλλακτικής αξίας.»2

Η διαδικασία της αυτονόμησης του χρήματος είναι μία συγκεκριμένη όψη αυτής της γενικής τάσης, αλλά επίσης έχει μία μακρά ιστορία, σύμφωνα με τον Marc Shell στο Money, Language, and Thought :

Μεταξύ του χρήματος από ήλεκτρο της αρχαίας Λυδίας και του ηλεκτρικού χρήματος της σύγχρονης Αμερικής συνέβη μία ιστορικά βαρυσήμαντη αλλαγή. Η ανταλλακτική αξία των πρώτων νομισμάτων προερχόταν ολοκληρωτικά από την υλική υπόσταση (ήλεκτρο) των ράβδων από τις οποίες τα νομίσματα κατασκευάζονταν και όχι από τις επιγραφές που σφραγίζονταν σε αυτές τις ράβδους. Η ενδεχόμενη ανάπτυξη των νομισμάτων των οποίων οι πολιτικά εξουσιοδοτημένες επιγραφές ήταν αναντίστοιχες στα βάρη και στην καθαρότητα των ράβδων στις οποίες οι επιγραφές σφραγίζονταν κατακάθισε τη συνειδητότητα της σχέσης μεταξύ ονομαστικής αξίας (πνευματικό νόμισμα) και ουσιαστικής αξίας (υλικό νόμισμα). Αυτή η διαφορά μεταξύ των επιγραφών και του πράγματος αυξήθηκε περισσότερο με την εισαγωγή των χαρτονομισμάτων. Το χαρτί, η υλική υπόσταση στην οποία οι επιγραφές τυπώνονταν, ήταν υποτίθεται για να μην κάνει καμία διαφορά στην ανταλλαγή, και το μέταλλο ή το ήλεκτρο, η υλική υπόσταση των οποίων οι επιγραφές αναφέρονταν, συνδέονταν με εκείνες τις επιγραφές με αυξανόμενους αφηρημένους τρόπους. Με την έλευση των ηλεκτρονικών μεταφορών κεφαλαίων η σχέση μεταξύ επιγραφής και υπόστασης έσπασε. Η ουσία του ηλεκτρικού χρήματος δεν έχει ουσία.3

Η αποφυσικοποίηση του χρήματος είναι μέρος της γενικής διαδικασίας της αφαίρεσης, η οποία είναι η τάση του καπιταλισμού που τα περικλείει όλα. Η θεωρία της αξίας του Μαρξ βασίζεται στην αντίληψη της αφηρημένης εργασίας: επειδή αυτή είναι η πηγή και το μέτρο της αξίας, η εργασία πρέπει να διαχωρίσει τη σχέση της με τη συγκεκριμένη χρησιμότητα της δραστηριότητας της και του προϊόντος της. Από την άποψη της αξιοποίησης, η συγκεκριμένη χρησιμότητα δεν έχει σημασία. Στο ίδιο πνεύμα, ο Baudrillard μιλάει για τη σχέση μεταξύ σημασίας και γλώσσας. Η διαδικασία της αφαίρεσης στον πυρήνα της καπιταλιστικής σύλληψης (υπαγωγής) της εργασίας συνεπάγεται αφαίρεση από την ανάγκη για τη συγκεκριμενοποίηση των προϊόντων: το αναφερόμενο διαγράφεται.

Οι λογικές, αναφορικές, ιστορικές  και λειτουργικές μηχανές της συνείδησης αντιστοιχούν σε βιομηχανικές μηχανές. Οι τυχαίες, μη αναφορικές , μεταβιβαστικές, απροσδιόριστες,  άστατες μηχανές του ασυνείδητου ανταποκρίνονται στις τυχαίες μηχανές του κώδικα… Η συστημική στρατηγική απλά  επικαλείται έναν αριθμό άστατων αξιών σε αυτή την hyper πραγματικότητα. Αυτή είναι η αλήθεια του ασυνείδητου  όπως  είναι του χρήματος και των θεωριών του. Οι κανόνες της αξίας σύμφωνα με τη δυσδιάκριτη τάξη της παραγωγής μέσω των προτύπων, σύμφωνα με τις άπειρες αλυσίδες προσομοίωσης.4

Το κρίσιμο σημείο στην κριτική του Baudrillard είναι το τέλος της αναφορικότητας και η    (α)προσδιοριστία της αξίας. Στη σφαίρα της αγοράς, τα πράγματα δεν εξετάζονται από την άποψη της συγκεκριμένης χρησιμότητάς τους, αλλά από αυτή της ανταλλακτικότητάς τους. Παρομοίως, στη σφαίρα της επικοινωνίας, η γλώσσα διαπραγματεύεται και αξιολογείται σύμφωνα με το πώς εμφανίζεται. Αποτελεσματικότητα, όχι αληθινή αξία, είναι ο ρόλος της γλώσσας στη σφαίρα της επικοινωνίας. Πραγματολογία, όχι ερμηνευτική, είναι η μεθοδολογία για την κατανόηση της κοινωνικής επικοινωνίας, ειδικά στην εποχή των νέων μέσων.

