Σε ΑΥΤΟΝ τον κόσμο και όχι ΑΥΤΟΥ του κόσμου

Ζυλ Ντωβέ

Σημείωση του συντάκτη

Αυτό γράφτηκε για φίλους από τη Λιθουανία, οι οποίοι ήθελαν να δημοσιεύσουν ένα δοκίμιο του 1972, ονόματι ο Καπιταλισμός & ο Κομμουνισμός (το οποίο μπορείτε να διαβάσετε στην ιστοσελίδα ‘Για τον Κομμουνισμό’ του Τζον Γκρέυ). Μερικές απόψεις του παρόντος κειμένου (και μερικά δανεικά κείμενα από το ‘Ξαναεπισκεπτόμαστε την Ανατολή και Πεταγόμαστε μέχρι του Μαρξ’, διαθέσιμα στον γαλλική ιστοσελίδα troploin) μπορεί να έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ανθρώπους που ζούνε σε πρώην γραφειοκρατικές – ή κρατικοκαπιταλιστικές – χώρες, αλλά τα γενικά ζητήματα που θίγονται εδώ αφορούν οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για μια ριζοσπαστική κριτική αυτού του κόσμου.

Τα λάφυρα στους νικητές

Η Ιστορία γράφεται από τους νικητές. Το 1970, ο κομμουνισμός ήταν συνώνυμος του καθεστώτος που υπήρχε στην Σοβιετική ‘Ένωση και άλλων παρόμοιων καθεστώτων. Τώρα δεν έχει κάποιο άλλο κοινωνικά αποδεκτό νόημα πέραν της ύπαρξης του στην πάλαι ποτέ Σοβιετική ‘Ένωση και σε παρόμοια καθεστώτα. Για τους ανθρώπους που ζούνε σε πρώην γραφειοκρατικές χώρες έχει γίνει μια λέξη συνώνυμη του μίσους, ένα σύμβολο καταπίεσης (κάτι που είναι κακό από μόνο του) στο όνομα της ελευθερίας (που το κάνει χειρότερο).

Υπάρχει μια αντίστοιχη σύγχυση, όμως, και σε Δυτικές χώρες που δεν υπήρξαν ποτέ μέλη του ‘σοσιαλιστικού’ μπλοκ. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η οποία έχει ακόμα, ένα αποκαλούμενο Κομμουνιστικό Κόμμα (μολονότι έχει πάρει την κάτω βόλτα), ή στη Βρετανία όπου το ΚΚΜΒ διαλύθηκε μετά το 1991, είναι το ίδιο δύσκολο να θέσεις το κομμουνιστικό ζήτημα όπως και στη Λιθουανία. Επικριτικές απόψεις για τον καπιταλισμό υπάρχουν σωρηδόν στην καθημερινότητα, στα ΜΜΕ και στoν ακαδημαϊκό λόγο, αλλά ο κομμουνισμός πια δεν θεωρείται απειλή ή υπόσχεση ώστε να τύχει σοβαρής αντιμετώπισης. Η σύγχυση συμπληρώνεται και από την αφάνεια.

Πίσω στη Σοβιετική ‘Ένωση

Εφόσον καμία σχεδόν χώρα πλέον δεν αυτοαποκαλείται σοσιαλιστική, οι περισσότεροι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων και αρκετών ριζοσπαστών, τείνουν να θεωρούν απαρχαιωμένες τις συζητήσεις περί της φύσης της Σοβιετικής ‘Ένωσης.

Έχουν άδικο. Το σύστημα που κυβερνούσε τη Λιθουανία και τη Ρωσία για 70 χρόνια ήταν όντως ένα γραφειοκρατικό, αστυνομικό και ολοκληρωτικό καθεστώς,αλλά ήταν επίσης και η παραλλαγή του καπιταλισμού και πρέπει να κατανοήσουμε το γιατί, αν θέλουμε να καταλάβουμε ποια θα μπορούσε να είναι η μορφή μιας μελλοντικής επανάστασης στη Λιθουανία και στη Ρωσία, όπως στη Βρετανία ή στις ΗΠΑ.Ο Καπιταλισμός δεν είναι απλά ένα σύστημα κυριαρχίας, σύμφωνα με το οποίο μια μειονότητα εξαναγκάζει τους ανθρώπους να δουλεύουν προς όφελος της. Το 1950 στο Βίλνιους όπως και στο Πίτσμπεργκ, το χρήμα εξαγόραζε εργατικό δυναμικό, το οποίο έβαζε να δουλεύει για να γίνεται η διατίμηση της υπεραξίας των ποσών που συσσώρευαν οι πόλοι, τους οποίους αποκαλούσαν εταιρείες ή μεγαλοεπιχειρήσεις. Αυτές οι εταιρείες δεν είχαν λόγο ύπαρξης αν δεν συσσώρευαν υπεραξία με κοινωνικά αποδεκτούς ρυθμούς. Οι ρυθμοί βέβαια στο Βίλνιους δεν ήταν οι ίδιοι με το Πίτσμπεργκ. Όπως οι εταιρείες που είχαν τη βάση τους στο Πίτσμπεργκ, έτσι και οι Λιθουανικές διευθύνονταν ως ξεχωριστές μονάδες, αλλά (αντίθετα με το Πίτσμπεργκ) κανείς ιδιώτης δεν μπορούσε να τις πουλήσει ή να τις αγοράσει κατά βούληση. Παρόλα αυτά, μια Λιθουανική εταιρεία κατασκευής παπουτσιών δεν παρήγαγε απλά παπούτσια σαν αντικείμενα μιας υποτιθέμενης αξίας χρήσης: έπρεπε να κάνει την πιο προσοδοφόρα χρήση όλων των χρημάτων που είχαν επενδυθεί για την κατασκευή τους. Η ‘τιμή υπεραξίας’ έπαιζε τον ίδιο σημαντικό ρόλο στο Βίλνιους όπως και στο Πίτσμπεργκ. Εκείνα τα παπούτσια δεν δίδονταν δωρεάν στον πεζό του Πίτσμπεργκ ή του Βίλνιους, ο οποίος θα τα φορούσε και θα σηκωνόταν να φύγει. Και στις δύο πόλεις, ο πεζός πλήρωνε για τα παπούτσια του ή περπατούσε ξυπόλητος.

