Κυβερνοπάνκ: Η αντικουλτούρα της δεκαετίας του ’90;

Ενώ η άμορφη ζώνη που έχει ονομαστεί κυβερνοχώρος αποτελεί πλέον γεγονός, είναι εμφανές πως ο χώρος που αυτός κατέχει σήμερα δεν είναι εκείνος που πολλοί από τους οπαδούς του θα ήθελαν. Ο κυβερνοχώρος θα έπρεπε κανονικά να είναι ένας αμόλυντος, καθαρός, ιεραρχημένος και ομοιογενής χώρος, όπως ακριβώς μια αίθουσα διαταγών του Πενταγώνου εφόσον τελικά το ARPAnet (από το οποίο προήλθε το Internet) αρχικά είχε ως στόχο να κάνει πιο αποτελεσματικό τον αυτοματισμό του warfare… Όταν οι εγκέφαλοι του NSFneti άρχισαν να χρησιμοποιούν τον κυβερνοχώρο έβαλαν και τη σφραγίδα της λειτουργίας του: σύμφωνα δηλαδή με το προτεινόμενο μοντέλο, εκείνο του ερμητικά κλειστού επιστημονικού εργαστηρίου, του φιλντισένιου πύργου της καθαρής και χωρίς όρια έρευνας και του συνεχούς επιστημονικού λόγου. Τα δύο αυτά μοντέλα: εκείνο της αίθουσας πολεμικών διαταγών και εκείνο του επιστημονικού εργαστηρίου, αποτέλεσαν τις πρώτες βάσεις για τα δίκτυα των υπολογιστών. Σύντομα όμως εμφανίστηκαν τα πρώτα ρήγματα. Δηλαδή, ένα διαφορετικό μοντέλο: η ChibaCity του Νευρομάντη του Γουίλιαμ Γκίμπσονii: μια φημισμένη, γρήγορη, επικίνδυνη, εξωτική και άγρια πόλη-ταβέρνα.

 

Οι ενθουσιώδεις οπαδοί της «εικονικής κοινότητας» έχουν πολυάριθμες δυνατότητες πάνω στις νέες τηλεματικές τεχνολογίες. Μπορούσαν έτσι να εντοπίσουν τα κοινά τους ενδιαφέροντα και σχέδια, ακόμα και αν οι γεωγραφικοί διαχωρισμοί καθιστούσαν κάτι τέτοιο, υπό κανονικές συνθήκες, αδύνατο. Το δίκτυο μπορούσε να ενώσει τεχνικούς, καλλιτέχνες, ποιητές, φιλοσόφους και ακτιβιστές γύρω από νέα σχέδια για το μετασχηματισμό της κοινωνίας. Η οπτική τους όμως παρέμενε ακόμα κάπως ασκητική. Και αυτό γιατί δεν άφηνε κανένα περιθώριο σε αστεία, σε ανταλλαγές, σε συγκρούσεις, σε πλάκες, στην προπαγάνδα και την περιπέτεια. Οι κοινότητές τους, αν υπήρχαν στην πραγματικότητα, θα προσιδίαζαν μάλλον στα προαστιακά εκείνα σχέδια της κοινοτικής ζωής –ξέρετε, αυτούς τους κλειστούς από τον υπόλοιπο κόσμο χώρους, με τελείως μονότονη όψη και επιτηδευμένα διακοσμημένους διαδρόμους εισόδου. Οι ανεπιθύμητοι-προσκαλεσμένοι νέοι όμως ήταν τα παιδιά των προαστίων (innercity), προερχόμενα μάλλον από τα προάστια της φαντασίας, αν όχι από εκείνα του «αληθινού κόσμου».

 

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 είχε γίνει φανερό πως ο κυβερνοχώρος είχε ήδη πολλές συνοριακές ζώνες, όπου ο κάθε είδους πειρατής και ψευτο-καλλιτέχνης μπορούσε να εξασκήσει το ταλέντο του. Αυτά τα άτομα δεν είχαν σε τίποτα να κάνουν με τους χαρούμενους και ευτυχισμένους ταξιδιώτες των Υπέρ-αυτοκινητοδρόμων της πληροφορίας. Ορισμένοι μάλιστα από αυτούς δεν κρύβονταν καθόλου. Ήθελαν να ασκήσουν πιέσεις στο σύστημα, να ρίξουν έναν κόκκο άμμου στον δαιδαλώδη μηχανισμό σύνδεσης των εταιριών τηλεπικοινωνίας. Υπήρχαν βέβαια ήδη οι προκάτοχοί τους: οι «hackers» του ΜΙΤ, πεπεισμένοι πως δεν υπάρχει κλειδωμένη πόρτα ή λέξη κλειδί που να αποτελεί εμπόδιο, οι «phreaks» της δεκαετίας του ’70 που έκαναν τηλεδιασκέψεις με είκοσι άτομα χάρις στο «blueboxing»iii, καθώς και οι «πειρατές» που πίστευαν πως καμία προστασία λογισμικού δεν έπρεπε να ξεφύγει σπασίματος. Όλοι αυτοί αποτελούσαν τα παιδιά με τα προβλήματα της «Επιχείρησης Sundevil»iv. Διάβαζαν ένα ιδιαίτερο είδος επιστημονικής φαντασίας που πρότασσε ένα δυστοπικό και τεχνο-ουτοπικό μέλλον. Το όνομα αυτού του είδους ήταν κυβερνοπάνκ.

