Ο αγώνας των γυναικών στον Ιράκ

Πριν την κατοχή

Οι γυναίκες, σε σχέση με άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής, απολάμβαναν μιας καλύτερης θέσης καθώς και περισσότερων ελευθεριών, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει πως τους είχε αναγνωριστεί πλήρης ισότητα με τους άνδρες. Το γεγονός αυτό δεν οφείλονταν, όπως πιστεύεται, στο δήθεν «εκκοσμικευμένο» χαρακτήρα του μπααθιστικού καθεστώτος. Η θέση αυτή κατακτήθηκε μέσα από τους αγώνες των γυναικών κατά τη δεκαετία του 1950, πολύ πριν από την ανάληψη της εξουσίας από το μπααθιστικό κόμμα. Ο νόμος πάνω στα ατομικά δικαιώματα του 1958, που διασφάλιζε πρώτα και κύρια το δικαίωμα στην εκπαίδευση, στο διαζύγιο και τη φύλαξη των παιδιών διατηρήθηκε εν ενεργεία για κάποιο χρονικό διάστημα. Από τροπολογία σε τροπολογία όμως η εμβέλειά του άρχισε να περιορίζεται. Η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών διασφαλίστηκε θεωρητικά από το προσωρινό σύνταγμα του 1970, ενώ το δικαίωμα ψήφου παραχωρήθηκε από τον Σαντάμ Χουσεΐν το 1980. Πρέπει επίσης να σημειωθεί πως «ο ιρακινός νόμος πάνω στα ατομικά δικαιώματα» προϋπέθετε πως, στις μη προβλεπόμενες από το νόμο περιπτώσεις, ίσχυε η σαρία[1].

Η υποβάθμιση των δικαιωμάτων των γυναικών ξεκίνησε στην πραγματικότητα με τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, το 1980. Όπως μάλιστα εξηγεί η ιρακινή φεμινίστρια Χουζάν Μαχμούτ: «το Ιράκ, έλεγε ο Σαντάμ, έχει ανάγκη τις γυναίκες στο σπίτι, να ταΐζουν τους συζύγους τους και τα παιδιά τους, να διαχειρίζονται την οικονομία και να μην δαπανούν πολλά, ώστε να βοηθήσουν τη χώρα να εξέλθει [Σ.τ.Μ.: από την κρίση]. Όλα αυτά κατέληξαν στη συνεχή καταπάτηση των δικαιωμάτων των γυναικών. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ του Ιράκ και του Ιράν οι γυναίκες εκπροσωπούσαν πάνω από το 70% των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά με τη λήξη της σύρραξης, το καθεστώς τις έστειλε στα σπίτια τους»[2]. Οι οργανώσεις των γυναικών απαγορεύτηκαν, εκτός βέβαια από την Ένωση των Ιρακινών Γυναικών, της γυναικείας δηλαδή πτέρυγας του μπααθιστικού κόμματος.

Με τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου το 1991 η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο στο βαθμό που, προκειμένου να λάβει την υποστήριξη των μουσουλμανικών καθεστώτων και οργανώσεων, ο Σαντάμ Χουσεΐν υιοθέτησε μια φρασεολογία πιο συμβατή με τις ισλαμικές αξίες. Πιο συγκεκριμένα, ο Σαντάμ εξαπέλυσε την «εκστρατεία πίστης», που απέβλεπε στην εξόντωση των εκπορνευόμενων γυναικών δια μέσου του αποκεφαλισμού τους. Η Ανίκ Λε Φλοκ’μοάν, δημοσιογράφους του περιοδικού Elle, αφιέρωσε πάνω στο θέμα αυτό μια έρευνα, λίγο πριν από την πτώση του καθεστώτος. Όπως αναφέρει: «η Σουχάρ Μπελχασέν –αντιπρόεδρος της Τυνήσιας Ένωσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ενώσεων για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ΔΟΕΑΔ)– και η Φρανσουάζ Μπριέ –επιφορτισμένη με την αποστολή της Συμμαχίας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα– συνέλεξαν πολυάριθμες μαρτυρίες τόσο στο Αμμάν (Ιορδανία), όσο και στο Νταμάς (Συρία) με ιρακινούς πρόσφυγες. Συγκέντρωσαν τα ονόματα 150 δημόσια αποκεφαλισμένων γυναικών τον προηγούμενο χρόνο στο Ιράκ. Αυτόν τον αριθμό μπορεί κανείς, τουλάχιστον να τον διπλασιάσει: σε αυτήν τη φιμωμένη χώρα, οι αποκεφαλισμοί σκεπάστηκαν κάτω από ένα βαρύ πέπλο σιωπής»[3]. Στην πραγματικότητα, ο χαρακτηρισμός πόρνη δε βρίσκεται κατ’ ανάγκη σε αντιστοιχία με την επαγγελματική δραστηριότητα του θύματος, αλλά πρόκειται περισσότερο για ένα είδος ηθικής απαξίωσης: «οι περισσότερες από τις γυναίκες που εκτελέστηκαν ήταν γυναίκες οι οποίες τόλμησαν να ασκήσουν κριτική στο καθεστώς ή οι σύζυγοί τους ήταν αντιφρονούντες. Ανάμεσα στις δολοφονημένες βρίσκουμε γυναίκες σιιτών ιμάμηδων, παρουσιάστριες της τηλεόρασης, γιατρούς, γυναικολόγους».