 

Η οπτικοποίηση της έκθεσης των πρώτων εννέα παγκοσμίως  τραπεζικών παράγωγων σε κιβώτια με χαρτονομίσματα των 100 δολαρίων. Αυτά απεικονίζονται στην εικόνα ως στοίβες δεξιά και αριστερά του Λευκού Οίκου και του Παγκόσμιου Κέντρο Εμπορίου.

 

 

Ανιχνεύοντας τη διαδικασία της από-αναφορικότητας και στη σημειωτική και στα οικονομικά, ο Baudrillard μιλάει για την χειραφέτηση του σημείου:

Μία επανάσταση έχει βάλει τέλος σε αυτή την κλασσική οικονομία της αξίας, μία επανάσταση της ίδιας της αξίας, η οποία φέρει την αξία πέρα από την εμπορευματική της μορφή στην  ίδια της την ριζοσπαστική μορφή. Αυτή η επανάσταση συνίσταται στην εξάρθρωση των δύο πτυχών του νόμου της αξίας, οι οποίες θεωρούνταν συνεκτικές και αιώνια δεσμευμένες από ένα φυσικό νόμο. Η αναφορική αξία εκμηδενίζεται, δίνοντας στο δομικό παιγνίδι της αξίας το πάνω χέρι. Η δομική διάσταση γίνεται αυτόνομη αποκλείοντας την αναφορική διάσταση, και θεσμοθετείται πάνω στο θάνατο της αναφοράς… από εδώ και στο εξής ανταλλάσσονται μεταξύ τους μάλλον παρά με το πραγματικό (δεν είναι απλώς ότι τυχαίνει να ανταλλάσσονται μεταξύ τους, το κάνουν αυτό με την προϋπόθεση ότι δεν ανταλλάσσονται πλέον με το πραγματικό).  Η χειραφέτηση του σημείου.5

Η χειραφέτηση του σημείου από την αναφορική του λειτουργία μπορεί να ειδωθεί ως η γενική τάση της ύστερης μοντερνικότητας, η κυρίαρχη τάση στην λογοτεχνία και την τέχνη όπως επίσης στην επιστήμη και την πολιτική.

Ο Συμβολισμός άνοιξε ένα νέο χώρο για την ποιητική πράξη, αρχίζοντας από τη χειραφέτηση της λέξης από το αναφορικό της καθήκον.

Η χειραφέτηση του χρήματος – η οικονομική χειραφέτηση- από τη βιομηχανική παραγωγή των πραγμάτων ακολουθεί την ίδια σημειωτική διαδικασία, από την αναφορική στην μη-αναφορική σημασία.

Αλλά η αναλογία μεταξύ οικονομίας και γλώσσας δεν πρέπει να μας παραπλανεί: αν και το χρήμα και η γλώσσα έχουν κάτι κοινό, οι προορισμοί τους δεν συμπίπτουν, καθώς η γλώσσα υπερβαίνει την οικονομική ανταλλαγή. Η ποίηση είναι η γλώσσα της μη-ανταλλαξιμότητας, η επιστροφή της άπειρης ερμηνευτικής, και η επιστροφή του αισθητικού σώματος της γλώσσας.

Μιλάω εδώ για την ποίηση ως υπέρβαση της γλώσσας, ως μία κρυμμένη πηγή που μας δίνει τη δυνατότητα να μετακινούμαστε από το ένα παράδειγμα στο άλλο.

 

Εικόνα από την ταινία LArgent 1983 του Robert Bresson

 

Σύνδεση και Αισθητικότητα σε ένα Τόπο που Εμείς Δεν Γνωρίζουμε

Η αισθητικότητα είναι η ικανότητα να κατανοούμε ότι δεν μπορεί να λεχθεί, και είναι το θύμα της επισφαλοποίησης και της μορφοκλασματοποίησης  του χρόνου. Με σκοπό, να επανεργοποιήσουμε την αισθητικότητα, πρέπει να συγκεντρώσουμε μαζί την τέχνη , την θεραπεία, και την πολιτική δράση.

Στον τελευταίο αιώνα, τον αιώνα που εμπιστεύτηκε το μέλλον, η τέχνη ουσιαστικά ενεπλάκη στην επιχείρηση της επιτάχυνσης. Ο Φουτουρισμός καθόρισε τη σχέση μεταξύ τέχνης , κοινωνικής διάνοιας, και κοινωνικής ζωής. Η λατρεία της ενέργειας σημάδεψε το καλλιτεχνικό zeitgeist (ώρα του πνέυματος), μέχρι τον κορεσμό της συλλογικής αντίληψης και την παράλυση της ενσυναίσθησης. Ο Φουτουριστικός ρυθμός ήταν ο ρυθμός της επιτάχυνσης της πληροφορίας, της βίας και του πολέμου.