 

  Hacker η παλιά αντικουλτούρα  

 

Μια από τις βεβαιότητες της αμερικάνικης πολιτικής σκέψης εδώ και καιρό είναι η ύπαρξη των τριανταετούς διάρκειας κύκλων που εναλλάσσονταν στην πολιτική σκηνή των Πολιτειών της Αμερικής πηγαίνοντας από το συντηρητισμό στον πειραματισμό. Τη δεκαετία του ’80 η Αμερική βγαίνει από μια περίοδο δεκαετούς διάρκειας συντηρητισμού και όλοι περίμεναν τι το καινούργιο, με την έννοια της δεκαετίας του ’60, θα έφερνε η δεκαετία του ’90. Οι σχεδιαστές μόδας, προκειμένου να έρθουν σε σύμπνοια με αυτήν την προσμονή-ρετρό, αποφάσισαν να ανακυκλώσουν ένα σωρό από πράγματα, όπως για παράδειγμα σανδάλια χίπις με ρούχα Ναίρου. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα έφερνε η δεκαετία του ’90: όπως την καινούργια οικονομική ευαισθησία, μια νέου είδους συμπεριφορά, την αναδίπλωση στον ιδιωτικό χώρο (cocooning), και ίσως ένα νέο είδος απεριττότητας. Τίποτα όμως το τόσο σημαντικό που να προσιδιάζει σε αντικουλτούρα. Αντίθετα μάλλον ήρθε κάτι που θύμιζε με περιχαράκωμα της κουλτούρας. Το TimeMagazine, αυτό το μεγάλο βαρόμετρο της αμερικανικής ζωής, είναι εκείνο το οποίο μας υπέδειξε τι θα συνιστούσε τη νέα αντικουλτούρα: το κυβερνοπάνκ. Επρόκειτο για τη νέα προ των πυλών εξέγερση της νεολαίας. Τελικά όμως, αποδείχθηκε περισσότερο μια εξέγερση γενεών που έμεινε στον αέρα, παρά μια εξέγερση που κατέβηκε στο δρόμο.

 

Γρήγορα έγινε αντιληπτό πως αυτή η νέα αντικουλτούρα δεν ήταν ακριβώς όπως η παλιά. Προτιμούσαν τα raves καθώς και την ψηφιακή υπερ-επιταχυμένη και ρεμιξαρισμένη μουσική στη θέση των απλών ακουστικών φολκ μελωδιών. Το ναρκωτικό προτίμησής τους ήταν το Ecstasy και όχι το μαύρο. Δεν επρόκειτο για τα NewAge παιδιά των λουλουδιών που επιθυμούσαν «peaceandlove», αλλά αντίθετα για hip-hoppersNewEdge προς αναζήτηση του «techandcred»v. Στη θέση ενός ρομαντισμού του είδους «επιστροφή στη φύση» αυτά τα άτομα προτιμούσαν μάλλον την αταξία της πόλης, ενώ δε θεωρούσαν την τεχνολογία εχθρό τους, αλλά το όπλο δικής τους επιλογής. Οι ήρωές τους δεν ήταν οι χίπις του People’sPark, αλλά αντίθετα οι πρωτοπόροι του πειρατικού ραδιοφώνου. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που οι παλιές προσωπικότητες της αντικουλτούρας όπως ο TimothyLeary, ο JohnPerryBarlow και ο RobertAntonWilson γρήγορα προσχώρησαν στις τάξεις τους δηλώνοντας πως το κυβερνοπάνκ θα ήταν το επόμενο κύμα αγώνα ενάντια στο σύστημα και σε ό,τι αυτό εκπροσωπούσε.

 

Επιφανειακές ομοιότητες με τα κινήματα αντικουλτούρας ασφαλώς και υπάρχουν. Οι κυβερνοπάνκς έχουν έναν παράξενο ενθουσιασμό για νευροχημικής προέλευσης προϊόντα, ειδικά για εκείνα που ισχυρίζονται πως αυξάνουν την ενέργεια, την ευφυΐα και τη μνήμη, αν και αρνούνται την άποψη πως τα ναρκωτικά μπορούν να οδηγήσουν σε κάποιου είδους μυστικιστική αρμονία και ειρήνη. Οι κυβερνοπάνκς βρίσκονται στο περιθώριο του πολιτικού ακτιβισμού, της πολιτικής ανυπακοής και των διαδηλώσεων διαμαρτυρίας. Έτσι, προτιμούν περισσότερο ένα πιο σημαντικό είδος αγώνα: εκείνο του κλεφτοπολέμου που χρησιμοποιεί τις τηλεφωνικές γραμμές στη θέση των πικετοαπεργιών. Δεν ωφελεί σε τίποτα να ζητήσεις αυτό που θες από τους ανθρώπους ό,τι κι αν είναι αυτοί. Αρκεί μόνο να αρπάξεις το πληκτρολόγιό σου και να πάρεις εκείνο που θες από αυτούς γιατί δεν πρόκειται να σου το δώσουν.

 

  Αψηφώντας τους κανόνες της αναδυόμενης τάξης της πληροφορίας  

 

Για να είναι το κυβερνοπάνκ αντικουλτούρα χρειάζεται μια κουλτούρα ενάντια στην οποία να αντιτίθεται. Και αυτό σίγουρα δεν έλειπε. Υπήρχε η κουλτούρα των πολυεθνικών επιχειρήσεων, οι οποίες θεωρούσαν την πληροφορία λεία προς φύλαξη. Υπήρχε ακόμα η κουλτούρα της νέας οικονομίας της πληροφορίας και των υπηρεσιών, η οποία πρότεινε στους εξεγερμένους μας, που δεν κατείχαν άλλωστε και τα μεγάλα μέσα, θέσεις προγραμματιστών στη McJobs και τη McData. Υπήρχε επίσης και η κουλτούρα του πληροφορικού establishment που έθετε ένα σωρό ηλίθιους κανόνες σχετικά με το που επιτρέπονταν και που δεν επιτρέπονταν να πάει κανείς στον κυβερνοχώρο. Μπορεί το σλόγκαν της παλιάς αντικουλτούρας να ήταν «κάντε έρωτα και όχι πόλεμο» (χαριτωμένο ομολογουμένως), το σλόγκαν όμως της νέας αντικουλτούρας ήταν λιγότερο ρομαντικό και πιο συγκεκριμένο: «Η πληροφορία πρέπει να είναι ελεύθερη».