Ένα από τα εμφανή συμπτώματα της υποβάθμισης της κατάστασης των γυναικών κατά την περίοδο του επιβαλλόμενου εμπάργκο στο Ιράκ (1991-2003) ήταν και η κατακόρυφη άνοδος του αναλφαβητισμού. Παρόλο που το μπααθιστικό καθεστώς επαίρονταν επίσημα πως ο αλφαβητισμός πέρασε από το 7% στο 75% από τη διακήρυξη της Δημοκρατίας, ενώ στην πραγματικότητα αυτός ξαναέπεσε στο 25% κατά το 2000, συμβάλλοντας έτσι στη μαζική υποβάθμιση της κατάστασης των γυναικών[4]. Για αυτήν την πτώση δεν οφείλεται μονάχα η πολιτική του καθεστώτος, όσο, πριν από όλα, οι σκληρές οικονομικές και διατροφικές συνθήκες κατά τη διάρκεια του εμπάργκο, που έθεσαν σε προτεραιότητα την απλή επιβίωση. Οι πιο επιρρεπείς ανάμεσά τους ήταν οι χείρες του πολέμου ή οι τόσο φτωχές γυναίκες που δεν μπορούσαν να βρουν ένα σύζυγο.

Μπορεί κανείς επίσης να κρίνει –με βάση τα αποτελέσματα μιας μελέτης πάνω στις φυσικές συνέπειες του εμπάργκο πάνω στο γυναικείο πληθυσμό της Βαγδάτης που διεξήχθη το 1998, στην οποία συμμετείχε ο Αμάλ Σουαντιάν, γιατρός-διατροφολόγος που η Κατρίν Σιμόν, δημοσιογράφος της Monde πήρε συνέντευξη το Φεβρουάριο του 2003– πως: «Από τα περίπου 4.600 κορίτσια και αγόρια που η ομάδα του ακροάστηκε, ζύγισε και μέτρησε, αποδείχτηκε πως το 16% μεταξύ των πιο νέων, ηλικίας από 10 έως 14 χρόνων, υπέφεραν από “σοβαρό υποσιτισμό” και το 41% από “χρόνιο υποσιτισμό” –με συνέπειες ιδιαίτερα στο ύψος τους, που ήταν “ξεκάθαρα κάτω από το μέσο όρο”. Ο αρσενικός πληθυσμός πλήττονταν λιγότερο: οι καλύτερα σερβιρισμένοι του οικογενειακού τραπεζιού παρέμεναν ο πατέρας και ο γιος» [5].

Ένα από τα θεμελιώδη μέτρα που πάρθηκαν από το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν εναντίων των γυναικών ήταν η επίσημη ανοχή απέναντι στα «εγκλήματα τιμής». Το 1990 ο Σαντάμ εισήγαγε στο νέο ποινικό κώδικα, το άρθρο 111, το οποίο απάλλασσε από οποιαδήποτε ποινή τον άνδρα εκείνο που, προκειμένου να υπερασπίσει την τιμή της οικογένειάς του, σκότωνε μια γυναίκα[6]. Έγκλημα τιμής λοιπόν, ονομάζεται το δικαίωμα σε έναν άνδρα να σκοτώσει τη γυναίκα του, την αδελφή ή την κόρη του στην περίπτωση που την υποπτεύονταν για απιστία, για ανηθικότητα ή αν έπεφτε θύμα βιασμού. Πρόκειται για μια διαδεδομένη πρακτική σε όλη τη Μέση Ανατολή. Αυτού του είδους η δολοφονία συχνά, αν και όχι υποχρεωτικά, καλύπτεται υπό τον όρο ατύχημα στο σπίτι. «Οι γυναίκες πρέπει να προσέχουν να μην τις σκοτώσουν οι συγγενείς τους. Εκείνες δε που έχουν σεξουαλικές σχέσεις πριν το γάμο, τις έχουν παράνομα και ζουν υπό το διαρκή φόβο μήπως μείνουν έγκυες και ανακαλύψει η οικογένειά τους ότι δεν είναι πια παρθένες. Οι θρησκευτικές αξίες και ισλαμική νοοτροπία διαποτίζουν ακόμα την κοινωνία: ένα μικρό κορίτσι πρέπει να μείνει αγνό, παρθένο πριν το γάμο», εξηγεί η Χουζάν Μαχμούντ[7].

