Η μορφή της αξίας και η ταξική πάλη: μία κριτική στην αυτόνομη θεωρία της αξίας

Η μορφή της αξίας  και η ταξική πάλη: μία κριτική στην αυτόνομη θεωρία της αξίας

Kicillof Alex και Starosta Guido

 

Εισαγωγή

Στις αρχές του 1970, η βασιλεύουσα «Ρικαρδιανή» συναίνεση εντός της Μαρξιστικής θεωρίας της αξίας άρχισε να καταρρέει. Μετά το θάνατό, της νέα ρεύματα  αναδύθηκαν που αντιμετώπισαν την παλαιά ορθοδοξία, και προσπάθησαν να αποκαλύψουν τα Ρικαρδιανά θεμέλιά της μέσω μίας αναθεώρησης της ανάλυσης της μορφής του εμπορεύματος που περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο. Αυτή η επανεκτίμηση της θεωρίας της αξίας του Μαρξ τελικά  οδήγησε σε μία ενεργητική απόρριψη του «τεχνολογικού» παραδείγματος που κυριαρχούσε στον ορθόδοξο Μαρξισμό μέχρι τη δεκαετία του 1970.  (1) Μία ανανεωμένη έμφαση στην ιστορική ιδιαιτερότητα των καπιταλιστικών κοινωνικών μορφών (αρχίζοντας από την ίδια τη μορφή της αξίας) προοδευτικά έφθασε να μοιράζεται από ένα αυξανόμενο αριθμό συγγραφέων. Όμως, πέρα από αυτό το κοινό έδαφος, η αντίδραση στη παλαιά Ρικαρδιανή – Μαρξιστική ορθοδοξία διαφέρει αρκετά και κατέληξε στην ανάδυση μίας μεγάλης ποικιλίας των απόψεων ορισμού της αξίας ως κοινωνικής μορφής.

Στην άκρη του φάσματος μπορεί να βρεθεί ότι ορισμένοι κριτικοί σχολιαστές έχουν ετικετάρει ως «κυκλοφοριακή προσέγγιση» (Mavroudeas, 2004), για την οποία η αφηρημένη εργασία και αξία μπορεί να αποκτήσει πραγματικότητα μόνο μέσω της ανταλλαγής προϊόντων έναντι χρήματος. (2) Αυτή η προσέγγιση της αξίας φαίνεται με την πρώτη ματιά να είναι ο πιο ακραίος τρόπος διατήρησης των «Ρικαρδιανών» παλινδρομήσεων μακριά. Στην πραγματικότητα , με την πλήρη αποσύνδεση της κοινωνικής αντικειμενικότητας της αξίας από την άμεση αντικειμενοποίηση της παραγωγικής δραστηριότητας , οι πιθανότητες παρανόησης της τελευταίας απλά ως «ενσωματωμένης εργασίας» φαίνονται να εξαφανίζονται. Ασφαλή μέσα στη σφαίρα της κυκλοφορίας, η αξία δεν μπορεί να κατανοηθεί με απλούς τεχνολογικούς όρους.

Όμως, οι περιορισμοί της «κυκλοφοριακής» προσέγγισης δεν παραμένουν απαρατήρητοι από άλλους Μαρξιστές, και πράγματι, έχουν λειτουργήσει ως την βάση για παραπέρα εξελίξεις στην αξία της θεωρίας. (3) Η πρόκληση με αυτές τις εναλλακτικές προσεγγίσεις  ήταν το πώς να αποφευχθεί  και η τεχνολογική ανάγνωση της Μαρξιστικής θεωρίας του Μαρξ και οι αντινομίες που προκύπτουν από το να βλέπεται η αξία ως υπάρχουσα μόνο εντός κυκλοφορίας. Έτσι μία νέα ποικιλία προσεγγίσεων αναδύθηκε, από την οποία η κάθε μία, με τη δική της ιδιοσυγκρασία, προσπάθησε να αποκαταστήσει τη σύνδεση μεταξύ αξίας και άμεσης  διαδικασίας της παραγωγής καθώς ακόμα φαίνεται η πρώτη ως μία συγκεκριμένη κοινωνική μορφή (Arthur, 2001; Postone, 1996; Mavroudeas, 2004; McGlone & Kliman, 2004; Saad-Filho, 1997, 2002). Θα θέλαμε να εστιάσουμε εδώ σε ότι θα ορίσουμε την «ταξικής πάλης θεωρία της αξίας», που προέκυψε από την αυτόνομη Μαρξιστική παράδοση. Συγκεκριμένα, αφού αποτελεί μία από τις λίγες άμεσες παρεμβάσεις από ένα οικονομολόγο αυτής της παράδοσης σε αυτή την ειδική συζήτηση για την αξία της θεωρίας, θα ασχοληθούμε κριτικά με την συνεισφορά του De Angelis στις σελίδες αυτού του περιοδικού (De Angelis, 1995). (4)

Η προσέγγιση της ταξικής πάλης ξεχωρίζει για δύο βασικούς λόγους. Πρώτο, αποτελεί, όπως ήταν, τον ακραίο αντίθετο πόλο του κυκλοφορισμού. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να ειδωθεί ως μία συγκεκριμένη εκδοχή των προσεγγίσεων που προβάλλουν ότι οι Kliman και McGlone ονόμασαν «επικεντρωμένη στην παραγωγή θεωρία αξίας της εργασίας» (Kliman & McGlone, 1988). Επιπλέον, η ίδια κρατάει αποστάσεις επίσης από τον κυκλοφορισμό στη θεώρηση της αφαίρεσης της εργασίας ως απορρέουσα από τον ορισμό της ως μισθωτή εργασία ως τέτοια. Με άλλα λόγια, ενώ για τον κυκλοφορισμό ο ορισμός της εργασίας ως αφηρημένη εργασία – εξ ου και παραγωγός αξίας – πηγάζει από την προσανατολισμένη στην αγορά γενική οργάνωση της κοινωνικής εργασίας, για την προσέγγιση της ταξικής πάλης προέρχεται από την ύπαρξή της ως δουλειά εκμεταλλευόμενη από το κεφάλαιο.(5) Με αυτό τον τρόπο, η προσέγγιση έχει το προτέρημα να φέρνει ρητά την πολιτική πίσω στη θεωρία της αξίας. Δεύτερο, και πιο σημαντικό, η προσέγγιση της ταξικής πάλης αποτελεί την εισβολή, εντός των μάλλον τεχνικών συζητήσεων για τη θεωρία της αξίας, της γενικής προσέγγισης του αυτόνομου Μαρξισμού, που απόλαυσε αυξανόμενη δημοτικότητα τα πρόσφατα χρόνια μεταξύ και των Μαρξιστών διανοητών και των ριζοσπαστικών κοινωνικών κινημάτων. (6)

Με λίγα λόγια, το άρθρο αυτό υποστηρίζει ότι η άποψη της αφηρημένης εργασίας ως τρόπος ύπαρξης της ταξικής πάλης στον καπιταλισμό συσκοτίζει τη συγκεκριμένη φύση της αξίας – και ως εκ τούτου του κεφαλαίου – ως αντικειμενοποιημένη μορφή ύπαρξης μίας ουσιαστικά έμμεσης κοινωνικής σχέσης. Το κάνει αυτό παρουσιάζοντάς τη ως έκφραση μίας σχέσης, δηλ. ως μία συγκεκριμένη μορφή  μία πολιτικής σχέσης – μία κοινωνική σχέση εξουσίας. Ως εκ τούτου η μορφή της αξίας – μία υλοποιημένη έμμεση κοινωνική σχέση της οποίας η αυτό-κίνηση παίρνει συγκεκριμένες μορφές σε εκείνες τις κοινωνικές σχέσεις – αναπόφευκτα εμφανίζεται ανεστραμμένη ως ο τρόπος ύπαρξης μία άμεσης κοινωνικής σχέσης μεταξύ αφηρημένα ελεύθερων υποκειμένων. Όπως θα δούμε, αυτό έχει την πρόσθετη πολιτική επίπτωση της παρουσίασης της επαναστατικής συνείδησης της εργατικής τάξης ως μη καθοριζόμενης από (και ως εκ τούτου εξωτερικά προς) την κίνηση των αποξενωμένων γενικών κοινωνικών σχέσεων της, δηλαδή, την ανάπτυξη του κεφαλαίου. Με άλλα λόγια, αυτή η αντίληψη της αφηρημένης εργασίας ως τη συγκεκριμένη μορφή εργασίας στον καπιταλισμό οδηγεί την προλεταριακή συνείδηση να βλέπεται ως εδρεύουσα εκτός της δικής της συγκεκριμένης κοινωνικής υπόστασης.

 

 

Αφηρημένη εργασία: Μία ειδική κεφαλαίου ταξική σχέση αγώνα;

Το σημείο αναχώρησης του De Angellis είναι η σημείωση πως και το «τεχνολογικό» (δηλ. Ρικαρδιανό) και το «κοινωνικό» (δηλ. κυρίως κυκλοφοριακό) παράδειγμα υποφέρουν από το να θέτουν την ταξική πάλη ως εξωτερική προς την ειδική μορφή εργασίας  στον καπιταλισμό (De Angelis, 1995: 107). Αυτό έχει το πλεονέκτημα να θέτει το ερώτημα των καθορισμών της μορφής της αξίας ως αναφερόμενοι όχι απλώς σε μία αφηρημένη «θεωρία της αξίας», αλλά ως αναφερόμενοι στην πολιτική δράση της εργατικής τάξης. Όμως, θα δούμε ότι αυτή η ερμηνεία έρχεται με το κόστος μία αντιστροφής σύμφωνα με την οποία η αξία φαίνεται ως ένας τρόπος ύπαρξης της ταξικής πάλης στερημένης των συγκεκριμένων ιστορικών της καθορισμών.

Η γραμμή συλλογισμού του De Angellis είναι πολύ απλή. Πρώτο, σωστά επισημαίνει ότι η κριτική του Μαρξ της κλασσικής πολιτικής οικονομίας δεν συνοψίζεται στην αδυναμία τους να κατανοήσουν την ιστορικότητα της μορφής της αξίας του προϊόντος, και από αυτό την απαραίτητή της εμφάνιση σε χρήμα. Αν και αυτό είναι ένα συστατικό στοιχείο της κριτικής του Μαρξ, παραβλέπει το γεγονός ότι είναι συνέπεια μίας περισσότερο θεμελιακής αδυναμίας του Σμιθ και του Ρικάρντο, δηλαδή, την ανικανότητά τους να συλλάβουν την ειδική κοινωνική μορφή της εργασίας που παράγει αξία (De Angelis, 1995: 110).

Στη δεύτερη θέση, παρακολουθεί την ανακάλυψη του Μαρξ της αφηρημένης εργασίας ως την ουσία της αξίας, και μετά δηλώνει ότι εξετάζει την ανάλυση του εμπορεύματος του Μαρξ στο κεφάλαιο Ι του Κεφαλαίου που αναφέρεται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Από εδώ αντλεί το πρώτο του συμπέρασμα: δηλαδή, «ότι η ουσία της αξίας, όντας αφηρημένη εργασία, είναι η δουλειά στην καπιταλιστική της μορφή» (De Angelis, 1995: 108). Με αυτή την έννοια, δηλ. στην θεώρησή της ως αφηρημένη εργασία ως μία συγκεκριμένη κοινωνική σχέση, η προσέγγιση του De Angelis συμπίπτει με αρκετές πρόσφατες εργασίες στην μορφή της αξίας. Στην πραγματικότητα, ως μία αντίδραση στην ανιστορική, Ρικαρδιανή ανάγνωση της έκθεσης της μορφής αξίας του Μαρξ, μία «νέα συναίνεση» φαίνεται να αναδύεται που τείνει να βλέπει την αφηρημένη εργασία ως μία απλώς ιστορική, συγκεκριμένη κοινωνική μορφή (Postone, 1996; Reuten, 1993; Arthur, 2001; Bellofiore & Finelli, 1998; Kay, 1999; Himmelweit & Mohun, 1978; deVroey, 1982; Eldred & Haldon, 1981). Δεν συμφωνούμε με αυτή. Όπως ο Μαρξ δήλωσε ξανά και ξανά, η αφηρημένη εργασία είναι μία γενολογική υλική μορφή –  ένα «παραγωγικό ξόδεμα ανθρώπινου μυαλού, ανθρώπινων μυώνων, νεύρων, χεριών, κλπ.» (Marx, 1976: 134). Αυτό που είναι συγκεκριμένο στην καπιταλιστική κοινωνία είναι ο ρόλος που παίζει καθοριζόμενη ως η ουσία της πιο αφηρημένης μορφής αντικειμενοποιημένης κοινωνικής μεσολάβησης στην καπιταλιστική κοινωνία: δηλαδή της αξίας. Η αναλυτική ανακάλυψη της (παγωμένης) αφηρημένης εργασίας του Μαρξ, στις πρώτες σελίδες του Κεφαλαίου, αποκαλύπτει μόνο ποιος είναι ο υλικός καθορισμός αυτού του οποίου στην καπιταλιστική κοινωνία κοινωνικά αντιπροσωπεύεται στην μορφή της αξίας. Όπως οποιοσδήποτε προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να πει, η αναλυτική διαδικασία συνεχίζει, και είναι μόνο σε αυτό το κεφάλαιο της διπλής φύσης της εργασίας που τελικά ο Μαρξ βρίσκει την ιστορικά συγκεκριμένη μορφή της κοινωνικής εργασίας που παράγει εμπορεύματα, και ως εκ τούτου, και αξία. Το εμπόρευμα, καταλήγει ο Μαρξ, είναι η αντικειμενοποίηση «αυτοτελών και ανεξάρτητων της μιας από την άλλη ατομικών εργασιών» (Marx, 1976: 131). Με άλλα λόγια, αυτά είναι «προϊόντα ατομικών εργασιών που ασκούνται ανεξάρτητα η μία από την άλλη» (Marx, 1976: 165), ή ατομικής εργασίας, η οποία αποτελεί την ειδικά καπιταλιστική μορφή της εργασίας και στην οποία υπόκειται ο τρόπος ύπαρξής της ως παραγωγός αξίας. (7)