 

Ο εξεγερτικός χαρακτήρας αυτού του σλόγκαν δεν είναι και τόσο ξεκάθαρος με την πρώτη ματιά. Όταν όμως το ξανασκεφτείτε είναι το ίδιο επικίνδυνος με οποιοδήποτε άλλο μανιφέστο. Αναφέρεται σε κάθε είδους πληροφορία: πώς να ακούς πίσω από την πόρτα του καθένα, πώς να ξεγελάς τα μηχανήματα ανάληψης χρημάτων ή τα δημόσια τηλέφωνα, πώς να παράγεις πειρατικά Κ7 από συναυλίες, πώς να εισχωρήσεις σε εμπιστευτικές κρατικές πληροφορίες, πώς να γράψεις ιούς, πώς να γράψεις βόμβες λογισμικού που παραλύουν τα συστήματα πληροφορικής, πώς να εισχωρήσεις στα ηχητικά μηνύματα μεγάλων επιχειρήσεων, πώς να χρησιμοποιήσεις δορυφόρους και καλώδια χωρίς να πληρώσεις, πώς να φτιάξεις μια αυτοσχέδια βόμβα ή να παράγεις το δικό σου LSD, πώς να σαμποτάρεις τη θέση εργασίας σου, πώς να εισχωρήσεις σε βάσεις δεδομένων, μέχρι και τον τρόπο με τον οποίο μπορείς να αποκτήσεις πληροφορίες για άλλους –για ζητήματα σχετικά με την προσωπική αξιοπρέπεια– και να τις χρησιμοποιήσεις εναντίον τους.

 

Στην παγκόσμια πολυεθνική τάξη της πληροφορίας όπου οι εταιρίες παραγωγής φιλμ, λογισμικού, έκδοσης βιβλίων καθώς και άλλων ειδών πληροφορίας προσπαθούν συνεχώς να θεσπίσουν στάνταρ μονοπωλιακής πνευματικής ιδιοκτησίας (με συμφωνίες όπως αυτή της GATT) κατά τρόπο με τον οποίο κανείς άλλος να μην μπορεί να υπεξαιρέσει τους σωρούς με τα δολάριά τους (και προφανώς όχι κάποιος από τον τρίτο κόσμο), όπου επίσης οι συνάδελφοι προσπαθούν με ζήλο να διαφυλάξουν το «επαγγελματικό τους απόρρητο» από κάθε είδους βιομηχανική κατασκοπία, το σλόγκαν «η πληροφορία πρέπει να είναι ελεύθερη» ηχεί σαν το τικ-τακ μιας βραδυφλεγούς βόμβας. Οι πολυεθνικές εταιρίες επιθυμούν τον ολοκληρωτικό έλεγχο της πληροφορίας ώστε να μονοπωλήσουν τα δεδομένα που αποδεικνύουν την διείσδυσή τους στην αγορά και τις ευκαιρίες επένδυσης. Η πληροφορία είναι το ζωτικό νεύρο των πολυεθνικών γιατί μ’ αυτό μπορούν συνεχώς να έχουν τα μάτια τους στραμμένα στις χρηματιστηριακές αγορές παντού στον κόσμο. Αν κάποιος βουλώσει τις διόδους, οι CEOvi αρχίζουν φανερά να εκνευρίζονται.

  Πώς να κατέχεις την εξουσία στην εποχή της κυβερνιτικής  

Στο βαθμό που οι υπολογιστές ελέγχουν όλο και περισσότερες πλευρές της κοινωνίας, είναι φανερό πως όσοι μπορούν να ελέγξουν τους υπολογιστές κατέχουν και περισσότερη εξουσία. Οι υπολογιστές καθοδηγούν το σύστημα μεταφορών, διαχειρίζονται τις υποθέσεις μας, μας επιτρέπουν να επικοινωνούμε μεταξύ μας, αυτοματοποιούν πολλές πλευρές της ζωής μας και διατηρούν ένα μεγάλο όγκο πληροφοριών γύρω από ένα σωρό θέματα σχετικά με εμάς. Επειδή ακριβώς διεκπεραιώνουν τις υποθέσεις του Κράτους και των επιχειρήσεων γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο και βρίσκονται στο στόχαστρο της οργής των δυσαρεστημένων. Δεν αγαπάς το αφεντικό σου; Στρέψε όλες τις τηλεφωνικές του κλίσεις προς το εξωτερικό ή προς μια ερωτική τηλεφωνική γραμμή. Δε σου αρέσει ο καθηγητής σου; Εισέβαλε στον υπολογιστή του σχολείου σου και «βάλε» μόνος σου το βαθμό που σου αναλογεί. Δε σου αρέσουν οι παρέες σου; «Διόρθωσε» απλά και μόνο το ύψος των τόκων του τραπεζικού τους λογαριασμού. Σου τη δίνει η κοινωνία; Απορύθμισε τα φανάρια στο κέντρο της πόλης. Σε τρελαίνει η κυβέρνηση; Βομβάρδισε κάθε αριθμό φαξ του πρωθυπουργού με κινούμενα σχέδια του ZippythePinhend.