Πρέπει να σημειωθεί πως στο, αυτόνομο από το 1991 έως το 2003, Κουρδιστάν η μπααθιστική νομοθεσία εναντίον των γυναικών διήρκεσε για πολύ καιρό, και αυτό παρά την μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνία των πολιτών, την κυβέρνηση και τις δυνάμεις των peshmergas. Επίσημα, ο νόμος πάνω στα εγκλήματα τιμής δεν καταλύθηκε παρά το 2000 και στη ζώνη που έλεγχε η Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν (ΠΕΚ). Στη ζώνη που έλεγχε το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (ΔΚΚ), μόνο κατά τη διάρκεια του 2000, διενεργήθηκαν πάνω από 500 εγκλήματα τιμής, σύμφωνα με στοιχεία που παραχωρήθηκαν από την ίδια την κυβέρνηση[8], ενώ ο μπααθιστικός νόμος δε φαίνεται να καταλύθηκε. Σε κάθε περίπτωση, οι εθνικιστές που βρίσκονται στην εξουσία ανέχονται την πρακτική αυτή. Δεν έθεσαν άλλωστε σε εφαρμογή κανένα μηχανισμό που να της αντιτάσσεται. Αντιθέτως, κατά τη διάρκεια του 2000, στις εγκαταστάσεις της Ανεξάρτητης Οργάνωσης των Γυναικών –συμπεριλαμβανομένης και της εστίας που είχε δημιουργηθεί στη Σολυμανία για να φιλοξενήσει με τρόπο ασφαλή τις γυναίκες εκείνες που οι οικογένειές τους αναζητούσαν για να σκοτώσουν– μπήκε λουκέτο από την Πατριωτική Ένωση του Κουρδιστάν. Η εστία αυτή –που πρωτολειτούργησε το 1998 και στην οποία διέμειναν πάνω από 400 γυναίκες– δημιουργήθηκε με την υποστήριξη ευρωπαϊκών φεμινιστικών οργανώσεων. Το μέτρο αυτό αποσκοπούσε κυρίως στο να μειωθεί η αυξανόμενη επιρροή του Κομμουνιστικού-Εργατικού Κόμματος με το οποίο συνδέονταν η Ανεξάρτητη Οργάνωση για τις Γυναίκες (ΑΟΓ).

Στις 14 Ιουλίου του 2000, οι ένοπλες δυνάμεις της ΠΕΚ εισέβαλαν τόσο στην εστία όσο και τις εγκαταστάσεις της ΑΟΓ συλλαμβάνοντας στρατευμένα μέλη της οργάνωσης, κατάσχοντας υλικά και έγγραφα, και κλείνοντάς τες. Στο χώρο αυτό τότε διέμεναν δώδεκα γυναίκες και πέντε παιδιά. Αν και η ομάδα της εστίας αφέθηκε ελεύθερη λίγο μετά, τρεις από τους σωματοφύλακες, όπως και όσες διέμεναν με τα παιδιά τους, παρέμειναν στη φυλακή.  Την αμέσως επόμενη μέρα ένας άντρας σκότωσε την αδελφή του μαθαίνοντας πως δε διατρέχει πλέον τον κίνδυνο να παρενοχληθεί από τους ένοπλους φρουρούς της ΑΟΓ και του Κομμουνιστικού-Εργατικού Κόμματος, ενώ λίγες μέρες αργότερα ήταν η σειρά της Νασρίν Αζίζ, παλιάς κατοίκου της εστίας, να δολοφονηθεί από τον αδελφό της[9].

 

Κατά τη διάρκεια της κατοχής

Παρά τις επίσημα διακηρυγμένες προθέσεις των αμερικανών κυβερνώντων να εγκαθιδρύσουν τη δημοκρατία και να ελευθερώσουν τις γυναίκες στο Ιράκ –και παρά τις προσδοκίες και τη δυσπιστία του πληθυσμού για την ίδια την κατοχή των συμμαχικών δυνάμεων–, η κατάσταση απέχει μακράν του να έχει βελτιωθεί από τον Μάρτιο του 2003. Το χάος που δημιουργήθηκε από τον πόλεμο μεταξύ των δυνάμεων κατοχής και τον ανταρτοπόλεμο στις πόλεις κατέστησε τη ζωή των γυναικών ακόμα πιο δύσκολη. Η μαντίλα, η οποία παλαιότερα θεωρούνταν ξεπερασμένη, κατέστη απαραίτητο εξάρτημα για τις γυναίκες εκείνες που θέλουν να βγαίνουν χωρίς κίνδυνο στο δρόμο. Εκτός από τις βρισιές, οι ισλαμιστές καταφεύγουν στη βία για να τις εξαναγκάσουν να τη φορέσουν, φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να ρίξουν και βιτριόλι στο πρόσωπο ορισμένων από αυτές. Οι βιασμοί πολλαπλασιάστηκαν, όπως επίσης οι απαγωγές και η αγοροπωλησία γυναικών. Η ταρίφα εκκίνησης ξεκινά από τα 200 δολάρια για μια παρθένα και τα 100 δολάρια για μια μη παρθένα.

Το προσωρινό Συμβούλιο της κυβέρνησης, που ιδρύθηκε από τις δυνάμεις κατοχής, επιχείρησε, υπό την πίεση ισλαμιστικών συμμετοχικών οργανώσεων[10] το Φεβρουάριο του 2004, να αντικαταστήσει το νόμο πάνω στα ατομικά δικαιώματα με τη σαρία. Τα κόμματα που συνδέονται με το ισλαμικό καθεστώς του Ιράν (το Αλ-Νταβά, το Ανώτατο Συμβούλιο της Ισλαμικής Επανάστασης στο Ιράκ[11]) μοιράζονται με τους αντιφρονούντες της θρησκευτικής αντίστασης ένα κοινό, κατά βάση, πρόγραμμα που αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση ενός ισλαμικού κράτους στο Ιράκ. Εκείνο μόνο που διαφοροποιεί τα κόμματα αυτά από τους ισλαμιστές είναι η διαφορετική τακτική που έχουν επιλέξει για να το πετύχουν.