‘Όπως υποστηρίζουμε αλλού (Kicillof & Starosta, προσεχή), η υποβάθμιση αυτού του τελευταίου ορισμού και η αντικατάστασή του με αυτό της αφηρημένης εργασίας ως τη βάση για την ιστορικότητα του καπιταλισμού έχει πολύ σημαντικές θεωρητικό-πολιτικές συνέπειες. Δεν μπορούμε να το επεξεργαστούμε περισσότερο σε αυτή την εργασία. Για να το θέσουμε συνοπτικά, αρκεί να σημειώσουμε  ότι  οδηγεί σε έναν φορμαλισμό που παραβλέπει την υλικότητα της εργασίας που παράγει αξία ως  μία ιστορική μορφή ανάπτυξης της ανθρώπινης παραγωγικής υποκειμενικότητας. Το κεφάλαιο δεν συνεπάγεται μόνο μία τυπική ειδικότητα αλλά επίσης μία υλική. Ή μάλλον, περιλαμβάνει έναν συγκεκριμένο υλικό καθορισμό που μπορεί να αναπτυχθεί μόνο μέσω μίας συγκεκριμένης κοινωνικής μορφής. Είναι αυτή η υλική μεταμόρφωση που πραγματοποιείται ιστορικά μέσω της αλλοτριωμένης μορφής αξίας του προϊόντος της εργασίας. Όπως θα δούμε παρακάτω, είναι αυτή η υλική μεταμόρφωση που αποτελεί το έδαφος για την επαναστατική υποκειμενικότητα της εργατικής τάξης. Η παράβλεψη αυτού του υλικού καθορισμού μπορεί μόνο να καταλήξει σε απαξίωση της εργατικής τάξης  της ιστορικής ειδικότητας  των επαναστατικών της δυνάμεων.

Τώρα ότι ξεχωρίζει την  προοπτική του De Angelis από αυτή προηγούμενων θεωρητικών οι οποίοι βλέπουν την αφηρημένη εργασία ως ειδικά καπιταλιστική είναι ότι, για αυτόν, οι κοινωνικές σχέσεις που παίρνουν  τη μορφή της αφηρημένης εργασίας δεν είναι ουσιαστικά εκείνες της ανταλλαγής, αλλά η ανταγωνιστική ταξική σχέση μεταξύ κεφαλαιοκράτη και εργάτη όπως αυτή αποκτείται στην άμεση διαδικασία παραγωγής (De Angelis, 1995: 123). Από αυτό, αντλεί το δεύτερο συμπέρασμά του: δηλαδή ότι η δουλειά στην καπιταλιστική μορφή, η αφηρημένη εργασία είναι μία σχέση πάλης. Με αυτά τα δύο στοιχεία στο μυαλό του, ο De Angelis έτσι αναπτύσσει την επανεξέταση της κατηγορίας της αφηρημένης εργασίας ως μία συγκεκριμένη μορφή.

Πρώτον, και στη βάση παραθέσεων από τον Μαρξ, ο De Angelis αναγνωρίζει ότι η αφηρημένη εργασία είναι το ξόδεμα της ανθρώπινης σωματικής ενέργειας κοινή σε κάθε ιδιαίτερη χρήσιμη μορφή ανθρώπινης εργασίας. Αλλά, συνεχίζει, η αφηρημένη εργασία δεν είναι μόνο αυτό. Επιπροσθέτως – και αυτή είναι η κρίσιμη στιγμή στην οποία οδηγούμαστε να σκεφτούμε την ειδικότητά της που πρέπει να κατοικεί- αυτή είναι η εργασία που αποχωρίζεται  από τη ζωντανή εμπειρία των εργατών.

Αφαίρεση από τους συγκεκριμένους ορισμούς της χρήσιμης εργασίας επίσης αναγκαστικά σημαίνει αφαίρεση από εκείνους τους ορισμούς της εργασίας που αποτελούν το βασίλειο της αισθητικότητας των εργατών πρώτα σε σχέση με αυτή, και δεύτερο, το πλαίσιο της δραστηριότητας της δουλειάς. Αυτό σημαίνει, με άλλα λόγια, να αποχωριστεί από τις ζωντανές εμπειρίες των εργατών. (De Angelis, 1995: 110)

Η πρώτη πτυχή αυτού του ορισμού συσχετίζεται με τα υποκειμενικά συναισθήματα (πλήξη, αδιαφορία, πόνος κλπ.) που η μισθωτή εργασία παράγει στον εργάτη. Αυτό είναι που ο Μαρξ αποκαλεί, στην κριτική του της Σμίθιαν αντίληψη της εργασίας ως παραγωγός αξίας στα Grundrisse, η «συναισθηματική» σχέση του εργάτη ή εργάτρια  με την δουλειά του/της (Marx, 1993: 610--613). Όπως ο Μαρξ συζητάει σε αυτές τις παραγράφους, η μορφή στην οποία οι παραγωγοί εμπορευμάτων ψυχολογικά ασχολούνται με τον αποξενωμένο χαρακτήρα της παραγωγικής τους δραστηριότητας δεν προσθέτει κανένα προσδιορισμό στην ύπαρξη της εργασίας ως παραγωγός αξίας ( η οποία, και φυσικά, δεν υπονοεί ότι δεν υπάρχει θεωρητικό-πρακτικό ενδιαφέρον).(8) Η εργασία που παράγει αξία είναι ένας συγκεκριμένος ιστορικά τρόπος ύπαρξης των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, δηλαδή του αντικειμενικού τρόπου με τον οποίο η συνολική παραγωγική ικανότητα της κοινωνίας διατίθεται στις διαφορετικές συγκεκριμένες μορφές της. Και το γεγονός ότι αυτή η κοινωνική διαδικασία πραγματοποιείται αγνοώντας  τη συναισθηματική σχέση του άμεσου παραγωγού με την δραστηριότητά του/της δεν περιλαμβάνει τίποτα το ιδιαίτερο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η αδιαφορία του εργάτη είναι ξεκάθαρα ανίκανη να μετατρέψει την εργασία σε αφηρημένη εργασία, και ακόμα λιγότερο να δώσει στο υλικό προϊόν της εργασίας τη συγκεκριμένη κοινωνική μορφή του.(9)

Η δεύτερη πτυχή του ορισμού του De Angelis αποτελείται από το γεγονός ότι ο μισθωτός εργάτης δεν σχεδιάζει τι, πόσο και πως παράγει, και ως συνέπεια, εκείνες οι αποφάσεις παραγωγής λαμβάνονται αγνοώντας τη ζωντανή εμπειρία του διπλά ελεύθερου εργάτη. Αυτό αναφέρεται σε μία από τις συγκεκριμένες μορφές αλλοτρίωσης των ανθρώπινων δυνάμεων ως ένα χαρακτηριστικό του κεφαλαίου (η άμεση σχέση υποταγής μεταξύ εργατών και καπιταλιστή , στον απλούστερο προσδιορισμό της), η οποία δείχνει το σχετικό ακρωτηριασμό του μισθωτού εργάτη vis-a-vis με τον απλό παραγωγό εμπορευμάτων. Δηλαδή το γεγονός ότι ο πρώτος  έχει χάσει όχι μόνο την ικανότητα να οργανώνει τον γενικό κοινωνικό χαρακτήρα της ατομικής του/της εργασίας, αλλά επίσης και τον πλήρη έλεγχο πάνω στην τελευταία. Στην πραγματικότητα, εντός της διαδικασίας της παραγωγής, ο μισθωτός εργάτης πρέπει να υποβάλει την συνείδησή του/της και τη θέλησή στις παραγωγικές αποφάσεις του καπιταλιστή.

Τώρα, θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρο ότι αυτό το δεύτερο στοιχείο του ορισμού του De Angelis ( η υποταγή του άμεσου παραγωγού, στις παραγωγικές αποφάσεις του μη-εργάτη) δεν λέει κάτι ιδιαίτερο – κάτι περισσότερο από την πρώτη πτυχή του ορισμού του- για τις ιστορικές υλικές δυνάμεις του διπλά ελεύθερου εργάτη και, ως εκ τούτου, για τον καπιταλιστικό τρόπο  παραγωγής.  Και τα δύο είναι ένα κοινό στοιχείο που μοιράζεται από όλες τις μορφές οργάνωσης  κοινωνικής εργασίας στην οποία η ανάπτυξη των ανθρώπινων γενολογικών δυνάμεων πραγματοποιείται εις βάρος της ατομικότητας του άμεσου παραγωγού, δηλ. κατά το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης (προ) ιστορίας που προηγείται της έλευσης της αληθινής ανθρώπινης  ιστορίας με τον κομμουνισμό.

Αυτή η έλλειψη ιστορικής ειδικότητας στο χαρακτηρισμό της εργασίας ως παραγωγός αξίας από τον De Angelis ενδυναμώνεται από τρεις επιπρόσθετους προσδιορισμούς τους οποίους βλέπει ως συστατικά αυτής της κοινωνικής μορφής: «η αφηρημένη εργασία είναι αλλοτριωμένη, επιβαλλόμενη και απεριόριστη σε χαρακτήρα» (De Angelis, 1995: III). Από αυτά τα τρία χαρακτηριστικά, το πρώτο είναι αναμφίβολα ειδικά-καπιταλιστικό αλλά όχι με τον τρόπο που υποθέτει το De Angelis. Βασίζοντας το επιχείρημά του στα Παριζιάνικα Χειρόγραφα του Μαρξ, δηλώνει ότι η εργασία γίνεται αλλοτριωμένη επειδή παρουσιάζεται ως δύναμη εξωτερική ως προς τους εργάτες και δεν είναι κάτω από τον άμεσο έλεγχό τους. Ο ορισμός του της αλλοτρίωσης είναι, βασικά, η κατάσταση του να μην έχουν έλεγχο στις αποφάσεις τι, πως και πόσο παράγουν. Αλλά ξανά, αυτό είναι επίσης εφαρμόσιμο στη συνθήκη της δουλοπαροικίας και της δουλείας! Αυτό που ο  De Angelis ξεχνά να αναφέρει είναι ότι, στον καπιταλισμό, αυτή η κοινωνική δύναμη δεν γεννιέται ως προσωπική ιδιότητα του μη εργάτη, αλλά με την υλική παραγωγή της εργασίας – μία ιστορικά συγκεκριμένη αντιστροφή που προκύπτει λόγω της ιδιωτικής μορφής της κοινωνικής εργασίας μέσω της οποίας ο γενικός κοινωνικός χαρακτήρας της εγκαθιδρύεται. (10) Οι παραγωγικές αποφάσεις εντός της άμεσης διαδικασίας παραγωγής είναι ένα χαρακτηριστικό του καπιταλιστή όχι της συνθήκης του προσώπου του/της, αλλά της προσωποποίησης του ιδιωτικού του/της θραύσματος του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, δηλ. του ενεργού υποκειμένου της ανεστραμμένης ύπαρξης της διαδικασίας κοινωνικής αναπαραγωγής στην ενότητά της. (11)