 

Υπάρχουν τόσα άτομα που η ζωή τους εξαρτάται από τους υπολογιστές ώστε η κάθε ομάδα που καταφέρνει να τους θέσει υπό τον έλεγχό της κατακτά μεγάλη εξουσία. Οι κυβερνοπάνκς το γνωρίζουν αυτό καλά. Συχνά διατείνονται πως τα αδικήματά τους εξυπηρετούν έναν ανώτερο κοινωνικό σκοπό. Έτσι, εισχωρώντας στο τηλεφωνικό σύστημα θέλουν να αποδείξουν πως αυτό δεν είναι αξιόπιστο. Διεισδύοντας στα συστήματα ασφάλειας διατείνονται πως αποδεικνύουν πόσο γελοία μπορεί να είναι η εμπιστοσύνη που έχει παραχωρήσει η κοινωνία για την ίδια της την ασφάλειά στην τεχνολογία. Διαβάζοντας την ηλεκτρονική σας αλληλογραφία θέλουν να σας κάνουν να συνειδητοποιήσετε πως και η κυβέρνηση είναι, πιθανά, σε θέση να το κάνει και άρα πως πρέπει να τα προστατεύσετε κρυπτογραφώντας τα.

 

Οι προγραμματιστές ιών/βομβών, λογισμικών/Trojans θεωρούν τον εαυτό τους την πρωτοπορία του κινήματος. Αποτελούν τους WetherUndergroundvii του κυβερνοπάνκ. Οι υπολογιστές ελέγχουν υπερβολικά πολλές πλευρές της ζωής μας. Είναι άχρηστο να υπάρχουν στο σύστημα εδώ και εκεί hackers, θα πρέπει να εξαλειφθούν όλοι. Το να μολύνεις με ιό έναν υπολογιστή δεν είναι απλά και μόνο διασκέδαση. Είναι πολιτική τρομοκρατία. Φανταστείτε τι θα συνέβαινε αν κατά τη διάρκεια του πολέμου του Κόλπου κάποιος ήταν σε θέση να μολύνει με ιό το στρατιωτικό σύστημα C3I και να παραλύσει την ικανότητα συντονισμού των αμερικανικών δυνάμεων. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να είχε σταματήσει τον πόλεμο πιο γρήγορα από οποιαδήποτε ειρηνικό sit-in. Στην εποχή της κυβερνητικής, η άμεση δράση αποκτά μια καινούργια σημασία.

  Η «κοινωνική οργάνωση» του underground της πληροφορικής  

Πριν μερικά χρόνια ο GordonMeyer έγραψε ένα άρθρο με αυτόν τον τίτλο. Στην ουσία είχε επιλέξει να δει το underground της πληροφορικής ως μια ελεύθερη συνομοσπονδία εγκληματικών οργανώσεων. Οι γενικοί των μυστικών υπηρεσιών βλέπουν με αυτόν τον τρόπο τα πράγματα, παρόλο που οι οπαδοί του κυβερνοπάνκ διατείνονται πως οι πράξεις τους έχουν μεγάλη κοινωνική και πολιτική σημασία. Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζονται τα μανιφέστα τους. Σε κάθε κατηγορία, αν το κυβερνοπάνκ αποτελούσε στα αλήθεια ένα κίνημα αντικουλτούρας θα περιμέναμε να βρούμε μια κάποιας μορφής αλληλεγγύη ή συνεργασία. Από αυτήν την άποψη το κυβερνοπάνκ έχει φανερά αποτύχει γιατί από ότι φαίνεται δεν υπάρχει απολύτως κανένας κοινός «σκοπός» για το κίνημα. Αντίθετα, εκείνο που υπάρχει είναι κάποια άτομα που ασκούν εδώ κι εκεί το hacking, αλλά χωρίς κάποια συνεργασία, ούτε κοινούς στόχους ή δομές. Οι κυβερνοπάνκς είναι γνωστοί για κατασκοπεία, για αντιπαραθέσεις και για το ότι ξέρουν να μαχαιρώνουν πισώπλατα με οποιοδήποτε μέσο. Η παράνοια των hackers είναι μνημειώδης. Δεν εμπιστεύονται κανένα και στο βαθμό όπου πολλοί από αυτούς προστρέχουν στο «socialengineering»viii για να εξαπατήσουν ανθρώπους, περιμένουν και από τους άλλους να τους κάνουν το ίδιο.

Δεν υπάρχει οργή που να μπορεί να αντισταθμίσει εκείνή ενός εξευτελισμένου κυβερνοπάνκ. Οι κυβερνοπάνκς επινοούν απίστευτες στρατηγικές προκειμένου να εκδικηθούν εκείνον που υποτίθεται πως είναι καλύτερος hacker από αυτούς. Στο σημείο αυτό όμως είναι, τελικά, που το κυβερνοπάνκ δεν καταφέρνει να αποτελέσει μια αληθινή αντικουλτούρα. Παρά τα σλόγκαν και τα μανιφέστα το κυβερνοπάνκ δεν καταφέρνει να έχει κοινές αξίες. Βέβαια, απόπειρες που επιχειρούν να αναδείξουν μια ηθική του hacker υπάρχουν –μπορείτε για παράδειγμα να μοιράσετε δωρεάν πειρατικό λογισμικό αντί να το πουλήσετε προς ίδιον όφελος, κτλ.–, αλλά χωρίς περαιτέρω υποστήριξη ώστε να αποτελέσουν ένα πραγματικό δεδομένο. Πολλά άλλωστε από τα μέλη του underground της πληροφορικής δεν έχουν στην πραγματικότητα την παραμικρή συνείδηση μιας ευρύτερης κοινωνικής αποστολής ώστε και να πράττουν ανάλογα. Το hacking αποτελεί για αυτούς απλά και μόνο έναν τρόπο για να αποκτούν δωρεάν πράγματα που χρειάζονται και να πηγαίνουν σε μέρη όπου αυτοί οι παλιάνθρωποι τους επιβάλουν να πληρώνουν εξωφρενικά δικαιώματα εισόδου. Έτσι, μπορεί να κλέψουν τον απόρρητο κώδικα της τηλεφωνικής κάρτας μιας γριούλας με το ίδιο θράσος που θα έκλεβαν και ένα WATTS υπηρεσιών μεγάλης επιχείρησης. Πάντως, δε φαίνεται να υπάρχει καμία κοινωνική οργάνωση του ψηφιακού underground γιατί οι περισσότεροι κυβερνοπάνκς είναι μοναχικοί, δουλεύουν για την πάρτη τους. Ορισμένοι δε από αυτούς μοιάζουν με ομάδες όπως το ΤΑΡ ή η 2600 και αν συνεργάζονται το κάνουν μόνο και μόνο για να ανταλλάσσουν κωδικούς, hacks, ή άλλες πληροφορίες. Αληθινές προσπάθειες συνεργασίας πάνω σε projects δεν υπάρχουν. Οι κοινωνιολόγοι δεν ξέρουν τι είναι στην πραγματικότητα αυτός ο πληθυσμόςτου underground της πληροφορικής. Οι περισσότεροι πιστεύουν πως ο μέσος κυβερνοπάνκ είναι αρσενικός, λευκός, αμερικάνος των μεσαίων τάξεων, έφηβος, κοινωνικά απροσάρμοστος και με αμφίβολη υγιεινή. Αυτός μπορεί να είναι ο δημογραφικός μέσος όρος, αλλά ποτέ κανείς δεν έκανε έρευνα για να κατανοήσει τους κυβερνοπάνκς. Στην πραγματικότητα, εκτός των ΗΠΑ η πολιτική διάσταση του κυβερνοπάνκ τυγχάνει μεγαλύτερης προσοχής γιατί τα κίνητρα της πληροφορικής ληστείας απαντούν σε πραγματικές ανάγκες και όχι στη βαρεμάρα των κατοίκων των προαστίων ή της εφηβικής εξέγερσης.