Τώρα χρειαζόμαστε retournels (επιστροφές) που απομπλέκουν την μοναδική ύπαρξη από το κοινωνικό παιγνίδι του ανταγωνισμού και της παραγωγικότητας: retournels φυσικής και συναισθηματικής αυτονόμησης, retournels της μοναδικότητας  και της ευαισθητοποίησης της αναπνοής, μη αλυσοδεμένη στην κυκλοφοριακή συμφόρηση της άυλης γραμμής συναρμολόγησης της σημειοκαπιταλιστικής παραγωγής.

Μία φορά και έναν καιρό, η ευχαρίστηση καταπιέζονταν από την εξουσία. Τώρα διαφημίζεται και την υπόσχονται, και συγχρόνως αναβάλλεται και την εξαπατούν. Αυτό είναι το πορνογραφικό χαρακτηριστικό της σημειοπαραγωγής στη σφαίρα της αγοράς.

Το μάτι λαμβάνει το κεντρικό χώρο στην ανθρώπινη αισθητήρια  ζωή, αλλά αυτή η οφθαλμική κυριαρχία είναι η κυριαρχία του εμπορεύματος, των υποσχέσεων που ποτέ δεν εκπληρώνονται και συνεχώς αναβάλλονται. Στις τρέχουσες συνθήκες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, η επιτάχυνση είναι το έναυσμα του πανικού, και ο πανικός είναι η προϋπόθεση της κατάθλιψης. Η μοναδικότητα ξεχνιέται, διαγράφεται και ακυρώνεται στον ερωτικό τομέα του σημειοκαπιταλισμού. Η μοναδικότητα της φωνής και η μοναδικότητα των λέξεων υπόκεινται στην ομογενοποίηση της ανταλλαγής και της αξιοποίησης.

Η κοινωνική επικοινωνία υποτάσσεται σε τεχνο-γλωσσικές διεπαφές. Συνεπώς με σκοπό να ανταλλαχθεί η σημασία στη σφαίρα της σύνδεσης, συνειδητοί οργανισμοί πρέπει να προσαρμοστούν στο ψηφιακό περιβάλλον.

Με σκοπό την επιτάχυνση της κυκλοφορίας της αξίας, η σημασία περιορίζεται στην πληροφορία και οι τεχνο-γλωσσικές επινοήσεις δρουν ως το επικοινωνιακό matrix (οθόνη). Το matrix παίρνει τη θέση της μητέρας στη γενιά της γλώσσας.

Αλλά η πληροφορία και η γλώσσα δεν αλληλεπικαλύπτονται, και η γλώσσα δεν μπορεί να αναλυθεί σε ανταλλαξιμότητα. Στο λόγο του Saussure, μπορούμε να δούμε το άπειρο του λόγου που υπερβαίνει την ανασυνδυασμένη λογική της lange (γλώσσας), όπως η γλώσσα μπορεί να δραπετεύσει από το matrix και να επαναφεύρει μία κοινωνική σφαίρα μοναδικών δονήσεων που αναμειγνύουν και προβάλλουν ένα νέο χώρο για μοίρασμα, παραγωγής και ζωής.

Η ποίηση ανοίγει τις πόρτες της αντίληψης για τη μοναδικότητα.

Η ποίηση είναι η γλώσσα της υπερβολής:  η ποίηση είναι ότι δεν μπορεί να μειωθεί σε πληροφορία στη γλώσσα, ότι δεν είναι ανταλλάξιμο, ότι δίνει δρόμο σε νέο κοινό έδαφος κατανόησης, του μοιράσματος του νοήματος – της δημιουργίας ενός νέου κόσμου.

Ποίηση είναι μία μοναδική δόνηση της φωνής.  Αυτή η δόνηση μπορεί να δημιουργήσει αντηχήσεις, και οι αντηχήσεις μπορεί να δημιουργήσουν κοινό χώρο, το μέρος όπου:

Εραστές, που ποτέ                                                                                                                               Δεν θα μπορούσαν να πετύχουν την εκπλήρωση εδώ, δεν θα μπορούσαν να δείξουν

Τα τολμηρά ευγενή στοιχεία των καρδιών - κούνιων τους

Τους πύργους τους της έκστασης

Οι παρακάτω στίχοι από την «Πέμπτη Ελεγεία» του Rilke μπορούν να διαβαστούν συγχρόνως ως μία μεταφορά για την συνθήκη της επισφάλειας, και ως μία αναγγελία του τόπου που δεν γνωρίζουμε, αυτού του οποίου ποτέ δεν έχουμε δοκιμάσει: ένα μέρος  της πόλης – μία πλατεία, ένας δρόμος, ένα διαμέρισμα – όπου εραστές, οι οποίοι εδώ (στο βασίλειο της αξιοποίησης και της ανταλλαγής) ποτέ «δεν θα μπορούσαν να πετύχουν την εκπλήρωση», ξαφνικά τινάζουν τα τελευταία τους πάντα συσσωρευμένα, πάντα κρυμμένα, άγνωστα σε εμάς, αιώνια ισχύοντα νομίσματα της ευτυχίας