Το δεύτερο χαρακτηριστικό που αναφέρεται από τον De Angelis είναι ο αναγκαίος ή επιβαλλόμενος χαρακτήρας της καπιταλιστικής εργασίας, τον οποίο μόνο εν συντομία συζητάει. Όμως, όπως ο ίδιος αναγνωρίζει, ο αναγκαίος χαρακτήρας της εργασίας ως τέτοιος δεν είναι είτε ειδικά στον καπιταλισμό (De Angelis, 1996: 7). Αυτό που είναι επίσημα ειδικό του κεφαλαίου είναι, όπως επισημαίνει, η εμπορική μορφή της εκμετάλλευσης της εργασίας. Όμως, στην αυτόνομη εργασία του De Angelis, η σχέση γίνεται αντεστραμμένη. Δεν είναι ότι η εμπορευματική μορφή των κοινωνικών σχέσεων αναπτύσσομενες συγκεκριμένα στην καπιταλιστική μορφή, των  οποίων η αυτόνομη κίνηση της επεκτεινόμενης αναπαραγωγής «στην πραγματικής τους κοινωνική κλίμακα» συνεπάγεται την αναγκαία εργασία των μισθωτών εργατών ως ένα χαρακτηριστικό του κοινωνικού κεφαλαίου – το οποίο με τη σειρά του μεσολαβείτε από τη φαινομενική ελευθερία και ανεξαρτησία χαρακτηριστικά της εμπορευματικής μορφής (Marx, 1976: 723-4). Με άλλο λόγια, για τον De Angelis η ταξική πάλη για την «επιβολή της δουλειάς» δεν είναι η συγκεκριμένη πραγματοποίηση των  προσδιορισμών του εμπορεύματος ως η γενική κοινωνική σχέση. Μάλλον, στην έκθεσή του είναι η επιβολή της εμπορευματικής μορφής επάνω σε μία αφηρημένα ελεύθερη υποκειμενικότητα μη ενταγμένη στην προηγούμενη και αυτό είναι που διακυβεύεται. Το κεφάλαιο με αυτό τον τρόπο μειώνεται σε μία ακόμα άλλη μορφή εκμετάλλευσης του εργάτη του οποίου η ειδικότητα συνοψίζεται στην ελεύθερη συνείδηση του μισθωτού εργάτη η οποία, άλλωστε, λαμβάνεται ως φυσικό χαρακτηριστικό των ανθρώπινων όντων και όχι ως προϊόν της ίδιας της εμπορευματικής μορφής – δηλ. , ως η συγκεκριμένη μορφή μία αλλοτριωμένης συνείδησης. Αυτό το σημείο γίνεται εμφανής στη μεταχείριση του De Angelis του τρίτου χαρακτηριστικού που βλέπει στην αφηρημένη εργασία: δηλαδή, στην ύπαρξή της εγγενώς απεριόριστη. (De Angelis, 1995: 112).

Είναι μόνο εδώ που βρίσκουμε, τουλάχιστον, έναν προσδιορισμό της κοινωνικής μορφής της εργασίας η οποία ανήκει μόνο στην καπιταλιστικά – καθορισμένη εργασία. Όμως, έτσι αντιλαμβανόμενη, αυτή η ειδικότητα ξεπέφτει σε μία απλή ποσοτική διαφορά στην έκταση της εκμετάλλευσης της αλλοτριωμένης εργασίας, χωρίς ίχνος ποιοτικής διαφοράς από άλλες κοινωνικές μορφές.  Τώρα, αν και είναι σίγουρα αλήθεια ότι εργασία ως παραγωγή υπεραξίας είναι τυπικά απεριόριστη στον χαρακτήρα, αυτός ο προσδιορισμός δεν προέρχεται από τον αφηρημένο χαρακτήρα της  αλλά από το γεγονός ότι το κεφάλαιο, η διαμεσολαβημένη κοινωνική σχέση ιδιωτών και ανεξάρτητων ατόμων, γίνεται το συγκεκριμένο υποκείμενο της ίδιας της κοινωνικής ζωής Inigo Carrera, 2003).

 

Εδώ  είναι όπου η τυπική ειδικότητα του κεφαλαίου βρίσκεται, την οποία η αυτόνομη προσέγγιση του De Angelis είναι ανίκανη να κατανοήσει. Στον πιο γενικό ποσοτικό της προσδιορισμό ως αυτό-αξιοποιούμενη αξία, το περιεχόμενο κίνησης του κεφαλαίου ως αλλοτριωμένη ύπαρξη της διαδικασίας της ζωής των ανθρώπινων όντων είναι απλά η παραγωγή περισσότερου του ίδιου, δηλ. η υπεραξία. Η καπιταλιστική δουλειά δεν «περιορίζεται από ένα σύνολο αναγκών» - όχι επειδή οι εργάτες δεν έχουν άμεσο έλεγχο της παραγωγής, με αποτέλεσμα η εργασία τους να γίνεται αφηρημένη και να παράγει αξία, αλλά επειδή η παραγωγή της ανθρώπινης ζωής έχει σταματήσει να είναι το περιεχόμενο της κίνησης της κοινωνικής αναπαραγωγής και είναι το ασυνείδητο αποτέλεσμα της παραγωγής υπεραξίας. Αυτό είναι,  με το βήμα του De Angelis, η μόνη «αρχή» που προεδρεύει πάνω στο κίνημα της σημερινής κοινωνίας. (περισσότερα για αυτό παρακάτω)

Όπως θα δούμε, αυτή η προσέγγιση στην θεωρία της αξίας μπορεί μόνο να καταλήξει σε μία τελείως εξωτερική σχέση μεταξύ εμπορευματικής μορφής, μορφής κεφαλαίου και ταξικής πάλης, έτσι απαξιώνοντας την τελευταία από την ιστορικά προσδιορισμένη μεταμορφωτική της δύναμη. Μπορούμε να το φωτίσουμε αυτό εξετάζοντας την εξήγηση του De Angelis του αυτονόητου γεγονότος ότι, αν και το κεφάλαιο τυπικά περιέχει την  τάση να επεκτείνει την εργάσιμη μέρα χωρίς όρια, αυτό δεν υπονοεί ότι «σε μία δεδομένη εποχή και περιοχή, η δουλειά που επιβάλλεται από τον καπιταλιστικό κανόνα είναι απεριόριστη στην εντατικοποίησή της και στο μήκος της σε όλη την κοινωνία» (De Angelis, 1995: 115). Στην έκθεση του De Angelis, η αναγκαιότητα να περιορισθεί το μήκος της εργάσιμης ημέρας δεν είναι προσδιορισμός του κοινωνικού κεφαλαίου στην κίνησή του αναπαραγωγής που μπορεί μόνο να προσωποποιείται από την εργατική τάξη στον αγώνα της εναντίον της μπουρζουαζίας.(12) Για αυτόν, η αναγκαιότητα πηγάζει από την εργατική τάξη ως τέτοια, της οποίας η πολιτική δράση φαίνεται ως άμεση έκφραση κοινωνικών αναγκαιοτητών αφηρημένα αντίθετων σε αυτές της συσσώρευσης του κοινωνικού κεφαλαίου.

Πριν δείξουμε τις γενικές ελλείψεις αυτή της αντίληψης, ας σημειώσουμε  πρώτα, όπως αρκετοί Μαρξιστές κάνουν, ο De Angelis εξαντλεί τη συζήτηση της ταξικής πάλης πάνω στο μήκος της εργάσιμης μέρας στην τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο. Δηλαδή, στο επίπεδο της αφαίρεσης στο οποίο τα υλικά παραγωγικά χαρακτηριστικά των εργατών είναι εξωτερική προϋπόθεση για την κυκλοφορία του κεφαλαίου. Έτσι, αυτός κολλάει στο φαινόμενο ότι η διάρκεια της εργάσιμης μέρας  τελείως  απροσδιόριστη και απλώς συγκυριακό αποτέλεσμα της ισορροπίας των ταξικών δυνάμεων. Όμως η συζήτηση του Μαρξ για το μήκος της εργάσιμης μέρας δεν εξαντλείται στο κεφάλαιο 10 του Κεφαλαίου, αλλά επανεμφανίζεται στα κεφάλαια για τη συγκεκριμένη μορφή παραγωγής της σχετικής υπεραξίας ( η πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο) και συγκεκριμένα σε αυτή της μηχανικής και μεγάλης κλίμακας βιομηχανίας. Εκεί, δείχνει πολύ ξεκάθαρα ότι υπάρχει υλικός καθορισμός πίσω από το μήκος της εργάσιμης μέρας που πηγάζει από την υλικότητα της παραγωγικής διαδικασίας της σχετικής υπεραξίας και των αντίστοιχων μορφών παραγωγικής υποκειμενικότητας του μισθωτού εργάτη.(13) Ως εκ τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία  ότι η εγκαθίδρυση μίας κανονικής εργάσιμης ημέρας παίρνει αναγκαστικά συγκεκριμένο σχήμα μέσω της ταξικής πάλης, και συνεπώς είναι το άμεσο προϊόν του αγώνα μεταξύ των σχετικών πολιτικών δυνάμεων της μπουρζουαζίας και του προλεταριάτου. Όμως η ανάλυση του Μαρξ για τη μεγάλης κλίμακα  βιομηχανία φωτίζει την υλική βάση που μεσολαβεί τη σχετική πολιτική δύναμη κάθε τάξης στον αγώνα.(14)

 

 

Εργασία παραγωγός κεφαλαίου και ταξική πάλη

Παρόλο τις δηλωμένες  προθέσεις του, η αντίληψη της σχέσης μεταξύ της κοινωνικής μορφής της ύπαρξης της ανθρώπινης εργασίας και της ταξικής πάλης του De Angelis δεν μπορεί παρά να παραμένει μία εξωτερική σχέση. Στην πραγματικότητα, για αυτόν η ιστορική κίνηση της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν συνίσταται στην ανάπτυξη του αποξενωμένου κοινωνικού υποκειμένου της (κεφάλαιο), με την ταξική πάλη ως αναγκαία συγκεκριμένη μορφή. Μάλλον, η κίνηση της σύγχρονης κοινωνίας είναι το αποτέλεσμα του αγώνα μεταξύ δύο διαφορετικών «κοινωνικών αρχών»: δηλαδή, την αρχή του καπιταλιστικού κανόνα (μειωμένο σε μία ποσοτική ανιστορική απεριόριστη επιβολή της εργασίας), και στον αγώνα της εργατικής τάξης, η οποία φαίνεται ως έκφραση μίας άλλης κοινωνικής αρχής. «Έτσι, ο απεριόριστος χαρακτήρας της επιβολής της δουλειάς υπό τον καπιταλισμό αντιπροσωπεύει την αρχή του καπιταλιστικού κανόνα, αν και όχι την δυναμική αρχή της καπιταλιστικής ιστορίας, ο οποίος επίσης περιλαμβάνει την πάλη της εργατικής τάξης να υπερισχύσει αυτού του κανόνα» (De Angelis, 1995: 115).

Επιπλέον, αυτό οδηγεί τον De Angelisνα βλέπει κάθε κοινωνικό αγώνα που αντιστέκεται στην απεριόριστη επιβολή της δουλειάς ως έκφραση της ίδιας της αμεσότητας της μετά-καπιταλιστικής αρχής της παραγωγής για τις ανάγκες:

Έτσι, η αφηρημένη εργασία ως αντιτιθέμενη στη συγκεκριμένη εργασία μπορεί να ορισθεί ως αποσπασμένη από την συγκεκριμενικότητα των «αναγκών και των προσδοκιών». Στην ίδια στιγμή, η ενότητα μεταξύ αφηρημένης και συγκεκριμένης εργασίας έγκλειστη στην εμπορευματική μορφή μπορεί να ορισθεί ως μία σύγκρουση αντίθεσης μεταξύ αυτών που «κρατάνε το ρολόι» και έχουν τη δύναμη να υποτάσσουν τη ζωή των παραγωγών στο ρυθμό του δευτερολέπτου, και των παραγωγών των ίδιων. Αυτή η αντίθεση, όμως, ενσωματώνει τους σπόρους της λύσης της, ένα «μέλλον στο παρόν (James 1977) ... Οι αγώνες ενάντια στην απεριόριστη εργασία είναι έτσι ο πυρήνας γύρω από τον οποίο η μετά-καπιταλιστική κοινωνία συνίσταται  (De Angelis, 1995:118)

Το τι υπόκειται σε αυτή την αντίληψη είναι, για να το θέσουμε εν συντομία, η οντολογία της ταξικής πάλης.(15) Η βάση της ταξικής πάλης παύει να είναι ενυπάρχουσα στις ιστορικά – συγκεκριμένες μορφές του κοινωνικού όντος (πάυει, συνεπώς να είναι κοινωνική), αλλά τοποθετείται σε έναν συστατικό ανταγωνισμό μεταξύ δύο διακριτών υπαρξιακών λογικών (αυτή γίνεται οντολογική). Στη μία πλευρά  η λογική της συγκεκριμένης εργασίας, η οποία «μπορεί να ορισθεί μόνο σε σχέση με τις ανάγκες και προσδοκίες των ανθρώπων» (De Angelis, 1995: 117), και αυτή συνεπώς εκφράζει τη λογική της παραγωγής για την ικανοποίηση των αναγκών. Στην άλλη πλευρά είναι η λογική της αφηρημένης εργασίας, που ορίζεται μόνο με  όρους ποσοτικά απεριόριστης δαπάνης εργατικής δύναμης, και η οποία συνεπώς εκφράζει τη λογική της παραγωγής για την παραγωγή. (De Angelis, 1995: 117). Ότι αναγκαστικά ακολουθεί  αυτή την οντολογικοποίηση της ταξικής πάλης είναι η αντιπροσώπευση της υποκειμενικότητας της εργατικής τάξης ως εξωτερικής της δικής της (αλλοτριωμένης) γενικής κοινωνικής σχέσης, της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Γίνεται ιδεαλιστικά να αντιπροσωπεύεται ως «η μόνη ανθρώπινη άποψη» (De Angelis, 1995: 118), η άμεση ενσάρκωση της αφηρημένα ελεύθερης, αγνής ανθρώπινης παραγωγικής υποκειμενικότητας, η οποία δεν υπάγεται στο κεφάλαιο. Συνακόλουθα, προκύπτει από αυτή την εργασία ότι αρκεί για τους εργάτες – ή για όποιο άλλο ατομικό μέλος των καταπιεσμένων ή κοινωνική ομάδα – να απελευθερώσουν τη φυσική τους θέληση να αντισταθούν ενάντια σε κάθε μορφή καταπίεσης για να κάνουν τα θεμέλια της μπουρζουά παραγωγής  να  «διαλυθούν τελείως». Η προλεταριακή επανάσταση, δηλ. το πολιτικό σχήμα που παίρνει ο πλήρως συνειδητοποιημένος οργανισμός της διαδικασίας της κοινωνικής παραγωγής της ανθρώπινης ζωής, δύσκολα μπορεί να διακριθεί από την εξέγερση των σκλάβων ενάντια στην προσωπική κυριαρχία των ιδιοκτητών.