 

Κυβερνοπολιτική: Υπάρχει στην πραγματικότητα;

 

Ενώ λίγοι κυβερνοπάνκς είναι πολιτικά ενεργοί, με την κλασική έννοια του όρου (πολλοί δεν ψηφίζουν), στις συζητήσεις μεταξύ τους υπάρχει ένα έμμεσο πολιτικό περιεχόμενο. Το βασικό σύστημα αξιών των περισσότερων κυβερνοπάνκς είναι η ελευθεριακότητα (libertarism)ix. Η κυβέρνηση δεν έχει απολύτως κανένα δικαίωμα να σας πει τι μπορείτε να κάνετε ή να μην κάνετε με το μόντεμ σας, ή και τι πληροφορίες θα συλλέγετε ή θα στέλνετε, ή τι θα βάλετε στο σώμα σας, ή ακόμα και τι θα κάνετε τα χρήματά σας. Για τους περισσότερους, η εχεμύθεια (privacy) είναι σημαντικό ζήτημα –έχουν βαρεθεί το να διαβάζει η κυβέρνηση την αλληλογραφία τους ή το να κρατά δεδομένα που τους αφορούν (εξάλλου ποιος επιτηρεί τον επιτηρητή;) και γι’ αυτό χρησιμοποιούν μεθόδους κρυπτογράφησης για να προστατέψουν τις συνδιαλέξεις και τις συναλλαγές τους.

 

Από τότε που η θεωρία και η τεχνολογία της κρυπτογράφησης δεδομένων τέθηκαν (θεωρητικά) υπό το μοναδικό έλεγχο της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφάλειας (ο κώδικας/αριθμός θεωρήθηκαν τα «πολεμοφόδια» σε ότι αφορά τις εξαγωγές), το να παρέχεις στους ανθρώπους τα κλειδιά της δημόσιας πρόσβασης συνιστά πράξη εξέγερσης. Τα μέλη του underground της πληροφορικής (οι CUers), που κάνουν κάτι τέτοιο, ονομάστηκαν «cypherpunks» και πιστεύουν πως οι άνθρωποι πρέπει να χρησιμοποιούν την κρυπτογράφηση με σκοπό να προστατεύονται απέναντι στο κράτος καθώς και για το σπάσιμο κωδικών με σκοπό την πρόσβαση σε πληροφορίες αποκρυμμένες και ύποπτα φυλασσόμενες. Ορισμένοι δε «cypherpunks» πιστεύουν πως η κρυπτογράφηση θα μπορούσε να διαλύσει τελικά το Κράτος: αν κάποιος κρυπτογραφούσε τις χρηματικές του συναλλαγές θα καθιστούσε τη φορολόγηση αδύνατη. Γι’ αυτό, και όχι αναίτια, πολλοί απ’ αυτούς ονομάζονται «κρυπτοαναρχικοί».

 

Η κυβερνοπολιτική είναι στην ουσία επηρεασμένη από τα συμβαίνοντα στην κουλτούρα γενικά. Θεωρία του χάους, μεταμοντερνισμός, ντανταϊσμός και σιτουασιονισμός (η χρησιμοποίηση, ιδιαίτερα από τον τελευταίο, της επεξεργασμένης φάρσας και της πολιτιστικής αντιστροφής για να θάψει το «θέαμα») επηρεάζουν τον πεσιμισμό των πολιτικών του κυβερνοπάνκ. Το κυβερνοπάνκ στηρίζεται κατά ένα μεγάλο μέρος στα απορρίμματα της κοινωνίας: αποκόμματα από εγχειρίδια τηλεφωνικών συστημάτων, ηλεκτρονικές υποδομές και εκτυπωτές στο καναβάτσο, ληγμένες λέξεις κλειδιά. Σε μεγάλο βαθμό αυτή η πολιτική αποτελεί μια μορφή παρασιτισμού. Η κοινωνία δε βρίσκεται στο δρόμο της εξέλιξης, αλλά οι πιο έξυπνοι από τους «καουμπόις της κονσόλας» είναι οι καλύτερα προετοιμασμένοι ώστε να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να τη στρέψουν υπέρ τους.