Φυσικά το Λιθουανικό κράτος μπορούσε να αποφασίζει να επιδοτεί τα παπούτσια και να τα πουλάει σε χαμηλή τιμή, δηλαδή κάτω του κόστους παραγωγής. Αλλά σε κάθε χώρα η τιμή υπεραξίας τελικά καθορίζονταν από την αγορά. Οι Ρώσοι, οι Ανατολικογερμανοί ή οι Λιθουανοί σχεδιαστές αγοράς συνεχώς παρέκαμπταν τους κανόνες κέρδους, αλλά δεν μπορούσαν να παίζουν αυτό το παιχνίδι επ’αόριστον. Αυτοί οι κανόνες είχαν τελικά το κόστος τους, με την κακή ποιότητα, τις ελλείψεις, τη μαύρη αγορά, τις εκκαθαρίσεις των διευθυντών κλπ. Το Κράτος προστάτευε την εταιρεία του Βίλνιους από τη χρεωκοπία. Αλλά αυτό ήταν πλασματικό. Κανείς δεν μπορεί να ‘παίζει’ με τη λογική της υπεραξίας επί μακρόν. Μία, δέκα ή χίλιες εταιρείες μπορούσαν να σωθούν από τη χρεωκοπία μέχρι την ημέρα που θα χρεωκοπούσε ολόκληρη η κοινωνία. Αν το Βρετανικό, το Βελγικό ή το Γαλλικό Κράτος έδινε πακέτα διάσωσης σε κάθε μη κερδοφόρα επιχείρηση από τις πρώτες μέρες της βιομηχανοποίησης, ο καπιταλισμός θα ήταν μακαρίτης τώρα και στη Βρετανία και στο Βέλγιο και στη Γαλλία. Εν ολίγοις, ο ‘νόμος της υπεραξίας’ λειτουργούσε με πολύ διαφορετικούς τρόπους στον ‘γραφειοκρατικό’ καπιταλισμό και στον καπιταλισμό της ‘αγοράς’, αλλά ίσχυε και στα δύο συστήματα. (Κανείς δεν αρνείται την καπιταλιστική φύση του Μπαχρέιν ή του Κονγκό, όπου οι καπιταλιστικές φόρμες είναι πολύ διαφορετικές από εκείνες του Καναδά ή της Ιταλίας. Για τον σχηματισμό της υπεραξίας και τον αποσχηματισμό της στη Σοβιετική ‘Ένωση, βλέπε Aufheben, n°9, 2000.)Ακριβώς όπως και στις Δυτικές του εκδοχές, η άνοδος ή η πτώση του κρατικού καπιταλισμού εξαρτώταν από τις ταξικές διαμάχες και τους συμβιβασμούς, στο επίκεντρο των οποίων βρισκόταν η ανάγκη του να βάλει το εργατικό δυναμικό σε προσοδοφόρα εργασία. Στη Σοβιετική ‘Ένωση και στην Ανατολική Ευρώπη μετά το 1945, αυτό πήρε τη συγκεκριμένη μορφή μιας συνεχούς πολιτικής καταπίεσης σε συνδυασμό με προστατευμένες θέσεις εργασίας (και στο εργοστάσιο και στην αγροτική κολλεκτίβα), το οποίο επέτυχε τη συσσώρευση υπεραξίας παρά τη χαμηλή παραγωγικότητα. Εξ’άλλου, ο Ρωσικός γραφειοκρατικός καπιταλισμός λειτούργησε επιτυχώς για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το όλο σύστημα δεν κατέρρευσε επειδή έγινε πολύ καταπιεστικό και οι άνθρωποι δεν το άντεξαν, αλλά επειδή ο ταξικός συμβιβασμός έπαψε να είναι κοινωνικά παραγωγικός – ειδικά όταν δεν μπορούσε πια να αντέξει την πίεση μιας παγκόσμιας αγοράς κυριαρχούμενης από μια πολύ πιο δυναμική Δύση.

Η υπερμηχανή

Από τότε που γράψαμε την πρώτη εκδοχή του Καπιταλισμού & Κομμουνισμού το 1972, η (ευρέως αποδεκτή ή ‘βαθιά’) οικολογική κριτική του καπιταλισμού έχει γίνει κοινοτοπία. Η ‘αντιβιομηχανοποίηση’ γεννήθηκε στην ‘πλούσια’ Δύση, όπου είναι εύκολο να δεις τα πλεονάσματα της κατανάλωσης και της σπατάλης. Αλλά είναι απολύτως βέβαιο ότι θα αναπτυχθεί και στις συχνά εξαθλιωμένες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου η απρόσκοπτη ‘ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων’ επίσης καταλήγει σε καταστροφή: το Τσέρνομπυλ συνέβη πριν τη Φουκουσίμα.

Η κριτική της αντιβιομηχανοποίησης καταδεικνύει ένα ουσιώδες στοιχείο του καπιταλισμού, αλλά μοιραία χάνει την ουσία του ζητήματος γενικότερα.Η βιομηχανία βρίσκεται σίγουρα στο επίκεντρο του κόσμου που ζούμε σήμερα και είναι δύσκολο να φανταστούμε έναν μη-βιομηχανικό καπιταλισμό. Η ‘μετακαπιταλιστική κοινωνία’ είναι μύθος τώρα όπως ήταν και το 1970. Παρόλα αυτά η βιομηχανία δεν είναι το επίκεντρο του καπιταλισμού. Δεν είμαστε αντιμέτωποι με μια αυτοκινούμενη και εκτός κανόνων υπερμηχανή, αλλά με μια σχέση ανάμεσα στην εργασία και στο κεφάλαιο, η οποία είναι συγχρόνως η αιτία και το αποτέλεσμα ενός τεχνο-γραφειοκρατικού βιομηχανικού διαδρόμου προσγείωσης σε πορεία σύγκρουσης με το μέλλον. Όμως αυτή η άνευ ορίων κλιμάκωση δεν είναι αυτοκινούμενη (τουλάχιστον όχι περισσότερο από ότι είναι το θέαμα με την καταστασιακή έννοια). Ο πρωτοστάτης της υπερμηχανής είναι η σχέση κεφαλαίου-μισθωτής εργασίας. Πριν ακόμα ιδιωτικοποιηθεί και μετατραπεί σε πολυεθνική, η Γαλλική κρατική επιχείρηση ηλεκτρισμού EDF, ένα από τα καλύτερα (δηλαδή χειρότερα) παραδείγματα γραφειοκρατικής τεχνοδομής και ένας άκρως παρασκηνιακά επιτυχημένος οργανισμός υπέρ της πυρηνικής ενέργειας, έπρεπε να συμμορφωθεί με τους περιορισμούς της εργατικής παραγωγικότητας και της κερδοφορίας. Οι μεγαλοεπιχειρήσεις θέλουν περισσότερα εργοστάσια και μηχανήματα μόνον αν αποφέρουν μεγαλύτερη υπεραξία· διαφορετικά, τα αφήνουν να σαπίσουν, μετακομίζουν αλλού ή παραμένουν αδρανείς. Ο καπιταλισμός χρειάζεται εφευρέτες, αλλά οι αποφάσεις λαμβάνονται από επενδυτές.

