Καταλήψεις και Αστική Ανανέωση: Η αλληλεπίδραση των κινημάτων των καταλήψεων με τις στρατηγικές αστικής αναδιάρθρωσης στο Βερολίνο.

International Journal of Urban and Regional Research, Vol. 35, No. 3. (2011), pp. 644-658.

Περίληψη

Οι καταλήψεις ως στρατηγική στέγασης και ως εργαλείο των κοινωνικών κινημάτων πόλης συνοδεύει την ανάπτυξη των καπιταλιστικών πόλεων σε όλο των κόσμο. Εμείς ισχυριζόμαστε ότι η δυναμική του κινήματος των καταλήψεων συνδέεται άμεσα με τις στρατηγικές αστικής ανανέωσης που προκαλούν αυτά τα κινήματα όταν οι αστικές περιοχές βρίσκονται σε κρίση. Η ανάλυση της ιστορίας του κινήματος των καταλήψεων στο Βερολίνο, το πολιτικό τους περιεχόμενο και οι επιδράσεις τους στις πολεοδομικές – αστικές πολιτικές από τη δεκαετία του 1970, ξεκάθαρα δείχνουν πως οι μαζικές κινητοποιήσεις στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο μετάβασης των περιοχών πολεοδομικής – αστικής ανανέωσης. Η κρίση του πολεοδομικού σχεδιασμού της φορντιστικής πόλης στα τέλη της δεκαετίας του 1970 προκάλεσε το κίνημα των «καταλήψεων συντήρησης» (rehab squatting - Instandbesetzung), το οποίο  συνέβαλε σημαντικά στη θεσμοποίηση της «ήπιας - προσεκτικής αστικής ανανέωσης»(cautious urban renewal - behutsame Stadterneuerung). Η δεύτερη ρήξη στην αστική – πολεοδομική ανανέωση του Βερολίνου εμφανίσθηκε το 1989 και το 1990, όταν η ανάγκη αποκατάστασης όλων των περιοχών εντός της πόλης αποτέλεσε μια νέα οικονομική ευκαιρία για τους σχεδιαστές αστικής – πολεοδομικής πολιτικής. Ενώ τη δεκαετία του 1980 το κίνημα των καταλήψεων έγινε κεντρική συνθήκη και πολιτικός παράγοντας της μετάβασης στην ήπια αστική ανανέωση, τη δεκαετία του 1990 το μεγάλης έκτασης κίνημα καταλήψεων -κυρίως στα ανατολικά κομμάτια της πόλης- μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητό ως ένα ξένο στοιχείο στην εποχή της νεοφιλελεύθερης αστικής – πολεοδομικής αναδιάρθρωσης.

 

Εισαγωγή

Οι καταλήψεις αποτελούν ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανάπτυξης πολλών πόλεων στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες. Οι υπάρχουσες μελέτες κυρίως επικεντρώνονται στην έρευνα των πολιτικών και νομικών προϋποθέσεων – συνθηκών των καταλήψεων (Bodenschatz et al., 1983), ερευνούν σχολαστικά τα κίνητρα και τις μορφές του κινήματος των καταλήψεων (Pruijt, 2004) ή επαναπροσδιορίζουν το χαρακτήρα τους ως νέα κοινωνικά κινήματα (Grottian and Nelles, 1983; Koopmans, 1995). Αυτές οι προσεγγίσεις αναζητούν το ίχνος του κινήματος των καταλήψεων πίσω στις μεταβολές των νομικών συνθηκών και των κοινωνικών ανισοτήτων, ειδικά στις προβολές πάνω σε ζητήματα στέγασης, όπως επίσης και σε κοινωνικοπολιτικά σημεία καμπής και στοιχεία υποκουλτούρας. Κατά συνέπεια αυτές οι προσεγγίσεις αποκαλύπτουν σημαντικούς παράγοντες, οι οποίοι καθορίζουν την ανάπτυξη των κινημάτων καταλήψεων, αλλά εμείς πιστεύουμε ότι ήταν πρώτα και κύρια το ευρύτερο πολεοδομικό – αστικό πολιτικό πλαίσιο που καθόρισε το εάν και το πώς θα αναδύονταν τα κινήματα καταλήψεων. Παίρνουμε το Βερολίνο ως παράδειγμα για να δείξουμε ότι οι δυναμικές των κινημάτων καταλήψεων συνδέονται στενά με τις αλλαγές στρατηγικών που σχετίζονται με την αστική – πολεοδομική ανανέωση και ότι σε κάθε περίπτωση αναδύονται από την κρίση του καθεστώτος της προηγούμενης αστικής – πολεοδομικής ανανέωσης. Ξεκινάμε κοιτώντας την τυπολογία των καταλήψεων και τη ερευνά του Pruijt (Pruijt, 2004) η οποία δείχνει πως οι πτυχές των κινημάτων ενσωματώθηκαν στις νεοφιλελεύθερες πολεοδομικές πολιτικές (Rucht, 1997; Schmid, 1998; Mayer, 2002) για να αναλύσουμε τις συγκεκριμένες σχέσεις μεταξύ των κινημάτων καταλήψεων και των αστικών-πολεοδομικών πολιτικών ανανέωσης στο Βερολίνο. Στην ενότητα που ακολουθεί, μετά την εξέταση του πλαισίου των βερολινέζικων καταλήψεων μέσα από τις καμπάνιες που διεξήγαγαν τα κοινωνικά κινήματα της εποχής, εμείς συζητάμε το υπόβαθρο των αστικών-πολεοδομικών πολιτικών του Βερολίνου, και οι επόμενες δυο ενότητες εξετάζουν τις δυο κυριότερες περιόδους συγκρούσεων γύρω από την πολιτική κατοικίας, οι οποίες έλαβαν χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και το 1990 αντίστοιχα. Εμείς εστιάζουμε στην επίδραση των καταλήψεων στις αστικές-πολεοδομικές πολιτικές αναδιάρθρωσης. Επι πρόσθετα, στην προτελευταία ενότητα παρέχουμε μια τυπολογία των καθεστώτων αστικής-πολεοδομικής ανανέωσης στο Βερολίνο. Σε αυτό το πλαίσιο, εμείς υποστηρίζουμε στην τελευταία ενότητα ότι σε κάθε περίπτωση το κίνημα των καταλήψεων στο Βερολίνο αναπτύχθηκε σε στιγμές μετάβασης μεταξύ διαφόρων μοντέλων αστικής ανανέωσης, και ότι οι καταλήψεις συνεισέφεραν σε διάφορους βαθμούς σε αυτές τις διαδικασίες μετασχηματισμού. Ενώ οι καταλήψεις στις αρχές της δεκαετίας του 1980 συνεισέφεραν αποφασιστικά στην εφαρμογή μια πολιτικής «ήπιας αστικής ανανέωσης», οι καταλήψεις της δεκαετίας του 1990 αποτέλεσαν ένα ξένο στοιχείο στη νεοφιλελεύθερη επαναναπτυξιακή πολιτική στο Ανατολικό Βερολίνο.

Αστικές-πολεοδομικές πολιτικές και το πλαίσιο των κοινωνικών κινημάτων των πρώτων καταλήψεων στο Βερολίνο

Το συνέδριο TUNIX, που οργανώθηκε στο Βερολίνο το 1978, αποτέλεσε το τέλος ενός κύκλου κοινωνικών κινημάτων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία οι οποίοι ξεκίνησαν με τις ταραχές των φοιτητών το 1967-68. Η «κόκκινη δεκαετία», όπως ονόμασε ο ιστορικός Gerd Koenen τις χρονιές από το 1967 έως το 1977, δεν έθεσαν μόνο τις βάσεις για τα νέα κοινωνικά κινήματα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια, τον πόλεμο και τον μιλιταρισμό, αλλά επίσης για τα κινήματα σεξουαλικής ισότητας. Το γεγονός αυτό άνοιξε το δρόμο για σεχταριστικά πειράματα που συμπεριλάμβαναν τη δημιουργία νέων επαναστατικών κομμάτων και την αύξηση της ριζοσπαστικοποίησης που οδήγησε στην ένοπλη αντίσταση της RAF (Red Army Faction) και του Κινήματος 2 Ιούνη. Μια κρίσιμη καμπή ήρθε όταν τμήματα του κινήματος αντέδρασαν στο «Γερμανικό Φθινόπωρο» του 1977 και στο επίπεδο της κρατικής-κυβερνητικής καταστολής και αποσύρθηκαν από την επίσημη κοινωνία, δημιουργώντας εναλλακτικά project. To Βερολίνο κατέληξε να γίνει το κέντρο αυτού του ταχέως αναπτυσσομένου εναλλακτικού κινήματος. Το 1979 η εναλλακτική σκηνή που αναπτύχθηκε γύρω από κολεκτίβες pub, εργαστήρια ποδηλάτων, τοπικές εφημερίδες και εκδόσεις εκτιμάται ότι αποτελούνταν από 100.000 άτομα (Scheer and Espert, 1982: 19) και αυτές οι δραστηριότητες παρείχαν στο κίνημα μια μορφή οικονομικής ασφάλειας πέρα από την καπιταλιστική μισθωτή εργασία[1]. Το ζήτημα του κατάλληλου χώρου διαβίωσης σύντομα έγινε κεντρικής σημασίας για αυτά τα εγχειρήματα, και οι καταλήψεις φάνηκε ότι ήταν ο τρόπος για να οικειοποιηθούν τέτοιους χώρους. Επι προσθετά, η τακτική της κατάληψης ταίριαζε με την πολιτική προσέγγιση του εναλλακτικού κινήματος: η παρέμβασή του στην αστική αναδιάρθρωση, η ενασχόληση με τα προβλήματα που δημιουργούνταν από τα διαμερίσματα που έμεναν άδεια, την έλλειψη στέγης, την κερδοσκοπία των ακινήτων, και τις μετατοπίσεις – όλα αυτά τα θέματα αποτέλεσαν μια ευκαιρία για το κίνημα να προχωρήσει πέρα από τις δικές του ανάγκες και προσωπικές ανησυχίες, και ως εκ τούτου να διαφύγουν οι πιθανές παγίδες της εκπροσώπησης.

Ενώ το εναλλακτικό κίνημα αυξάνονταν με ταχείς ρυθμούς, οι αστικές – πολεοδομικές πολιτικές του Βερολίνου κατέπεσαν σε μια πραγματική κρίση Η έλλειψη στέγης – μόνο το 1980 περίπου 80.000 άτομα καταγράφηκαν ότι αναζητούσαν διαμερίσματα – δεν ήταν απλώς το αποτέλεσμα των εδαφικών συνόρων που εμπόδιζαν την «παραμεθόρια πόλη» να επεκταθεί. Ήταν περισσότερο μια υπόθεση δημόσιων προγραμμάτων ανάπλασης που ευνοούσαν την κερδοσκοπική στρατηγική του να διατηρούνται άδεια τα διαμερίσματα. Σύμφωνα με τις στατιστικές της Γερουσίας, 27.000 διαμερίσματα έμειναν ακατοίκητα το 1978 (Bodenschatz et al., 1983: 301). Οι ιδιοκτήτες των σπιτιών και οι οικοδομικές εταιρείες σκόπιμα άφηναν τα σπίτια να εγκαταλειφθούν με την προσδοκία ότι στη συνέχεια θα μπορούσαν να τα κατεδαφίσουν και να τα ξαναχτίσουν ή ριζικά να τα εκσυγχρονίσουν χρησιμοποιόντας κρατικές χρηματοδοτήσεις, ώστε τελικά να τα χρεώνουν με υψηλότερα ενοίκια.

Το κυβερνών Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα στο Βερολίνο άσκησε την αδιάλλακτη πολιτική «αναπαλαίωση με έξωση» στις κεντρικές περιοχές της πόλης. Περιγράφτηκε αυτή η πολιτική ως «φεουδαλικός, γραφειοκρατικός τρόπος μετατόπισης – αποστέρησης των ανθρώπων» (Eichstädt-Bohlig, cited in Nitsche, 1981: 210), και συνδέθηκε με την μετατόπιση των πληθυσμών χαμηλών εισοδημάτων μαζί με ένα μεγάλο αριθμό εμπορικών λειτουργιών, που προκάλεσαν μεγάλης έκτασης αντιστάσεις τη δεκαετία του 1970. Ειδικά στο Kreuzberg επιτροπές κατοίκων ενοικιαστών έκαναν ομάδες δράσης και άλλες πολιτικές ομάδες πόλης διαμαρτυρήθηκαν για πολλά χρόνια ενάντια στην αναδιάρθρωση της περιοχής γύρω απο το Kottbusser Gate. Ωστόσο η επίδρασή τους ήταν εξαιρετικά περιορισμένη και η συμμετοχή τους στις αποφάσεις σχεδιασμού της πόλης ήταν στην καλύτερη περίπτωση συμβολική (Laurisch, 1981: 26).  Για το μεγαλύτερο μέρος, η αντίσταση και οι καμπάνιες καταλήψεων συνέχισαν να μην παράγουν αποτελέσματα.