  Στάχτη στα μάτια και εξαπάτηση: σκέψεις πάνω στο «κυβερνο-έγκλημα»  

Αν μπείτε στο σπίτι κάποιου χωρίς να του αποσπάσετε κανένα είδος αξίας και κλείσετε την πόρτα φεύγοντας θα έχετε διαπράξει αδίκημα; Τι θα γινόταν αν αλλάζατε τα πόστερς του τοίχου, ανοίγατε και κλείνατε όλα τα συρτάρια και αντιγράφατε ό,τι σημειώσεις υπήρχαν στο καρνέ χωρίς όμως να αποσπάσετε τίποτα αξίας; Και στην περίπτωση αυτή διαπράξατε αδίκημα; Τι θα γινόταν αν αντιγράφατε ό,τι υπήρχε στο προσωπικό ημερολόγιο του ιδιοκτήτη, ή ακόμα αν χρησιμοποιούσατε το στερεοφωνικό του συγκρότημα ή αν σπάγατε τα ποτήρια; Εδώ τα πράγματα γίνονται πιο ευαίσθητα. Ότι συμβαίνει δηλαδή κάνοντας hacking σε έναν υπολογιστή. Πολλοί από αυτούς τους «εισβολείς» διαπράττουν κακόβουλες ενέργειες –σβήνουν δεδομένα, βάζουν Trojanhorses, βόμβες λογισμικού ή ιούς, διαβάζουν την ηλεκτρονική αλληλογραφία ή ακόμα και εκβιάζουν άλλους χρήστες. Και έπειτα υπάρχουν και όλοι αυτοί που εισβάλλουν σε συστήματα πληροφορικής με τα ίδια κίνητρα που έχουν όσοι κάνουν αναρρίχηση στο Έβερεστ. Μόνο και μόνο δηλαδή, επειδή βρίσκεται εκεί.

 

Αν κάποιος εισβάλλει σε ένα σύστημα, αντιγράψει πληροφορίες, οι οποίες είναι δημόσια διαθέσιμες χωρίς να σβήσει ή να αλλάξει τίποτα, πρακτικά δεν αφήνει ίχνη του περάσματός του. Παρόλα αυτά, πολλοί διαχειριστές πληροφοριακών δικτύων είναι εκπαιδευμένοι κατάλληλα ώστε να εντοπίζουν τα πιθανά ίχνη τέτοιου είδους «εισβολών». Το να εισβάλλεις σε έναν υπολογιστή, όπως και το να εισβάλλεις σε ένα σπίτι, θεωρείται αδίκημα. Νομίζω όμως ότι η αληθινή παραβατική δραστηριότητα αφορά το τι κάνετε όταν είστε στο εσωτερικό του. Κι αν το κάνετε μόνο και μόνο για να αφήσετε κάτι χαριτωμένο (λουλούδια ίσως) γι’ αυτόν που κατοικεί εκεί; Ή ακόμα ένα μικρό σημείωμα για να του πείτε: «χρειάζεστε καλύτερη κλειδαριά»; Αυτό είναι το πιο «ενοχλητικό» σχετικά με τους αυστηρούς νόμους για το έγκλημα στο χώρο της πληροφορικής, εκτός βέβαια του ότι αυτοί δείχνουν πρακτικά ανεφάρμοστοι. Σχεδόν όλος ο κόσμος θα παραδέχονταν, πιθανά, πως δεν είναι σωστό να κλέβεις κωδικούς από τηλεφωνικές ή πιστωτικές κάρτες, από έμπιστα και αθώα άτομα ή να βουτάς χρήματα από τον τραπεζικό του λογαριασμό. Τι γίνεται όμως με το blueboxing και το να «δανείζεσαι» για λίγο τις τηλεφωνικές υπηρεσίες της ΑΤ&Τ; Δηλαδή να μπορούσατε να κάνετε δωρεάν ένα τηλεφώνημα αξίας 15 δολαρίων;

 

Τίποτα από όλα αυτά δε συγκρίνεται όμως με το γεγονός πως οι εταιρίες τηλεπικοινωνίας και καλωδιακών υπηρεσιών στίβουν τον πελάτη σα λεμόνι. Ενώ λοιπόν μπορεί το να κάνει κανείς «πειρατικές» κόπιες λογισμικού να αποτελεί αδίκημα, παρόλα αυτά αυτού του είδους η κλοπή είναι η πιο διαδεδομένη στον κόσμο, στο βαθμό που πολύ λίγοι σέβονται τις συγκεκριμένες και σαφείς οδηγίες της άδειας χρήσης λογισμικού, οι οποίες απαγορεύουν την αντιγραφή. Οι άδειες αυτές μπορεί να σου επιτρέπουν την πρόσβαση στη χρήση του προγράμματος (διαβάστε τη σημείωση), αλλά όχι και την πρόσβαση στον ίδιο τον κώδικα του ίδιου του προγράμματος! Αν οι ταραχές στο Λος Άντζελες ήταν μια «εξέγερση», τότε είναι δυνατό ορισμένα από αυτά τα «εγκλήματα» πληροφορικής να χαρακτηριστούν ανταρσία;

 

Και τι γίνεται με τους παλιούς «hackers» και τους παλιούς «πάνκ»;

 

Ο StevenLevy καθώς και άλλοι που γνώριζαν τους πρώτους hackers του ΜΙΤ εξοργίζονται. Εκείνο που τους εκνευρίζει είναι πως οι «χούλιγκανς» της δεκαετίας του ’90 σφετερίστηκαν το όνομα των «hackers». Προτιμούν έτσι να τους αποκαλούν «crackers» γιατί δε σέβονται την «ευγενή ηθική των hackers». Οι hackers του ΜΙΤ θέλουν να καταστήσουν την τεχνολογία προσβάσιμη σε όλους, να αποκεντρώσουν τις πληροφορίες, να δημιουργήσουν πηγές κώδικα περισσότερο κατανοητές, παρά εκλεκτικές. Κάθε είδους αντικείμενο το οποίο περιλαμβάνει ένα μίνιμουμ τεχνολογικών στοιχείων και το οποίο χρησιμοποιήθηκε για άλλη χρήση από την προβλεπόμενη (πιθανά λόγω παρανόησης) αποτελούσε «hack». Εκείνο που ανταπαντά λοιπόν ο Levy είναι πως οι αυθεντικοί hackers προσπαθούσαν να διαδώσουν την πληροφορία στις μάζες και όχι να τη συσσωρεύσουν για ίδιον όφελος ή για να διευρύνουν της ηλεκτρονική τους ατζέντα. Πρόκειται για άτομα που προτιμούσαν να «προγραμματίζουν από το να κοιμούνται» και οι οποίοι συντέλεσαν στην έλευση της επανάστασης του προσωπικού υπολογιστή, η οποία απελευθέρωσε την Αμερική.