Μετά από συζητήσεις σχετικά με το μελλοντικό σύνταγμα του Ιράκ, η θέσπιση της σαρία υπήρξε ο βασικός στόχος των ισλαμιστών, το μοναδικό κοινωνικό τους πρόγραμμα. Η «απόφαση 137» του Συμβουλίου της προσωρινής κυβέρνησης –στο οποίο εδρεύουν μόλις τρεις γυναίκες από τα είκοσι δύο μέλη– ικανοποίησε τους ισλαμιστές σχετικά με τη θέση των γυναικών[12], έστω κι αν ο Πωλ Μπρέμερ, αντιπρόσωπος της αμερικανικής διοίκησης, έδειχνε εχθρικός απέναντί της. Η απόφαση αυτή προκάλεσε την αποδοκιμασία του ιρακινού πληθυσμού. Πάνω από ογδόντα πέντε γυναικείες οργανώσεις, κάλεσαν σε διαδηλώσεις, παρά τον κίνδυνο που μια τέτοια ενέργεια εκπροσωπούσε, και κατάφεραν την απόσυρση της απόφασης 137 μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα από την ανακοίνωσή του.

Ανάμεσα στις οργανώσεις που αντιτάχθηκαν ήταν και η Οργάνωση για την Ελευθερία των Γυναικών του Ιράκ, που ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 2003 από την Γιανάρ Μοχάμεντ. Η αρχιτέκτονας αυτή, με μαύρη ζώνη στο καράτε, ζούσε εξορισμένη στον Καναδά εδώ και πολλά χρόνια αγωνιζόμενη για τα δικαιώματα των γυναικών στη Μέση Ανατολή. Μετά την πτώση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν αποφασίζει να επιστρέψει στο Ιράκ και συμμετέχει στην ίδρυση της οργάνωσης αυτής, η οποία επικεντρώνει τη δράση της τόσο στην παροχή βοήθειας προς τις γυναίκες πρόσφυγες, ιδιαίτερα στη φτωχή συνοικία Αλ-Χουντά στη Βαγδάτη, όσο και στην οργάνωση κέντρων υποδοχής γυναικών που απειλούνται από τα εγκλήματος τιμής ή είναι θύματα συζυγικής βίας. Με τους σφοδρούς λόγους της υπέρ της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των γυναικών εναντίον της σαρία, η Γιανάρ Μοχάμεντ δέχεται απειλές για τη ζωή της εκ μέρους των μελών του Στρατού των συντρόφων του προφήτη, μιας, προ των ταλιμπάν, πακιστανικής οργάνωσης, γεγονός που την εξαναγκάζει να κυκλοφορεί οπλισμένη και περιτριγυρισμένη από σωματοφύλακες. Μια διεθνής εκστρατεία υποστήριξης, στην οποία συμμετείχαν φεμινιστικές οργανώσεις από όλο τον κόσμο, γνωστοποιεί την κατάστασή της και της δίνει μια νέα πνοή.

Τα εγκλήματα τιμής δεν εξαλείφθηκαν με την κατοχή. Η Αμέλ –πρόκειται για το όνομα που της έδωσε ο συγγραφέας της Humanité που της πήρε τη συνέντευξη[13]– ζει υπό την προστασία των συντρόφων του Κομμουνιστικού-Εργατικού Κόμματος του Ιράκ. Επί χρόνια, η οικογένειά της την αναζητεί για να τη σκοτώσει: «Η οικογένειά μου είναι πολύ αυστηρή, πολύ προσκολλημένη στις αξίες της φυλής και της θρησκείας», αναφέρει με ψυχραιμία. «Μια μέρα ερωτεύτηκα τον Αλί, τον γείτονά μου. Ήμασταν πολύ νέοι εκείνη την εποχή. Ήταν μια πολύ ωραία ιστορία» εξηγεί. Ο νεαρός άνδρας, ακολουθώντας το έθιμο, ζήτησε πολλές φορές το χέρι της Αμέλ από την οικογένειά της. Ο Αλί είναι όμως σιίτης, ενώ τα πεθερικά σουνίτικα. Η Αμέλ, αν και τότε μόλις 15 χρόνων, ήταν ήδη προορισμένη να κάνει έναν ευκατάστατο γάμο με έναν πενηντάρη. «Όταν είδα πως οι γονείς μου θα με έδιναν σ’ αυτόν, εξέφρασα την έντονη διαφωνία μου ομολογώντας πως ήμουν ερωτευμένη με κάποιον. Αποτέλεσμα, με έκλεισαν μέσα, με έβρισαν και με χτύπησαν». Έτσι, μαζί με τον Αλί αποφασίζουν να διαφύγουν στο Κουρδιστάν, ώστε να βρουν καταφύγιο από την εκδίκηση. Με την επιστροφή όμως σε καθεστώς αυτονομίας του Κουρδιστάν από το Ιράκ, το Μάρτιο του 2003, η Αμέλ δεν ήταν ούτε εκεί ασφαλής. Ο σύζυγος της αρνήθηκε την κόρη της γιατί η ιστορία αυτή προσέβαλε την ίδια του την τιμή…