(Θα ήταν επίσης άδικο να θεωρούμε το χρήμα σαν τον πρωτοστάτη του κόσμου μας σήμερα. Το χρήμα βρίσκεται παντού, αλλά δεν είναι ο πυρήνας του συστήματος. Η ουσία είναι η δημιουργία και η συσσώρευση υπεραξίας μέσω της παραγωγικής εργασίας. Το χρήμα προέρχεται ή πηγαίνει εκεί όπου άμεσα ή έμμεσα απαιτεί προλετάριους επί τω έργω. Οι τραπεζίτες ζουν από τους κτίστες και όχι το αντίστροφο.)

Η τάση για κλιμάκωση χρονολογείται από πολύ παλιά στην ανθρώπινη ιστορία και εκδηλώθηκε, ενίοτε για καλό ή για κακό, με όλουςτους τρόπους: με το φτιάξιμο μιας πυραμίδας ή μιας αυτοκρατορίας, με τη θρησκεία, την τέχνη κλπ. Η βιομηχανία και η μισθωτή εργασία της έδωσαν μια άνευ προηγουμένου ώθηση· με την ύπαρξη της εργασίας ως εμπόρευμα – το οποίο προϋποθέτει μια σχετικά ελεύθερη αγορά – ήρθε και η εμμονή για μέγιστη παραγωγικότητα, εξοικονόμηση χρόνου εργασίας, απεριόριστη ροή χρήματος, μαζική κατανάλωση και προσχεδιασμένη αχρηστία. Σήμερα το κεφάλαιο είναι που δομεί την κλιμάκωση. Δεν θα αποδομήσουμε το γραφειοκρατικο-στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα παίρνοντας τα ηνία του βιομηχανικού τέρατος, της υπερπαραγωγής και της υπερκατανάλωσης ως έχουν. Ο μόνος τρόπος να τα ξεφορτωθούμε είναι να ξεφορτωθούμε τον κόσμο του χρήματος και το σύστημαυπεραξίας που βασίζεται στη μισθωτή εργασία.

Ένας οικολογικά αναμορφωμένος καπιταλισμός είναι αδύνατος. Ας μη θρέφουμε ψευδαισθήσεις για την υπανάπτυξη ή μη-ανάπτυξη του. Ο καπιταλισμός είναι κλιμάκωση αφ’εαυτού: δεν αποκλιμακώνεται. Ο αυτοέλεγχος δεν είναι συνήθεια ή αρετή του καπιταλιστή.

Η τάξη & ο ταξικός αγώνας

Η σχέση κεφαλαίου-εργασίας κυβερνά τον κόσμο μας σήμερα, μολονότι και άλλοι κανόνες, μικρότερης σημασίας έρχονται στο προσκήνιο στην καρδιά της Αφρικής όπως και στη Νέα Υόρκη. Σε κάθε περίπτωση, η έμφαση που δίδεται στην τάξη ή στον ταξικό αγώνα δεν είναι το εστιακό μας σημείο. Ο Α. Σμιθ (1776) και ο Ντ. Ρικάρντο (1817) αναγνώρισαν τη συνύπαρξη των τάξεων. Στις αρχές του 19ου αιώνα διαυγείς ιστορικοί της μπουρζουαζίας ερμήνευσαν τη Γαλλική Επανάσταση ως τον πυρήνα της ταξικής διαμάχης (βλέπε στο γράμμα του Μαρξ προς τον Τζ. Βεϊντεμέγιερ, στις 5 Μαρτίου του 1852). Η συνέχιση του ταξικού αγώνα (ή η επιδείνωση του) δεν εξαρτάται από μας. Είναι μάταιο να αποδεικνύουμε συνεχώς τη μονιμότητα της αναμέτρησης, η οποία, ούτως ή άλλως, φαίνεται. Το ‘πρόβλημα’ μας δεν είναι το κατά πόσον υφίσταται ή όχι, αλλά το αν θα μπορούσε να τελειώσει με μια κομμουνιστική επανάσταση, η οποία θα πρέπει να προκύψει από μια κοινωνία διαμορφωμένη και διχασμένη από την επικοινωνία των προλετάριων με τους μπουρζουάδες. Η έγνοια μας είναι ο ταξικός αγώνας που θα καταφέρει να παράξει κάτι πέρα από τη διαιώνιση του.Υπάρχει μια αντίφαση εδώ, και μάλιστα μεγάλη;

ΝΑΙ. Αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να αποσαφηνισθεί αυτή η αντίφαση ή όχι.

Που είναι, λοιπόν εκείνοι οι προλετάριοι;

Υπάρχουν ή δεν υπάρχουν όλο και λιγότεροι εργάτες εργοστασίων;

Στη Δυτική Ευρώπη, στη Βόρειο Αμερική και στην Ιαπωνία, η μείωση είναι αδιαμφισβήτητη. Στη δεκαετία του 1950, οι χειρωνάκτες αποτελούσαν σχεδόν το 70% του εργατικού δυναμικού της Βρετανίας· σαράντα χρόνια αργότερα, υπήρχαν περισσότεροι πανεπιστημιακοί λέκτορες από ανθρακωρύχους (Μ. Σάβατζ & Α. Μάιλς, Η ανακατασκευή της Αγγλικής Εργατικής Τάξης 1840 – 1940, Ρότλετζ, 1994). Ένα μεγάλο μέρος της αλλαγής οφείλεται στη μετεγκατάσταση του κατασκευαστικού κλάδου στην Ασία και (σε μικρότερο βαθμό) στη Λατινική Αμερική. Όμως, ας μην αφεθούμε να πιστέψουμε ότι στις παλιές βιομηχανικές χώρες, όλοι τώρα διδάσκουν, πληκτρολογούν στον υπολογιστή, επικοινωνούν, προγραμματίζουν…ή ζούνε με επίδομα ανεργίας. Η σύγχρονη, μοντέρνα κοινωνία δεν είναι χωρισμένη σε μια όλο και μεγαλύτερη μεσαία τάξη και μια φθίνουσα, φτωχότερη πρώην εργατική τάξη. Δεν είναι τυχαίο ότι η ιδέα των νεόπτωχων ως τάξη έγινε δημοφιλής όταν η ιδέα της ταξικής κοινωνίας έπαψε να είναι της μόδας· ενώ φοβόντουσαν την εργατική τάξη ως παράγοντα κοινωνικών αλλαγών (που όντως ήταν), θεωρούσαν τους νεόπτωχους ένα λυπηρό απομεινάρι του παρελθόντος, το οποίο έπρεπε να αντιμετωπισθεί με κρατική πρόνοια και καταστολή. Η μείωση των προλετάριων δεν στοιχειοθετείται με γεγονότα. Στη Γαλλία, η χειρωνακτική εργασία και οι ποταπές υπαλληλικές εργασίες – δουλειές που εκτελούν αυτοί που αποκαλούμε ‘προλετάριοι’ – αντιστοιχούν στο 60% περίπου του εργατικού πληθυσμού. Εξάλλου, στο παρελθόν ελάχιστες χώρες (η Βρετανία και η Γερμανία, για παράδειγμα) είχαν την πλειοψηφία σε εργάτες εργοστασίων.