Τελικά μια κρίση νομιμοποίησης της αστικής πολιτικής στέγασης επιτεύχθηκε το Δεκέμβριο του 1980, όταν σε ένα σκάνδαλο δωροδοκίας εμπλέκονταν ο κατασκευαστή κτιρίων Dietrich Garski και τέθηκαν υπό αμφισβήτηση οι πολιτικές της Γερουσίας και εκτέθηκε το σκοτεινό αμάλγαμα των πολιτικών της Γερουσίας με τους κατασκευαστές-εργολάβους κτιρίων, τις εταιρίες ανάπλασης και τις ενώσεις -  οργανισμούς σπιτιών. Η παραίτηση της Γερουσίας μερικές εβδομάδες αργότερα προανήγγειλε το «λασπώδες τέλος μιας εποχής» (Matthies, 2006). Το σχετικό κενό εξουσίας που κράτησε έως τη νίκη των υποψηφίων του CDU (Χριστιανοδημοκρατική Ένωση - Christian Democratic Union) στις εκλογές του Μαΐου του 1981 άνοιξε το δρόμο για την εκρηκτική εξάπλωση του κινήματος των καταλήψεων στους μήνες που ακολούθησαν.

Καταλήψεις συντήρησης (Rehab squatting) και εξέγερση του 1981

Την πτώση της Γερουσίας τον Ιανουάριο του 1981 είχε προηγηθεί μια σαρωτική «ριζοσπαστικοποίηση» του κινήματος (Koopmans, 1995:171). Ο στεγαστικός πόλεμος στον οποίο οδήγησε μπορεί να χωριστεί σε τρεις φάσεις: ανάδυση, επέκταση/διαφοροποίηση και πτώση. Η πρώτη φάση είχε ήδη ξεκινήσει από τις αρχές του Φεβρουάριου του 1979, όταν η πρωτοβουλία κατοίκων «SO 36» κατέκρινε «οτιδήποτε παράγεται από το κράτος δικαίου» και εξαντλείται και οργάνωσε τις πρώτες καταλήψεις συντηρήσεις (rehab squats) (Aust and Rosenbladt, 1981: 36). Η πρακτική από τους καταληψίες να καταλαμβάνουν σπίτια και αμέσως να ξεκινάνε να τα ανακαινίζουν είχε ως στόχο, αφενός να επισημάνει τη μακροχρόνια φθορά και εγκαταλείψει των διαμερισμάτων και αφετέρου να δημιουργήσει μια αποδοχή αυτής της μεθόδου πολιτικής ανυπακοής. Η δημόσια και πολιτική επιτυχία αυτών των πρώτων καταλήψεων είχε περαιτέρω συνέπειες: μέχρι το Δεκέμβρη του 1980, 21 σπίτια είχαν καταληφθεί στο Βερολίνο. Στις αρχές του Μαρτίου του 1980 δημιουργήθηκε ένα «συμβούλιο καταληψιών» ως σημείο συνάντησης και διαπραγμάτευσης με τις κρατικές αρχές. Η αρχική αντίδραση της Γερουσίας ήταν μια προθυμία για να διαπραγματευτεί με αυτούς τους πρώτους rehab καταληψίες (καταληψίες συντήρησης), παρόλο που οι αρχές ήταν αντιφατικές στην πολιτική στρατηγική τους.

Το πραγματικό σημείο εκκίνησης της «Εξέγερσης του 1981», η αρχή της δεύτερης φάσης του κινήματος των καταλήψεων ήταν η 12η Δεκέμβρη 1980 (Michel and Spengler, 1981). Την ημέρα εκείνη μια παράνομη έξωση πραγματοποιήθηκε από την αστυνομία στην περιοχή του Kreuzberg και προκάλεσε ταραχές στους δρόμους που κράτησαν μεχρι το πρωί της επόμενης μέρας. Τους μήνες που ακολούθησαν, σχεδόν καθημερινά νέα σπίτια καταλαμβάνονταν φτάνοντας στην κορύφωση το καλοκαίρι του 1981 όταν είχαν καταληφθεί περίπου 165 σπίτια (Koopmans, 1995: 174). Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των κτιρίων βρίσκονταν στις περιοχές του Kreuzberg (περίπου 80) και του Schöneberg. Μαζικές διαδηλώσεις, οδομαχίες και άμεσες δράσεις σε συνδυασμό με την ακανόνιστη επέκταση του βερολινέζικου κινήματος των καταλήψεων ήταν μέρος της πανευρωπαϊκής επανάστασης η οποία ξεκίνησε στη Ζυρίχη το Μάιο του 1980. Οι συγκρούσεις στην Όπερα της Ζυρίχης ήταν το πρελούδιο για τα δυο χρόνια σοβαρών συγκρούσεων γύρω από ένα Αυτόνομο Κέντρο Νεολαίας λόγω της έλλειψης χώρων για εναλλακτικές νεανικές κουλτούρες. Σε αυτό το πλαίσιο της πανευρωπαϊκής κρίσης του φορντιστικού μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης και της αύξησης της ανεργίας το σύνθημα «Η Ζυρίχη καίγεται» (Zurich is burning) αποτέλεσε την έμπνευση για μια ολόκληρη γενιά ως επι το πλείστον δυσαρεστημένων νέων[2]. Η γενικότερη έλλειψη προοπτικών και η συντηρητική επιστροφή – απάντηση απέναντι στη διάλυση των αρχών που είχε ξεκινήσει το 1968, αποτέλεσαν το θεμέλιο πάνω στο οποίο η εξέγερση διαχύθηκε σαν πυρκαγιά, αρχικά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Φράιμπουργκ, Αμβούργο, Βερολίνο, Βρέμη, Ανόβερο), έπειτα στο Άμστερνταμ και αργότερα στην Βρετανία (Katsiaficas, 1997: 107ff; Schultze and Gross, 1997: 35).

Η εξέγερση του 1980 επέτρεψε σε μια νέα πολιτική γενιά να εισέλθει στο προσκήνιο, κάτι το οποίο δεν οφειλόταν στο εναλλακτικό κίνημα. Πολύ λίγα αξιόπιστα δεδομένα που αφορούν την κοινωνική σύνθεση του βερολινέζικου κινήματος καταλήψεων είναι διαθέσιμα. Ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 12 Αυγούστου του 1993 στην εβδομαδιαία εφημερίδα Die Zeit  ισχυρίζεται ότι το 65% των καταληψιών είναι άντρες, το 35% είναι κάτω της ηλικίας των 21, το 40% ανάμεσα στις ηλικίες 21 με 25, το 36% μαθητές ή φοιτητές, το 26% εργάζονται, και το 38% είναι άνεργοι ή χωρίς αναγνωρίσιμη εργασία (Pökatzky, 1983: 9). Αυτές οι φιγούρες συμπίπτουν με τις αναλύσεις που αναγνωρίζουν δυο μεγάλες ομάδες μέσα στο κίνημα των καταλήψεων (AG Grauwacke, 2008: 45): από τη μια πλευρά, οι «εναλλακτική», οι περισσότεροι εκ των οποίων προέρχονται από τη μεσαία τάξη είναι μαθητές ή φοιτητές, και από την άλλη πλευρά, μια ομάδα ανθρώπων που ήταν «περιθωριοποιημένοι», είτε με τη θέληση τους είτε αθέλητα, οι περισσότεροι κάτω της ηλικίας των 21 και με προλεταριακό background. Αυτή η ετερογένια στην κοινωνική δομή ανακλάται επίσης και στην ποικιλομορφία των πολιτικών πεποιθήσεων και των στόχων των σχετικών με τις καταλήψεις. Το κίνημα αναπτύχθηκε μέσα σε λίγους μήνες και είχε αναμφισβήτητα επίγνωση της ετερογένειάς του αλλά ποτέ δεν ήθελε να αυτοχαρακτηρίζεται με τέτοιους όρους. Για μια διαφορετική άποψη του κινήματος, είναι χρήσιμο να συμβουλευτούμε την τυπολογία που ανέπτυξε ο Hans Pruijt (2004), ο οποίος κατηγοριοποίησε τους διαφορετικούς τύπους των καταλήψεων σύμφωνα με τα αντίστοιχα κίνητρα και τους στόχους τους. Οι διαφοροποιήσεις του Pruijt ανάμεσα σε καταλήψεις που βασίζονταν στη στέρηση (deprivation-based squatting) και σε καταλήψεις ως εναλλακτική στρατηγική για τη στέγαση, την επιχειρηματικότητα, τη διαβίωση και τις πολιτικές καταλήψεις (ο.π.: 37)[3].

Στην αρχή, τα διαφορετικά συμφέροντα δεν συγκρούονταν μεταξύ τους. Αντιθέτως: η δυναμική του κινήματος καταλήψεων βασίζονταν πρώτων και κυριότερων στις «ριζοσπαστικές» δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν το κενό πολιτικής εξουσίας για να καταλάβουν ένα σημαντικό αριθμό σπιτιών στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα, εξασφαλίζοντας έτσι ένα πιθανό επίπεδο σύγκρουσης που θα εμπόδιζε σε μεγάλο βαθμό τις πιθανές εξώσεις. Οι στρατηγικές αυτές επικεντρώθηκαν σε αντιπαραθέσεις και ωφελήθηκαν από την δημόσια αποδοχή και υποστήριξη, η οποία ήταν το αποτέλεσμα μια μακράς «δουλειάς ζύμωσης» από ομάδες δράσης πολιτών και γραφείων εκπροσώπησης ενοικιαστών και της στρατηγικής τους, η οποία σε μεγάλο βαθμό στόχευε στη διαπραγμάτευση και τη διαβούλευση. Σύντομα, ωστόσο, η σύγκρουση ανάμεσα σε μια πολιτική πορεία της αντιπαράθεσης, από τη μια πλευρά και της στρατηγικής επιδίωξης εναλλακτικών πολιτικών στόχων για την πόλη, ήρθε στο προσκήνιο. Μέχρι τη στιγμή που ενέκυψε το θέμα της νομιμοποίησης των σπιτιών, οι συγκρούσεις ανάμεσα στους «διαπραγματευτές» και στους «μη-διαπραγματευτές» δεν μπορούσαν πλέον να καλύπτονται, να κρύβονται: η τάση που θα μπορούσε να αποδοθεί στο εναλλακτικό κίνημα ήθελε να κρατήσουν τα σπίτια και ήταν όλο και περισσότερο προετοιμασμένοι να θέσουν αυτή την επιδίωξη πριν από τη συναίνεση – μη διαπραγμάτευση μεχρι οι «πολιτικοί» κρατούμενοι να αφεθούν ελεύθεροι, και να βρεθεί μια «συνολική λύση» για όλα τα κατειλημμένα σπίτια. Το ενδεχόμενο των «μη-διαπραγματευτών» ξεκίνησε να τους διαφοροποιεί από το εναλλακτικό κίνημα και άρχισαν να αυτοαποκαλούνται ως «αυτόνομοι» (cf. Schwarzmeier, 2001: 50ff), και κατηγορούσαν τους διαπραγματευτές ότι εγκατέλειπαν τον πολιτικό αγώνα και ότι προσφεύγουν στη απλή διατήρηση των δικών τους χώρων.

Οι στρατηγικές που άσκησε η κυβέρνηση στόχευσαν στην αντιμετώπιση αυτής της σύγκρουσης, εστιάζοντας στις καταλήψεις και την «κρίση» που προκλήθηκε. Το SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) που είχε την ηγεσία της μεταβατικής Γερουσίας και υπό την ηγεσία του  Hans-Jochen Vogel, που ανέλαβε την εξουσία τον Φεβρουάριο του 1981, θέλησε να μετατρέψει τις καταλήψεις «σε νόμιμα καθορισμένες συνθήκες που θα βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με το αστικό δίκαιο».[4] Εξώσεις θα ήταν δυνατές μόνο εάν γίνονταν συγκεκριμένες ποινικές διώξεις – η καταπάτηση από μόνη της δεν ήταν αρκετή – και εάν υπήρχαν προϋποθέσεις για άμεση ανακαίνιση (cf. Bodenschatz et al., 1983: 322).