Αυτή η οντολογικοποίηση της ταξικής πάλης χάνει τη θέα του πραγματικού κοινωνικού προσδιορισμού της.(16) Ο πιο απλός ιστορικά προσδιορισμός της ταξικής πάλης στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής συνίσταται στην ύπαρξη της απαραίτητης μορφής αγοράς/πώλησης της εργατικής δύναμης στην αξία της.  Ως εκ τούτου, είναι μία συγκεκριμένη μορφή στην οποία η κίνηση της αλλοτριωμένης γενικής κοινωνικής σχέσης της σημερινής κοινωνίας (δηλ. η  αξιοποίηση του κεφαλαίου) πραγματοποιείται. (Inigo Carrera, 2003: 5-6).  Έτσι η ταξική πάλη δεν είναι οντολογικό αλλά κοινωνικό συστατικό του καπιταλισμού, αφού καπιταλιστής και εργάτης, ως ιδιοκτήτες εμπορευμάτων ( όχι ως ενσαρκώσεις οντολογικά διαφορετικών λογικών) προσωποποιούν κοινωνικούς προσδιορισμούς των οποίων η πραγματοποίηση είναι ανταγωνιστική. Ο καπιταλιστής, ως νόμιμος αγοραστής εμπορευμάτων, θέλει καθημερινά να εξάγει όσο δυνατόν περισσότερη χρήση αξίας από τα εμπορεύματα που αγοράζει – μεταξύ αυτών, η εργατική δύναμη του μισθωτού εργάτη (Marx, 1976: 342).

Πράγματι,  ο καπιταλιστής αναγκάζεται να πράξει έτσι από τον ανταγωνισμό με άλλους ατομικούς καπιταλιστές (Marx, 1976: 381). Ο εργάτης θέλει να περιορίσει την ημερήσια εξαγωγή, και ξανά ο εργάτης αναγκάζεται να πράξει έτσι με σκοπό να διατηρήσει τα παραγωγικά χαρακτηριστικά του/ της σε συνθήκες που χρειάζονται για να είναι ικανός να πουλήσει την εργατική του/της δύναμη στο μέλλον – με άλλα λόγια, αν θέλει να πληρώνεται την πλήρη αξία της τελευταίας σε όλη τη διάρκεια της παραγωγικής ζωής του/της. (Marx, 1976: 343). Και μπορεί να το πετύχει  μόνο – σε μέσο όρο μέσω της κυκλικής ταλάντωσης του μισθού γύρω από την αξία της εργατικής δύναμης – εγκαθιδρύοντας μία σχέση συνειδητής αλληλεγγύης με τους υπόλοιπους εργάτες. Εξ ου και η κοινωνική συγκρότηση των επιθυμιών των ανταγωνιστικών τάξεων (Marx, 1976: 416).

Έτσι, ότι δεν είναι ποτέ τέλειο είναι η υποταγή της επιθυμίας του εργάτη στην θέληση του καπιταλιστή, όχι σε αυτή του κεφαλαίου – το κεφάλαιο είναι μία υλοποιημένη κοινωνική σχέση και δύσκολα μπορεί να έχει θέληση από μόνο του. Τα μόνο που μπορεί να έχουν συνειδητή θέληση, και μπορούν συνεπώς να αγωνιστούν, είναι τα ανθρώπινα όντα. Για αυτό το κεφάλαιο χρειάζεται τους καπιταλιστές ως την συνειδητή και επιθυμούσα προσωποποίηση της άμεσης αναγκαιότητας της ίδιας της αξιοποίησης. (Αργότερα στην καπιταλιστική ανάπτυξη, ο καπιταλιστής εμφανίζεται από ένα μερικό όργανο του συλλογικού εργάτη, ο οποίος είναι σε ανταγωνιστική σχέση με άλλο μερικό όργανο του τελευταίου.) Αλλά όμως θα μπορούσε να  είναι ελκυστικό για την ακόρεστη όρεξη κάθε ατομικού καπιταλιστή για παραπάνω υπεραξία, αυτή η άμεση αναγκαιότητα αντιτίθεται στην άμεση αναγκαιότητα του κοινωνικού κεφαλαίου να εμποδίζει τα παραγωγικά χαρακτηριστικά της εργατικής δύναμης – τη μόνη και άμεση πηγή υπεραξίας, επομένως της αυτό-επέκτασης – από το να εξαντληθούν. Και αυτή είναι η άλλη αναγκαιότητα της αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου που παίρνει σχήμα μέσω της ανταγωνιστικής θέλησης του εργάτη, που προσπαθεί να περιορίσει τη συνειδητή και εκούσια υποταγή στη θέληση του καπιταλιστή στην  άμεση παραγωγική διαδικασία. Ιδωμένο   από την προοπτική του εργάτη, εμφανίζεται ότι από μόνη της η ανάγκη του/της  να διασφαλίσει την υλική και κοινωνική αναπαραγωγή του/της. Αλλά κάνοντάς το, ο εργάτης δεν παύει να υπάγεται στην κίνηση αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου, ούτε η υποκειμενικότητά του/της να δρα σύμφωνα με μία «λογική» αφηρημένα διαφορετική από αυτή της εμπορευματικής παραγωγής (Inigo Carrera, 2003: 81; Muller & Neususs, 1975: 63-4; Postone, 1996: 314-23). Όταν οι εργάτες παλεύουν, δρούνε σε πλήρη συμφωνία με την ειδική μορφή των κοινωνικών υπάρξεών τους, αυτό σημαίνει δηλαδή, ως ιδιωτικά ανεξάρτητα άτομα ή πωλητές εμπορευμάτων. Και με αυτό τον τρόπο, ασυνείδητα προσωποποιούνε μία αναγκαιότητα του κοινωνικού κεφαλαίου, μολονότι αυτό είναι εμφανώς ανταγωνιστικό σε ότι προσωποποιείται από τον καπιταλιστή:

Ο καπιταλιστής διατηρεί το δικαίωμά του ως αγοραστής όταν προσπαθεί να κάνει την εργάσιμη μέρα τη μεγαλύτερη το δυνατόν, και αν δυνατόν, να  κάνει δύο μέρες από μία. Από την άλλη πλευρά η ιδιαίτερη φύση της πώλησης εμπορευμάτων συνεπάγεται ένα όριο στην κατανάλωσή τους από τον αγοραστή, και ο εργάτης διατηρεί το δικαίωμά  του ως πωλητής όταν επιθυμεί να μειώσει την εργάσιμη μέρα σε ένα συγκεκριμένο κανονικό μήκος (Marx, 1976:344)

 

Εν συντομία, η συνειδητή και εκούσια δράση των εργατών να βάλουν όρια στην παραγωγική κατανάλωση της εργατικής τους δύναμης από τους καπιταλιστές είναι τόσο μία έκφραση της αναπαραγωγής της υποταγής τους στο κεφάλαιο όσο και οποιαδήποτε άλλη μορφή της δραστηριότητά τους. Ότι ο De Angelis παρουσιάζει ως δύο «δυναμικές αρχές» της καπιταλιστικής ιστορίας είναι η προσωποποίηση από καπιταλιστές και εργάτες, ή ακόμα και μεταξύ και εντός εργατών, αντιθετικών αναγκαιοτητών του κοινωνικού κεφαλαίου. Η σχετική διάκριση δεν είναι αυτή μεταξύ υποταγμένης προλεταριακής συνείδησης και θέλησης, και μη υποταγμένης  προλεταριακής συνείδησης και θέλησης: είναι για την διαφορά μεταξύ θετικών (ή άμεσων) και αρνητικών (ή διαμεσολαβημένων) προσωποποιήσεων του κοινωνικού κεφαλαίου μέσω μίας μοναδικής και πλήρως αλλοτριωμένης προλεταριακής συνείδησης και θέλησης, ή με την ορολογία του De Angelis πλήρως αλλοτριωμένων «αναγκών και προσδοκιών».

Με λίγα λόγια, το ερώτημα που διακυβεύεται είναι αυτό των κοινωνικών καθορισμών των αναγκών και προσδοκιών των μισθωτών εργατών – και πιο συγκεκριμένα, ποια είναι η προέλευση αυτών «των αναγκών και προσδοκιών» που ενσαρκώνουν εξ ορισμού τη «μόνη ανθρώπινη άποψη» για την οργάνωση της κοινωνικής ζωής; Υπάρχουν μόνο δύο δυνατές απαντήσεις . Είτε πηγάζουν από μία αφηρημένα ελεύθερη ανθρώπινη συνείδηση εξωτερική προς τη σημερινή, αλλοτριωμένη γενική κοινωνική σχέση , είτε αυτές οι ανάγκες και προσδοκίες, μαζί με την ίδια την εργατική τάξη, είναι ένα γνήσιο προϊόν των υλικών συνθηκών καθιερωμένων από τη διαδικασία αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Η τελευταία, είναι νομίζουμε, η μόνη υλική άποψη. Στην πραγματικότητα, από αυτή την προοπτική, και οι συνθήκες ζωής των εργατών και οι μορφές της υποκειμενικότητας που ανταποκρίνονται σε αυτές – συμπεριλαμβανόμενων της θέλησης να αντιμετωπίσουν το κεφάλαιο – δεν μπορούν να έχουν άλλη πηγή από την κοινωνική σχέση μέσω της οποίας αναπαράγουν την υλική ζωή τους, δηλ. την καπιταλιστική συσσώρευση. Όπως ο Μαρξ τόνισε, ακόμα και η εμφανώς ελεύθερη ατομική κατανάλωση του μισθωτού εργάτη ( η οποία βέβαια, μπορεί να διασφαλισθεί μόνο από την ταξική πάλη) καθορίζεται από την αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου:

Η ατομική κατανάλωση του εργάτη, είτε συμβαίνει εντός είτε εκτός του εργοστασίου, εντός η εκτός της εργασιακής διαδικασίας, παραμένει μία όψη της παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου… Το γεγονός ότι ο εργάτης παρουσιάζει δράσεις ατομικής κατανάλωσης για το δικό του συμφέρον, και όχι για να ευχαριστήσει τον καπιταλιστή, είναι κάτι τελείως άσχετο με το θέμα… Η διατήρηση και αναπαραγωγή της εργατικής τάξης παραμένει μία απαραίτητη συνθήκη για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Αλλά ο καπιταλιστής  μπορεί να το αφήσει αυτό  με ασφάλεια στην πορεία του εργάτη για αυτοσυντήρηση και αναπαραγωγή (Marx, 1976: 718)

 