Οι στατιστικές, όμως, δεν λένε όλη την ιστορία. Μόλις εμφανίστηκε το βιομηχανικό προλεταριάτο στην ιστορική σκηνή, πρότεινε το δικό του πρόγραμμα. Από τη δεκαετία του 1840, παρότι μικρή αριθμητικά (εξαιρουμένης της Αγγλίας), η κομμουνιστική προοπτική ήταν εκεί: καταστολή της μισθωτής εργασίας, του κεφαλαίου, του χρήματος, του Κράτους. Από αυτήν την άποψη, δεν υπάρχει θεμελιακή διαφορά ανάμεσα στον ‘Αγγλο ανθρακωρύχο ή στον Παριζιάνο προλεταριοποιημένο μάστορα του 1845 και στον Ινδό εργαζόμενο τηλεφωνικού κέντρου ή στον Καλιφορνέζο φορτηγατζή του 2011. Ο,τιδήποτε (‘αντικειμενικές’ ή ‘υποκειμενικές’ συνθήκες) οδήγησε τον ανθρακωρύχο ή τον μάστορα σε κομμουνιστική δράση ή στάθηκε εμπόδιο σε αυτήν το 1845, μπορεί να βρεθεί, σε διαφορετικές μορφές αλλά με το ίδιο αποτέλεσμα, και στην περίπτωση του τηλεφωνητή ή του φορτηγατζή το 2011. Σε σχέση με τις ιστορικές ευκαιρίες, όπως και σε σχέση με τα κοινωνικά εμπόδια ή την αδράνεια, αυτό που έχουν κοινό οι τέσσερεις τους έχει μεγαλύτερη σημασία από αυτό που τους χωρίζει. Εδώ βρίσκεται και η ουσία για μας. Καμία νέα επαναστατική θεωρία δεν θα μπορέσει να το αποδείξει ή να το αναιρέσει και τίποτα δεν εγγυάται ότι οι σημερινοί προλετάριοι θα λειτουργήσουν καλύτερα ή περισσότερο ως επαναστάτες από εκείνους του παρελθόντος.

Η αναλογία των εργατών δεν είναι μηδαμινός παράγοντας, αλλά η μεγάλη αλλαγή βρίσκεται αλλού. Τα τελευταία τριάντα χρόνια, το Δυτικοευρωπαϊκό, το Αμερικανικό και το Ιαπωνικό εργατικό δυναμικό έχει πάψει να ασκεί μεγάλη πίεση στο κεφάλαιο. Και αυτό όχι επειδή χάνει την οικονομική του λειτουργία στο σύστημα, αλλά επειδή ηττήθηκε στον μη-επαναστατικό, μολονότι μαχητικό, αγώνα μεταξύ του 1960 και 1980. Πράγματι είναι λόγω αυτής της ήττας (στο χώρο εργασίας και στον δρόμο) που κατάφερε η μπουρζουαζία να αναθέσει αλλού και να μεταφέρει πολλά από τον κατασκευαστικό κλάδο. Οι κεφαλαιοκράτες του Χονγκ Κονγκ και οι γραφειοκράτες της Κινεζικής ενδοχώρας δεν επέβαλαν την είσοδο τους στις Δυτικές αγορές· η Ασία έγινε ένα από τα εργαστήρια του κόσμου μετά την ήττα των εργατών της Δύσης και της Ιαπωνίας στις δεκαετίες του 1960 – 1970. Αλλά το παιχνίδι δεν έχει τελειώσει ακόμα.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι τώρα στον Καναδά ή στην Ιταλία οι προλετάριοι έχουν να ‘χάσουν’ πολλά περισσότερα από τις ‘αλυσσίδες’ τους, λόγω εμπλοκής τους στην κατανάλωση ή στην πίστωση και ως εκ τούτου στην ‘ενσωμάτωση’ τους στον καπιταλισμό, ενώ στο Μπανγκλαντές ή στην Κίνα οι προλετάριοι έχουν να χάσουν τις αλυσσίδες τους μόνο και γι’ αυτόν το λόγο ταιριάζουν καλύτερα στον ορισμό του επαναστάτη-προλετάριου της Κομμουνιστικής Διακήρυξης. Οι εργάτες μετάλλου του Βερολίνου το 1919 χαίρονταν ‘καλύτερης’ ζωής των εργατών υφαντουργίας του Λάνκασιρ το 1850· παρόλα αυτά, ήταν αυτοί που επαναστάτησαν ενάντια στα αφεντικά και στο Κράτος. Στην Ευρώπη ή στις ΗΠΑ όπως και στην Ασία σήμερα, το πρόβλημα είναι η πιθανή σύνδεση ανάμεσα στην προστατευόμενη εργασία και την επισφαλή, ανάμεσα στους ‘προνομιούχους’ εργάτες και τους υπερεκμεταλλευόμενους. Η επανάσταση μπορεί να συμβεί μόνο ως συνδυασμός της αντίδρασης ενάντια στην μιζέρια που προκάλεσε ο καπιταλισμός και της αντίδρασης ενάντια στα πλούτη που πουλιούνται από αυτόν. Η κομμουνιστική επανάσταση είναι η από κοινού απόρριψη του χείριστου που μας έχει επιβληθεί από τον καπιταλισμό και του κάλλιστου που μας προσφέρει και θέλει να ονειρευόμαστε. Αυτή η συγχώνευση προϋποθέτει ένα κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο οι δύο τύποι της πραγματικότητας, της μιζέριας και του πλούτου, συνυπάρχουν και έρχονται αντιμέτωποι, έτσι ώστε οι προλετάριοι να μπορέσουν να επιτεθούν σε αμφότερους. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί στο Ντένβερ παρά στην Κινσάσα ή στο Ντουμπάι, και στην Σανγκάη παρά σε μια απομακρυσμένη γωνιά της Κινεζικής επαρχίας, όπου το προϊόν και η μισθωτή εργασία δεν έχουν ακόμα εξελίξει την κοινωνία τελείως καπιταλιστικά. (Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ‘αγροτικές’ ή οι αποκαλούμενες ‘οπισθοδρομικές’ περιοχές είναι πολύ μακρύτερα του κομμουνισμού από τις ‘μοντέρνες’. Κατά κάποιον τρόπο, ίσως είναι και κοντύτερα, μιας και που ο κόσμος του χρήματος δεν έχει διεισδύσει βαθιά και έχουν λιγότερα να ξεφορτωθούν. Αυτό που λέμε είναι ότι αυτές οι περιοχές δεν θα ξεκινήσουν την κομμουνιστική αναταραχή. Αλλά θα παίξουν το ρόλο τους, ο οποίος θα είναι απαραίτητος στην επαναστατική διαδικασία).