Μετά τις εκλογές του Μαΐου του 1981, το CDU που είχε τον έλεγχο της Γερουσίας υπό την ηγεσία του Ομοσπονδιακού Προέδρου  Richard von Weizsäcker αντέστρεψε τη σχέση μεταξύ της επιλεκτικής ενσωμάτωσης και της καταστολής. Οποιαδήποτε προσπάθεια είχε γίνει προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης των «ειρηνικών» καταληψιών επανειλημμένως ματαιώθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών Heinrich Lummer, έναν αφοσιωμένο υποστηρικτή της σκληρής πτέρυγας στο τμήμα  δημόσιας δίωξης και  αστυνομικών αρχών, το οποίο είχε αδρανοποιηθεί από τη μέτρια πορεία που επιδίωξε η Γερουσία υπό το SPD. O Lummer διαίρεσε τους καταληψίες σε «εκείνους που ήταν έτοιμοι να διαπραγματευτούν» και στους «εγκληματίες». Εξήγγειλε μια προσέγγιση «μηδενικής ανοχής» για τις νέες καταλήψεις και ξεκίνησε μιας μεγάλης κλίμακας επίθεση εναντίον διαδηλώσεων και παρόμοιων δράσεων. Έρευνες σε σπίτια πραγματοποιούνταν με το πρόσχημα ότι δεν υπάρχει καμία ανοχή «σε παράνομους χώρους για εγκληματίες». Οι έρευνες χρησιμοποιούνταν είτε για να καταστρέφονται τα σπίτια με τέτοιο τρόπο που γινόντουσαν μη βιώσιμα, ή απλά για να εκδιωχθούν άμεσα οι καταληψίες. Το κύμα καταστολής (cf. Brand, 1988: 204ff) που ξεκίνησε με την υπό το CDU Γερουσία έφτασε στο δυσάρεστο αποκορύφωμά της στις 22 Σεπτεμβρίου 1981, όταν ο Klaus-Jürgen Rattay, ένας 18χρονος καταληψίας, προσπαθώντας να ξεφύγει από την αστυνομία, χτύπησε και σκοτώθηκε από ένα λεωφορείο του Οργανισμού Μεταφορών του Βερολίνου.[5]

Αυτό ήταν το σημείο καμπής που οδήγησε στην τρίτη φάση και στην πτώση του κινήματος των καταλήψεων. Μετά το καλοκαίρι του 1981, η «πρωτοπορία του κινήματος του Βερολίνου γρήγορα κατέρρευσε» (Bacia et al., 1981: 127). Ήταν ένα σημάδι της «επιθετικής αδυναμίας» που το TUWAT, ένα υπερβολικό «extravaganza» γεγονός τον Αύγουστο του 1981, συγκέντρωσε έως και 3.000 άτομα από όλη τη Γερμανία (Mulhak, 1983: 242). Ακόμα και «εναλλακτικοί» καταληψίες «πίστευαν ότι η πιθανότητα νομιμοποίησης των σπιτιών είχε μειωθεί από το κυβερνών CDU» (ibid.). Στον ακολουθούμενο «ψυχρό χειμώνα» υπήρχε μια προσωρινή απουσία της καταστολής και κατά συνέπεια καμία ενότητα, και οι καταλήψεις που κατοικούνταν από τους αυτόνομους «μη-διαπραγματευτές» κατέρρευσαν από διάφορες εσωτερικές συγκρούσεις (AG Grauwacke, 2008: 65ff). Η πρωτοβουλία για τις πολιτικές πόλης στο περιβάλλον των καταλήψεων έκρινε ότι η δουλειά που είχε γίνει εδώ και πολλά χρόνια βρίσκονταν πλέον σε κίνδυνο. Ταυτόχρονα την ίδια εποχή άλλες συγκρούσεις ήρθαν στο προσκήνιο, όπως οι κινητοποιήσεις ενάντια στο NATO, στον δυτικό αεροδιάδρομο του Αεροδρομίου της Φρανκφούρτης, ενάντια στο σταθμό πυρηνικής ενέργειας στο Brokdorf.

Ενώ οι καταληψίες «είχαν χάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων» πολιτικές ομάδες πόλης ξεκίνησαν «να ενσωματώνουν το κίνημα των καταλήψεων στις ιδέες και τις πολιτικές στέγασης» (Bodenschatz et al., 1983: 324). Διακεκριμένοι πατρόνοι εκκλησιών, κολέγια, η καλλιτεχνική σκηνή και τα σωματεία που είχαν μετακινηθεί σε κατειλημμένα σπίτια για την προστασία τους, ξεκαθάρισαν μετά τον θάνατο του Rattay ότι έθεσαν ως στόχο να «αποτρέψουν τους καταληψίες να χαθούν στην ομίχλη της βίας που εξορκιζόταν από τη Γερουσία» (EA, 1981: 86). Στις διαπραγματεύσεις με τις αρχές της περιοχής του Kreuzberg και τη Γερουσία πέτυχαν ένα προσωρινό μορατόριουμ στις εξώσεις έως το Πάσχα του 1982 (Bodenschatz et al., 1983: 322). Την ίδια στιγμή, καταληψίες από όλο το φάσμα του εναλλακτικού κινήματος, σε συνεργασία με πολιτικές καμπάνιες πόλης, ξεκίνησαν να δημιουργούν υποστηρικτικές ενώσεις που μπορούσαν να δράσουν ως μοντέλα για νομιμοποίηση πέρα από το πεδίο των μεμονωμένων σπιτιών. Προσπάθειες για περαιτέρω πιο εκτεταμένες νομιμοποιήσεις σπιτιών, εξουδετερώθηκαν από τη στρατηγική της κλιμάκωσης που ακολούθησε ο Υπουργός Εσωτερικών, ο οποίος διέταξε εξώσεις με την παραμικρή αφορμή, συχνά στη μέση των διαπραγματεύσεων (ibid.: 325). Αυτού του τύπου οι προσυντονισμένες αλληλεπιδράσεις (Pökatzky, 1983) μεταξύ των διαπραγματεύσεων και των εξώσεων χαρακτήρισαν ολόκληρη τη διαδικασία «νομιμοποίησης» αμέσως μετά τις τελικές εκκενώσεις το φθινόπωρο του 1984. Οι καταγραφές του Koopman (1995: 178) αναφέρουν: 165 κατειλημμένα σπίτια, εκ των οποίων τα 105 τελικά «συμβιβάστηκαν ειρηνικά» πληρώνοντας νοίκι ή κάνοντας κάποια συμφωνία αγοράς και 60 καταλήψεις εκκενώθηκαν.

Η νομιμοποίηση ήταν μόνο μια μερική επιτυχία: στα τέλη του 1984 το κίνημα των καταλήψεων είχε συντριβεί, ή μάλλον είχε γίνει «ειρηνικό». Μόνο λίγα νομιμοποιημένα σπίτια απολάμβαναν οικονομικής υποστήριξης από «αυτοβοηθούμενα» στεγαστικά προγράμματα που ξεκίνησαν τον 1982. Πάρα ταύτα, οι χώροι για συλλογική ζωή και εναλλακτικό lifestyle παρέμεναν ένα περιθωριοποιημένο φαινόμενο. Ταυτόχρονα, η νομιμοποίηση των σπιτιών εγκαθίδρυσε τη διαίρεση του κινήματος, κάνοντας ευκολότερη τη ποινικοποίηση των αυτόνομων «μη-διαπραγματευτών». Οι τελευταίοι ήταν ακόμα πιο ευάλωτοι να ποινικοποιηθούν καθώς «τμήματα του κινήματος των καταλήψεων», λόγω της υπεροχής της στρατιωτικής-μαχητικής δράσης και της υποκειμενικής παρανόησης της έννοιας της αυτονομίας, εγκατέλειψαν «κάθε δικαίωμα να μετατρέψουν τις δικές τους ιδέες σε πραγματικότητα άλλων κοινωνικών σφαιρών» και απομονώθηκαν στη πορεία (Geronimo, 1990: 96). Η νομιμοποίηση των σπιτιών σήμαινε τελικά το τέλος κάθε πολιτικής διάστασης των καταλήψεων πέρα από το πεδίο εφαρμογής της στεγαστικής πολιτικής.

Τα κίνητρα της στεγαστικής πολιτικής που παρέμειναν είχαν μια ιδιαίτερη επιρροή στη Διεθνή Έκθεση Κτιρίων που έγινε το 1979 και αναμφίβολα αποτέλεσαν μια επιτυχία για το κίνημα των καταλήψεων. Ως δημόσια χρηματοδοτούμενη και εμπορικά οργανωμένος θεσμός το 1980, η έκθεση έγινε το νέο κέντρο ισχύς για την αστική-πολεοδομική πολιτική (Bernt, 2003: 46). Το τμήμα παλαιών κτιρίων ήταν μια «δεξαμενή για τμηματικές πολιτικές αντίθετες στην πολιτική της κατεδάφισης» και έγινε η κινητήρια δύναμη πίσω από τις «δώδεκα αρχές της προσεκτικής ανανέωσης των πόλεων» που εξομοιώνονται στον πυρήνα των απαιτήσεων των ομάδων των ενοικιαστών, των πολιτικών ομάδων πόλης και των καταλήψεων (rehab squatters). Παρόλο που αυτές οι αρχές ποτέ δεν καθορίστηκαν με νόμο, είχαν έναν αξιοσημείωτο αντίκτυπο, ακόμα και πέρα από το Βερολίνο (ibid.: 52). Αλλά ακόμα και αυτές οι επιτυχίες δεν παρέμειναν μη αμαυρωμένες.  Μια επίπτωση της αποκέντρωσης και της επέκτασης των ευκαιριών για συμμετοχή σε τοπικές διαδικασίες λήψεως αποφάσεων ήταν ότι ακόμα οι συγκρούσεις έπρεπε να αντιμετωπιστούν σε τοπικό επίπεδο. «Ενώ οι νόμιμες παράμετροι διατηρήθηκαν, η λήψη αποφάσεων μετακινήθηκε ένα επίπεδο κάτω, στο επίκεντρο των συγκρούσεων, και οι ακτιβιστές ενσωματώθηκαν σε μια διαδικασία αναζήτησης συναίνεσης με σκοπό να κερδιθεί περισσότερη αποδοχή και αναγνώριση με αποφάσεις στην γειτονιά» (ο.π.: 56). Ακόμα, η επιβίωση των σκληρά κερδισμένων επιτευγμάτων στην στεγαστική πολιτική, που έχουν τις ρίζες στους πάνω από όλα στις εργασίες στη Διεθνή Έκθεση Κτιρίου, φάνηκε να εξαρτάται από την επιτυχή έκβαση αυτών των προσπαθειών για την εξεύρεση κάποιου συμβιβασμού. Όπως το θέτει ο Karl Homuth (1984: 37ff) σε μια νεότερη μελέτη, «η συγκρατημένη - προσεκτική αστική ανανέωση αντικατέστησε το βίαιο χαρακτήρα, τον γραφειοκρατικό πατερναλισμό και την ανικανότητα αυτών των σχεδίων με προσεκτική, βήμα προς βήμα διαδικασία που ήταν πιο εύκολο να γίνει κατανοητή και πιο κοινωνικά προσαρμόσιμη» αλλά αυτό δεν θα τεθεί σε πλήρη ισχύ για αρκετά χρόνια.