Οι απαγωγές νέων κοριτσιών είναι ιδιαίτερα διαδεδομένες. Όπως φαίνεται βοηθούν στην τροφοδοσία των δικτύων εκπόρνευσης, ιδιαίτερα υπό τη διεύθυνση του Γιεμέν, χωρίς κάτι τέτοιο όμως να μπορεί να αποδειχτεί. Η Ζουμπαϊντά, εργαζόμενη σε τυπογραφείο, αφηγήθηκε στον ανταποκριτή της Monde στη Βαγδάτη, τον Ρεμί Ουρντάν, την απόπειρα απαγωγής της: «Έξι άντρες, σε δυο αυτοκίνητα, προκάλεσαν ένα είδος ατυχήματος προκειμένου να αναγκάσουν το σύζυγό μου να κατέβει από το αυτοκίνητό μας. Ενόσω συζητούσαν έξω, ο ένας εξ’ αυτών κάθισε στη θέση του οδηγού και θέλησε να απαγάγει το αυτοκίνητο και εμένα. Ευτυχώς ο άντρας μου είχε πάρει το κλειδί από το ταμπλό. Και έπειτα έφτασε η αστυνομία»[14]. Από τότε δεν κυκλοφορεί παρά οπλισμένη με ένα ρεβόλβερ μικρού διαμετρήματος κρυμμένο στην τσάντα της.

Η Οργάνωση για την Ελευθερία των Γυναικών του Ιράκ (ΟΕΓΙ), που διαδέχτηκε την Οργάνωση των Ανεξάρτητων Γυναικών, αναλαμβάνει ξανά τη δημιουργία κέντρων υποδοχής γυναικών που έχουν πέσει θύματα βίας ή απειλών για εγκλήματα τιμής. Η λειτουργία της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη διεθνή βοήθεια, που παρέχεται κυρίως από τις γυναικείες αμερικανικές φεμινιστικές οργανώσεις. Το πρώτο κέντρο άνοιξε στη Βαγδάτη το Φθινόπωρο του 2003, υπό τη διεύθυνση της Λέυλα Μουχαμάντ, ενώ ένα δεύτερο ιδρύθηκε στη Σουλεϊμανίγια, στο Νότο. Αυτό το τελευταίο έγινε σχεδόν αμέσως στόχος προκλήσεων και απειλών από την Πατριωτική Ένωση του Κουρδιαστάν (ΠΕΚ). Η ΠΕΚ έστειλε τις δυνάμεις ασφάλειάς της να επισκεφτούν τις εγκαταστάσεις της ΟΕΓΙ και υπέβαλε τα μέλη της σε ανακρίσεις ώστε να ενημερωθούν για τις πολιτικές τους διασυνδέσεις.

Αυτή η επιμονή της ΠΕΚ, μέλος της Διεθνούς των Σοσιαλιστών, δε θα πρέπει διόλου να μας ξαφνιάζει. Γιατί αντανακλά πρώτα από όλα τον πατριαρχικό συντηρητισμό της κουρδικής κοινωνίας, στην οποία οι γυναίκες πρέπει ακόμα να αγωνιστούν με σθένος προκειμένου να αποκτήσουν μια θέση σ’ αυτήν και να μπορέσουν να κάνουν να προοδεύσει η νοοτροπία απέναντί τους. Από την άποψη αυτήν όμως η ΠΕΚ θεωρείται κατά γενική ομολογία ως πιο προοδευτική από το αντίπαλό του, Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (ΔΚΠ),. Και αυτό εξαιτίας της θέσης που οι γυναίκες έχουν κατακτήσει στους κόλπους του. Οι εθνικιστές όμως της ΠΕΚ δεν ξέχασαν την εξέγερση του 1991, κατά τη διάρκεια της οποίας τα εργατικά συμβούλια, επωφελούμενα της εξασθένισης της κεντρικής εξουσίας, ανέλαβαν την οργάνωση της κοινωνικής ζωής, με την ενεργή συμμετοχή της άκρας αριστεράς[15]. Από τον Απρίλιο όμως του 1991, η λήξη των αμερικανικών βομβαρδισμών έδωσε την ευχέρεια στον Σαντάμ Χουσεΐν να ξαναπάρει την κατάσταση στα χέρια του. Οι εθνικιστικός στρατός, που είχε στρατοπεδεύσει στα βουνά, κατακτά διάφορες πόλεις και οργανώνει την αντεπίθεσή του με σκοπό να εμποδίσει τους στρατιώτες του μπααθιστικού καθεστώτος. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μαζική έξοδο του πληθυσμού που κατοικούσε στις πόλεις που προφανώς δεν μπορούσε να παραμείνει στο κέντρο των μαχών. Τα δυο μεγάλα εθνικιστικά κόμματα, η ΠΕΚ και το ΔΚΠ, επωφελούμενα της κατάστασης παίρνουν στα χέρια τους την μπααθιστική διοίκηση, θέτουν ξανά σε λειτουργία, υπό τη διεύθυνσή τους, τα εργοστάσια και θέτουν υπό την επιρροή τους τα εργατικά συμβούλια. Με την ενέργεια αυτή, εκφράζουν τη μεγάλη τους δυσπιστία απέναντι στη ριζοσπαστική αριστερά, της οποίας οι δυνάμεις ανασυντάσσονται το 1993 με σκοπό να δημιουργήσουν το Κομμουνιστικό-Εργατικό Κόμμα του Ιράκ. Το ιστορικό της σχέσης μεταξύ του Κομμουνιστικού-Εργατικού Κόμματος και της ΠΕΚ βρίθει βίαιων περιστατικών που φτάνουν έως και το βασανισμό των στρατευμένων μελών των εργατών-κομμουνιστών, όπως αναφέρει η Διεθνής Αμνηστία[16].