 

Από τον Μαρξ στον Μαρξισμό

Υπάρχει ένα ζήτημα το οποίο δεν πρέπει να αποφύγουμε, και το οποίο δεν καλύφθηκε όπως έπρεπε στο κείμενο μας του 1972. Δανειζόμαστε πολλά από τον Μαρξ και από άτομα που αυτοαποκαλούνται Μαρξιστές. Πως το όραμα των ανθρώπων όπως ο Μαρξ ταυτίζεται με τα τερατουργήματα που αυτοχαρακτηρίστηκαν ‘κομμουνιστικά’ στον 20ο αιώνα;

Ο Λενινισμός και ο Σταλινισμός ήταν τελείως διαφορετικοί από εκείνα που ο Μαρξ προσπάθησε να επιτύχει, αλλά υπάρχει όντως μία συγγένεια. Ο κρατικά οργανωμένος καπιταλισμός είναι αναμφίβολα αντίθετος με το πνεύμα της δράσης και της γραφής του Μαρξ σε όλη του τη ζωή, αλλά θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι είναι πιστός σε μερικά σημεία του. Για παράδειγμα, ένα από τα μεγαλύτερα έργα του Μαρξ, το Κεφάλαιο, στον 1ο τόμο (και τον μοναδικό που τελείωσε) δεν τελειώνει με το κομμουνιστικό συμπέρασμα (πως θα φτάσουμε, δηλαδή, σε έναν κόσμο χωρίς εμπόρευμα, Κράτος και εργασία) αλλά με την απαλλοτρίωση μέσω της υπαγωγής στον σοσιαλισμό, που επέρχεται από ιστορική αναγκαιότητα. Αυτό είναι μακράν της διακήρυξης του κομμουνισμού που διαβάζουμε στα πρώτα κείμενα του Μαρξ και στις πολυάριθμες σημειώσεις που κρατούσε αργότερα για τα μιρ (αγροτικές κοινότητες της προ-επαναστατικής Ρωσίας) και για τις ‘πρωτόγονες’ κοινωνίες (σημειώσεις που, απ’όσο γνωρίζουμε, δεν δημοσίευσε ποτέ).

Στα τέλη των δεκαετιών 1960 και 1970, ‘η επιστροφή στον Μαρξ’ ήταν απαραίτητη για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτό που βιώναμε. (Για την καλύτερη κατανόηση εκείνης της περιόδου και για το υπόβαθρο μας, βλέπε Η ιστορία των καταβολών μας (μεταφρασμένο από το Λα Μπανκίζ, 1983), στο reocities.com/~johngray. Και στο Περί τίνος πρόκειται;, 2007, στη δική μας ιστοσελίδα: www.troploin.fr)

Αυτό σήμαινε την επιστροφή στο σύνολο της επαναστατικής ιστορίας και σκέψης, και συμπεριελάμβανε την Αριστερή Αντιπολίτευση της Τρίτης Διεθνούς (τους ‘Ιταλούς’ και τους ‘Γερμανο-Ολλανδούς’ Αριστερούς), αλλά και τον προ και μετά το 1914 αναρχισμό. Αντίθετα με το φυλλάδιο του Μαρξ του 1872, που γράφτηκε εναντίον του Μπακούνιν (ένα από τα πιο αδύναμα έργα του), ο πραγματική ρήξη συνέβη στα μέσα του 19ου αιώνα, μέσα στο ίδιο το επαναστατικό κίνημα, το οποίο άστοχα χωρίστηκε σε Μαρξισμό και Αναρχισμό. Αργότερα, φυσικά, η ρήξη επιδεινώθηκε.

Ο αναγνώστης του Καπιταλισμού & του Κομμουνισμού θα συνειδητοποιήσει ότι δεν προσθέτουμε κομματάκια από τον Μπακούνιν στο Μαρξ (ή το αντίθετο). Το μόνο που προσπαθούμε είναι να αξιολογήσουμε και τον Μαρξ και τον Μπακούνιν, όπως θα αξιολογούσε ο ένας τον άλλον, λέει ο Μπαμπέφ ή ο Φουριέ.

Υπήρχε μια προοδεύουσα διάσταση στον Μαρξ: συμφωνούσε με την πεποίθηση του 19ου αιώνα, η οποία έλεγε ότι το σήμερα είναι ‘καλύτερο’ από το χθες και ότι το αύριο θα είναι σίγουρα καλύτερο από το σήμερα. Είχε μια γραμμική άποψη της ιστορίας και ανέπτυξε με ντετερμινιστική συλλογιστική την περίοδο από την πρωτόγονη κοινότητα στον κομμουνισμό. Συνεισέφερε στο όραμα μιας πρώιμης ιστορίας, στην οποία όταν ομάδες ατόμων κατάφεραν να παράξουν περισσότερα από αυτά που τους ήταν απαραίτητα για την άμεση επιβίωση τους, το πλεόνασμα αυτό δημιούργησε την δυνατότητα εκμετάλλευσης, εξ’ου και η ιστορική της αναγκαιότητα. Μια μειοψηφία ανάγκασε την πλειοψηφία να δουλέψει και άρπαξε τα πλούτη. Χιλιάδες χρόνια αργότερα, χάρη στον καπιταλισμό, η τεράστια επέκταση της παραγωγικότητας δημιουργεί άλλη μια δυνατότητα: το τέλος της εκμετάλλευσης. Αγαθά όλων των ειδών βρίσκονται σε τέτοια αφθονία που είναι παράλογο να τα μονοπωλεί μια μειονότητα. Και η οργάνωση της παραγωγής είναι τόσο κοινωνικοποιημένη που είναι μάταιο (ακόμα και αντιπαραγωγικό) να την διαχειρίζεται μια ομάδα κυβερνώντων, που μετριέται στα δάχτυλα του ενός χεριού και που ο καθένας απ’ αυτή δουλεύει για το προσωπικό του συμφέρον. Η μπουρζουαζία ήταν ιστορικά απαραίτητη· κατόπιν το επίτευγμα της (η ανάπτυξη της μοντέρνας οικονομίας) την μετέτρεψε σε παράσιτο. Ο καπιταλισμός αχρηστεύεται από μόνος του. Η Ιστορία, ως εκ τούτου, έχει προχωρήσει από την υλική σπάνη στην αφθονία.