Όταν δεν φαίνεται μέσω των ρομαντικών φακών της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, οι ανάγκες και οι προσδοκίες των εργατών δεν είναι παρά οι υλικές ανάγκες (φυσικές και πνευματικές) των παραγωγικών υποκειμένων. Αλλά η υλικότητα των κοινωνικών συνθηκών της παραγωγής και κατανάλωσης ( ως εκ τούτου, από την παραγωγή και άσκηση της παραγωγικής υποκειμενικότητας των εργατών) είναι ένα αποξενωμένο χαρακτηριστικό του κοινωνικού κεφαλαίου. Αυτές οι ανάγκες και οι προσδοκίες, συνεπώς, μπορούν να παραχθούν από ιδιώτες των οποίων τα παραγωγικά χαρακτηριστικά  είναι μία συγκεκριμένη μορφή της παραγωγής και αναπαραγωγής της σχετικής υπεραξίας. Με αυτή την έννοια, στον απλούστερο προσδιορισμό τους δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο να μπορούν να σταθούν σε απόλυτη αντίθεση με  την «αρχή» της  καπιταλιστικής αυτό-επέκτασης (αν και σίγουρα μπορεί να συγκρουσθούνε με τις συγκεκριμένες μορφές  που παίρνει η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης σε καθορισμένες περιστάσεις της συσσώρευσης του κεφαλαίου). Προφανώς, η κατάργηση του κεφαλαίου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητα από τις «συγκεκριμένες ανάγκες και προσδοκίες» των εργατών. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ιστορική αναγκαιότητα να ξεπερασθεί το κεφάλαιο απλά πηγάζει από αυτές τις ανάγκες τους. Δεδομένης της συγκεκριμένης έκφρασης της υλικότητας της παραγωγικής υποκειμενικότητας  των εργατών, οι μόνες ανάγκες που αναπτύσσουν οι εργάτες είναι ασυμβίβαστες με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής  και είναι αυτές που προκύπτουν με το επόμενο άλμα μπροστά των υλικών συνθηκών της κοινωνικής εργασίας, και  ως εκ τούτου, της υλικότητας των παραγωγικών χαρακτηριστικών των εργατών, γίνονται ασυμβίβαστες με την καπιταλιστική κοινωνική μορφή της παραγωγικής διαδικασίας της ανθρώπινης ζωής. Δηλαδή, οι καθολικές ανάγκες των «πλήρως ανεπτυγμένων κοινωνικών ατόμων» που είναι φορείς των καθολικών παραγωγικών ικανοτήτων , και οι οποίοι είναι οι δημιουργοί της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Έτσι δεν υπάρχει εξωτερικότητα στις αλλοτριωμένες κοινωνικές σχέσεις του κεφαλαίου. Και όμως είναι από αυτή την πλήρη υλική υποταγή της ανθρωπότητας στο κεφάλαιο που οι εργάτες αντλούν και τη θέληση και τις υλικές δυνάμεις να την ξεπεράσουν.

Αφού εμφανίζει την εργατική τάξη στην αμεσότητά της ως φέρουσα την υλική δύναμη να καταργήσει το κεφάλαιο, η προσέγγιση του De Angelis φαίνεται να ενδυναμώνει την πολιτική δράση του προλεταριάτου. Ενάντια σε αυτό, ο καθορισμός της ταξικής πάλης  ως μία συγκεκριμένη μορφή αναπαραγωγής της αλλοτρίωσης των ανθρώπινων δυνάμεων στη μορφή  του κεφαλαίου που μπορεί να εμφανίζετε να περιορίζει τη μεταμορφωτική δυνατότητα των προηγούμενων. Ωστόσο, η αντίθετη είναι η περίπτωση. Η ταξική πάλη πράγματι φέρνει εντός της ένα ουσιαστικό υλικό περιεχόμενο το οποίο, αν και αρχικά πηγάζει από τον καθορισμό του ως ένας τρόπος ύπαρξης την αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου, αυτό είναι ότι πραγματικά το καθορίζει να είναι η αναγκαία μορφή υπέρβασης  του κεφαλαίου ως μία έκφραση των ιστορικά προσδιορισμένων υλικών συνθηκών. Αναφερόμαστε στο γεγονός ότι η ταξική πάλη είναι η πιο γενική μορφή που παίρνει η οργάνωση της κοινωνικής εργασίας μέσω μίας συνειδητής και εκούσιας συλλογικής δράσης στην καπιταλιστική κοινωνία. Αυτό είναι επειδή η δράση προσδιορισμού της αξίας της εργατικής δύναμης συνεπάγεται τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο η συνολική εργατική δύναμη της κοινωνίας κατανέμεται στις διαφορετικές χρήσιμες μορφές: σε αυτή την περίπτωση, ο γενικός καταμερισμός μεταξύ απαραίτητης εργασίας και εργασίας υπεραξίας. Και αυτό επιλύεται στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής  μέσω της καθιέρωσης άμεσης σχέσης αλληλεγγύης μεταξύ των εργατών με σκοπό να αναπτύσσουν μία συνειδητή οργανωμένη συλλογική δράση. Από την άλλη μεριά, ο αφανισμός του κεφαλαίου μέσω τη δημιουργία της κοινωνίας των συνειδητά – και επομένως ελευθέρων- συνεταιρισμένων παραγωγών ακριβώς συνιστά μία κοινωνική δράση   αυτής της φύσης. Προφανώς, στην τελευταία περίπτωση είναι μία συνειδητά οργανωμένη συλλογική δράση που δεν εκφράζει πια την ανάγκη του κεφαλαίου για εργατική δύναμη που να πωλείται στην αξία της, αλλά την ιστορικά της – προσδιορισμένη ανάγκη να κινηθεί προς την ανάπτυξη της ανθρώπινης παραγωγικής υποκειμενικότητας  αφανίζοντας  την ίδια την μορφή του κεφαλαίου.(17) Δηλαδή, δεδομένου της υλικότητας της κοινωνικής ζωής  η κοινωνική μορφή της συνειδητής γενικής οργάνωσης της ως ένα χαρακτηριστικό των συνεταιρισμένων ατόμων. Αλλά το θέμα είναι ότι το περιεχόμενο αυτής της μετά-μόρφωσης επιτυγχάνεται στη μορφή της πολιτικής δράσης της (αυτό-κατάργησης) του προλεταριάτου μόνο επειδή το τελευταίο ήδη περιέχει, με την απλούστερη μορφή της, τη δυνατότητα να είναι η συγκεκριμένη μορφή που παίρνει η γενική συνειδητή οργάνωση της κοινωνικής εργασίας ως μία στιγμή της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

 

 

Συμπεράσματα

Τώρα μπορούμε να επανεξετάσουμε την πιο γενική αδυναμία που διέπει την «ταξικής πάλης» θεωρία της αξίας στο φως της προηγούμενης συζήτησης. Για να το θέσουμε συντόμως, η προσέγγιση αντιστρέφει τη σχέση μεταξύ των κοινωνικών καθορισμών της μορφής της αξίας και της μορφής του κεφαλαίου, και της ταξικής πάλης. Βλέποντας την αξία και την αξία-κατά την- διαδικασία ως  τον τρόπο ύπαρξης της ταξικής πάλης, μειώνει την ουσία της καπιταλιστικής σχέσης σε μία πολιτική σχέση δύναμης– μία ιεραρχική σχέση, εν συντομία, μία άμεση κοινωνική σχέση.(18) Αυτό μεταμορφώνει μία συγκεκριμένη μορφή που λαμβάνει η αυτόνομη κίνηση αυτό-αξιοποιημένης αξίας στην ουσία της. Έτσι η ταξική πάλη παύει να είναι μία ανταγωνιστική κοινωνική σχέση μεταξύ αλλοτριωμένων ανθρώπινων όντων προσδιορισμένων ως «προσωποποιήσεις οικονομικών κατηγοριών» , μέσω της οποίας μία έμμεση κοινωνική σχέση (δηλ. η αξιοποίηση του κεφαλαίου) υποστηρίζεται η ίδια. Η ταξική πάλη παρουσιάζεται ως μία άμεση σχέση υποταγής μεταξύ αφηρημένα ελεύθερων ανθρώπων. Από αυτό η συνείδηση της εργατικής τάξης φαίνεται ως μη καθοριζόμενη, δηλ.ως εξωτερική της κίνησης της αλλοτριωμένης κοινωνική της ύπαρξης. Επιπλέον, αυτό δεν χύνει φως στην ίδια την πηγή της ύπαρξης της ανθρώπινης εργασίας ως παραγωγός αξίας – ένας κοινωνικός προσδιορισμός που τη διακρίνει, ως το «δεύτερο στάδιο στην ανάπτυξη της ανθρώπινης παραγωγικής ικανότητας», όχι μόνο από τη μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία, αλλά επίσης από όλες τις κοινωνικές μορφές βασισμένες σε σχέσεις άμεσης εξάρτησης μεταξύ προσώπων στην παραγωγή. Δηλαδή, ο χαρακτήρας της αξίας και του κεφαλαίου ως η υλοποιημένη μορφή ύπαρξης έμμεσων κοινωνικών σχέσεων, βασισμένων σε «προσωπική ανεξαρτησία θεμελιωμένη σε αντικειμενική εξάρτηση» και η οποία, στην αλλοτριωμένη μορφή της ιδιωτικής εργασίας, δημιουργεί τις υλικές συνθήκες του τρίτου, κομμουνιστικού σταδίου (Marx, 1993: 158). Έτσι, το κεφάλαιο ουσιαστικά είναι η κίνηση της αυτό-επέκτασης της αντικειμενοποιημένης  γενικής κοινωνικής σχέσης μεταξύ ιδιωτών και ανεξάρτητων ανθρώπινων όντων, η οποία στη δική της διαδικασία, παράγει και αναπαράγει τα τελευταία ως μέλη ανταγωνιστικών κοινωνικών τάξεων.

Το κεφάλαιο, ως αυτό-αξιοποιημένη αξία, δεν περιλαμβάνει μόνο ταξικές σχέσεις, ένας καθορισμένος ταξικός χαρακτήρας που εξαρτάται από την ύπαρξη της εργασίας ως μισθωτή εργασία. Αυτή είναι μία κίνηση, μία διαδικασία κυκλοφορίας μέσω διαφορετικών σταδίων, η οποία με τη σειρά της περιλαμβάνει τρεις διαφορετικές μορφές της διαδικασίας της κυκλοφορίας. Ως εκ τούτου, μπορεί μόνο να κατανοηθεί ως κίνηση και όχι ως ένα στατικό πράγμα. Όσοι σκέφτονται την αυτονόμηση [Verselbststandigung] της αξίας ως μία απλή αφαίρεση ξεχνάνε  ότι η κίνηση του βιομηχανικού κεφαλαίου είναι η αυτή η αφαίρεση σε δράση. (Marx, 1978: 185)

Η ερώτηση δεν είναι απλώς ακαδημαϊκή, αλλά βασικά συσχετίζεται με το περιεχόμενο και τη μορφή της πολιτικής δράσης υπέρβασης του κεφαλαίου. Πιο συγκεκριμένα,  είναι μία ερώτηση σύγχρονης σημασίας, δεδομένου ότι ο αυτόνομος Μαρξισμός μπορεί να φαίνεται ότι περιλαμβάνει τη θεωρητική συνάρθρωση των πολλών θεμάτων που έχουν αναδυθεί στις τρέχουσες μορφές ταξικής πάλης- δηλαδή στο αποκαλούμενο κίνημα της «αντιπαγκοσμιοποίησης». Όταν η καπιταλιστική σχέση αντιλαμβάνεται ως μία άμεση σχέση δύναμης και υποταγής, η υπέρβασή της εμφανίζεται συνεπώς  ως κατάργηση των ιεραρχιών, ένα ερώτημα ριζοσπαστικής δημοκρατίας, αντί να βλέπεται ως την πλήρως συνειδητή οργάνωση της διαδικασίας της κοινωνικής αναπαραγωγής. Αλλά όπως η αξία- κατά την- διαδικασία, το κεφάλαιο είναι μία υλοποιημένη μορφή κοινωνικής μεσολάβησης που γίνεται το αυτό-κινούμενο υποκείμενο της κοινωνικής ζωής, ένας προσδιορισμός που παράγεται από την ουσιαστική ασυνείδητη μορφή της κοινωνικής αναπαραγωγής  μέσω της εμπορευματικής μορφής. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο της κομμουνιστικής μεταμόρφωσης δεν είναι η ριζοσπαστική δημοκρατικοποίηση της κοινωνίας αλλά η κατάργηση του καθορισμού της διαδικασίας της ανθρώπινης ζωής ως ο υλικός φορέας της αυτό-επέκτασης του κεφαλαίου μέσω του συνειδητού συνεταιρισμού των πλήρως ανεπτυγμένων κοινωνικά ατόμων.(19)

Συνοψίζοντας, αυτή η εργασία υποστηρίζει ότι ούτε ο αφηρημένος χαρακτήρας της εργασίας, ούτε η ανταγωνιστική σχέση μεταξύ του καπιταλιστή και του εργάτη απλώς όπως είναι –δηλ. όπως πηγάζει από τους προσδιορισμούς της παραγωγής της απόλυτης υπεραξίας – είναι η βάση της ειδικότητας της εργασίας που παράγει αξία ή, περισσότερο σημαντικό, της αναγκαιότητας της υπέρβασή της. Όπως το θέτει ο Μαρξ στην εποχή και ξανά, το κλειδί κατανόησης των ιστορικών ορίων του κεφαλαίου ως μία κοινωνική μορφή ανάπτυξης παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας βρίσκεται στις συγκεκριμένες μορφές και ιστορικές τάσεις της παραγωγής της σχετικής υπεραξίας. Πιο συγκεκριμένα, στην συνεχή επανάσταση της παραγωγικής υποκειμενικότητας των μισθωτών εργατών οι οποίοι, μόνο πηγαίνοντας μέσω αυτού «όχι πρύμνα, αλλά  ατσαλώνοντας τη σχολή της [αλλοτριωμένης (GS &AK)] ] εργασίας» (Marx & Engels, 1975: 37), μπορεί να αναπτύξει την καθολική παραγωγική υποκειμενικότητα  που διέπει τις «πλήρως σχηματοποιημένες» επαναστατικές υπάρξεις τους. Δηλαδή, ότι αναγνωρίζει το κεφάλαιο συνειδητά για τον εαυτό του ως το μεγαλύτερο εμπόδιο για την παραπέρα ανάπτυξη των «ανθρώπινων δυνάμεων ως μέσο και σκοπό».