Βίαιες ενέργειες αυτού του είδους λαμβάνουν χώρα επίσης και στη ζώνη που ελέγχει το Δημοκρατικό Κόμμα του Κουρδιστάν, χωρίς όμως αυτές να έχουν γίνει επίσημα γνωστές: η στρατευμένη φεμινίστρια Σακάρ Αχμέντ, διευθύνων μέλος της τοπικής ΟΕΓΙ στην Ερμπίλ, κακοποιήθηκε από τα δύο τις αδέλφια, ενόσω έγραφε ένα βιβλίο εναντίον των εγκλημάτων τιμής. Ο πατέρας της παραδέχτηκε την ενέργεια αυτή των γιων του, θεωρώντας όμως πως η βία εναντίον των γυναικών αποτελεί μια ιδιωτική υπόθεση[17].

Η Οργάνωση για την Ελευθερία των Γυναικών του Ιράκ δεν περιορίζεται μόνο στη δημιουργία εστιών για κακοποιημένες γυναίκες και στη μάχη εναντίον των εγκλημάτων τιμής. Έστω και αν ορισμένες πλευρές των παρεμβάσεών της θυμίζουν ενέργειες παραδοσιακών ΜΚΟ, αρνείται ριζικά τη διάκριση μεταξύ κοινωνικής δράσης και πολιτικής δέσμευσης. Αντίθετα μάλιστα θεωρεί τη συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική θεμελιώδους σημασίας για την αναγέννηση της κοινωνίας των πολιτών στο Ιράκ. Η συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική δε γίνεται με οποιοδήποτε τίμημα: έτσι, αμέσως μετά από τις πρόσφατες εκλογές του Ιανουαρίου του 2005, οι βασικοί υπεύθυνοι της ΟΕΓΙ κάλεσαν σε αποχή από αυτές, θεωρώντας τες ως παράνομες από τη στιγμή που διεξάγονταν μέσα σε ένα κλίμα βίας και έντασης. Η εντολή αυτή για αποχή ακολουθήθηκε μονάχα μερικώς, ακόμα και ανάμεσα στους πιο οικείους του κόμματος, εξαιτίας της αβεβαιότητας που προκλήθηκε από το, βάσιμο, κίνδυνο μιας πιθανής νίκης των σιιτικών θρησκευτικών κομμάτων. Η Γιανάρ Μοχάμεντ, σε άρθρο της που βρίθει ειρωνειών, με τίτλο «Να γευτούμε την ιρακινή δημοκρατία», αναφέρει τις αμφιβολίες των στρατευμένων φίλων της στη Βαγδάτη, που δεν αποτελούν όπως αυτή μέλη του Κομμουνιστικού-Εργατικού Κόμματος. Την ημέρα άλλωστε των εκλογών όλοι ήταν σε θέση να διαπιστώσουν τόσο τις επίσημες πιέσεις εναντίον όσων αποφάσισαν να απέχουν –τους οποίους μάλιστα απείλησαν να τους διαγράψουν από τα μητρώα διανομής τροφής (μητρώα τα οποία χρησίμευσαν στο να συνταχτούν οι εκλογικές λίστες)–, όσο και τις ισλαμιστικές πιέσεις εναντίον εκείνων που έφεραν στο χέρι τους το ενδεικτικό σημάδι του περάσματος από τις κάλπες. Η αδελφή μιας φίλης της, νοσοκόμας στο επάγγελμα, της ανέφερε ότι στο νοσοκομείο όπου δούλευε γύρω στα τριάντα άτομα εισήχθησαν με κομμένο το δάχτυλο εκείνο που έφερε το σημάδι της συμμετοχής στην ψηφοφορία[18].

Εξάλλου, ήδη από την προηγούμενη εθνοσυνέλευση που είχε ως σκοπό να προετοιμάσει τη μεταβίβαση της εθνικής κυριαρχίας, η θέση των γυναικών αποτέλεσε αντικείμενο έντονων συζητήσεων, οι οποίες όμως, όπως σημειώνει η Γιανάρ Μοχαμέντ, ήταν: «από την πλευρά της αμερικανικής διοίκησης που μας απελευθέρωσε, όπως αυτή ισχυρίζεται, αλλά που στην πραγματικότητα η απελευθέρωση αυτή δεν ήταν παρά μια φενάκη. Διατείνεται επίσης [η αμερικανική διοίκηση] πως ανέβασε σε 25% την αντιπροσώπευση των γυναικών στην πολιτική εθνοσυνέλευση καθώς και πως καθιέρωσε ακόμα και το ίδιο το δικαίωμα της αντιπροσώπευσης των γυναικών. Αυτό όμως το 25% το οποίο μετέχει στην εθνοσυνέλευση δεν κάνει λόγο για κανένα δικαίωμα των γυναικών. Οι περισσότερες δε εξ’ αυτών, δεν είναι γνωστές ως στρατευμένα μέλη πολιτικών κομμάτων, αλλά ως μέλη αντιδραστικών ομάδων. (…) Συνεπώς, δεν επιθυμούν στις τάξεις τους καμία βουλευτή που θα ήθελε την ισότητα μεταξύ των αντρών και των γυναικών, ή μια εκκοσμίκευση που να περιλάμβανε μια τέτοια ισότητα»[19].