Είναι αλήθεια ότι αυτή η συλλογιστική δεν γράφτηκε ποτέ από τον Μαρξ, αλλά είναι η βαθύτερη λογική σε πολλά από τα κείμενα του και (το πιο σημαντικό) σε πολλές από τις πολιτικές του δραστηριότητες. Δεν ήταν θέμα τύχης ή λάθους που υποστήριξε την εθνικογερμανική μπουρζουαζία και τους αρχηγούς των ρεφορμιστικών ενώσεων και κομμάτων: τους θεωρούσε παράγοντες μιας θετικής αλλαγής που μοιραία θα επέφερε τον κομμουνισμό. Αντίθετα, περιφρονούσε τους αντάρτες όπως ο Μπακούνιν, για τον οποίο πίστευε ότι βρισκόταν εκτός του πραγματικού κινήματος της Ιστορίας.

Μια που το έφερε ο λόγος, οι αναρχικοί στοχαστές, όπως ο Κροπότκιν και ο Ελιζέ Ρεκλούς (διακεκριμένοι επαγγελματίες γεωγράφοι αμφότεροι) επίσης υποστήριζαν τις ντετερμινιστικές απόψεις, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην κοινωνική οργάνωση από την παραγωγή. Γι’αυτούς, η παγκόσμια εξάπλωση της βιομηχανίας και του εμπορίου δημιούργησε μία εν δυνάμει παγκόσμια ανθρώπινη και ανοικτή κοινωνία, όπου οι εθνικές διαφορές, τα σύνορα και τα Κράτη δεν είχαν νόημα. Όπως στη Μαρξιστική, έτσι και στην Αναρχική σκέψη κατά το πλείστον, η κοινωνία έπαυε να είναι το αποτέλεσμα των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους και στις τάξεις, και η επανάσταση υποτίθετο ότι θα συνέβαινε ούτως ή άλλως λόγω του καθολικού κινήτρου για μια ενοποιημένη ανθρωπότητα. Αυτό ήταν περισσότερο μια τεχνολογική εξήγηση της Ιστορίας παρά μια κοινωνική.

Ο ντετερμινισμός, όμως, ήταν μια πλευρά του Μαρξ και όχι το σύνολο, το οποίο έδειχνε ένα μακροχρόνιο ενδιαφέρον για το τι εντάσσονταν στη γραμμική ακολουθία των ιστορικών φάσεων. Έγραψε λεπτομερώς για την αυτο-οργάνωση των αγροτικών κοινοτήτων με συλλογική ιδιοκτησία γης και οραματιζόταν την πιθανότητα να απέφευγε η Ρωσία το καπιταλιστικό στάδιο. Ό, τι και να πίστευε ο Κροπότκιν για τον Μαρξ, αρκετές ιδέες του Ρώσου αναρχικού αντηχούσαν εκείνες του διάσημου εξόριστου στο Λονδίνο.

Εν τούτοις, απ’ όσο ξέρουμε, αυτές οι ιδέες απορρίφθηκαν αργότερα και από τους ρεφορμιστές και από τους επαναστάτες Μαρξιστές. Ο Μαρξισμός έγινε η ιδεολογία της οικονομικής ανάπτυξης. Αν ο καπιταλισμός κοινωνικοποιείται όλο και περισσότερο, δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για επανάσταση: οι οργανωμένες μάζες θα βάλουν ένα (κυρίως ειρηνικό) τέλος στην αναρχία της μπουρζουαζίας. Εν ολίγοις, ο σοσιαλισμός δεν έρχεται σε ρήξη με τον καπιταλισμό: τον συμπληρώνει. Στο μόνο που διέφεραν οι ριζοσπάστες από τους μετριοπαθείς ήταν ότι συμπεριελάμβαναν την αναγκαιότητα της βίας σε αυτή τη διαδικασία. Στον Ιμπεριαλισμό, Το Ανώτερο Στάδιο του Καπιταλισμού (1916), ο Λένιν έδινε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι οι μεγάλες Γερμανικές επιχειρήσεις και τα καρτέλ ήταν ήδη οργανωμένα συγκεντρωτικά από την κορυφή· αν οι διαχειριστές της μπουρζουαζίας αντικαθίσταντο από εργάτες και αν αυτός ο ορθολογικός σχεδιασμός επεκτείνονταν από κάθε ιδιωτικό τραστ σε ολόκληρη τη βιομηχανία, ο κοινωνικός ιστός θα άλλαζε γενικά. Αυτό δεν ήταν σε διάσταση με το εμπόρευμα και την οικονομία.

Κάθε οικονομικός ορισμός του κομμουνισμού παραμένει στα πλαίσια της οικονομίας, δηλαδή στον διαχωρισμό του παραγωγικού χώρου και χρόνου από την υπόλοιπη ζωή. Ο κομμουνισμός δεν βασίζεται στην κάλυψη των αναγκών ως έχουν σήμερα ή όπως μπορεί να τις φανταζόμαστε στο μέλλον. Είναι ένας κόσμος στον οποίο οι άνθρωποι κάνουν σχέσεις και πράξεις που αποτέλεσμα τους είναι η δυνατότητα να θρέφονται, να νοσηλεύονται, να στεγάζονται και να διδάσκονται. Ο κομμουνισμός δεν είναι κοινωνική οργάνωση. Είναι δραστηριότητα. Είναι ανθρώπινη κοινότητα.

Το κεφάλαιο και η εργασία σήμερα

Η καρδιά του ζητήματος βρίσκεται στην αλληλεπίδραση δύο βασικών συστατικών του καπιταλισμού: το κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία. Δεν έχει νόημα να αναρωτιόμαστε ποιο από τα δύο καθορίζει το άλλο. Δεν υπάρχει ούτε μια μεταβλητή που θα μπορούσε να εξηγήσει την εξέλιξη του συνόλου. Είναι αλήθεια ότι αν οι μισθοί αυξηθούν πολύ περισσότερο από την παραγωγικότητα, το κεφάλαιο δυσλειτουργεί. Ομοίως αν οι μισθοί μειωθούν πολύ, το κεφάλαιο βγαίνει εκτός ισολογισμού. Δεν χρειάζεται να πούμε δε ότι το όριο της βέλτιστης, της επιθυμητής, της αποδεκτής ή της ανεπαρκούς κερδοφορίας διαφέρει μεταξύ του 1851 και του 2011, καθώς επίσης και μεταξύ του Τορίνο και του Χάρμπιν το 2011. Το επίπεδο των μισθών πρέπει να τέτοιο που να δίνει τη δυνατότητα αναπαραγωγής του εργατικού δυναμικού, δηλαδή τη συντήρηση του εργάτη και της οικογενείας του. Μια σημαντική παράμετρος είναι σε ποιο βαθμό εξαρτάται ο κύκλος εργασίας από την εργατική κατανάλωση και προφανώς αυτός ο βαθμός είναι πολύ μεγαλύτερος στο Τορίνο απ’ ότι στο Χάρμπιν.