Καταλήψεις στο Ανατολικό Βερολίνο στις αρχές της δεκαετίας του 1990

Οι καταλήψεις στο Ανατολικό Βερολίνο στις αρχές της δεκαετίας του 1990 μπορούν να ειδωθούν μόνο εντός του πλαισίου της εκρηκτικών κοινωνικών αλλαγών που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταστροφής (Wende period) και επανένωσης. Το κενό πολιτικής εξουσίας της περιόδου μεταστροφής, και η μαζική απώλεια εξουσίας στο τμήμα της αστυνομίας και του δήμου διευκόλυνε τις μεγάλης έκτασης καταλήψεις των κενών παλαιών κτιρίων στο κέντρο της πόλης. Επιπλέον, η στεγαστική πολιτική της ΛΔΓ (Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας), προσανατολίζονταν με γνώμονα τα νέα κτίρια, τα οποία δημιούργησαν τη βάση για τις καταλήψεις. Μετά από μια περίοδο ανοικοδόμησης στο Βερολίνο, μια πόλη σημαδεμένη από τις καταστροφές του πολέμου, το στεγαστικό πρόβλημα ήταν να λυθεί με την ανέγερση βιομηχανικής κατασκευής κτιρίων διαμερισμάτων, τα οποία ήταν ως επί το πλείστον σε μεγάλες εκτάσεις στα εξωτερικά όρια της πόλης με τη μορφή νέων πόλεων ή συνοικιών. Ως αποτέλεσμα αυτού του μονόπλευρου προσανατολισμού, οι κεντρικές περιοχές της πόλης, που αποτελούνταν από παλιά σπίτια, τα οποία είχαν ιδεολογικά απαξιωθεί ως κληρονομιά της καπιταλιστικής αστικής ανάπτυξης, παραμελήθηκαν στον πολεοδομικό σχεδιασμό της εποχής και ήταν φανερά τα σημάδια φθοράς λόγω της κατασκευαστής παρακμής τους (Hoscislawski, 1991; Hannemann, 2000). Το συμπέρασμα αυτής της πρακτικής αποεπένδυσης του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν ήταν μόνο η κακή ανακαίνιση των διαμερισμάτων στις παλαιές περιοχές κατοικίας αλλά επίσης ήταν μεγάλο το ποσοστό των κενών διαμερισμάτων, μέχρι και 20% σε συγκεκριμένες περιοχές. Συνολικά 25.000 παλαιά διαμερίσματα ήταν άδεια, τα περισσότερα εκ των οποίων σε κεντρικές περιοχές της πόλης (SenBauWohn, 1990). Κατά συνέπεια, οι καταλήψεις κατά τη διάρκεια της περιόδου αλλαγής-μεταστροφής (Wende period) επικεντρώθηκαν στο στεγαστικό απόθεμα στις κεντρικές περιοχές του Ανατολικού Βερολίνου που χρονολογούνταν από την περίοδο του Gründerzeit (την περίοδο στις αρχές του 1900 που είχε αναπτυχθεί μια ταχύτατη βιομηχανική επέκταση στη Γερμανία).

Συνολικά, περίπου 120 σπίτια καταλήφθηκαν στις κεντρικές περιοχές του Mitte, Prenzlauer Berg και Friedrichshain, και σποραδικά γύρω από την περιοχή του Lichtenberg. Με βάση την ανάλυση του δεκαπενθημέρου εντύπου (αλλά και εβδομαδιαίου σε περιόδους έντονων κινητοποιήσεων) Νέα των Καταλήψεων (Squatters’ News), τεύχη από το περιοδικό της  AK Kraak, όπως επίσης και από συνεντεύξεις με εκείνους που ήταν ενεργοί εκείνο τον καιρό και προσωπικές αναμνήσεις της περιόδου, οι δυναμικές των καταλήψεων στο Ανατολικό Βερολίνο μπορούν να χωριστούν σε τρεις ξεχωριστές φάσεις. Αυτές μπορούν να διακριθούν σύμφωνα με τον χαρακτήρα των καταλήψεων και των κύριων γεωγραφικών σημείων επικέντρωσης.

Η πρώτη φάση των καταλήψεων περιλάμβανε την περίοδο από τον Δεκέμβρη του 1989 έως τον Απρίλη του 1990. Η πλειοψηφία των 70 περίπου σπιτιών που καταλήφθηκαν κατά τη διάρκεια εκείνων των μηνών βρίσκονταν στο Mitte και το Prenzlauer Berg. Σε σύγκριση με τα παλαιοτέρα κατειλημμένα διαμερίσματα - ‘schwarz wohnen’ (παράνομης διαμονής) τα οποία είχαν μακρά παράδοση στην ΛΔΓ (Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας) –ο χαρακτήρας των κατειλημμένων σπιτιών σαφώς άλλαξε το χειμώνα του 1989 προς 1990. Σπίτια καταλήφθηκαν ανοιχτά και κατηγορηματικά. Πανό, σφαλισμένα παράθυρα και οδοφράγματα-σύντομα έκαναν αυτά τα σπίτια χώρους για αναρχικά, ελευθεριακά πειράματα ενάντια σε οτιδήποτε ήταν μικροαστικό, ενάντια στους Ναζί (οι οποίοι είχαν μόλις αρχίσει να οργανώνονται σε μεγάλους αριθμούς στα τελευταία χρόνια της ΛΔΓ) και ενάντια σε κάθε μορφής κανόνα. Οι καταληψίες κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης φάσης ήταν κυρίως νέοι από την Ανατολική Γερμανία, οι οποίοι ήταν ήδη εξοικειωμένοι με τις διάφορες υποκουλτούρες και πολιτικές σκηνές. Στη συνέχεια συνδέθηκαν με τους πρώτους δυτικογερμανούς και διεθνείς «υποστηρικτές» και καλλιτέχνες, οι οποίοι σε γενικές γραμμές ενσωματώθηκαν με έναν φιλικό τρόπο στις νέες καταλήψεις. Συγκεκριμένα, η κατάληψη που αποκαλούνταν ως «το κατάστημα της τέχνης» στην Oranienburger Strasse (Tacheles)  και η κατάληψη στο νούμερο 5 της Schönhauser Allee, η οποία λειτούργησε ως το οικοδομικό τετράγωνο της τέχνης και της κουλτούρας του αποκαλούμενου project WYDOX, εστίασε στη δημιουργία χώρων που θα βοηθούσε αρχικά τους καταληψίες να επιτύχουν την αυτοοργάνωση. Η λειτουργία του ως χώρος κατοικίας ήταν δευτερεύων (δες Galenza and Havemeister, 2005).  Ήταν με τη σειρά τους συνδεμένα με μεμονωμένες καταλήψεις που γινόντουσαν από ομάδες δράσης πολιτών, οι οποίες εστίαζαν στην αποτροπή των σχεδιασμένων κατεδαφίσεων ολόκληρων οικοδομικών τετράγωνων παλαιών μπλοκ κατοίκων στις περιοχές του Prenzlauer Berg και του Mitte. Τα περισσότερα από αυτά τα σπίτια νομιμοποιήθηκαν σχετικά γρήγορα και μετατράπηκαν σε κοπερατίβες και «συγκρατημένα» ανακαινίστηκαν μέσω οικονομικών κίνητρων.

Ο Pruijt (2004) στην δική του τυπολογία των καταλήψεων αναγνωρίζει μια ετερογενή μίξη διαφορετικών στρατηγικών κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης των καταλήψεων στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Επι προσθετά με τις καταλήψεις που εστίαζαν στην κατάληψη ως μια εναλλακτική στεγαστική στρατηγική, μερικές καταλήψεις γρήγορα γίνανε κέντρα για εκθέσεις και άλλα γεγονότα (επιχειρηματικές καταλήψεις), ενώ άλλες καταλήψεις είχαν το στόχο της ενεργής πρόληψης στα υπαρκτά σχέδια κατεδάφισης (καταλήψεις συντήρησης).

Η δεύτερη φάση των καταλήψεων, κράτησε από τον Μάιο έως τον Ιούλιο του 1990 και επικεντρώθηκε γεωγραφικά στην περιοχή του Friedrichshain. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι καταλήψεις γνώρισαν ποιοτική και ποσοτική επέκταση, προσθέτοντας 50 επιπλέον κτίρια. Στην αναζήτησή τους για χώρους διαμονής όπως επίσης και για νέες περιπέτειες, ένας αυξημένος αριθμός «μη πολιτικοποιημένων» ομάδων επίσης πειραματίστηκε με καταλήψεις. Επιπλέον στους κυρίως Ανατολικογερμανούς καταληψίες, τώρα υπήρχαν καταλήψεις που εξ αρχής οργανώθηκαν από Δυτικογερμανούς ή Δυτικοβερολινέζους. Αυτοί οι καταληψίες είχαν επηρεασθεί από την έλλειψη σπιτιών στο Δυτικό Βερολίνο και είχαν γνωριστεί σε πολιτικές διαδηλώσεις. Ήταν κυρίως  μαθητές που συλλογικά μετακόμισαν σε άδεια σπίτια στο ανατολικό τμήμα της πόλης. Τα κύρια σημεία εστίασης εξακολουθούσαν να είναι το Prenzlauer Berg και το Mitte. Στο Friedrichshain μόνο μια χούφτα σπιτιών καταλήφθηκε εκείνη την εποχή. Τον Απρίλιο του 1990 στο τεύχος του Interim, της εφημερίδας της εναλλακτικής σκηνής του Δυτικού Βερολίνου αναφέρει ότι μέλη της αντιθετικής «εκκλησίας από τα κάτω» επέστησαν την προσοχή στα σπίτια της Mainzer Strasse τα οποία είχαν μείνει κενά από το 1987, και απεύθυναν ένα κάλεσμα στο κίνημα των καταλήψεων  (δες Arndt, 1991). Στην ανακοίνωσή τους έλεγαν: «εάν υπάρχουν πραγματικά αρκετές καταληψιακές δυνατότητες για τον καθένα, εάν είναι απλώς μια περίπτωση έλλειψης πρόθυμων ανθρώπων που επιθυμούν να τις αναλάβουν και εάν αυτό ίσως βοηθήσει στο να αποτρέψει ή να εμποδίσει την περαιτέρω καταστροφή των σπιτιών κατά μήκος των δυτικών γραμμών, τότε γιατί όχι; (ο.π.: 32).

Στις αρχές του Μαΐου τα 11 άδεια σπίτια της Mainzer Strasse καταλήφθηκαν από τους καταληψίες. Με περισσότερους από 250 καταληψίες, η «Mainzer» όπως αποκαλούνταν, γρήγορα έγινε το κέντρο της καταληψιακής σκηνής του Friedrichshain. Παράλληλα δημιουργήθηκαν πολλές εγκαταστάσεις (βιβλιοπωλείο, πώλησης second-hand βιβλίων, δημόσια κουζίνα) το πρώτο Tunten (gay) στεγαστικό εγχείρημα στο Ανατολικό Βερολίνο και ένα σπίτι γυναικών-λεσβίων. Όσοι και όσες έμειναν σε αυτά τα σπίτια της Mainzer Strasse ήταν κυρίως δυτικοβερολινέζοι και μέλη του δυτικογερμανικού αυτόνομου κινήματος (Benjamin, χωρίς ημερομηνία). Η συντονιστική επιτροπή που λειτούργησε ανάμεσα στα κατειλημμένα σπίτια, το «συμβούλιο των καταλήψεων» επιδίωξε μια στρατηγική αντιπαράθεσης, ιδίως μέσω των αρχικών διαπραγματεύσεων για τη συμβατική νομιμοποίηση των κατειλημμένων σπιτιών.

Στην τυπολογία του Pruijt, αυτή η δεύτερη φάση των καταλήψεων στο Ανατολικό Βερολίνο μπορεί πιο καθαρά να χαρακτηριστεί ως «πολιτικές» καταλήψεις. Τα σπίτια που κατελήφθησαν δεν θεωρούνταν απλώς ελεύθεροι χώροι για αυτοπραγμάτωση, αλλά περισσότερο ως χώροι αντιπαράθεσης με τις κρατικές αρχές και ως σύμβολα πολιτικής αυτό-τοποθέτησης.