Τη στιγμή της απαγωγής της η ιταλίδα δημοσιογράφος της αριστερής εφημερίδας Il Manifesto, Τζουλιάνα Σγκρένα είχε ήδη περάσει αρκετές ημέρες περιοδεύοντας μαζί με στρατευμένα μέλη της Οργάνωση για την Ελευθερία των Γυναικών του Ιράκ, όπου ανάμεσα στα άλλα επισκέφτηκε και τις εγκαταστάσεις της οργάνωσης. Παραδόξως, την ίδια περίοδο και η Φλωράνς Ομπενά προετοίμαζε, όπως φαίνεται, ένα άρθρο πάνω στην κατάσταση των γυναικών στο Ιράκ. Όλα συνέβησαν με τρόπο που να δείχνει πως το θέμα αυτό δεν έπρεπε να θιχτεί... Έστω κι αν στις επιθέσεις εναντίον των δημοσιογράφων δόθηκε μεγάλη δημοσιότητα, αυτές δεν αποτελούν παρά μια μόνο όψη του αγώνα εναντίον των γυναικών που ασκούν δημόσιο επάγγελμα. Έτσι για παράδειγμα, η δολοφονία, εν μέσω του Ραμαζανιού, της χορεύτριας Χιναντί –της οποίας το αληθινό όνομα είναι Γκεντά Σαάντ Χασάν, η ηλικία της 27 ετών και είναι βεντέτα της ομάδας ελ-Πορτοκάλα– από μια συμμορία ισλαμιστών που έκρινε ως «πορνογραφικά» τα βίντεο κλίπς της, λόγω του ότι αναφέρονταν στην αγάπη μεταξύ κοριτσιών και αγοριών, είναι ενδεικτική της συμπεριφοράς των ένοπλων θρησκευτικών ομάδων[20].

Και όλα αυτά χωρίς να συνυπολογίσουμε τους ξυλοδαρμούς των γυναικών που φορούν τζην, ή που πάνε στο κομμωτήριο, από το να κρύψουν τα μαλλιά τους κάτω από τη μαντίλα. Σύμφωνα με την ΟΕΓΙ πάνω από 1000 φοιτήτριες εγκατέλειψαν το πανεπιστήμιο μετά το ξεκίνημα της εκστρατείας ελέγχου των ιδρυμάτων από τους ισλαμιστές. Στη Μοσσούλι η κοσμήτορας της νομικής του πανεπιστημίου, Λαΐλα Αμπτουλά αλ-Αντζ Σαΐντ, δολοφονήθηκε με μια σφαίρα, αφότου αποκεφαλιστεί μαζί με το σύζυγο της. Η Αμπούλ Ιμάμ Μονέμ Γιουνίς, διευθύντρια του τμήματος μετάφρασης, υπέστη και αυτή τα ίδια, όπως και καμιά δεκαριά γυναίκες που ασκούσαν δημόσια επαγγέλματα όπως εκείνα του γιατρού, του κτηνιάτρου, του δημοσίου υπαλλήλου, κτλ. Στο στόχαστρο αυτή τη στιγμή βρίσκονται μεταφράστριες που δουλεύουν για ιδιωτικές επιχειρήσεις. Όπως αναφέρει η ΟΕΓΙ: «το απλό γεγονός του να είσαι γυναίκα αποτελεί από μόνο του κίνδυνο»[21]. Το αποκορύφωμα της φρίκης πραγματοποιήθηκε με μια φετφά που συντάχτηκε από το Συμβούλιο των Μουτζαχεντίν της Φαλλούτζα κατά τη διάρκεια της επίθεσης των αμερικανών, που επέτρεπε στους μαχητές να παντρεύονται κορίτσια ηλικίας από δέκα χρονών και πάνω προκειμένου να μην βιαστούν από τους αμερικανούς στρατιώτες[22]. Η αυθεντικότητα της πληροφορίας αυτής αμφισβητήθηκε από κύκλους προσκείμενους στην αντίσταση, που σπάνια αμφισβητούν τα δεδομένα που παρέχει η ΟΕΓΙ.