Μετά το 1980 η αντεπίθεση της μπουρζουαζίας ήταν υπέρ του δέοντος επιτυχής. Η συστηματική άρνηση του ρόλου της εργασίας (δηλαδή η συστηματική μείωση του εργατικού δυναμικού και η μείωση του εργατικού κόστους) αποφέρει μεν κέρδη βραχυπρόθεσμα, αλλά αποδεικνύεται επικίνδυνη για τα ίδια τα κέρδη μακροπρόθεσμα. Τα νούμερα ανάπτυξης του παγκόσμιου εμπορίου και της παραγωγής τα τελευταία τριάντα χρόνια δεν διευκρινίζουν το ουσιώδες: ότι ακόμα δεν φτάνουν τα κέρδη για όλους. Οι πραγματικά εκπληκτικές αλλαγές που επήλθαν από τον νεοφιλελευθερισμό αφορούν κύρια στον έλεγχο, στην πληροφορία και στην διαχείριση και δεν παρήγαγαν μια ‘τρίτη τεχνολογική επανάσταση’ κοινωνικού βεληνεκούς και ιστορικού αντίκτυπου τέτοιου που να συγκρίνεται με τις θεωρίες του Τέυλορ, του Φορντ και του Κέινζ (βλέπε Γκόπαλ Μπαλαξρίσναν, ‘Εικασίες για το Στατικό Κράτος’, Επιθεώρηση της Νέας Αριστεράς, #59, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2009). Το 2004, πολλές Γαλλικές εταιρείες αύξησαν τα ετήσια κέρδη τους, κυρίως με την αποδέσμευση τους από τους τομείς που απέφεραν λιγότερα κέρδη. Το ερώτημα είναι μέχρι ποιού σημείου μια στρατηγική που ωφελεί μια μειοψηφία περιχαρακωμένη σε στρατηγικές θέσεις στην αγορά (επέκταση των επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας, εταιρείες με δυνατές διασυνδέσεις σε δημόσια έργα και, οι ουχί αμελητέες, χρηματοδοτήσεις), μπορεί να αντισταθμίσει την ανεπαρκή κερδοφορία; Δεν υπάρχει κάτι καινούργιο εδώ. Αυτό που ονομαζόταν μικτή οικονομία ή κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός στην περίοδο μεταξύ του 1950 και του 1980, επίσης βασιζόταν σε μια συνεχή μεταφορά χρημάτων από τον κόσμο των επιχειρήσεων σαν σύνολο σε ελάχιστες πανευτυχείς εταιρείες. Αλλά η λειτουργία ενός τέτοιου συστήματος είχε και μια δόση δυναμικής: οι ισχυρότερες επιχειρήσεις δεν είχαν τη δυνατότητα να βγάλουν περισσότερα από το μερίδιο κέρδους που τους αναλογούσε αν υστερούσε η συνολική κερδοφορία.

Το δίλημμα της σύγχρονης μπουρζουαζίας δεν είναι το αν θα επιστρέψει στο προ του 1970 ισοζύγιο. Όπως δεν ήταν και το 1930 να επιστρέψει στον καπιταλισμό του ελεύθερου εμπορίου, ο οποίος είχε λήξει στα τέλη του 19ου αιώνα. Το σημερινό δίλημμα της μπουρζουαζίας είναι να εφεύρει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, το οποίο θα χειρίζεται την εργασία με τέτοιο τρόπο ώστε να σπρώξει το σύστημα μπροστά. Τα μέσα για να το επιτύχει αυτό θα διαφέρουν στο Τορίνο από το Χάρμπιν, αλλά ο σκοπός θα είναι ο ίδιος και για τις δύο πόλεις.

Όπως συνέβη και στη δεκαετία του 1920, αυτό που λείπει τώρα είναι μια γερή κοινωνική βάση· η μισθωτή εργασία έχει επεκταθεί χωρίς την αντίστοιχη μαζική κατανάλωση. Το 1960 οι εργάτες της αυτοκινητοβιομηχανίας Φορντ θα αγόραζαν αυτοκίνητα (συχνά ένα μοντέλο της ίδιας βιομηχανίας) και οι εργάτες της Γαλλικής Ρενώ θα αγόραζαν ένα φτηνό Ρενώ. Σήμερα το σύμβολο της παγκόσμιας ανάπτυξης είναι τα αγαθά που είναι φτιαγμένα στην Κίνα, τα οποία οι περισσότεροι Κινέζοι εργάτες δεν έχουν την οικονομική ευχέρεια να αγοράσουν και τα οποία οι Αμερικανοί πελάτες αγοράζουν επί πιστώσει. Αντίθετα με το 1950, ο καπιταλισμός του 21ου αιώνα δεν μπορεί να λειτουργήσει με τη συσσώρευση χρήματος στον ένα πόλο (το κεφάλαιο) και τη κάθετη μείωση του κόστους στον άλλο πόλο (την εργασία). Πολύ λιγότερο δε με αναπάντεχες κερδοσκοπίες σε βάρος της ‘πραγματικής’ οικονομίας. Αν κάτι μας δίδαξε ο Κέινζ είναι ότι η εργασία είναι και κόστος και επένδυση.