Όμως ποιοι να' ναι, για πες μου, οι Ταξιδευτές, τούτοι οι λίγο              πιο φευγαλέοι κι απ' τους ίδιους εμάς, πιεστική να τους στύβει,           από νωρίς, προς τι, αλήθεια, προς τι,                                                                                             μια θέληση που δεν χορταίνει ποτέ; Παρά τους στραγγίζει,                  τους κάμπτει και τους  περισφίγγει, τους στροβιλίζει,ψηλά τους πετά και τους πιάνει ξανά,                                                                                    σάμπως ο αιθέρας γυαλίκι αλειμμένος με λάδι,                      γλιστρούν στο λιωμένο χαλί, το φθαρμένο από τους δικούς τους ατέλειωτους πήδους, αυτό το χαμένο χαλί μες στο σύμπαν.                                                                                              Βαλμένο εκεί σαν τσιρότο, σάμπως να είχε                              πληγώσει τη γη ο ουρανός στα προάστια.6

Μετάφραση Μαρία Τοπάλη (2011)

Δεν υπάρχει μυστικό νόημα σε αυτές τις λέξεις, αλλά μπορούμε να διαβάσουμε σε αυτές μία περιγραφή των εύθραυστων αρχιτεκτονικών της συλλογικής ευτυχίας: «πυραμίδες που εδώ και καιρό, δεν υπήρχαν να στέκονται στο έδαφος, τρέμοντας συγκρατούσαν η μία την άλλη»7

Το μέρος που δεν γνωρίζουμε είναι το μέρος που αναζητούμε, σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που έχει φτωχύνει από την κοινωνική επισφαλειοποίηση, σε ένα τοπίο που έχει ερημοποιηθεί. Είναι ο τόπος που θα είναι ικανός να ζεστάνει την αισθητή σφαίρα που έχει στερηθεί τη χαρά της μοναδικότητας. Είναι ο τόπος της κατάληψης, όπου τα κινήματα μαζεύονται: πλατεία Ταχρίρ στο Κάιρο, Puerta del Sol στη Μαδρίτη, Zuccoti Park στην Νέα Υόρκη.

Αποκαλούμε ποίηση τη σημειωτική αλληλουχία που υπερβαίνει τη σφαίρα της ανταλλαγής και την κωδικοποιημένη αντιστοιχία σημαίνοντος και σημαινόμενου ` δημιουργεί νέα μονοπάτια σημασιοδότησης, και ανοίγει το δρόμο στην επανεργοποίηση της σχέσης μεταξύ ευαισθησίας και χρόνου, ως ευαισθησία είναι η ικανότητα που κάνει δυνατή τη μοναδικότητα της διατύπωσης.

Ο Viktor Shklovsky, ο Ρώσος φορμαλιστής θεωρητικός, λέει ότι η ιδιαιτερότητα της λογοτεχνικής γλώσσας έγκειται στην ικανότητά της να μεταχειρίζεται τις λέξεις σύμφωνα με μία ανεπανάληπτη μοναδική διαδικασία. Αποκαλεί αυτή τη διαδικασία  priem στα ρωσικά. Είναι μία τεχνητή μεταχείριση των λεκτικών θεμάτων που δημιουργεί αποτελέσματα στη σημασία που ποτέ πριν δεν κατανοήθηκαν και δεν κωδικοποιήθηκαν. Αυτή η ποιητική διαδικασία είναι η μορφή της αποξένωσης (ostranenie στα ρωσικά) που φέρει τη λέξη μακριά από την κοινή της χρήση.

«Η τέχνη δεν είναι χάος» λένε οι Deleuze και  Guattari το Τι είναι Φιλοσοφία; Είναι μάλλον « μία σύνθεση χάους: χάοσμος.»8 Η σχέση μεταξύ του οργανισμού και του περιβάλλοντος διαταράσσεται από την επιτάχυνση των πληροφοριακών –διεγέρσεων στην πληροφοριακή σφαίρα, από τον σημειωτικό πληθωρισμό, και από τον κορεσμό της προσοχής και της συνειδητής αισθητής σφαίρας της υποκειμενικότητας. Η τέχνη είναι η καταγραφή και η ανίχνευση αυτής της παραφωνίας – και η ταυτόχρονη δημιουργία των αισθητικών συνθηκών της αντίληψης και έκφρασης των νέων τρόπων του να γίνεται.

Σχετική με τη σχιζοανάλυση, η τέχνη δρα με δύο τρόπους: διαγιγνώσκει τη μόλυνση της πληροφοριακής σφαίρας  της ψυχοσφαίρας, αλλά επίσης διαθέτει τη θεραπεία στους διαταραγμένους οργανισμούς. Η επιστροφή (retournel) είναι η ευαίσθητη θέση που μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν κόσμο που επεξεργάζεται το χάος.