Η τρίτη φάση, του ανατολικοβερολινέζικου κινήματος καταλήψεων ξεκίνησε στα τέλη του Ιουλίου του 1990. Ο αριθμός των νέων καταλήψεων μειώθηκε όταν οι δημοτικές αρχές στο Ανατολικό Βερολίνο ξεκίνησαν να εφαρμόζουν το διάταγμα «Γραμμή του Βερολίνου» (Berlin Line), σύμφωνα με το οποίο, από τις 24 Ιουλίου 1990 και έπειτα, καμία νέα κατάληψη δεν θα γινόταν ανεκτή, και ανεξάρτητα από τυχόν ποινικές διώξεις ή ειδοποιήσεις έξωσης, οι καταλήψεις θα πρέπει να εκκενωθούν από την αστυνομία εντός 24ωρων από την στιγμή της κατάληψης. Στις αρχές του Νοεμβρίου η εκκένωση δυο σπιτιών στο Prenzlauer Berg και στο Lichtenberg οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις. Μετά τις εκκενώσεις το πρωί στις 12 Νοεμβρίου 1990, περίπου 50 καταληψίες από τα σπίτια της Mainzer Strasse αυθόρμητα διαδήλωσαν της αλληλεγγύη τους στις εκκενωμένες καταλήψεις. Σύμφωνα με τις αναφορές της αστυνομίας, οι καταληψίες αντέδρασαν στην εισαγωγή ενισχύσεων από την αστυνομία και στην χρήση κανονιών νερού και τεθωρακισμένων οχημάτων στην Mainzer Strasse, βομβαρδίζοντας την αστυνομία με φωτοβολίδες, πετώντας κεραμιδιά, πέτρες, σακιά τσιμέντου, σφεντόνες και βόμβες μολότοφ (Arndt, 1991: 13). Κατά τη διάρκεια της νύχτας μια βίαιη οδομαχία ξεκίνησε η οποία κράτησε για ώρες. Οι προσπάθειες από περίπου 1500 αστυνομικούς από ολόκληρη την Δύση, για να εισέλθουν στον δρόμο αποτύγχαναν, παρόλες τις χρήσεις κανονιών νερού, τεθωρακισμένων και χειρομβοβίδων-δακρυγόνων (ο.π.: 21). Αυτή η κλιμάκωση της βίας έκανε μια διαπραγματευτική λύση όλο και περισσότερο απίθανη, ειδικά επειδή η αστυνομία του Δυτικού Βερολίνου αγνόησε τους πολιτικούς πρωταγωνιστές της περιοχής και εστίασε στην έξωση δια της βίας. Τελικά τις πρωινές ώρες της 14 Νοέμβριου, η Mainzer Strasse καθαρίστηκε από συνολικά 3.000 αστυνομικούς από ολόκληρη τη Γερμανία, αρκετά ελικόπτερα και 10 αύρες. Με περισσότερους από 400 συλληφθέντες και πολλες απώλειες και από τις δυο πλευρές, αυτή ήταν η βίαιη καμπή στο ανατολικοβερολινέζικο κίνημα καταλήψεων.

Η εκκένωση της Mainzer Strasse κατέδειξε με σαφήνεια ότι η επιλογή της στρατιωτικής άμυνας των καταλήψεων είχε αποτύχει. Αυτή η διαπίστωση οδήγησε τη πλειοψηφία των ομάδων σε κατειλημμένα σπίτια να βρεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων σε μια συγκεκριμένη περιοχή, έγιναν συμφωνίες χρήσεις για την πλειοψηφία των σπιτιών με τις αντίστοιχες ενώσεις κατοίκων. Ωστόσο, όταν οι ιδιοκτησίες του Ανατολικού Βερολίνου αποδόθηκαν στους παλιούς τους ιδιοκτήτες ή στους νεότερους κληρονόμους, αυτές οι συμβιβαστικές συμφωνίες δεν θεωρούνταν πλέον αξιόπιστες. Στην περίπτωση μια σειράς καταλήψεων, η αλλαγή – ανακατανομή οδήγησε σε σύγκρουση με τους ιδιοκτήτες και σε περισσότερες εκκενώσεις τη δεκαετία του 1990.

Σε αντίθεση με το κύμα των καταλήψεων στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι εσωτερικές συζητήσεις μεταξύ των «διαπραγματευτών» και των «μη-διαπραγματευτών» στις καταλήψεις του Ανατολικού Βερολίνου παρέμειναν περιορισμένες σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Ειδικά μετά τη δραματική εκκένωση των κατειλημμένων σπιτιών της Mainzer Strasse μόνο λίγες καταλήψεις αρνήθηκαν να αποδεχτούν της διαπραγματευτική λύση. Αυτή η αλλαγή στάσης είναι εμφανής από την αναλογία των περίπου 30 εκκενωμένων σπιτιών και των 90 νομοποιημένων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Αν και περίπου τα τρία τέταρτα όλων των σπιτιών στο Ανατολικό Βερολίνο έγιναν σταδιακά ασφαλή με τις διαπραγματευτικές συμφωνίες, στο Δυτικό Βερολίνο τη δεκαετία του ‘80 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις μετα βίας πάνω από το 60%. Μετά τη νομιμοποίηση πολλοί πρώην καταληψίες ξεκίνησαν να κάνουν δομικές βελτιώσεις και ακολουθώντας τις δικές τους ανακαινίσεις και επιδιορθώσεις, ανέλαβαν συνολικές επισκευές, συχνά στα πλαίσια δημόσιων αναπτυξιακών προγραμμάτων. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 η Γερουσία του Βερολίνου ξόδεψε πάνω από 250 εκατομμύρια ευρώ σε αυτό που ήταν γνωστό ως αναπτυξιακά προγράμματα «αυτοβοηθητικής στεγαστικής πολιτικής». Συνολικά πάνω από 3.000 μονάδες ανακαινίστηκαν με αυτόν τον τρόπο, πολλες από αυτές πρώην καταλήψεις (Abgeordnetenhaus Berlin, 2002).  Με βάση τις συμφωνίες μίσθωσης στις οποίες κατέληξαν εδώ και πολλά χρόνια και ως αποτέλεσμα των ανθρώπων  που έχουν μια ουσιαστική προσωπική συμμετοχή στον εκσυγχρονισμό των κτιρίων, σύγχρονες συνθήκες στέγασης δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο αυτών των προγραμμάτων. Σε μερικές περιοχές, η ανακαίνιση των πρώην καταλήψεων ήταν το πρώτο σαφές δείγμα της αστικής ανανέωσης στην πράξη.

Καταλήψεις και αναδιάρθρωση της πόλης

Τα κινήματα καταλήψεων των δεκαετιών 1980 και 1990 ήταν παρόμοια όχι μόνο με όρους στιβαρότητας, μπορούμε να αναγνωρίσουμε πολλούς παραλληλισμούς μεταξύ των εμπλεκομένων διαδικασιών. Πρώτον, και στις δυο περιπτώσεις το κενό πολιτικής εξουσίας ήταν η συνθήκη για την εκρηκτική εξάπλωση των κινημάτων: τη δεκαετία του 1980 η επιθανάτια αγωνιά του κυβερνώντος SPD τον Ιανουάριο του 1981 και η περιορισμένη ικανότητα δράσης της μεταβατικής κυβέρνησης, και τη δεκαετία του 1990 η πτώση του τείχους του Βερολίνου και το θεσμικό χάος που ακολούθησε. Δεύτερον, και στις δυο περιπτώσεις η βίαιη εκδήλωση της ανάκτησης της κυριαρχίας στην πολιτικής της πόλης αποτέλεσε την κρίσιμη καμπή  που έληξε με την ήττα των κινημάτων: από τη μια πλευρά, η εκκένωση 8 καταλήψεων στις 22 Σεπτεμβρίου του 1981, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Klaus-Jürgen Rattay σκοτώθηκε, και από την άλλη η εκκένωση της Mainzer Strasse στις 14 Νοέμβριου 1990. Και στις δυο περιπτώσεις την αποκατάσταση της κυριαρχίας προηγήθηκαν εκτεταμένες αλλαγές στην πολιτική εξουσία στο γενικότερο αστικό επίπεδο: η εκλογή του CDU στην Γερουσία το 1981, η επίσημη επανένωση του Βερολίνου και η προσάρτηση της πρώην ΛΔΓ (Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας) στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία στις 3 Οκτωβρίου 1990. Τρίτον, μια ακόμη ομοιότητα ήταν το γεγονός ότι εκτεταμένα μοντέλα νομιμοποίησης των σπιτιών εφαρμόστηκαν στην κάθε περίπτωση σε μορφές δημόσιας ή μη κερδοσκοπικής ιδιοκτησίας, ενώ για τα σπίτια που είχαν ιδιωτική ιδιοκτησία συντάχθηκαν  ατομικά ενοίκια, μισθώσεις ή συμφωνίες αγοράς. Και τέταρτον, οι συγκρούσεις εντός και των δυο κινημάτων συνέβησαν πάνω στις ίδιες γραμμές: ενώ το 1990 η σύγκρουση ανάμεσα στους «διαπραγματευτές» και τους «μη-διαπραγματευτές» δεν ήταν τόσο έντονη όσο στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα από τη μια πλευρά στις «συντηρητικές» καταλήψεις και στις «καταλήψεις που προσπαθούσαν να δοκιμάσουν συλλογικές μορφές ζωής» και από την άλλη πλευρά στις «πολιτικές» και αυτόνομες καταλήψεις ήταν η ίδια. Ήταν ενδεικτικό ότι και στα δυο κινήματα οι καταλήψεις που οργανώθηκαν από ομάδες δράσης πολιτών ήταν οι πρώτες που έκαναν συμφωνίες και νομιμοποίησαν τα σπίτια τους.

Ωστόσο, παρόλες αυτές τις ομοιότητες, εμείς πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη τις διαφορές. Οι καταλήψεις της δεκαετίας του 1980 ήταν τμήμα μιας εκτεταμένης και διαφοροποιημένης εναλλακτικής υποκουλτούρας που επικεντρώθηκε στις κεντρικές περιοχές του Kreuzberg και του Schöneberg, το οποίο αποτέλεσε όχι μόνο το ιδεολογικό υπόβαθρο για τις καταλήψεις, αλλά επίσης το περιβάλλον της κοινωνικής και πολιτικής υποστήριξης. Αντιθέτως οι καταλήψεις του 1990, αποτελούνταν περισσότερο από ξένα στοιχεία σε μια κατάσταση σαρωτικής, ριζοσπαστικής αλλαγής. Ενώ υπήρχαν συνέχειες με τις πρακτικές της «παράνομης διαμονής» (‘schwarz wohnen’), της εποχής της ΛΔΓ και πολλά σπίτια είχαν τις ρίζες τους στις αντίστοιχες γειτονιές, δεν μπόρεσαν ωστόσο να θεωρηθούν μέρος ενός ευρύτερου κινήματος στις ανατολικές εσωτερικές περιοχές. Ωστόσο, η πιο σημαντική διάφορα ανάμεσα στις καταλήψεις του 1980 και του 1990 ίσως μπορεί να βρεθεί στο ρόλο που έπαιξαν στην αναδιάρθρωση της πόλης. Εμείς τώρα θα εξερευνήσουμε αυτή τη διαφορά σε βάθος.

Ο ρόλος των καταλήψεων στην αστική αναδιάρθρωση

Η πολιτική της ανανέωσης-ανάπλασης της πόλης που επιδιώχθηκε στο Βερολίνο μπορεί να χωριστεί σε τρεις ευδιάκριτες φάσεις και μοντέλα: πρώτη φάση, αυτή που είναι γνωστή ως «εδαφική ανάπλαση» (areal redevelopment), η οποία πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1963 και 1981, δεύτερη φάση η πολιτική της επιφυλακτικής αστικής ανάπλασης (cautious urban renewal), η οποία ακολουθήθηκε μεταξύ 1981 και 1989 και τρίτη φάση η μεταφορντιστική αστική ανανέωση (post-Fordist urban renewal) στο Ανατολικό Βερολίνο από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το κίνημα των καταλήψεων στο Βερολίνο σε κάθε περίπτωση συνόδευσε τη μετάβαση στο κάθε φορά νέο μοντέλο αστικής ανανέωσης. Για αυτό το λόγο εμείς πρέπει να εξετάσουμε πιο λεπτομερώς το συγκεκριμένο δίκτυο σχέσεων μεταξύ καταλήψεων και της εφαρμογής των νέων τύπων της αστικής ανανέωσης.