Ο μη-οικολογικά αναμορφωμένος καπιταλισμός

Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στις αρχές του 21ου αιώνα και στις δεκαετίες 1930 - 1940. Ο σύγχρονος καπιταλισμός δεν μπορεί να αποφύγει το ζήτημα του φυσικού περιβάλλοντος. Η υπεραξία δεν παράγεται με αέρα κοπανιστό (και στην πραγματικότητα, ο ‘καθαρός’ αέρας γίνεται όλο και πιο σπάνιος). Η εικονικότητα μπορεί να είναι ένας συναρπαστικός μύθος επιστημονικής φαντασίας, αλλά δεν υπάρχει καπιταλισμός χωρίς κατασκευές (και πολλές μάλιστα), δηλαδή χωρίς απόβλητα. Η αναγκαιότητα για κάθε εταιρεία ξεχωριστά να αυξήσει την παραγωγικότητα της συνεπάγεται μια αδιαφορία για το τι βρίσκεται έξω από την πόρτα του εργοστασίου της και μια τάση να θεωρεί τη φύση σαν πρώτη ύλη προς επεξεργασία και χρήση. (βλέπε Δολοφονώντας τον Νεκρό. Ο Αμαντέο Μπορντίγκα για τον καπιταλισμό & και άλλες καταστροφές, Antagonism, Λονδίνο, 2001: η εισαγωγή είναι διαθέσιμη στην ιστοσελίδα libcom.) Οι οικολόγοι έχουν κάποιο δίκιο όταν επαναλαμβάνουν ότι ο Δυτικός τρόπος ζωής δεν μπορεί να επεκταθεί πέραν των 6 με 9 δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

Δεν ισχυριζόμαστε ότι ο καπιταλισμός έχει τώρα να αντιμετωπίσει ένα ανυπέρβλητο φυσικό όριο επειδή οικολογικοί παράγοντες θα εξαναγκάσουν τελικά την ανθρωπότητα να τον ξεφορτωθεί και δισεκατομμύρια ανθρώπων θα καταφέρουν να κάνουν την οικολογική επανάσταση (τη στιγμή που η εργατική τάξη δεν κατάφερε να κάνει την κομμουνιστική). Δυστυχώς η Ιστορία δεν γνωρίζει τέτοια ανυπέρβλητα όρια. Οι πολιτισμοί, επί της ουσίας, αλλάζουν για κοινωνικούς λόγους. Ο καπιταλισμός μπορεί να αναχαιτιστεί μόνο με τη θέληση των προλετάριων και την ικανότητα τους να τον μετατρέψουν σε κάτι τελείως διαφορετικό. Σε κάθε άλλη περίπτωση, το σύστημα θα βρει τρόπους και μέσα να αντιπαρατεθεί. Ίσως μια μέρα ένα πυρηνικό εργοστάσιο εκραγεί και σκοτώσει τους μισούς κατοίκους της Νέας Υόρκης ή του Τόκυο, ενώ οι άλλοι μισοί θα πρέπει να επιβιώσουν υπογείως. Καμία ‘ηθική’ ή ‘τελική’ κρίση δεν κατέστρεψε τον καπιταλισμό μέχρι στιγμής. Ούτε οι οικολογικές καταστροφές θα το καταφέρουν.

Το προλεταριάτο ως αντίφαση

Μέχρι στιγμής και για το μεγαλύτερο διάστημα, οι προλετάριοι έχουν αγωνιστεί για να βελτιώσουν τη μοίρα τους μέσα στην κοινωνία· προσπαθούν να βγάλουν ό,τι περισσότερο μπορούν από το κεφάλαιο και όχι να καταργήσουν το δίδυμο κεφάλαιο-μισθωτή εργασία. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος είναι το πρώτο βήμα για να κατανοήσουμε τι έχει να αντιμετωπίσει το κομμουνιστικό κίνημα.

Όμως, αν δεν το δούμε σε προοπτική, δεν θα κατανοήσουμε απολύτως τίποτα. Η αναμφισβήτητα βαθιά ρεφορμιστική τάση που έχει επικρατήσει για πάνω από 150 χρόνια, έχει επιβεβαιωθεί σε σχέση με – και έχει όντως ωφεληθεί από – ριζοσπαστικές απόπειρες μικρών (ενίοτε και μεγάλων) προλεταριακών ομάδων με απώτερο στόχο τον κομμουνισμό. Καμία άλλη κοινωνική ομάδα δεν έχει δράσει τόσο επίμονα κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Αυτό συμβαίνει δε ακόμα διότι οι προλετάριοι βρίσκονται συγχρόνως και εντός και εκτός του καπιταλισμού, και δρουν ανάλογα την περίπτωση. Είναι σε αυτόν τον κόσμο και όχι αυτού του κόσμου. Η μπουρζουαζία ζει, ευημερεί και παραμένει σε μια κοινωνική λογική που είναι προς όφελος της. Στο άλλο άκρο του κοινωνικού φάσματος, πολλές ομάδες υποφέρουν από την παρούσα τάξη πραγμάτων αλλά είναι τόσο αποκλεισμένες από αυτή ώστε να μη μπορούν να ασκήσουν παρά ελάχιστη επιρροή για να την καταστρέψουν· μπορούν να λάβουν μέρος στην καταστολή της αλλά είναι απίθανο να την ξεκινήσουν. Μόνο οι προλετάριοι μπορούν…

…κάτι που δεν σημαίνει ότι και θα το κάνουν κιόλας. Ας μη βαυκαλιζόμαστε ότι κάθε λαϊκή σύγκρουση στον τόπο εργασίας ή στο δρόμο, ειδικά αν γίνει βίαιη, περιέχει τους σπόρους της κομμουνιστικής αλλαγής· η Ιστορία μας έχει αποδείξει το αντίθετο. Αλλά η ικανότητα της εργατικής τάξης να αμύνεται ‘ενάντια στις καταπατήσεις του κεφαλαίου’, όπως το έχει θέσει ο Μαρξ, είναι ένα δείγμα της ικανότητας της να του επιτεθεί. Η αντίσταση στην καταπίεση και στην εκμετάλλευση, όμως, δεν είναι το ίδιο με την κατάργηση τους. Αν και η ανικανότητα για άμυνα είναι ένα σίγουρο δείγμα συνολικής ανικανότητας. Είναι λάθος να είμαστε απαξιωτικοί σε αυτό που ονομάζουμε βασικές διεκδικήσεις.

Είναι, όμως, αλήθεια ότι αυτού του τύπου οι διεκδικήσεις δεν ενώνουν τους προλετάριους. Το πολύ-πολύ να ενώσουν τους προλετάριους μιας χώρας και αυτό για λίγο διάστημα. Βραχυπρόθεσμα συμφέροντα (το να ζητάς περισσότερα χρήματα, λιγότερες ώρες εργασίας ή το να αγωνίζεσαι να σώσεις τη δουλειά σου) σπάνια συμπίπτουν και στην πραγματικότητα είναι διχαστικά. Η σύγκλιση θα επιτευχθεί μόνο ενάντια στη μισθωτή εργασία και στην κοινωνία που βασίζεται σε αυτήν.

Η αντίφαση μεταξύ των ρεφορμιστικών οργανώσεων (οι οποίες είναι συχνά εντελώς αντιεπαναστατικές, όπως έχει αποδειχθεί με τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες το 1919 και το Σταλινισμό αργότερα) και των ριζοσπαστικών μειονοτήτων είναι και πάλη ανάμεσα στους ίδιους τους προλετάριους, ακόμα και στον προλετάριο σαν μονάδα ανάμεσα στον ρεφορμισμό και στη ριζοσπαστικότητα.