Τα κοινωνικά κινήματα μπορούν να περιγραφούν ως μορφές επιστροφής  (retournel): τα κινήματα είναι η επιστροφή (retournel) της μοναδικότητας, καθώς δρούνε για να δημιουργήσουν σφαίρες μοναδικότητας σε αισθητικό και υπαρξιακό επίπεδο. Στη διαδικασία της μοναδικοποίησης που το κίνημα κάνει δυνατή, η παραγωγή, η ανάγκη, και η κατανάλωση μπορούν να σημειωθούν ξανά, σύμφωνα με ένα νέο σύστημα παγκόσμιων προσδοκιών.

Η αλλαγή της τάξης των προσδοκιών είναι ένα από τις κύριες κοινωνικές μεταμορφώσεις που ένα κίνημα μπορεί να παράγει: αυτή η αλλαγή συνεπάγεται μία πολιτισμική μεταμόρφωση αλλά επίσης μία αλλαγή στη ευαισθησία, στο άνοιγμα του οργανισμού στον κόσμο και στους άλλους.

Η εξέγερση είναι μία επιστροφή retournel βοήθειας για να αποσύρει τις ψυχικές ενέργειες της κοινωνίας από τους τυποποιημένους ρυθμούς υποχρεωτικού ανταγωνισμού-καταναλωτισμού και να δημιουργήσει μία αυτόνομη συλλογική σφαίρα. Η ποίηση είναι η γλώσσα του κινήματος καθώς προσπαθεί να αναπτύσσει μία νέα επιστροφή retournel.

Πιάτο με Αραβική επιγραφή, περίοδος Σαμανιδών (819-1005), 10ος αιώνας. Ιράν, Νισαπούρ. Πήλινο` λευκό επίχρισμα με διακόσμηση μαύρης λωρίδας σε διαφανή λούστρο. Συλλογή του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης

 

Τα Όρια του Κόσμου

Στο κεφάλαιο του Chaosmosis στο αισθητικό παράδειγμα, ο Guattari μιλάει για τους νέους τρόπους υποβολής και τυποποίησης που η υποκειμενικότητα υφίσταται – τρόπους παραγόμενους από τις διαδικτυακές τεχνολογίες και τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Συγχρόνως προσπαθεί να βρει νέα μονοπάτια αυτόνομης υποκειμενοποίησης.   

Σχετικά με την πρώτη πλευρά του προβλήματος, γράφει:

Η υποκειμενικότητα τυποποιείται μέσω μίας επικοινωνίας η οποία εκκενώνει όσο το δυνατόν δια-σημειωτικές, και ά-τυπες δηλωτικές συνθέσεις. Έτσι γλιστράει προς μία σταδιακή εξάλειψη της πολυσημίας, προσωδίας, χειρονομίας, μίμησης και στάσης του σώματος, προς όφελος μίας γλώσσας αυστηρά υποκείμενη σε γραφικές μηχανές και στα είδωλα τους (avatars) των μέσων ενημέρωσης. Στις ακραίες του σύγχρονες μορφές ανέρχεται σε μία ανταλλαγή πληροφοριακών μαρκών υπολογίσιμων ως bits και αναπαραγόμενων στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές… Σε αυτό τον τύπο της αποεδαφικοποιημένης συνάθροισης, το καπιταλιστικό Σημαίνων, ως ομοίωμα του φανταστικού της εξουσίας, έχει τη δουλειά της υπερεκτίμησης των άλλων Συμπάντων της αξίας.9

Η ψηφιακή τεχνολογία ακυρώνει τη μοναδική δηλωτική σύνθεση της πολυσημίας, χειρονομίας και φωνής, και τείνει να παράγει μία γλώσσα που υπόκεινται σε γλωσσική μηχανή. Ενώ αναλύοντας την τυποποίηση της γλώσσας, ο Guattari συγχρόνως αναζητά μία γραμμή απόδρασης από την πληροφοριακή υποδούλωση(assujettissement)