Η βία που δέχονται οι γυναίκες αναδεικνύει περίτρανα και σε παγκόσμια κλίμακα τη σημερινή κατάσταση στο Ιράκ. Αυτό είναι το καταλληλότερο κλειδί ώστε να κατανοήσουμε την πραγματικότητα. Ο μισογυνισμός, ή για να χρησιμοποιήσουμε το λεξιλόγιο της ΟΕΓΙ ο «ανδρικός σωβινισμός» διαπερνά –και εκφράζει ευρέα– και την ίδια την αντιπολίτευση: είτε αυτή πρόκειται για τους κυβερνητικούς συμμάχους των αμερικανών, είτε για το ισλαμικό κίνημα αντίστασης. Το ιρακινό κράτος δε διαθέτει τα μέσα ώστε να θέσει ένα τέρμα στην ενδημική βία, για την οποία η δραστηριότητα των μαφιόζικών συμμοριών ευθύνεται περισσότερο από τον κλεφτοπόλεμο στις πόλεις. Η ατομικιστική κοινωνία των πολιτών του παλαιού ολοκληρωτικού καθεστώτος δεν είναι σε θέση σε καμία περίπτωση να παράσχει τα μέσα, πέρα και έξω από την κρατική δικαιοδοσία, του αγώνα εναντίον σε αυτή τη βία. Και στην περίπτωση που το κράτος θα παρείχε τα μέσα αυτά, μοιράζεται κατά βάση τα ίδια ιδεολογικά θεμέλια της βίας αυτής, γεγονός που φαίνεται από την απουσία οποιασδήποτε αληθινής αντίδρασης. Όπως για παράδειγμα της ειλικρινούς του εχθρότητας απέναντι στις γυναίκες που εκφράζεται από την κουρδική εθνικιστική τοπική κυβέρνηση, της οποίας ο έλεγχος που ασκεί πάνω στη διατήρηση της κατάστασης αυτής είναι πιο σημαντικός και από τον έλεγχο που ασκεί η ίδια η κεντρική κυβέρνηση. Οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις, που ο κατοχικός στρατός τους έχει αναθέσει το ρόλο του εκμοντερνισμού της ιρακινής κοινωνίας, δείχνουν ανίκανες να το πράξουν. Είναι ενδεικτικό πως οι μόνοι χώροι ελευθερίας των γυναικών, στους οποίους μπορούν να κυκλοφορήσουν χωρίς μαντίλα και να μην διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο και στους οποίους η βία εναντίον τους απαγορεύεται, είναι μερικές συνοικίες που ελέγχονται από τις ένοπλες ομάδες του Κομμουνιστικού-Εργατικού Κόμματος του Ιράκ, το οποίο ήταν και αυτό που έκανε την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών τη δύναμη πυρός του προγράμματός του. Το κόμμα αυτό μέσα από τις θεωρίες που αναπτύσσει, έχει γίνει το κόμμα της σεξουαλικής ελευθερίας και της ισότητας μεταξύ των δυο φύλων.                                 

 

σημειωσεις:

[1] Βλ. Lucy Brown και David Romano «Women in Post-Saddam Iraq One Step Forward or Tow Steps Back?», http://upload.mcgill.ca/icames/iraqwomen.pdf.

[2] Συνέντευξη στον Yves Coleman που δημοσιεύθηκε στο Ni patrie, ni frontières.

[3] Annick Le Floc'Hmoan, «Irak, le pays où les femmes sont décapitées », 2003.

[4] Βλ. Lucy Brown και David Romano «Women in Post-Saddam Iraq One Step Forward or Tow Steps Back?», http://upload.mcgill.ca/icames/iraqwomen.pdf.

[5] Catherine Simon, «Femmes de Bagdad», στη Le Monde της 7ης Φεβρουαρίου του 2004.

[6] Βλ. Lucy Brown και David Romano «Women in Post-Saddam Iraq One Step Forward or Tow Steps Back?», http://upload.mcgill.ca/icames/iraqwomen.pdf.

[7] Συνέντευξη στον Yves Coleman που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση Ni patrie, ni frontières.

[8] Επερώτηση που τέθηκε στο κοινοβούλιο από τον M. Ferguson στον M. Downer, υπουργό εξωτερικών και εμπορίου. Βλ. http://www.dfat.gov.au/qwon/1999_2001/001102_f.html.

[9] Soheila Sharifi (2000), «Attacks on the Independent Women’s Organisation and the Women’s Shelter in Iraqi Kurdistan», στο Medusa.

[10] Reuters, « Irak: Annonce du futur gouvernement sur fond de violences », διαθέσιμο στο site: http://www.aloufok.net/article.php3?id_article=127.

[11] Juan Cole (2004), « Les partis religieux chiites comblent le vide en Irak du sud », http://www.alencontre.org/page/Irak-USA/irak60.htm.

[12] Reuters, « Irak : Vers une réintroduction subreptice de la charia », http://www.solidariteirak.org/article.php3?id_article=48.

[13] P.B., « Irak: Amel doit vivre avec la menace d’être ‘‘tuée pour l’honneur’’ ». Στην Humanité της 12ης Νοεμβρίου του 2003.

[14] Rémi Ourdan, « Les Irakiennes, premières victimes du chaos politique et social de l’après-Saddam ». Στη Le Monde της 16ης Νοεμβρίου του 2003.

[15] Συνέντευξη με τον Muayad Ahmad, παλιό υπεύθυνο του Κομμουνιστικού κινήματος, και σήμερα μέλος του πολιτικού γραφείου του Κομμουνιστικού-Εργατικού Κόμματος του Ιράκ, Δεκέμβριος του 2004.

[16] Ανακοινωθέν της Διεθνούς Αμνηστίας της 3ης Νοεμβρίου του 2000.

[17] ΟΕΓΙ, «Όχι στη βία εναντίον της Σακάρ Αχμάντ, στρατευμένης ιρακινής φεμινίστριας». Ανακοινωθέν της ΟΕΓΙ διαθέσιμο στη γαλλική γλώσσα στην ιστοσελίδα www.solidariteirak.org.

[18] Γιανάρ Μοχαμέντ, «Να γευτούμε την ιρακινή δημοκρατία».

[19] Συνέντευξη στην Amy Goodman στο ράδιο Democracy Now!, 13/09/04.

[20] ΟΕΓΙ, «Έγκλημα εναντίον μιας χορεύτριας».

[21] ΟΕΓΙ, «Ισλαμικά εγκλήματα εναντίον των γυναικών της Μοσούλης».

[22] ΟΕΓΙ, «Ισλαμικά εγκλήματα εναντίον των γυναικών κατά τη διάρκεια του Ραμαζανιού».

 

 

www.solidariteirak.org