Η «εδαφική ανάπλαση» περιγράφει την προσέγγιση που εστίασε στην ευρεία κατεδάφιση του οικιστικού αποθέματος που απαιτούνταν για την ανανέωση, όπως επίσης για το χτίσιμο νέων, μοντέρνων κατοικιών. Το «Πρώτο Πρόγραμμα Αστικών Αναπλάσεων του Βερολίνου», εγκρίθηκε από τη Γερουσία το 1963 και προέβλεψε την κατεδάφιση 10.000 μονάδων κατοικίας. Το μοντέλο ανανέωσης βασίζονταν σε επενδυτές (κυρίως οικοδομικούς συνεταιρισμούς) που αγόραζαν κυρίως ιδιωτικές ιδιοκτησίες στις προς ανάπλαση περιοχές και στην εκτεταμένη οικονομική υποστήριξη για κατεδάφιση και νέες κατοικίες κτίρια από δημόσιους πόρους του Κοινωνικού Προγράμματος Ανάπτυξης Κατοικίας (Dahlhaus, 1968; Zapf, 1969). Πτυχές αυτής της κρατικής μορφής αστικής ανανέωσης στις οποίες ασκήθηκε ιδιαίτερη κριτική ήταν η αποτυχία εμπλοκής των κατοίκων, η συντονισμένη καταστροφή υφιστάμενων δομών στις γειτονιές και η κατεδάφιση χαμηλού κόστους οικιστικού αποθέματος το οποίο δεν αντικαταστάθηκε. Παρά την πλήρη χρηματοδότηση, τα ενοίκια στα νέα κτίρια ήταν σημαντικά υψηλότερα από εκείνα στις περιοχές με παλαιά κτίρια (Becker and Schulz zur Wiesch, 1982).

Η πολιτική της προσεκτικής αστικής ανανέωσης γεννήθηκε από την κριτική αυτή στην ανάπτυξη του χώρου. Κατά την εφαρμογή της η αστική ανανέωση εστίασε σε τρεις τύπους «προσοχής»: Προσοχή στην κατασκευή, η οποία περιέλαβε την διατήρηση του κτιριακού αποθέματος και τον εκσυγχρονισμό του με βήματα. Κοινωνική προσοχή, η οποία περιέλαβε την διατήρηση της σύνθεσης της κοινωνικής δομής, όπου ήταν δυνατό και επιτρέποντας τους ενοικιαστές στις υπό ανασυγκρότηση περιοχές να παραμείνουν στα σπίτια τους. Τέλος, την αρχή της προσοχής στην πολιτική σχεδιασμού, που περιλαμβάνει εκτεταμένη εμπλοκή και συμμετοχή των κατοίκων στις δραστηριότητες της ανανέωσης. Ένα συμμετοχικό μοντέλο αστικής ανανέωσης επιδιώχθηκε. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπήρξε αλλαγή στην υλική βάση της αστικής ανανέωσης. Ακόμα και η προσεκτική αστική ανανέωση-ανάπλαση στηρίχθηκε σε εκτεταμένους δημόσιους πόρους και στη μεταφορά οικοπέδων σε επενδύτες (συχνά αστικής ανάπτυξης), έτσι ώστε παρά τους άλλους στόχους, η αστική ανανέωση οργανώθηκε από εκείνη τη στιγμή από το κράτος και σε απόσταση από την αγορά (Konter, 1994; Bernt, 2003).

Οι καταλήψεις στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν κυρίως σημαντικές για την εφαρμογή της προσεκτικής αστικής ανανέωσης. Τα κατειλημμένα σπίτια και οι καταληψίες έδωσαν το έναυσμα, καθώς επίσης το αντικείμενο και τους εταίρους για το νέο μοντέλο αστικής ανανέωσης. Πρώτον, η επικέντρωση των κατειλημμένων σπιτιών στις μελλοντικές ή προ-σχεδιασμένες περιοχές ανασυγκρότησης ήταν η συνέπεια της κρίσης νομιμοποίησης στους υπό ανασυγκρότηση χώρους. Καταληψίες, ομάδες δράσης κατοίκων και μια κριτική πλευρά του δημόσιου επιτέθηκαν με ίσους όρους, αν όχι συχνά ως μια φωνή, στη σχεδιασμένη κατεδάφιση ολόκληρων δρόμων. Η αυτό-παρουσίαση του κινήματος των καταλήψεων ως «καταληψίες διατήρησης» (rehab squatters) πρότεινε μια ουσιαστική κριτική στην προσέγγιση των κατεδαφίσεων. Δεύτερον, τα κατειλημμένα σπίτια όχι μόνο ήταν το έναυσμα για μια νέα πολιτική αστικής ανανέωσης, ήταν την ίδια στιγμή ένα είδος πειραματικού εργαστηρίου στο οποίο δοκιμάζονταν νέα εργαλεία αστικής ανανέωσης.

Η έξωση των καταληψιών δεν ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίο η πόλη αντέδρασε στην κανονιστική απαίτηση για το τέλος της ύπαρξης των «χώρων της ανομίας». Για πρώτη φορά, κάποιοι από αυτούς που έμεναν στα κατειλημμένα σπίτια δέχθηκαν επιχορηγήσεις λόγω της ανακαίνισης και του σχεδιασμού των σπιτιών τους. Συλλογικές συμφωνίες χρήσης, σταδιακός εκσυγχρονισμός και ενσωμάτωση άτοκης αυτοβοήθειας που εκπροσωπούσε πλήρως νέες μορφές αστικής ανανέωσης και το τέλος του αυταρχικού καθεστώτος αστικής ανανέωσης στους υπό ανασυγκρότηση χώρους. Η προφανής συνέπεια των συμμετοχικών αρχών πίσω από την προσεκτική αστική ανανέωση μαζί την έννοια της «αυτο-ενδυνάμωσης» των καταληψιών, μπορεί να ειδωθεί ως το τρίτο επίπεδο της επιτυχημένης ενσωμάτωσης των καταλήψεων στην προσεκτική αστική ανανέωση. Πέρα από κάποιες βασικές επικρίσεις για την αποπολιτικοποίηση της στέγασης (Homuth, 1984)  και την έξωση των καταλήψεων, που περιγράφηκε ως «προληπτική αντι-εξέγερση», μια ανεξάρτητα σκεπτόμενη πολιτική συμμαχία που αποτελούνταν από εναλλακτικές ομάδες, καταληψίες, την Εναλλακτική Λίστα (αργότερα Πράσινο Κόμμα) και επαγγελματίες πολεοδόμους και αρχιτέκτονες συμφώνησε να αρνηθεί την γραφειοκρατική και κυβερνητική αστική ανανέωση του παρελθόντος και να δουλέψουν μαζί για να δημιουργήσουν εναλλακτικά μοντέλα.

Η μεταφορντιστική αστική ανανέωση στο Ανατολικό Βερολίνο τη δεκαετία του 1990 ήταν ξεκάθαρα διαφορετική από την προσεκτική αστική ανανέωση του δυτικού τμήματος της πόλης, με κριτήρια που σχετίζονται με το real estate, τον πολεοδομικό σχεδιασμό και τη χρηματοδότηση. Οι τεράστιες απαιτήσεις για ανανέωση περίπου 180.000 διαμερισμάτων σε παλιά κτίρια, η κρίση στα δημόσια οικονομικά και η ιδιωτικοποίηση των ακίνητων που επέφερε η επιστροφή σε περιοχές ανάπλασης οδήγησαν σε μια μορφή αστικής ανανέωσης «χρηματοδοτούμενη πρώτα και κύρια από τους ιδιοκτήτες ακίνητων» (Berlin Senate, 1993). Αντί της χρησιμοποίησης κεφαλαίων και μεταβίβασης ιδιοκτησίας σε οργανισμούς ανασυγκρότησης, οι αρχές προσπάθησαν να εφαρμόσουν τους κοινωνικούς και κτιριακούς στόχους της αστικής ανανέωσης στο Ανατολικό Βερολίνο χρησιμοποιώντας την πολεοδομική νομοθεσία. Ο τρόπος ελέγχου που αναπτύχθηκε για την αστική ανανέωση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια όλο και περισσότερο προσανατολισμένη σε διαπραγματεύσεις διοικητικές πράξεις (Holm, 2006: 90). Αντι για την επιβολή άμεσου ελέγχου μέσω «χρημάτων», οι στόχοι ανασυγκρότησης της δεκαετίας του 1990 ενισχύθηκαν με «νόμους και εντολές» ως μέσα ελέγχου. Στη διαδικασία αυτή δημιουργήθηκαν πολύπλευρα συστήματα διαπραγματεύσεων μεταξύ ενοικιαστών, ιδιοκτητών και των αρχών της πόλης. Το καθεστώς ανασυγκρότησης, ιδίως στους εργολάβους και στις επιτροπές ενοικιαστών, χρησιμοποίησε τη μετριοπάθεια και τη διαβούλευση για να παρέχει, όπου είναι δυνατό, χωρίς συγκρούσεις την εφαρμογή της αστικής ανανέωσης. Τώρα, οι καθοριστικοί παράγοντες ήταν όχι μόνο τα οικονομικά κριτήρια, αλλά επίσης οι πολιτιστικοί και κοινωνικοί πόροι. Ιδίως οι μορφωμένοι ενοικιαστές και αυτοί που ασχολήθηκαν στενά με κοινωνικά δίκτυα, ήταν σε καλύτερη θέση να υπολογίσουν τα συμφέροντά τους στις εξατομικευμένες διαπραγματεύσεις των εκσυγχρονιστικών σχεδίων (Häußermann et al., 2002).

Σε αντίθεση με το κίνημα των καταλήψεων στο Δυτικό Βερολίνο των αρχών του 1980, οι καταληψίες στο Ανατολικό Βερολίνο δεν έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην εφαρμογή ενός νέου καθεστώτος ανασυγκρότησης. Τα κατειλημμένα σπίτια, ήταν, στην πραγματικότητα, ένα ξένο στοιχείο στο νέο καθεστώς αστικής ανανέωσης. Όπως στο Δυτικό Βερολίνο, η ρυθμιστική στρατηγική της κυβέρνησης της πόλης έδωσε στους καταληψίες μεγάλο πεδίο για να ανακαινίσουν τα σπίτια τους. Στο Ανατολικό Βερολίνο οι αρχές ως επί το πλείστον προσέφυγαν σε λύσεις που ήδη είχαν δοκιμαστεί στο Δυτικό Βερολίνο. Η ρουτίνα χαλάρωσης με τα προγράμματα αυτοβοήθειας και τις συλλογικές συμβάσεις μίσθωσης δεν είχε καμία καινοτομική δυνατότητα για να εφαρμοστεί στα νέα μοντέλα ανασυγκρότησης στο Ανατολικό Βερολίνο, καθώς ήταν εστιασμένη σε ατομικές διαπραγματεύσεις και ιδιωτικές επενδύσεις. Αυτά τα προγράμματα, σε αντίθεση, έφεραν προσεκτική ανανέωση μόνο σε μικρή έκταση. Ο ειδικός ρόλος των κατειλημμένων σπιτιών όχι μόνο δε δημιούργησε διχόνοιες μεταξύ Ανατολής και Δύσης, αλλά επίσης εξηγήσει την αποφυγή σε συγκρούσεις ανάμεσα στις περιοχές της πόλης. Το ιδιαίτερο κύρος τους, έκανε δύσκολη τη συνεργασία με τους ενοικιαστές και τις πρωτοβουλίες των γειτονιών. Για παράδειγμα, η ευρέως διαδεδομένοι φόβοι σε σχέση με τη διαδικασία αποκατάστασης και αλλαγής ιδιοκτησιακού καθεστώτος έπαιξαν μικρό ρόλο στις πρώην καταλήψεις που είχαν μακροχρόνιες συμφωνίες μίσθωσης. Η επαφή μεταξύ των τοπικών πρωτοβουλιών και των κατειλημμένων σπιτιών υπήρξε κυρίως σε περιπτώσεις που οι ιδιοκτήτες προσπαθούσαν από μόνοι τους να εκκενώσουν του καταληψίες. Για παράδειγμα, μια φωτιά στη στέγη των καταλήψεων της Dunckerstrasse 14/15  στην πλατειά Helmholtz στο Prenzlauer Berg οδήγησε σε μαζική ένδειξη αλληλεγγύης ανάμεσα στους γείτονες και μπορεί να θεωρηθεί ως η γέννηση πολλών πρωτοβουλιών γειτονίας που ακόμα και σήμερα είναι ενεργές στην περιοχή. Κατά την άποψη άλλων κατοίκων με διαφορετικά συμφέροντα, η αλληλεγγύη αναπτύχθηκε σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Η έρευνα που διεξάχθηκε στα κινήματα όπως στους καταληψίες του Kreuzberg τη δεκαετία του 1980 δείχνουν ότι τα κοινωνικά κινήματα πόλης δεν μπορούν πραγματικά να γίνουν κατανοητά όταν εξετάζονται μεμονωμένα και ότι πρέπει αντιθέτως να εξετάζονται στο πλαίσιο της γενικότερης κοινωνικής αλλαγής. Στο πλαίσιο της φορντιστικής ανάπλασης των χώρων, οι καταλήψεις μπορούν να ειδωθούν ως καταλύτες για την χωρική ανάπτυξη. Ο προσανατολισμός προς τη κατεύθυνση της διατήρησης των σπιτιών στην αρχική περίοδο, η απαίτηση για μια αναλυτική διαδικασία ανανέωσης, και ακόμα η εφαρμογή ενός εκτεταμένου περιβάλλοντος για την αστική ανανέωση, μπορούν να ειδωθούν ως αποκρυσταλλωμένα σημεία της μεταφορντιστική αστικής ανανέωσης (Jahn, 1994). Με τον τρόπο αυτό, το κίνημα καταλήψεων του Kreuzberg απεικονίζει την σημερινή λειτουργία που αποδίδεται στα κοινωνικά κινήματα πόλης (Rucht, 1997). Η θεσμοθέτηση των κοινωνικών κινημάτων που η Margit Mayer (2009: 15) ονομάζει «από τη διαμαρτυρία στο πρόγραμμα» αντανακλάται στην πρακτική της «αυτοβοήθειας στη συντήρηση των κτιρίων», αλλά επίσης  και στην κατηγορηματική αποδοχή της προσεκτικής αστικής ανανέωσης (cautious urban renewal). Στις μελέτες του στη Ζυρίχη, ο Christian Schmid (1998) αναφέρεται σε μια διαλεκτική των κοινωνικών κινημάτων με τον σχηματισμό της «παγκόσμιας πόλης» της Ζυρίχης, και ειδικότερα προσδιορίζει την ώθηση των κινημάτων διαμαρτυρίας στη πόλη και των δραστηριοτήτων της υποκουλτούρας για να έρθει στη συνέχεια ένα πολιτιστικό άνοιγμα και να μορφοποιηθεί η κοσμοπολίτικη εικόνα της πόλης (ο.π.: 221). Στο Βερολίνο επίσης, υπήρξαν προσπάθειες να ενσωματωθεί πολύπλευρα το κίνημα των καταλήψεων και οι αυτοοργανωμένες πολιτιστικές μορφές έκφρασης στην εικόνα της ζωντανής και δημιουργικής πόλης. Οι διαμαρτυρίες των κινημάτων πόλης και το κίνημα των καταλήψεων δεν θα πρέπει να αναλύεται ως κατά το αντίθετο στην νεοφιλελεύθερη αστική ανάπτυξη, αλλά πρέπει πάντα να εξετάζεται με όρους ώθησης της αναδιάρθρωσης.