Έτσι, μόλις η παραγωγή βασίζεται στο κεφάλαιο δημιουργεί καθολική εκβιομηχάνιση από τη μία πλευρά – δηλ. υπερεργασία , εργασία που δημιουργεί αξία – έτσι και από την άλλη πλευρά δημιουργεί ένα σύστημα γενικής εκμετάλλευσης της φύσης και των ανθρωπίνων ιδιοτήτων, ένα σύστημα γενικής χρησιμότητας, χρησιμοποιώντας την ίδια την επιστήμη όσο και όλες τις φυσικές και πνευματικές ιδιότητες, ενώ δεν φαίνεται τίποτα ψηλότερο από αυτό, τίποτα και δεν το νομιμοποιεί το ίδιο, εκτός του κύκλου κοινωνικής παραγωγής και ανταλλαγής.  Έτσι το κεφάλαιο δημιουργεί την αστική κοινωνία , και την καθολική απαλλοτρίωση της φύσης όπως επίσης και του ίδιου του κοινωνικού δεσμού από τα μέλη της κοινωνίας. Εξ ου και η μεγάλη εκπολιτιστική επίδραση του κεφαλαίου… Επιπλέον . Η καθολικότητα που το κεφάλαιο ακατάσχετα επιδιώκει βρίσκει φραγμούς στην ίδια τη φύση του, φραγμούς που σε μία ορισμένη βαθμίδα της  ανάπτυξής του, θα αποκαλύψουν το ίδιο το κεφάλαιο σαν το πιο μεγάλο φραγμό σε αυτή την τάση , και άρα οδηγούν στην άρση του από αυτό το ίδιο (Marx, 1993: 407-10, έμφαση δική μας)

 

 

 

Αναφορές

 

Arthur, C. J. (2001) 'Value, labour and negativity', Capital & Class, no. 73, Spring, pp. 15-39.  Backhaus, H. G. (1980) 'On the dialectics of the value-form', Thesis Eleven, no. 1, pp. 99-120.  Barrot, J. & F. Martin (1974) Eclipse and Re-Emergence of the Communist Movement (Black and Red). Bellofiore, R. & R. Finelli (1998) 'Capital, labour and time: The Marxian monetary theory of value as a theory of exploitation', in R. Bellofiore (ed.) Marxian Economics: A Reappraisal--Volume : Essays on Volume of Capital: Method, Value and Money (Macmillan).  Benetti, C. (1974) Valeur et Repartition (Presses Universitaires de Grenoble-Maspero).  Bonefeld, W. (1992) 'Social constitution and the form of the capitalist state', in W. Bonefeld, R. Gunn & K. Psychopedis (eds.) Open Marxism, Volume : Dialectics and History (Pluto Press).  --(1995) 'Capital as subject and the existence of labour', in W. Bonefeld, R. Gunn, J. Holloway & K. Psychopedis (eds.) Open Marxism, Volume : Emancipating Marx (Pluto Press).  Caffentzis, G. (1997) 'Why machines cannot create value: Marx's theory of machines', in J. Davis, T. Hirsch & M. Stack (eds.) Cutting Edge: Technology, Information Capitalism and Social Revolution (Verso).--G. (2005) 'Immeasurable value? An essay on Marx's legacy', The Commoner, no. 10, Spring/Summer, pp. 87-114.  Carchedi, G. (1984) 'The logic of prices as values', Economy & Society, vol. 13, no. 4, PP. 431-455.  Cartelier, J. (1976) Surproduit et Reproduction Sociale (Presses Universitaires de Grenoble-Maspero). Chattopadhyay, P. (1992) 'The economic content of socialism: Marx vs. Lenin', Review of Radical Political Economics, vol. 24, nos. 3 & 4, PP. 90-110.  Clarke, S. (1991) Marx, Marginalism and Modern Sociology (Macmillan).  Cleaver, H. (1979) Reading Capital Politically (Harvester Press).--(1992) 'The inversion of class perspective in Marxian theory: From valorisation to self-valorisation' in W. Bonefeld, R. Gunn & K. Psychopedis (eds.) Open Marxism, Volume : Theory and Practice (Pluto Press).--(2002) 'Work is still the central issue! New words for new worlds', in A. Dinerstein & M. Neary (eds.) The Labour Debate: An Investigation into the Theory and Reality of Capitalist Work (Ashgate).--(2005) 'Work, value and domination', The Commoner, no. 10, Spring/Summer, pp. 115-131.  De Angelis, M. (1995) 'Beyond the technological and social paradigms: A political reading of abstract labour as the substance of value', Capital & Class, no. 57, Autumn, pp. 107-134.--(1996) 'Social relations, commodity-fetishism and Marx's critique of political economy', Review of Radical Political Economics, vol. 28, no. I, pp. 1-29. (1998) 'Burning old questions: Commodity fetishism and class relations in Volume III of Capital', in R. Bellofiore (ed.) Marxian Economics: A Reappraisal, Volume--Essays on Volume of Capital: Profit, Prices and Dynamics (Macmillan).--(2004) 'Defining the concreteness of the abstract and its measure: Notes on the relation between key concepts in Marx's theory of capitalism', in A. Freeman, A. Kliman & J. Wells (eds.) The New Value Controversy and the Foundations of Economics (Edward Elgar).  DeVroey, M. (1982) 'On the obsolescence of the Marxian theory of value: A critical review', Capital & Class, no. 17, Summer, pp. 34-59.  Dumenil, G. (1983-84) 'Beyond the transformation riddle: A labor theory of value', Science & Society, no. 47, Winter, pp. 427-450.  Eldred, M. & M. Haldon (1981) 'Reconstructing value-form analysis', Capital Co" Class, no. 13, Spring, pp. 24-59.  Foley, D. (1982) 'The value of money, the value of labor-power, and the Marxian transformation problem', Review of Radical Political Economics, no. 14, Summer, pp. 37-49.  Goldner, L. (1981) The Remaking of the American Working Class: The Restructuring of Global Capital and the Recomposition of Class Terrain (electronic version) available at , accessed IO February 2005.-- (2001) Vanguard of Retrogression: 'Postmodern " Fictions as Ideology in the Era of Fictitious Capital (Queequeg Publications).  Grossmann, H. (1979) La Ley de la Acumulacion y del Derrumbe del Sistema Capitalista (Siglo xxI).  Hardt, M. & A. Negri (1994) Labor of Dionysus: A Critique of the State-Form (University of Minnesota Press).--(2000) Empire (Harvard University Press).  Harvie, D. (2005) 'All labour is productive and unproductive', The Commoner, no. 10, Spring/Summer, pp. 132-171.  Himmelweit, S. & S. Mohun (1978) 'The anomalies of capital', Capital & Class, no. 6, Autumn, pp. 67-105.  Holloway, J. (1992) 'Crisis, fetishism, class composition', in W. Bonefeld, R. Gunn & K. Psychopedis (eds.) Open Marxism, Volume : Theory and Practice (Pluto Press).  --(1995) 'From scream of refusal to scream of power: The centrality of work', in W. Bonefeld, R. Gunn, J. Holloway & K. Psychopedis (eds.) Open Marxism, Volume : Emancipating Marx (Pluto Press).  --(2002) Change the World Without Taking Power: The Meaning of Revolution Today (Pluto Press).  Inigo Carrera, J. (2003) El Capital: Razon Historica, Sujeto Revolucionario y Conciencia (Ediciones Cooperativas).  Kautsky, K. (1978) La Revolucion Sociala/El Camino del Poder (Pasado y Presente).  Kay, G. (1999) 'Abstract labour and capital', Historical Materialism, no. 5, Winter, pp. 255-279. Kicillof, A. & G. Starosta (forthcoming) 'On materiality and social form: A political critique of Rubin's circulationist value-form theory', Historical Materialism.  Kliman, A. & T. McGlone (1988) 'The transformation non-problem and the non-transformation problem', Capital & Class, no. 35, Summer, pp. 56-83.  Likitkijsomboon, P. (1995) 'Marxian theories of the value-form', Review of Radical Political Economics, vol. 27, no. 2, pp. 73105.  Lipietz, A. (1982) 'The "so-called transformation problem" revisited', Journal of Economic Theory, no. 26, February, pp. 59-88.  Marx, K. (1976 [1867]) Capital, Volume (Penguin).--(1978 [1885]) Capital, Volume (Penguin).--(1993 [1857]) Grundrisse: Foundations of the Critique of Political Economy (Penguin).  Marx, K. & F. Engels (1975 [1845]) 'The holy family', in Karl Marx and Frederick Engels: CollectedWorks, Volume (Lawrence and Wishart).  Mavroudeas, S. D. (2004) 'Forms of existence of abstract labour and value-form', in A. Freeman, A. Kliman & J. Wells (eds.) The New Value Controversy and the Foundations of Economics (Edward Elgar).  McGlone, T. & A. Kliman (2004) 'The duality of labour', in A. Freeman, A. Kliman & J. Wells (eds.) The New Value Controversy and the Foundations of Economics (Edward Elgar).  Meek, R. (1973) Studies in the Labour Theory of Value (Lawrence and Wishart).  Moseley, F. (1997) 'Abstract labor: Substance or form? A critique of the value-form interpretation of Marx's theory' (electronic version) online at , accessed 8 August 2005.  Muller, W. & C. Neususs (1975) 'The illusion of state socialism and the contradiction between wage labor and capital', Telos, no. 25, Fall, pp. 13-90.  Murray, P. (2000) 'Marx's "truly social" labour theory of value, Part I: Abstract labour in Marxian value theory', Historical Materialism, no. 6, Summer, pp. 27-65.  Negation (1973) 'lip and the self-managed counter-revolution', no. 3; also available online at .  Negri, A. (1991) Marx Beyond Marx: Lessons on the Grundrisse (Autonomedia).  Panzieri, R. (1976) 'Surplus value and planning: Notes on the reading of Capital', in The Labour Process & Class Strategies, cse pamphlet no. I (cse). --(1980) 'The capitalist use of machinery: Marx versus the objectivists', in P. Slater (ed.) Outlines of a Critique of Technology (Ink Links).  Postone, M. (1996) Time, Labor and Social Domination (Cambridge University Press).  Reuten, G. (1988) 'Value as social form', in M. Williams (ed.) Value, Social Form and the State (St. Martin's).--(1993) 'The diYcult labor of a theory of social value, metaphors and systematic dialectics at the beginning of Marx's Capital', in F. Moseley (ed.) Marx's Method in Capital." A Re-examination (Humanities Press).  Reuten, G. & M. Williams (1989) Value-Form and the State: The Tendencies of Accumulation and the Determination of Economic Policy in Capitalist Society (Routledge).  Roberts, B. (2004) 'Value, abstract labour and exchange equivalence', in A. Freeman, A. Kliman & J. Wells (eds.) The New Value Controversy and the Foundations of Economics (Edward Elgar).  Robles Baez, M. L. (1996) 'Notes on the dialectics of the abstraction of labor and capital', εργασία που παρουσιάσθηκε στο τρίτο ετήσιο μικρό συνέδριο στη θεωρία της αξίας στο Eastern Economic Association annual conference, Boston, 15-17 March.--(2004) 'On the abstraction of labour as a social determination', in A. Freeman, A. Kliman & J. Wells (eds.) The New Value Controversy and the Foundations of Economics (Edward Elgar).  Rubin, I. I. (197Z) Essays on Marx's Theory of Value (Black and Red).  Saad-Filho, A. (1997) 'Concrete and abstract labour in Marx's theory of value', Review of Political Economy, vol. 9, no. 4, PP. 457-477--(2002) The Value of Marx: Political Economy for Contemporary Capitalism (Routledge).  Shaihk, A. (1982) 'Neo-Ricardian economics: A wealth of algebra, a poverty of theory', Review of Radical Political Economics, vol. 14, no. 2, pp. 67-83.  Steedman, I. (1977) Marx After Sraffa (New Left Books).  Tronti, M. (1976) 'Workers and capital', in The Labour Process and Class Strategies (CSE).--(2001) Obreros y Capital (Akal).  Wennerlind, C. (2005) 'The labour theory of value and the strategic role of alienation', Capital & Class, no. 77, Summer, pp. I-21.  Williams, M. (1992) 'Marxists on money, value and labourpower: A response to Cartelier', Cambridge Journal of Economics, vol. 16, no. 4, PP. 439-445.  Wright, S. (2002) Storming Heaven: Class Composition and Struggle in Italian Autonomist Marxism (Pluto Press).