Μία αρχική χαοσμική αναδίπλωση συνίσταται στο να κάνεις τις δυνάμεις του χάους να συνυπάρχουν με αυτές της υψηλότερης πολυπλοκότητας.  Είναι από ένα συνεχόμενο πήγαινε – έλα σε μία άπειρη ταχύτητα όπου οι πολλαπλότητες των οντοτήτων διαφοροποιούνται  σε οντολογικά ετερογενείς χροιές και γίνονται χαώδεις στην κατάργηση των εικονικών τους ποικιλομορφιών και από την ομογενοποίηση των εαυτών τους εντός του ίδιου όντος– μη-όντος. Κατά κάποιο τρόπο, δεν σταματάν ποτέ να καταδύονται σε μία χαωτική ζώνη με λώρο όπου χάνουν τις εξωγενείς αναφορές τους και συντεταγμένες, αλλά από όπου μπορούν να αναδυθούν επενδυόμενες με νέα φορτία πολυπλοκότητας. Είναι κατά τη διάρκεια αυτή της χαοσμικής αναδίπλωσης που μία διασύνδεση εγκαθίσταται – μία διασύνδεση μεταξύ της λογικής  finitude (περατότητας) των υπαρξιακών εδαφών και των  δια-λογικών άπειρων των Συμπάντων της αναφοράς που δεσμεύεται σε αυτά. Έτσι το ένα ταλαντεύεται, από τη μία πλευρά, μεταξύ ενός πεπερασμένου κόσμου μειωμένης ταχύτητας, όπου τα όρια πάντα φαίνονται να απειλούν πίσω από τα όρια, οι περιορισμοί πίσω από τους περιορισμούς, τα συστήματα συντεταγμένων πίσω από άλλα συστήματα συντεταγμένων, χωρίς ποτέ να φθάνουν στην απόλυτη εφαπτόμενη ενός θέματος-ύπαρξης το οποίο υποχωρεί παντού και, από την άλλη πλευρά, Σύμπαντα απεριόριστης ταχύτητας όπου  δεν μπορεί να αμφισβητηθεί πια, όπου δίνει τον εαυτό της στις εγγενείς της διαφορές, στις ετερογενείς ποιότητές της. Η μηχανή, κάθε είδος μηχανής, είναι πάντα στη διασταύρωση πεπερασμένου και άπειρου, στο σημείο διαπραγμάτευσης μεταξύ πολυπλοκότητας και χάους.10

Ο Guattari εδώ αμφισβητεί τη σχέση μεταξύ πεπερασμένου και άπειρου στη σφαίρα της γλώσσας. Χαρτογραφεί την επικράτεια του πληροφοριακού ριζώματος που δεν είχε ακόμα εντελώς ανακαλυφθεί όταν το Chaosmosis γραφόταν. Η ασάφεια της πληροφοριακής ριζωματικής επικράτειας είναι κρυστάλλινα καθαρή: η πληροφοριακή τεχνολογία τυποποιεί υποκειμενικότητα και γλώσσα, εγγράφοντας τέχνο-γλωσσικές  διεπαφές  που αυτοματοποιούν τη διατύπωση.

Ανιχνεύουμε εδώ τη δυναμική της καταστροφής , της καταστροφής που ο καπιταλισμός εισάγει στην hyper(υπέρ)μοντέρνας υποκειμενικότητας, την καταστροφή της επιτάχυνσης και του πανικού. Αλλά ταυτοχρόνως, πρέπει να αναζητήσουμε για ένα ρυθμό που μπορεί να ανοίξει ένα παραπέρα τοπίο, ένα τοπίο πέρα από τον πανικό και τα επισφαλή αποτελέσματα της μοναξιάς και της απελπισίας.

Στο κεφάλαιο στο αισθητικό παράδειγμα  στο Chaosmosis, ο Guattari ξανασκέπτεται το θέμα της μοναδικότητας σε όρους αισθητής finitude (περατότητας) και της δυνατής απεραντότητας της γλώσσας.

Ο συνειδητός και αισθητικός οργανισμός, ζώντας ατομικότητα και βαδίζοντας προς εξαφάνιση, είναι πεπερασμένος. Αλλά η δημιουργία των δυνατών συμπάντων νοήματος είναι άπειρη. Η επιθυμία είναι το πεδίο αυτής της τάσης του πεπερασμένου προς το να γίνει άπειρο:

Το να παράγεις νέες απεραντότητες  από μία κατάδυση σε αισθητή finitude  (περατότητα), άπειρα όχι μόνο χρεωμένα με εικονικότητα αλλά και με δυνητικότητες actualisable (προσαρμόσιμες) σε δεδομένες καταστάσεις, παρακάμπτοντας ή διαχωρίζοντας τον εαυτό τους από  Σύμπαντα καταγεγραμμένα ξεχωριστά από παραδοσιακές τέχνες, φιλοσοφία, και ψυχανάλυση… μία νέα αγάπη του άγνωστου… 11

Η περατότητα finitude του συνειδητού και αισθητικού οργανισμού είναι ο τόπος που μπορούμε να φανταστούμε προβολές άπειρου, το οποίο δεν είναι μόνο εικονικό αλλά και δυνητικότητα ζωής, και το οποίο μπορεί να πραγματωθεί σε καταστάσεις.

Είμαστε στο κατώφλι ενός αποεδαφικοποιημένου και ριζοματικού κόσμου, συνειδητοποιώντας το αντι-οιδιπόδειο και σχιζομορφωματικό όνειρο. Αλλά, αυτό το όνειρο γίνεται αληθινό στη μορφή ένας παγκόσμιος εφιάλτης οικονομικής αποπραγματοποίησης. Σε αυτό το κατώφλι, πρέπει να φανταστούμε μία πολιτική και μία ηθική μοναδικότητας, σπάζοντας τους δεσμούς μας με τις προσδοκίες της άπειρης ανάπτυξης, άπειρης κατανάλωσης, και άπειρης επέκτασης του εαυτού.