 

Εντάξει σύμφωνοι, μερικοί όμως έκαναν την παρατήρηση στον Levy ότι οι πρώτοι hackers δεν ήταν και τόσο διαφορετικοί στην τελική. Πολλοί δε απ’ αυτούς έκαναν χειρισμούς εξίσου επεξεργασμένους ώστε να κλέβουν χρόνο χρήσης από τον κεντρικό υπολογιστή του Πανεπιστημίου. Και αυτοί ήταν εξίσου «εισβολείς υπολογιστών» που έβρισκαν τα μέσα ώστε να αφαιμάξουν τα μηχανήματα διανομής της Coca-Cola και των δημόσιων καρτοτηλεφώνων. Πολλοί κυβερνοπάνκς υποστηρίζουν ότι αυτή η διχοτόμηση μεταξύ cracker (=ύπουλος, υποχθόνιος, επικίνδυνος, καταστροφέας) και hacker (=ανοιχτός, συνειδητοποιημένος, έντιμος, δημιουργικός) είναι εντελώς λάθος και πως ο Levy πάσχει από μια μεγάλη δόση ρομαντισμού. Άλλωστε, μήπως οι Wozniak και Jobsx δεν είναι εκείνοι οι οποίοι απεχώρησαν όταν η Apple κατοχύρωσε την αρχιτεκτονική και το σύστημά τους, μετασχηματίζοντάς το σε αποτελεσματικό μονοπώλιο; Οι hackers ξεπερνούσαν τα όρια, ενώ οι crackers περιορίζονται στο να χρησιμοποιούν αυτό που υπάρχει ή τουλάχιστον αυτό για το οποίο γίνεται λόγος.

 

Οι αυθεντικοί πανκς διαμαρτυρήθηκαν εναντίον της ετικέτας του κυβερνοπάνκ. Τι είναι λοιπόν αυτή η ιστορία με την τεχνική και τα τεχνικά προσόντα; Για την πανκ μουσική όλα στηρίζονταν σ’ αυτό: τι σημασία έχει που στην πραγματικότητα δεν ξέρεις να παίξεις μουσική; Ανέβα στη σκηνή και κάνε λίγο θόρυβο! Οι πανκς της δεκαετίας του ’70 βλέπουν με μια κάποια ειρωνεία αυτούς τους «computernerds»xi που χρησιμοποιούν την ονομασία πανκ με την ίδια ευκολία που φοράει κανείς άνετα «καθημερινά» ρούχα αγορασμένα από το mallxii και νομίζει ότι του δίνουν ένα είδος πλεονέκτημα. Για πολλούς από αυτούς τους αυθεντικούς πανκς, το κυβερνοπανκ μπορεί να είναι πάρα πολλά πράγματα, αλλά πρόκειται για πράγματα χωρίς καμιά ουσία. Σε κάθε περίπτωση, είναι εμφανές πως οι όροι «κυβερνοπάνκ» και «hacker» καθώς και, υπό ορισμένες όψεις, αυτός της «πληροφορικής υποκουλτούρας» είναι όροι αμφισβητούμενοι.

 

Κυβερνοπάνκ: νέοι προλετάριοι της πληροφορικής εποχής, ή κάτι ποιο σημαντικό;

 

Υπό ορισμένες λοιπόν, όψεις το κυβερνοπάνκ είναι μια καινούργια υποκουλτούρα και υπό άλλες όχι. Όπως και για κάθε κίνημα έτσι και για αυτό η ερώτηση είναι η ίδια: θα ξεπουληθούν; Είναι αφομοιωμένοι; Ο καπιταλισμός, όπως πάντα, κατάφερε να βρει διάφορα μέσα ούτως ώστε να επωφεληθεί από τις κάθε είδους ανατρεπτικές τάσεις. Όπως με τα κυβερνοπάνκ μυθιστορήματα, με τα ρούχα, με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, με τα gadgets κ.ο.κ., πραγματοποιώντας εκείνη τη διαδικασία που τόσο πειστικά είχε περιγράψει ο Χέρμπερτ Μαρκούζε. Το γεγονός ότι πολλοί πρώην χάκερς δουλεύουν τώρα για επιχειρήσεις ασφάλειας πληροφορικής αποδεικνύει (όχι χωρίς έκπληξη) ότι, όπως και οι χίπις της δεκαετίας του ’60, αυτά τα άτομα είναι έτοιμα να τα ξεπουλήσουν όλα για μια δουλειά χωρίς έννοιες και για ανελιχθούν στην ιεραρχία.