 

 

Σημειώσεις

(1).Ο όρος «τεχνολογικό παράδειγμα» εισήχθη από τον DeVroey (1982) προκειμένου να αναφερθεί σε αυτές τις θεωρίες που ασχολούνται με την μείωση τιμών στο περιεχόμενο της εργασίας τους, αντιτιθέμενες στο «κοινωνικό παράδειγμα» , που αποτελείται από αυτές τις θεωρίες των οποίων η έμφαση ήταν στην κοινωνική επικύρωση της ιδιωτικής εργασίας στην αγορά. Άλλες γραμμές θεωριών που αναπτύχθηκαν ως απάντηση στον θάνατο της ορθόδοξης ερμηνείας  συμπεριλαμβανόμενης της Νέο-Ρικαρδιανής εγκατάλειψης της εργασιακής θεωρίας της αξίας (βλ. Steedman, 1977) – μία  διαδρομή που ήταν ο σπόρος στη Ρικαρδιανή ανάγνωση, όπως αποδεικνύεται  με την ανάπτυξη της σκέψης του Meek (Meek, 1973: XXXII). Με τη σειρά τους, πολλοί Μαρξιστές αντιδρούν στην νεό-Ρικαρδιανή κριτική προσπαθώντας να βρουν εξελιγμένες μαθηματικές λύσεις στο «πρόβλημα της μεταμόρφωσης» , με σκοπό να δείξουν, με τους ίδιους όρους με αυτούς των αντιπάλων τους , ότι η λύση του Μαρξ ήταν ουσιαστικά σωστή. Βλέπε μεταξύ άλλων Dumenil (1983-84), Foley (1982), Lipietz (1982), Shaikh (1982), and Carchedi (1984).

(2). Το κυκλοφοριακό επιχείρημα μπορεί να ανιχνευθεί πίσω στις Πραγματείες στη θεωρία της Αξίας του Μαρξ του Isaak Illich Rubin  (1972). Πιο πρόσφατα, μπορεί επίσης να βρεθεί στην στενότερη ομάδα θεωρητικών που εμπνέονται από την πρωτοπόρα δουλειά του Backhaus από τα 1960 (Backhaus, 1980), αναπτύχθηκε πρώτα στον Αγγλόφωνο κόσμο από  Eldred and Hanlon (1981) και, πιο πρόσφατα από,  Reuten and Williams (Reuten, 1988; Reuten &Williams, 1989; Reuten, 1993; Williams, 1992). Ευρύτερα, αυτή η προσέγγιση περιλαμβάνει το έργο των Himmelweit and Mohun (1978), de Vroey (1982), Kay (1999) και Roberts (2004). Επίσης βλέπε τις πρώιμες  συνεισφορές στα Γαλλικά από  Benetti (1974) και Cartelier (1976).

(3). Έχουμε συζητήσει τις αδυναμίες της κυκλοφοριακής προσέγγισης μέσω  μίας κριτικής του έργου του Rubin (Kicillof & Starosta, προσεχώς). Για άλλες σύγχρονες κριτικές του κυκλοφοριακού επιχειρήματος, βλέπε Mavroudeas (2004), Moseley (1997) και Likitkijsomboon (1995).

(4). Βλέπε επίσης De Angelis (1996, 1998, 2004). Οι περισσότεροι συγγραφείς που γράφουν στην αυτόνομη παράδοση τείνουν να μην δεσμεύονται άμεσα με τη συζήτηση για την Μαρξιανή Θεωρίας της Αξίας.  Ωστόσο, η απόρριψη του Negri της σύγχρονης σχετικότητας του νόμου της αξίας (Hardt & Negri, 1994, 2000) προκάλεσε ορισμένες επικριτικές αντιδράσεις εντός των ίδιων των σημερινών αυτόνομων, οι οποίες με τη σειρά τους οδήγησαν ορισμένους συγγραφείς να απευθύνουν ερωτήματα που αναφέρονται στην θεωρία της αξίας του Μαρξ σαφέστερα και άμεσα (Caffentzis, 1997; Cleaver, 2002).  Βλέπε επίσης ορισμένες συνεισφορές στο πρόσφατο διαδικτυακό τεύχος του The Commoner (Caffentzis, 2005; Cleaver, 2005; Harvie, 2005), το οποίο θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ακολουθεί το ίδιο είδος μεθοδολογικής προσέγγισης με τη θεωρία της αξίας. Από μία άλλη θεωρητική προοπτική, η έννοια της μορφής της αξίας ως τρόπος ύπαρξης της ταξικής πάλης είναι  επίσης παρούσα στη δουλειά των συνεισφερόντων από την παράδοση του Ανοιχτού Μαρξισμού (βλέπε Bonefeld, 1992, 1995; Holloway, 1992, 1995). Όμως, η τελευταία προσέγγιση δίνει πιο κεντρικότητα στη διαλεκτική αντίληψη  της μεσολάβησης, και κατά αυτό τον τρόπο προσφέρει ένα μεθοδολογικό διαφορετικό επιχείρημα για την έννοια της αξίας ως ένας τρόπος ύπαρξης της ταξικής πάλης. Αν και μία λεπτομερή συζήτηση για τη διαφορά μεταξύ αυτών των δύο προσεγγίσεων υπερβαίνει τους σκοπούς αυτής της εργασίας , νομίζουμε ότι το κύριο χτύπημα της κριτικής μας στην αυτόνομη θεωρία της αξίας τελικά εφαρμόζεται επίσης στην ερμηνεία του Ανοιχτού Μαρξισμού.

(5). Σημειώσετε ότι αυτή είναι μία διαφορετική ερώτηση από αυτή του αν η ανάλυση του Μαρξ στο κεφάλαιο Ι του Κεφαλαίου αναφέρεται στην καπιταλιστική κοινωνία ή σε μία κοινωνία απλής εμπορευματικής παραγωγής. Οι περισσότεροι συγγραφείς και στις δυο προσεγγίσεις (σωστά) βλέπουν την ανάλυση του εμπορεύματος του Μαρξ ως σχετική με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αυτό που διακυβεύεται είναι το ακόλουθο: σε ποιο επίπεδο αφαίρεσης των προσδιορισμών του κεφαλαίου  θα έπρεπε να ορίζεται η αφηρημένη εργασία; Επιπλέον, είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι οι προσεγγίσεις δεν είναι ασυμβίβαστες .Έτσι, συγγραφείς όπως οι Arthur (200l) και  Bellofiore and Finelli (1998) θα μπορούσε να ειπωθεί ότι συνθέτουν και τις δύο θέσεις.

(6)Αυτό αντανακλάται στην επίπτωση της Αυτοκρατορίας των Hardt και Negri (2000) και , σε λιγότερη έκταση και  ειδικά στη Λατινική Αμερική του Αλλάξετε τον Κόσμο χωρίς να πάρετε την Εξουσία του Holloway (2002). Οι αρχές της αυτόνομης προσέγγισης μπορούν να ανιχνευθούν πίσω στις πρώτες συνεισφορές των Ιταλών μαρξιστών της Νέας Αριστεράς  όπως ο Panzieri (1976, 1980) και Tronti (1976, 200l) στα  1960 και αρχές  1970 (βλέπε Wright, 2002 για μία καλοζυγισμένη ιστορία του αυτόνομου Μαρξισμού. Αυτά τα έργα αναδύθηκαν ενάντια στο σκηνικό του ρεφορμισμού από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και τον υποκειμενισμό κυρίαρχο σε πολλούς Μαρξιστές που θεωρητικοποιούσαν εκείνες τις εποχές . Το στοίχημα σε εκείνες τις κριτικές παρεμβάσεις ήταν η επαναβεβαίωση της κεντρικότητας της υποκειμενικότητας της εργατικής τάξης και του αγώνα της κριτικής στην πολιτική οικονομία, μέσω του ότι ο Cleaver (1992) αναφέρει ως «αντιστροφή της ταξικής προοπτικής». Εν συντομία, η κεντρική ιδέα που περιέχεται σε αυτά τα έργα είναι η αντίληψη τους της εργατικής τάξης ως υποκείμενο με το δικό του δικαίωμα, δηλ. ικανό για αυτόνομη αυτό-δραστηριότητα και από τις διαταγές του κεφαλαίου και από το επίσημο εργατικό κίνημα (Wright, 2002: 3). Στον αγγλόφωνο κόσμο, η προσέγγιση έγινε δημοφιλής κυρίως μέσα από το Reading Capital Politically του Harry Cleaver (1979) και τη μετάφραση της δημιουργικής μελέτης των Grundrisse, Marx Beyond Marx (1991) του Antonio Negri.

(7). Σε  ένα πρόσφατο άρθρο ο Murray παρέχει μία πολύ χρήσιμη διόρθωση στην φορμαλιστική υπεραντίδραση στον νατουραλισμό του Ρικαρδιανού Μαρξισμού από πολλούς θεωρητικούς της μορφής της αξίας. Έχει το αξιοσημείωτο προτέρημα να αντιλαμβάνεται τη σημασία της ανάδειξης της υλικότητας της αφηρημένης εργασίας, ενώ ξεκαθαρίζει ότι δεν οδηγεί απαραίτητα αυτό σε μία αντικοινωνική προοπτική της μορφής της αξίας. (Murray, 2000). Όμως, δεν πειθόμαστε από την  διττή του και αντιφατική του ύπαρξη της αφηρημένης εργασίας σε δύο διαφορετικές κατηγορίες: «φυσιολογική» αφηρημένη εργασία και «πρακτικά αφηρημένη» εργασία. Ενώ ακόμα θεωρεί την αφηρημένη εργασία ως καπιταλιστικά ειδική, ο Robles Baez προσφέρει πιθανώς  μία από τις καλύτερες συζητήσεις στην κίνηση της αντίφασης (δηλαδή επιβεβαίωση μέσω αυτό-άρνησης ) μεταξύ της γενολογικής, φυσιολογικής υλικότητας της αφηρημένης εργασίας και του ιστορικά – ειδικού κοινωνικού προσδιορισμού της ως η ουσία της αξίας που παράγεται από τον ιδιωτικό χαρακτήρα της εργασίας στον καπιταλισμό (Robles Baez, 2004).

(8) Ένα διορατικό σημείο από τον Robles Baez (1996: 10-11)

(9). ‘Η να υποθέσουμε  ότι η κατασκευή των πυραμίδων στην Αρχαία Αίγυπτο δεν αφαίρεσαν από τη συναισθηματική σχέση των δούλων με τη δραστηριότητά τους; Στο χτίσιμο των πυραμίδων δεν παρήγαγαν ακόμα αξία ή υπεραξία.

(10) Ο Μαρξ ανακάλυψε αυτό τον προσδιορισμό το νωρίτερο το 1844. Αυτό καθαρά υπονοείται σε όλα τα Παρισινά Χειρόγραφα αλλά, όπως ο Clarke (1991) σημειώνει,  πιο ξεκάθαρα προσφωνείται στις Σημειώσεις στα πυρά κατά του Mill. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι η αυτούσια ανάπτυξη του καπιταλισμού, ειδικά με την άφιξη της μεγάλης κλίμακας βιομηχανία, αντικαθιστά τον καπιταλιστή με τους διπλά ελεύθερους εργάτες ως η άμεση προσωποποίηση της παραγωγικής συνείδησης του συλλογικού εργάτη (Inigo Carrera, 2003: 12). Και αν η αλλοτρίωση σημαίνει να μην έχει παραγωγικές αποφάσεις  κάποιος στο δικό του χέρι, συμπεραίνουμε ότι εκείνοι οι μισθωτοί εργάτες που προσωποποιούνε την παραγωγική συνείδηση του υποβαθμισμένου χειροκίνητου οργάνου του συλλογικού εργάτη (π.χ. επιστήμονες) δεν είναι αλλοτριωμένοι; Και τι συμβαίνει με τον απλό εμπορευματικό παραγωγό; Αυτού του είδους το επιχείρημα μπορεί να οδηγήσει  εύκολα στην ιδεολογία μίας αφηρημένης αυτοδιαχείρισης ως το περιεχόμενο του κομμουνισμού – που χαρακτήριζε , για παράδειγμα, συμβουλιακά κομμουνιστικά ρεύματα. Ορισμένα Γαλλικά επαναστατικά ρεύματα τονίσανε τα όρια εκείνων των αντιλήψεων στις αρχές του 1970 (Negation, 1973; Barrot & Martin, 1974).