Αν διαιρέσουμε τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές για την πόλη σε «roll-back» (επιστροφή-επαναφορά) και «roll-out» (είσοδος-έναρξη) φάσεις του νεοφιλελευθερισμού (Peck and Tickell, 2002), η ιστορία της αστικής ανανέωσης του Βερολίνου δείχνει ότι στο Kreuzberg στη δεκαετία του 1980 εφαρμόστηκαν νέες μορφές έλεγχου και διακυβέρνησης ενώ τα φορντιστικά χρηματοδοτικά εργαλεία παρέμειναν. Μόνο όταν το μοντέλο εφαρμόστηκε στις υπό ανασυγκρότηση περιοχές του Ανατολικού Βερολίνου τη δεκαετία του 1990 έγινε φανερό και αξιοσημείωτο ένα «roll back» των πρότερων δομών του κράτους πρόνοιας για την αστική ανανέωση. Η οικονομία της αστικής ανανέωσης, δεν στηρίζονταν πλέον στη δημόσια χρηματοδότηση και στους δημόσιους οργανισμούς ανασυγκρότησης, τώρα σχεδιάζεται σε ιδιωτικές επενδύσεις επαγγελματιών ανάπτυξης ιδιοκτησίας (εργολάβων). Ωστόσο, η επικοινωνιακή ενσωμάτωση των σχεδίων εκσυγχρονισμού, η εμπλοκή μη κυβερνητικών οργανισμών και η ρητορική της «προσεκτικής αστικής ανανέωσης» επιβίωσαν. Οι απαιτήσεις του κινήματος των καταλήψεων για προσεκτική μεταχείριση των κτιριακών δομών και για μεγαλύτερη συμμετοχή απορρίφθηκε από το λογισμικό (software) της νεοφιλελεύθερης αστικής ανανέωσης, ενώ αλλαγές στο «hardware» δεν συνέβησαν μέχρι η αστική ανανέωση να επεκταθεί στο Ανατολικό Βερολίνο. Οι καταληψίες δεν ήταν τόσο πολύ η μηχανή αυτού του δεύτερου μετασχηματισμού της αστικής ανανέωσης καθώς ήταν ξένα στοιχεία στην ανάπτυξή της. Η αποχή από την προσωπική πολιτική ατζέντα της πόλης απομόνωση το κίνημα των καταλήψεων της δεκαετίας του 1990 από αλλά κινήματα διαμαρτυρίας πόλης.

Ένα νέο πολιτικό κίνημα πόλης;

Τα αριστερίστικα κινήματα σήμερα αντιλαμβάνονται και πάλι την αστική αναδιάρθρωση ως θέμα, και ένα «κίνημα των ελεύθερων χωρών» φαίνεται να αναλαμβάνει τις εκκρεμότητες που άφησε το κίνημα των καταλήψεων της δεκαετίας του 1990. Στο Βερολίνο, αυτά τα θέματα αναβίωσαν πρώτα στην καμπάνια για ένα κοινωνικό κέντρο μεταξύ 2001 και 2005.  Η κινητοποίηση ενάντια στην εκκένωση του μακροχρόνιου house project στην Yorckstrasse 59, όπως επίσης η κατάληψη του πρώην νοσοκομείου Bethanien και η χρήση του ως κοινωνικό κέντρο λίγες μέρες μετά τις εκκενώσεις του Ιουνίου του 2005, αναβίωσε τη συζήτηση σχετικά με την αστική αναδιάρθρωση και τους ελεύθερους χώρους. Οι συζητήσεις γύρω από αυτό το αντικείμενο στο Βερολινέζικο κίνημα το 2008 φάνηκε προς το παρόν να έχουν φθάσει στο ανώτατο σημείο: οι «ημέρες δράσης καταλήψεων» (squatter action days) που πραγματοποιήθηκαn σε ολόκληρη την Ευρώπη το Απρίλιο, την πετυχημένη πρόληψη για την πιθανή εκκένωση του κοινωνικού κέντρου Köpi, τις μέρες δράσης «χειραφετημένου χώρου» στα τέλη Μαΐου, και τέλος ένα δημοψήφισμα που καλέστηκε από την συμμαχία «Βουλιάξτε το Mediaspree[6]» (Sink the Mediaspree) με το 87% των συμμετεχόντων να ψηφίζουν ενάντια στο μεγάλης κλίμακας πρόγραμμα αστικής ανάπλασης.

Μετά από 15 χρόνια καθυστέρηση, πως μπορούν τα κινήματα πόλης να αναλάβουν τέτοιες πολιτικές σημασίες εντός το σημερινού μοντέλου της μεταφορντιστικής αστικής ανανέωσης;  Ο πρώτος καθοριστικός παράγοντας ήταν η εμφάνιση ενός «νέου» πολιτικού κινήματος τη δεκαετία του 1990, για το οποίο η εξέγερση των Ζαπατίστας το 1995 στην Τσιάπας στο Μεξικό και οι διαδηλωτές στο Σιάτλ το 1999 και στη Γένοβα το 2001 μπορούν να θεωρηθούν ως το τα πιο σημαντικά σημεία αναφοράς. Για αυτό, για παράδειγμα η εκστρατεία για ένα κοινωνικό κέντρο ξεκίνησε λίγο μετά τη Γένοβα, ήταν λιγότερο η έκφραση έλλειψης χώρου για τα αριστερίστικα κινήματα από ότι το αποκορύφωμα των ομάδων σύγκλισης και των τάσεων στο πλαίσιο ενός κινήματος κριτικού στην παγκοσμιοποίηση (cf. Lebuhn, 2008: 30ff). Ένας δεύτερος λόγος είναι η επιταχυνόμενη αστική ανανέωση στις κεντρικές περιοχές του Βερολίνου. Πολυτελής εκσυγχρονισμός, αυξανόμενες τιμές ενοικίων και κοινωνική εκτόπιση δεν περιορίζονται πλέον στις περιοχές του Prenzlauer Berg και του Mitte, αλλά μπορούν να ειδωθούν όλο και περισσότερο και σε άλλες κεντρικές περιοχές όπως Friedrichshain, Kreuzberg ή Neukölln. Επιπλέον πρώην κατειλημμένα σπίτια πλέον δεν αποκλείονται από αυτές τις τάσεις. Οι αλλαγές στους ιδιοκτήτες ή αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για κέρδη από τους υπάρχοντες ιδιοκτήτες επηρέασε τους αριστερίστικους «ελεύθερους χώρους» όπως τη Yorckstrasse 59 και σήμερα επίσης στη Rigaer 54, στο Köpi και στη Brunnenstrasse 183. Αυτό έχει οδηγήσει σε ευρύτερες συμμαχίες όπως την καμπάνια «Μένουμε Ενωμένοι» (Wir Bleiben Alle!) η οποία δημιουργήθηκε με την οργάνωση των καταληψιακών ημερών δράσης, ή μέσω της συμμετοχής στη καμπάνια «Βουλιάξτε το Mediaspree» (Sink the Mediaspree), τελικά θα έχει αξιοσημείωτες επιπτώσεις για τη σημερινές πολιτικές αστικής ανανέωσης, ή στην πραγματικότητα, μπορούμε να αναμένουμε μια ρήξη με το σημερινό μοντέλο ανάπλασης; Η όλο και εντεινόμενη στεγαστική πολιτική κατάσταση, ο μεγάλος αριθμός νέων και παλαιών ομάδων και πρωτοβουλιών, και η αρχική θεσμική επιτυχία όπως το θριαμβευτικό δημοψήφισμα κατά της ανάπτυξης του Mediaspree είναι τουλάχιστον σημάδια ενός νέου κύματος διαφωνιών-συγκρούσεων στην πολιτική για την πόλη.

 

Andrej Holm (holm@em.uni-frankfurt.de), Institute of Human Geography, Johann Wolfgang Goethe-University, Robert-Mayer-Str. 6–8, 60325 Frankfurt am Main, Germany, and Armin Kuhn (armin.kuhn@reflect-online.org; sancho@jp.berlin), Wirtschafts- und Sozialwissenschaftliche Fakultδt, Lehrstuhl fόr Politikwissenschaft, Verwaltung und Organisation, University of Potsdam, August-Bebel-Str. 89, 14482 Potsdam, Germany.

 

References

Abgeordnetenhaus Berlin (2002) Kleine Anfragen zum Thema Stadtentwicklung, Umwelt [Small questions about urban development, environment]. In K-G. Wellmann (CDU), ‘Wohnungspolitische Projekte’, Drucksache 15/643.

AG Grauwacke (2008) Autonome in Bewegung: Aus den ersten 23 Jahren [Autonomists in motion: About the first 23 years]. Fourth edition, Assoziation A, Berlin.

Arndt, S. (ed.) (1991) Berlin — Mainzer Straße. Wohnen ist wichtiger als das Gesetz [Berlin — Mainzer Strasse. Living is more important than the law]. BasisDruck, Berlin.

Aust, S. and S. Rosenbladt (eds.) (1981) Hausbesetzer: wofür sie kämpfen, wie sie leben und wie sie leben wollen [Squatters: what they are fighting, how they live and how they want to live]. Hoffmann und Campe, Hamburg.

Bacia, J., K-J. Scherer and W. Brandt (1981) Paßt bloß auf. Was will die neue Jugendbewegung? [Just take care. What does the new youth movement want?] Olle & Wolter, Berlin.

Becker, H. and J. Schulz zur Wiesch (1982) Sanierungsfolgen: eine Wirkungsanalyse von Sanierungsfolgen in Berlin, Stuttgart u.a. [Consequences of rehabilitation: an impact analysis of rehabilitation consequences in Berlin, Stuttgart, and elsewhere]. Kohlhammer, Stuttgart, Berlin.