 

Αποτελούν άραγε οι κυβερνοπάνκς πιο σημαντική απειλή για το σύστημα απ’ ότι οι προκάτοχοί τους; Όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε και παραπάνω, αποτελούν, αναμφισβήτητα, μια δυνητική απειλή. Φανταστείτε τη θλίψη του executivemanager της HaagenDaz όταν ανακαλύψει ότι 20.000 από τις εισπράξεις διοχετεύτηκαν κατά λάθος προς τον Νότιο πόλο. Ή την πικρία των γραφειοκρατών της κυβέρνησης μόλις αντιληφθούν ότι όλα τα σχετικά έγγραφα για τα «ταραχοποιά στοιχεία» αποκρύφτηκαν. Ή το θυμό των στρατηγών του Πενταγώνου μόλις ανακαλύψουν πως τα τηλεκατευθυνόμενα αεροπλάνα τους βομβαρδίζουν τον ωκεανό αντί του Σαντάμ Χουσεϊν. Ή ακόμα το αφεντικό που ελέγχει το μονοπώλιο κάποιων ΜΜΕ μόλις ανακαλύψει ότι το δορυφορικό του δίκτυο δεν προβάλλει τίποτα άλλο πέρα από το «RenNStimpy». Για τους ίδιους όμως λόγους οι κυβερνοπάνκς είναι δυνατό να αποτελέσουν έναν ακόμα πιο μεγάλο κίνδυνο για την κοινωνία στο σύνολό της και όχι μόνο για τις «θεσμισμένες εξουσίες».

 

Από το να τεθούν «εκτός» κοινωνίας ή να τρέφονται απλά και μόνο παρασιτικά από τα μονοπώλια της πληροφορικής, οι κυβερνοπάνκς έχουν μια δυναμική αλλαγής της κοινωνίας. Προκειμένου να το κάνουν όμως αυτό οφείλουν πρώτα να μάθουν μερικά από τα πιο ανιαρά μαθήματα της ιστορίας του Κινήματος. Ξέρετε πια είναι αυτά… Πρέπει να τα μελετήσουν, να σκεφτούν παγκόσμια και να δράσουν τοπικά και το πιο σημαντικό: να μην θρηνήσουν, αλλά να οργανωθούν. Αρκεί να σκεφτούν τι μπορούν να κάνουν οι κυβερνοπάνκς αν μάθουν εδώ και τώρα να συνεργάζονται, να συζητούν και ν’ αποκτήσουν μεταξύ τους εμπιστοσύνη. Αν, αντί να κάνουν φάρσες στους ανθρώπους, αρχίσουν τώρα να προσπαθούν για να του πάρουν λίγη από την εξουσία του. Έτσι, αν, αντί να σαμποτάρουν τις βάσεις BBS, παρενοχλούσαν τη μετάδοση των μηχανών της προπαγάνδας όπως η VoiceofAmericaxiii θα μπορούσαμε να πούμε, ίσως, τότε πως τελικά, η καινούργια αντικουλτούρα ωρίμασε…

 

 

Σημειώσεις:

i Ηλεκτρονικό δίκτυο της NationalScienceFoundation (NSF) που, συνδεόμενο με το στρατιωτικό δίκτυο ARPAnet, καθώς και με άλλα δίκτυα, θα συμβάλλει καθοριστικά στη γέννηση του Internet.

iiWilliamGibson, Ο Νευρομάντης. Το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Γκίμπσον, που μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, θεωρήθηκε ως το σημείο γέννησης της επιστημονικής φαντασίας του κυβερνοπάνκ και έγινε ξαφνικά σημείο πολιτισμικής αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά.

iii Η χρησιμοποίηση του μικρού μπλε μαγικού θαλάμου (bluebox)… που επιτρέπει δωρεάν τηλεφωνήματα.

iv Επιχείρηση της ομοσπονδιακής αστυνομίας που αναπτύχθηκε εναντίον των «hackers». Βλ. NicolasAuray, «Η προφητεία hacker και το πολιτικού της περιεχόμενο», Αλίκη, Άνοιξη 1998, Νο 1.

v «Τεχνολογία και χρήμα».

vi Ο τίτλος ChiefExecutiveOfficer, πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια, αναφέρεται σε ένα είδος υπερ-αφεντικού που βρίσκεται κάτω από τον γενικό διευθυντή. Όπως για παράδειγμα ο BillGates στη Microsoft ή ο SteveJobs στην Apple.

vii Παράνομο κίνημα της άκρας αριστεράς της δεκαετίας του ’70 που διενεργούσε ένοπλη πάλη. Οι «μετεωρολόγοι», όπως ονομάστηκαν, πήραν το όνομά τους από το διάσημο τραγούδι του BobDylan «TimesareChanging» και αποτέλεσαν, κατά κάποιο τρόπο, τα «οπλισμένα χέρια» της ριζοσπαστικής φράξιας των χίπις.

viii Διαδικασία κατά την οποία προσποιείσαι πως είσαι κάποιος άλλος, συχνά στο τηλέφωνο, για να αντλήσεις μια σημαντική πληροφορία: για παράδειγμα έναν κωδικό πρόσβασης.

ix Έννοια η οποία παραπέμπει στο ρεύμα των ελευθεριακών, το οποίο είναι πιο φιλελεύθερο-ελευθεριακό, βλέπε «αναρχο-καπιταλιστικό», παρά αληθινά αναρχικό.

x Παλιοί hackers και εισηγητές της μικρο-πληροφορικής ιδρυτές της Apple και εφευρέτες των Macintosh.

xi Οι nerds είναι οι φανατικοί της πληροφορικής και του Δικτύου.

xii Ηλεκτρονικό σούπερ μάρκετ από το οποίο μπορούμε να αγοράσουμε τα πάντα online. Έλκει το όνομά του από μια οδό του Λονδίνου, όπου τον 19ο αιώνα ήταν της μόδας να κάνεις τον περίπατό σου.

xiii Ραδιοφωνικός προπαγανδιστικός σταθμός που ιδρύθηκε από την κυβέρνηση με προορισμό τις χώρες του εξωτερικού αναμεταδίδοντας σε πολλές διαφορετικές γλώσσες. Πριν την «πτώση του τείχους» προορίζονταν ειδικά προς τις σοσιαλιστικές χώρες.

[Oι σημειώσεις είναι του Άρη Παπαθεοδώρου].