(11) Σε άλλο άρθρο, ο  De Angelis  αναγνωρίζει τη απρόσωπη φύση της εξουσίας του καπιταλιστή πάνω στον εργάτη εντός της άμεσης διαδικασία παραγωγής (De Angelis, 1998: 280-I). Όμως, όπως το υπόλοιπο του επιχειρήματος κάνει εμφανής, αυτό δεν τον εμποδίζει από το να αντιλαμβάνεται την αλλοτρίωση ως αποτέλεσμα της άμεσης υποταγής των παραγωγών στις αποφάσεις αυτών που «κρατάνε το ρολόι» (De Angelis, 1995: 118).  Θα δούμε ότι αυτή η άμεση κοινωνική σχέση είναι η συγκεκριμένη μορφή που λαμβάνεται από την έμμεση γενική σχέση μεταξύ ιδιωτικών και ανεξάρτητων ατόμων.

(12) Το γεγονός ότι η πιο άμεση αναγκαιότητα του κεφαλαίου είναι η ποσοτική του επέκταση της παραγόμενης υπεραξίας  δεν υπονοεί  ότι αυτός ο περιορισμός σε αυτή την επέκταση δεν είναι μία αναγκαιότητα της δικής του αναπαραγωγής.  Όμως, η τελευταία είναι μία διαμεσολαβήμενη αναγκαιότητα, αυτή η ύπαρξη είναι ο λόγος γιατί δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω των δράσεων των  άμεσων προσωποποιήσεων του κεφαλαίου, δηλ. των καπιταλιστών.

(13) Βλέπε Μαρξ (1976: 542), όπου δείχνει χωρίς ασάφεια  ότι ο υλικός προσδιορισμός πίσω της διάρκειά της, δηλαδή , η αντίστροφη σχέση μεταξύ του  μήκους  και της έντασης της εργασίας προέρχεται από τις συγκεκριμένες υλικές μορφές της παραγωγής της σχετικής υπεραξίας, δηλ. μεταξύ των εκτατικών και εντατικών μεγεθών της εκμετάλλευσης της εργασίας . Ο Grossmann στο Νόμο της Συ-σώρευσης και η Κατάρρευση του Καπιταλιστικού Συστήματος, σωστά φωτίζει την άμεση σχέση μεταξύ της εντατικοποίησης της εργασίας και της αξία της εργατικής δύναμης. Βλέπε Grossmann (1979: 381-3).

(14) Επίσης μας δίνει μία ιδέα για τους υλικούς προσδιορισμούς πίσω από και την «αναπόφευκτη κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη» και την κατάργηση του ίδιου του κεφαλαίου – η οποία, φυσικά, δεν πρόκειται να εξισωθεί, βλέπε Inigo Carrera (2003: 24-30) και  Chattopadhyay (1992: 92-3)—δηλαδη , την καθολικότητα της παραγωγικής υποκειμενικότητας των εργατών:

Αλλά αν, επί του παρόντος, η διακύμανση της εργασίας επιβάλλεται η ίδια μετά τον τρόπο ενός ακατανίκητου φυσικού νόμου, και με την τυφλά καταστροφική δράση  του φυσικού νόμου που συναντάει τα εμπόδια παντού, η μεγάλης κλίμακας βιομηχανία, από την άλλη πλευρά, μέσω των πολλών καταστροφών της, κάνει την αναγνώριση της διακύμανσης της εργασίας και ως εκ τούτου της καταλληλότητας του εργάτη για τον μέγιστο αριθμό διαφορετικών ειδών εργασίας ερώτημα ζωής και θανάτου. Αυτή η δυνατότητα μεταβολής της εργασίας πρέπει να γίνει ένας γενικός νόμος της κοινωνικής παραγωγής, και οι υπάρχουσες σχέσεις πρέπει να προσαρμοσθούν για να επιτρέπουν την πραγματοποίησή της… Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εκείνες οι επαναστατικές ζυμώσεις, των οποίων ο στόχος είναι η κατάργηση του παλιού καταμερισμού εργασίας , στέκονται διαμετρικά αντίθετα με την καπιταλιστική μορφή παραγωγής, και την οικονομική κατάσταση των εργατών που ανταποκρίνεται σε αυτή τη μορφή. Ωστόσο, η ανάπτυξη των αντιφάσεων της δεδομένης ιστορικά μορφής της παραγωγής είναι ο μόνος ιστορικά τρόπος με τον οποίο μπορεί να διαλυθεί και μετά να ανοικοδομηθεί σε νέα βάση (Marx, 1976: 618-9)

 

(15) Ο De Angelis δεν δηλώνει ξεκάθαρα ότι βλέπει την ταξική πάλη ως οντολογικό συστατικό του καπιταλισμού. Ακόμα αναφέρεται σε ένα σημείο στην «οντολογική κενότητα της αντίστοιχης  έννοιας  της  παραγωγής για το καλό της παραγωγής» (De Angelis, 1995: 129), το οποίο τίθεται ενάντια στην (οντολογική;) «έρευνα για έννοιες, η έκρηξη της υποκειμενικότητας, η σύσταση των κοινοτήτων, κλπ.» (De Angelis, 1995: 129). Σε μία πρόσφατη συνεισφορά από μία διαφορετική προσέγγιση , αλλά από τα οποία φτάνει στα ίδια συμπεράσματα με αυτά του De Angelis, ο Chris Arthur κάνει τον οντολογικό χαρακτήρα της ταξικής πάλης σαφή (Arthur, 2001: 34).

(16) Η οντολογικοποίηση της ταξικής πάλης έτσι καταλήγει στην τοποθέτηση των προσδιορισμών της υποκειμενικότητας, η οποία βάζει σε κίνηση την κατάργηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εκτός του ίδιου του κεφαλαίου, δηλ. σε κάποια ριζοσπαστική «ετερότητα» προς την καπιταλιστική μορφή που δηλώνει ότι είναι το απόλυτα αντίθετό της. Ότι επακολουθεί αυτού είναι η άποψη ότι η επαναστατική άρνηση του κεφαλαίου δεν είναι μία αλλοτριωμένη αναγκαιότητα ενυπάρχουσα στην συσσώρευση του ίδιου του κεφαλαίου και προκαλούμενη από την ίδια την ιστορική κίνηση του τελευταίου, αλλά η αφαίρεσή της, εξωτερική άρνηση. Και σημειώστε ότι το εννοούμε με  τη βαθύτερη «διαλεκτική» αίσθηση εγγενής σύνδεσης. Δηλαδή, όχι μόνο με τη χυδαία αίσθηση ότι η επαναστατική δράση «παράγεται» από το κεφάλαιο επειδή το προλεταριάτο «αντιδρά» στις εξαθλιωμένες ή απάνθρωπες συνθήκες στις οποίες το κεφάλαιο το καταδικάζει. Έτσι όπως θέτεται, η σχέση είναι τελείως εξωτερική. Η ερώτηση είναι: ποια συγκεκριμένη ιστορική δυνατότητα της αξιο-ποίησης και συσσώρευσης του κεφαλαίου – η μόνη σημερινή, γενική, σχέση – φέρνει εντός της, ως η μόνη μορφή πραγματοποίησης, την αναγκαιότητα του αφανισμού του μέσω της επαναστατικής δράσης της εργατικής τάξης; Στο άλλο άκρο αυτών των «οντολογικοποίησεων» της ταξικής πάλης κείτεται η «βιολογικοποίηση» της από τον Kautsky, για τον οποίο η ταξική πάλη είναι απλά ένα ανθρώπινο παράδειγμα του φυσικού αγώνα για επιβίωση, χαρακτηριστικός της σχέσης μεταξύ ειδών (Kautsky, 1978: 20l).

(17) Ως εκ τούτου, η ουσιαστική ποιοτική διαφορά μεταξύ των αντίστοιχων τους μορφών υποκειμενικότητας. Η αξιοποίηση του κεφαλαίου είναι η γενική κοινωνική σχέση μέσω της οποίας η εργατική τάξη αναπαράγει τη ζωή της. Ως εκ τούτου, μας αρέσει ή όχι, μέσω της πολιτικής της δράση η εργατική τάξη προσωποποιεί δυνάμεις που τώρα ανήκουν σε αυτή την αλλοτριωμένη γενική κοινωνική σχέση. Όσο η πολιτική δράση του προλεταριάτου παραμένει δέσμια να αναπαράγει την παραγωγή της υπεραξίας, δεν μπορεί να δει πέρα από την εμφάνιση της αφηρημένα ελεύθερης ύπαρξης αλλά υποκείμενη σε κάποια μορφή εξωτερικής καταπίεσης. Για παράδειγμα, του όντος υποκείμενου στην επιβολή δουλειάς από εκείνους «που κρατάνε το ρολόι». Με αυτή την έννοια, η ταξική πάλη παραμένει μία συνειδητή συλλογική δράση που είναι τελικά ασυνείδητη  των κοινωνικών της καθορισμών, Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, είναι μία συνειδητή συλλογική δράση προσδιορισμένη ως μία συγκεκριμένη μορφή αναπαραγωγής της ασυνείδητης γενικής οργάνωσης της κοινωνικής ζωής. Επαναστατική συνείδηση – αυτή που οργανώνει την υπέρβαση της παραγωγής της υπεραξίας μέσω της παραγωγής συνειδητών συνεταιρισμών ατόμων – είναι τέτοια όχι επειδή δεν είναι αλλοτριωμένη, αλλά επειδή αναγνωρίζει τη δική της αλλοτριωμένη φύση, δηλ. ο χαρακτήρας της ως προσωποποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου (Inigo Carrera, 2003: 278). Αλλά, στην έκτασή της και στην αγριότητα της εντατικοποίησή της, η πολιτική δράση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να προσδιορίζεται ως επαναστατική εκτός ως έκφραση της τελευταίας.

(18) Δεν υπάρχει απορία, λοιπόν, που σε ένα πρόσφατο άρθρο ο Wennerlind βρίσκει κοινό έδαφος μεταξύ της προσέγγισης της θεωρίας της αξίας του De Angelis και της σχολής των Αμερικάνικων ριζοσπαστικών θεσμικών οικονομικών στην παράδοση του Clarence Ayres (Wennerlind, 2005). Βλέπε Goldner (1981) για μία ενδιαφέρουσα κριτική στη μείωση του κεφαλαίου από ένα  σύστημα αξιοποίησης σε ένα σύστημα εξουσίας σε πολλά ρεύματα του Μαρξισμού του εικοστού αιώνα. Όπως ενδιαφέροντα σημειώνει, ακόμα και οι υπερ-αριστερίστικες κριτικές του επίσημου εργατικού κινήματος δεν ξεφεύγουν από αυτή την κοινωνιολογική μείωση. Επιπλέον, φωτίζει την υλική βάση εκείνων των αφηρημένων κριτικών του κεφαλαίου, δηλαδή, το μέρος που παίζεται από το «Ρωσικό ερώτημα» στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, και την προκύπτουσα «εμμονή» με το ερώτημα της γραφειοκρατίας που δημιουργήθηκε μεταξύ των πολλών κριτικών του Σταλινισμού. Όπως ο Goldner σημειώνει, αυτό οδηγεί σε μία καθαρά σχηματική κριτική του κεφαλαίου ως μία αφηρημένη σχέση εξουσίας καθώς, για αυτά τα ρεύματα, « το πρόβλημα της Σοβιετικής Ένωσης δεν ήταν πρόβλημα δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, ήταν πρόβλημα γραφειοκρατίας» (Goldner, 1981).

(19) Στο μέτρο που η παραγωγή του περιλαμβάνει τη συνειδητή οργάνωση της συλλογικής ανθρώπινης πρακτικής ως ένα χαρακτηριστικό που φέρεται από κάθε ανθρώπινο άτομο, θα μπορούσε να αποκαλεστεί αυτή «δημοκρατική». Αλλά χωρίς κριτική στην εμπορευματική μορφή, τη χρηματική  μορφή, την καπιταλιστική μορφή και στην αφηρημένα ελεύθερη υποκειμενικότητα του ιδιώτη ατόμου, το κάλεσμα για ριζοσπαστική δημοκρατία καλύπτει μάλλον παρά ρίχνει φως στην κομμουνιστική επανάσταση. Μας φαίνεται ότι η πολύ σημείωση της «αυτονομίας», εμφανώς κεντρική στην αυτόνομη προσέγγιση του De Angelis θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αποτελεί μία άκριτη επιβεβαίωση της αφηρημένης ελευθερίας του εμπορευματικού παραγωγού. Βλέπε Goldner (2001: 2-3) για προτεινόμενες αντανακλάσεις στην ιστορική συγκυρία που στηρίζουν την πολιτισμική διάθεση «του ριζοσπαστισμού της μεσαίας τάξης», η οποία, σε αντίθεση με τη Μαρξιανή έννοια της ελευθερίας ως πλήρως συνειδητή μεταμόρφωση της αναγκαιότητας, αντιλαμβάνεται την ελευθερία ως «παράβαση», ως την σπάσιμο των νόμων, την «άρνηση  όλων των περιορισμών».