Στον πρόλογό  του στο Tractatus Logico-Philosophicus, οWittgenstein γράφει: «Γιατί για να βάλουμε στη σκέψη ένα όριο, θα έπρεπε να μπορούμε να σκεφτόμαστε και τις δύο πλευρές αυτού του ορίου (θα έπρεπε δηλαδή να μπορούμε να σκεφτόμαστε αυτό που δε μπορεί να σκεφτεί κανείς).»12

Και γράφει επίσης:

Τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου. Η λογική διαποτίζει τον κόσμο: τα όρια του κόσμου είναι επίσης τα όριά της. Έτσι δεν μπορούμε να πούμε με λογική, «αυτό και αυτό υπάρχει στον κόσμο, αλλά όχι εκείνο».  Γιατί αυτό θα προϋπέθετε προφανώς ότι θα αποκλείαμε ορισμένες δυνατότητες, και αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει, αφού θα απαιτούσε ότι η λογική θα πήγαινε πέρα των ορίων του κόσμου` δηλαδή αν θα μπορούσε να σκεφτεί αυτά τα όρια και από την άλλη πλευρά επίσης. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε ότι δεν μπορούμε να σκεφτούμε` έτσι ότι δεν μπορούμε να σκεφτούμε δεν μπορούμε ούτε και να το πούμε.13

Και τελικά, γράφει: «το υποκείμενο δεν ανήκει στον κόσμο: μάλλον, είναι ένα όριο του κόσμου.»

Όταν ο Wittgenstein λέει ότι τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του κόσμου, αυτό θα μπορούσε να διαβαστεί με δύο τρόπους. Πρώτο, λέει ότι δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε, δεν μπορούμε να δοκιμάσουμε, δεν μπορούμε να ζήσουμε, επειδή στη σφαίρα της γλώσσας μόνο μπορούμε να αλληλεπιδράσουμε με την πραγματικότητα της Ύπαρξης. Αλλά επίσης λέει ότι επειδή ο κόσμος είναι ότι κατοικεί εντός των ορίων της γλώσσας μας, ότι συνεπώς κείτεται πέρα των ορίων της γλώσσας θα βιωθεί άπαξ και η γλώσσα μας είναι ικανή να επεξεργάζεται τη σφαίρα της Ύπαρξης που κείτεται πέρα των παρόντων ορίων.

Στην πραγματικότητα, ο Wittgenstein γράφει: « το υποκείμενο δεν ανήκει στον κόσμο, μάλλον είναι ένα όριο του κόσμου.»14 Η ισχύς και η έκταση της γλώσσας εξαρτώνται από τη συνοχή του υποκειμένου, το όραμά του, την κατάστασή του. Και η έκταση του κόσμου μου εξαρτάται από τη δύναμη της γλώσσας μου.

Ο Guattari αποκαλεί τη διαδικασία της πορείας πέρα των ορίων του κόσμου “resemiotization” – τον επαναπροσδιορισμό του σημειωτικού ορίου, το οποίο συγχρόνως είναι το όριο που μπορεί να βιωθεί. Οι επιστήμονες αποκαλούν αυτό το αποτέλεσμα της αυτοποιητικής μορφογέννησης «εμφάνιση»: μία νέα μορφή εμφανίζεται και παίρνει σχήμα όταν οι λογικές γλωσσικές συνθήκες το κάνουν δυνατόν να φανεί και να ονομαστεί. Ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε την παρούσα κατάσταση από αυτή την άποψη.

Ο ψηφιακός χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός έχει δημιουργήσει μία κλειστή πραγματικότητα, η οποία δεν μπορεί να ξεπεραστεί χρησιμοποιώντας τις τεχνικές της πολιτικής – της συνειδητής οργανωμένης εθελοντικής δράσης και διακυβέρνησης. Μόνο μία δράση της γλώσσας μας επιτρέπει να βλέπουμε και να δημιουργούμε μία νέα ανθρώπινη συνθήκη, εκεί που τώρα βλέπουμε μόνο βαρβαρότητα και βία. Μόνο μία δράση της γλώσσας που δραπετεύει από τους τεχνικούς αυτοματισμούς του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού θα επιτρέψει την εμφάνιση μίας νέας μορφής ζωής. Αυτή η μορφή ζωής θα είναι το κοινωνικό και προωθητικό σώμα της γενικής διάνοιας, ένα σώμα το οποίο καταπιέζεται από τις παρούσες συνθήκες της οικονομικής δικτατορίας.

Μόνο η επανεργοποίηση του σώματος της γενικής διάνοιας – η οργανική, υπαρξιακή, και ιστορική finitude (περατότητα) που ενσωματώνει τη δραστικότητα της γενικής διάνοιας – θα μας επιτρέψει να φανταστούμε νέες απεραντότητες.