Benjamin, B. (no date) Die Schlacht in der Mainzer Straße [The battle in Mainzer Strasse]. [WWW document]. URL http:// www.berlinstreet.de/texte/010.shtml (accessed 1 August 2008).

Bernt, M. (2003) Rübergeklappt! Die ‘Behutsame Stadterneuerung’ im Berlin der 90er Jahre [Imposed! ‘Careful urban renewal’ in Berlin in the 1990s]. Schelsky & Jeep, Berlin.

Bodenschatz, H., V. Heise and J. Korfmacher (1983) Schluss mit der Zerstörung? Stadterneuerung und städtische Opposition in Amsterdam, London und West-Berlin [An end to destruction? Urban renewal and urban opposition in Amsterdam, London and West Berlin]. Anabas, Giessen.

Brand, E. (1988) Staatsgewalt: politische Unterdrückung und innere Sicherheit in der Bundesrepublik [State power: political repression and internal security in the Federal Republic]. Werkstatt, Göttingen.

Dahlhaus, J. (1968) Programm und Plan aus der Sicht der Verwaltung [Programme and plan from the perspective of the administration]. Stadtbauwelt 18, 1365–67.

EA (Ermittlungsausschuss Berlin [Berlin Commission of Inquiry]) (1981) Abgeräumt? 8 Häuser geräumt . . . Klaus-Jürgen Rattay tot. Eine Dokumentation [Cleared? 8 houses evacuated . . . Klaus-Jürgen Rattay dead. A documentary] [WWW document]. URL http://squat.net/archiv/berlin/22.9.81/ 86.html (accessed 10 July 2008).

Galenza, R. and H. Havemeister (eds.) (2005) Wir wollen immer artig sein . . . Punk, New Wave, HipHop und Independent-Szene in der DDR von 1980 bis 1990 [We always want to be good . . . The punk, new wave, hip-hop and indie scene in the GDR, 1980 to 1990]. Schwarzkopf & Schwarzkopf, Berlin.

Geronimo (1990) Feuer und Flamme: Zur Geschichte der Autonomen [All fired up: the history of the autonomists]. ID-Archiv, Berlin, Amsterdam.

Grottian, P. and W. Nelles (eds.) (1983) Großstadt und neue soziale Bewegungen [The city and new social movements]. Birkhäuser, Basel.

Hannemann, C. (2000) Die Platte: industrialisierter Wohnungsbau in der DDR [Prefabs: industrialized housing construction in the GDR]. Schiller, Berlin.

Häußermann, H., A. Holm and D. Zunzer (2002) Stadterneuerung in der Berliner Republik: Modernisierung in Berlin- Prenzlauer Berg [Urban renewal in the Berlin republic: modernization in Berlin-Prenzlauer Berg]. Leske & Budrich, Opladen.

Holm, A. (2006) Die Restrukturierung des Raumes: Stadterneuerung der 90er Jahre in Ostberlin: Interessen und Machtverhältnisse [The restructuring of space: urban renewal in East Berlin in the 1990s: interests and power relations]. Transcript, Bielefeld.

Homuth, K. (1984) Statik Potemkinscher Dörfer. ‘behutsame Stadterneuerung’ und gesellschaftliche Macht in Berlin-Kreuzberg [Static village façades: ‘careful urban renewal’ and social power in Berlin-Kreuzberg]. Ökotopia, Berlin.

Hoscislawski, T. (1991) Bauen zwischen Macht und Ohnmacht: Architektur und Städtebau in der DDR [Construction between power and powerlessness: architecture and urban construction in the GDR]. Verlag für Bauwesen, Berlin.

Jahn, W. (1994) Von der fordistischen zur postfordistischen Stadterneuerung [From Fordist to post-Fordist urban renewal]. PhD dissertation, Otto-Suhr Institute of Political Science, Universität Berlin, Berlin.

Katsiaficas, G. (1997) The subversion of politics: European autonomous social movements and the decolonization of everyday life. AK Press, Oakland, CA.

Konter, E. (1994) Die ‘klassische Stadterneuerung’ in Berlin [‘Classical urban renewal’ in Berlin]. In Arbeitskreis Stadterneuerung (ed.), Jahrbuch Stadterneuerung 1994 [Urban renewal yearbook 1994], TU Berlin, Berlin.

Koopmans, R. (1995) Democracy from below: new social movements and the political system in West Germany. Westview Press, Boulder, CO.

Laurisch, B. (1981) Kein Abriß unter dieser Nummer: 2 Jahre Instandbesetzung in der Cuvrystraße in Berlin-Kreuzberg [No demolition at this number: 2 years rehab squatting in the Cuvrystrasse in Berlin-Kreuzberg]. Anabas, Gießen.

Lebuhn, H. (2008) Stadt in Bewegung: Mikrokonflikte um den öffentlichen Raum in Berlin und Los Angeles [City in motion: micro conflicts over public space in Berlin and Los Angeles]. Westfälisches Dampfboot, Münster.

Matthies, B. (2006) Sumpfiges Ende einer Ära [Miry end of an era]. Der Tagesspiegel 12 January 2006 [WWW document]. URL http://www.tagesspiegel. de/berlin/;art270,2030598 (accessed 17 July 2008).

Mayer, M. (1986) Soziale Bewegungen in der Stadt: eine vergleichende Untersuchung von Veränderungsprozessen im Verhältnis zwischen städtischen Bewegungen und Staat in den Vereinigten Staaten von Amerika und der Bundesrepublik Deutschland [Social movements in the city: a comparative study of change processes in the relationship between urban movements and the state in the United States of America and the Federal Republic of Germany]. Habilitation dissertation, Department of Political Science, Johann Wolfgang Goethe-Universität, Frankfurt am Main.

Mayer, M. (2002) Soziales Kapital und Stadtentwicklungspolitik — ein ambivalenter Diskurs. [Social capital and urban development politics — an ambivalent discourse]. In M. Haus (ed.), Lokale Politik, soziales Kapital und Bürgergesellschaft [Local politics, social capital and civil society], Leske & Budrich, Opladen.

Mayer, M. (2009) Das ‘Recht auf die Stadt’: Slogans und Bewegungen [The ‘right to the city’: slogans and movements]. Forum Wissenschaft 26.1, 14–18.

Michel, K.M. and T. Spengler (eds.) (1981) Kursbuch 65: Der große Bruch — Revolte 81 [Course book 65: The big break — Revolt 81]. Kursbuch, Berlin.

Mulhak, R. (1983) Der Instandbesetzungskonflikt in Berlin [The rehab squatting conflict in Berlin]. In P. Grottian and W. Nelles (eds.), Großstadt und neue soziale Bewegungen [City and new social movements], Birkhäuser, Basel.

Nitsche, R. (ed.) (1981) Häuserkämpfe 1972/ 1920/1945/1982 [Housing wars 1972/ 1920/1945/1982]. Transit, Berlin.

Peck, J. and A. Tickell (2002) Neoliberalizing space. In N. Brenner and N. Theodore (eds.), Spaces of neoliberalism: urban restructuring in North America and Western Europe, Blackwell, Malden, MA.

Pökatzky, K. (1983) Der Traum ist aus [The dream is over]. Die Zeit 33, 9–10 [WWW document]. URL http://www.zeit.de/1983/ 33/Der-Traum-ist-aus?page=1 (accessed 14 July 2008).

Pruijt, H. (2004) Okupar en Europa [Squatting in Europe]. In R. Adell Argilés, and M. Martínez López (eds.), ¿Dónde están las llaves? El movimiento okupa: prácticas y contextos sociales [Where are the keys? The squatters’ movement: practical and social contexts], La Catarata, Madrid.

Rucht, D. (1997) Modernisierung und neue soziale Bewegungen: Deutschland, Frankreich und USA im Vergleich [Modernization and new social movements: Germany, France and USA in comparison]. Campus, Frankfurt am Main, New York.

Scheer, J. and J. Espert (1982) Deutschland, Deutschland, alles ist vorbei: alternatives Leben oder Anarchie? Die neue Jugendrevolte am Beispiel der Berliner ‘Scene’ [Germany, Germany, it’s all over: alternative life or anarchy? The new youth rebellion as exemplified by Berlin’s ‘scene’]. Bernard & Graefe, München.

Schmid, C. (1998) The dialectics of urbanisation in Zurich: global city formation and social movements. In INURA (ed.), Possible urban worlds: urban strategies at the end of the 20th century, Birkhäuser, Basel.

SenBauWohn (Senatsverwaltung für Bauen und Wohnen [Senate Department for Construction and Housing]) (1990)

Stadterneuerung Berlin: Erfahrungen, Beispiele, Perspektiven [Urban Renewal in Berlin: experiences, examples, perspectives]. SenBauWohn, Berlin.

Schultze, T. and A. Gross (1997) Die Autonomen: Ursprünge, Entwicklung und Profil der autonomen Bewegung [The autonomists: origins, development and profile of the autonomous movement]. Konkret Literatur Verlag, Hamburg.

Schwarzmeier, J. (2001) Die Autonomen zwischen Subkultur und sozialer Bewegung [The autonomists between subculture and social movement]. Second edition, Books on Demand, Norderstedt.

Sonnewald, B. and J. Raabe-Zimmermann (1983) Die ‘Berliner Linie’ und die Hausbesetzer-Szene [The ‘Berlin Lineand the squatting scene]. Berlin-Verlag, Berlin.

Zapf, K. (1969) Rückständige Viertel: eine soziologische Analyse der städtebaulichen Sanierung in der Bundesrepublik [Backward neighbourhoods: a sociological analysis of urban redevelopment in the Federal Republic]. Europäische  Verlagsanstalt, Frankfurt am Main.

 

[1] Ωστόσο, δεν θα πρέπει να ξεχνιέται ότι το προσωπικό από πολλες εναλλακτικές οικονομίες οργανώσεις ζούσε από το κοινωνικο κράτος. Η σημασία της κοινωνικής ασφάλειας για ευρείας κλίμακας και μεγάλης διάρκειας κινητοποιήσεις και η ριζοσπαστικοποίηση των νέων κοινωνικών κινημάτων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν μπορεί να υπερεκτιμηθεί (Mayer, 1986).

[2] Η εξέγερση ήταν ευρύτερη, τόσο στις θεματικές της όσο και με όρους ανθρώπων, για αυτό ο όρος που χρησιμοποιούνταν «νεανικό κίνημα» είναι παραπλανητικός.

[3] Ο τελευταίος όρος είναι, φυσικά, ατυχής: παρά την πολεμική της εποχής, υπήρχε αναμφισβήτητα μια πολιτική πτυχή και σε άλλες προσεγγίσεις. Αλλά από τη στιγμή που κάθε εναλλακτικός όρος είναι εξίσου ασαφής και μονόπλευρος, σε αυτό το άρθρο θα χρησιμοποιούμε τον όρο «πολιτικές» καταλήψεις για να επισημάνουμε αυτό το τελευταίο ειδος.

[4] Κυβερνητική ανακοίνωση του δημάρχου του Βερολίνου , Hans-Jochen Vogel, στις 12 Φεβρουαρίου 1981 (quoted in Sonnewald and Raabe-Zimmermann, 1983: 67).

[5] Εάν λάβουμε υπόψη τα στοιχεία καταστολής τον πρώτο χρόνο του κινήματος των καταλήψεων  (Δεκέμβριος 1980 έως Δεκέμβριος 1981), τα στοιχεία αποκαλύπτουν: 2,000 άτομα τραυματίστηκαν από αστυνομικές δυνάμεις, ένας από αυτούς θανάσιμα, και 4,972 προσήχθησαν σε δίκη, από τους οποίους μόνο το 3% τελικά είχε ποινικές διώξεις (Brand, 1988: 216, 228).

[6] ΣτΜ. Mediaspree: το μεγαλύτερο επενδυτικό κατασκευαστικό πρόγραμμα στο Βερολίνο. Στοχεύει στην εγκατάσταση εταιρειών τηλεπικοινωνίας και media κατά μήκος τμημάτων του ποταμού Spree όπως επισης και να εφαρμόσει γενικότερες αναπλάσεις στην ευρύτερη περιοχή. Ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 αλλά είχε μείνει ανολοκλήρωτο λόγω οικονομικών προβλημάτων και της έντονης κοινωνικής αντίδρασης.