Στη διασταύρωση του πεπερασμένου και του άπειρου, το σημείο διαπραγμάτευσης μεταξύ πολυπλοκότητας και χάους, θα είναι δυνατόν να ξεμπερδέψει ένα βαθμό πολυπλοκότητας μεγαλύτερο από αυτόν που διαχειρίζεται και επεξεργάζεται ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός.

Η γλώσσα έχει μία απεριόριστη δύναμη, αλλά η άσκηση της γλώσσας συμβαίνει σε πεπερασμένες συνθήκες ιστορίας και ύπαρξης. Χάρης στη δημιουργία ενός ορίου, ο κόσμος υπάρχει ως ένας κόσμος γλώσσας. Γραμματική, λογική, ηθική βασίζονται στην εγκαθίδρυση ενός ορίου. Αλλά η απεραντότητα παραμένει ανυπολόγιστη. Η ποίηση είναι το ξανάνοιγμα του άπειρου, η ειρωνική πράξη που υπερβαίνει το καθιερωμένο νόημα των λέξεων.

Σε κάθε σφαίρα ανθρώπινης δράσης, η γραμματική είναι η καθιέρωση ορίων που καθορίζουν ένα χώρο επικοινωνίας. Σήμερα, η οικονομία είναι η παγκόσμια γραμματική που διασχίζει διαφορετικά επίπεδα ανθρώπινης δραστηριότητας. Η γλώσσα καθορίζεται και περιορίζεται από την οικονομική της ανταλλαξιμότητα. Αυτό μειώνει τη γλώσσα σε πληροφορία, ενσωματώνει τεχνο-γλωσσικούς αυτοματισμούς στην κοινωνική κυκλοφορία της γλώσσας.

Παρόλα αυτά, καθώς η κοινωνική επικοινωνία είναι μία περιορισμένη διαδικασία, η γλώσσα είναι απεριόριστη: η δυναμικότητά της δεν περιορίζεται στα όρια του σημαινόμενου. Η ποίηση είναι η γλώσσα της υπερβολής, το σημαίνον απεμπλέκεται από τα όρια του σημαινόμενου.

Ειρωνεία,  η ηθική μορφή της υπερβατικής δύναμης της γλώσσας, είναι τα άπειρα παιγνίδια λέξεων που παίζονται για να δημιουργούν, διασπάσουν, και να ανακατέψουν το νόημα. Ένα κοινωνικό κίνημα, στο τέλος της ημέρας, θα έπρεπε να χρησιμοποιεί ειρωνεία ως σημειωτική αφερεγγυότητα, ως ένα μηχανισμό για να ξεμπερδέψει τη γλώσσα, τη συμπεριφορά, και τη δράση από τα όρια του συμβολικού χρέους.

Χ

Από το «Ένας Τόπος που Εμείς Δεν Γνωρίζουμε» στο νέο βιβλίο του Franco Berardi The Uprising: On Poetry and Finance, εκδόσεις Semiotext(e), 2012.

 

1 Robert Sordello, Money and the Soul of the World, (Dallas, TX: The Pegasus Foundation, 1983), 1–2.

2 Jean Baudrillard, The Mirror of Production, trans. Mark Poster, (Candor, NY: Telos Press, 1975), 30.

3 Marc Shell, Money, Language, and Thought: Literary and Philosophic Economies from the Medieval to the Modern Era, (Berkeley, CA: Univ. of California Press, 1982), 1.

4 Jean Baudrillard, Symbolic Exchange and Death, (New York: Sage Publications, 1993), 3.

Originally published as L’echange symbolique et la mort, (Paris: Gallimard, 1976).

5 Ibid., 7

6 Rainer Maria Rilke, “Fifth Elegy,” verses 1-11.

7 Rainer Maria Rilke, Duino Elegies, trans. C. F. Macintyre, (Berkeley, Los Angeles: University of California Press), 1961, 43.

8 Gilles Deleuze, Félix Guattari, What is Philosophy?, (New York: Columbia University Press), 1991, 204.

9 Félix Guattari, Chaosmosis, trans. Paul Bains and Julian Pefanis, (Indiana University Press), 1995, 104–5.

10 Ibid., 110–111.

11 Ibid., 161.

12 Ludwig Wittgenstein, Tractus Logico-Philosophicus, trans. C. K. Ogden, (London: Routledge and Keagan Paul), 1922, 27.

13 Ibid., 68.

14 Ibid., 69.

Franco Berardi επίσης γνωστός ως “Bifo,” ιδρυτής του φημισμένου «Ράδιο Αλίκη» στη Μπολόνια και μία σημαντική φιγούρα του κινήματος της Ιταλικής Αυτονομίας, είναι συγγραφέας, θεωρητικός και ακτιβιστής των Μέσων. Διδάσκει Κοινωνική Ιστορία των Μέσων στη Accademia di Brera, στο Μιλάνο. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο After the Future εκδόθηκε από AKpress.